Η αρσενική πλευρά της απώλειας

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί παλιότερα στη Φιλολογική Βραδυνή, γι' αυτό και στο κείμενο αναφέρεται ως "νέο" μυθιστόρημα του συγγραφέα. Δεν είναι βέβαια πια. Μου το θύμισε ο μπλόγκερ,"ζοφερός μεσαίωνας")


Θα μπορούσε να είναι ένα εγχειρίδιο Διαχείρισης Συγκρούσεων εντός του οικογενειακού πεδίου πάντα, που δεν εκδηλώθηκαν και δεν θα εκδηλωθούν ποτέ. Ένας υπόκωφος και ενδότερος λυγμός που δεν βρίσκει τόπο να καταστεί στα κενά της ζωής ενός ευαίσθητου άνδρα ή του πατέρα του, ενός «αχρείου-ποιητή».
Θα μπορούσε να είναι το λευκό παραβάν που καλύπτει πληγές και αναπηρίες συναισθηματικές από την κοινή θέα. Θα μπορούσε να είναι ένα απόγευμα διόλου ανώδυνης «ξάπλας» σε έναν άβολο καναπέ ψυχαναλυτή, με την ώρα να μην φτάνει στον ήρωα να διηγηθεί την ιστορία της ζωής του παραληρηματικά και λυτρωτικά, όπως θα ήθελε, γι’ αυτό αρκείται σε θραύσματα ενός δράματος που δεν εντοπίζεται. Σε αφηγήσεις γραμμών στη ζωή του που δεν τέμνονται από μόνες τους, παρά μόνο πρόσωπα τις συνδέουν και τις αποσυνδέουν κατά άγνωστη αλλά σχεδόν προβλέψιμη βούληση.
Ωστόσο, ο τίτλος είναι αρκετός για να προδιαθέσει για την απόγνωση που καραδοκεί, αλλά δεν «χτυπά», για τη θλίψη που ταλανίζει τον ήρωα, αλλά δεν έχει σκοπό να κάνει τον αναγνώστη να πολυασχοληθεί με το βουβό ή άφατο δράμα(;) του. Πρόκειται για το νέο μυθιστόρημα του Βαγγέλη Ραπτόπουλου «Χάσαμε τον Μπαμπά» που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Πατάκη. Ο Άγγελος, κεντρικός ήρωας του βιβλίου, υπόκειται στις δοκιμασίες του συγγραφέα με μία διαφοροποίηση, σύμφωνα με τον ίδιο το Ραπτόπουλο, από τα υπόλοιπα κοινωνικά μυθιστορήματα της εποχής. Η δομή του βιβλίου μιμείται την ψυχοθεραπεία, μέσα από τρεις αφηγηματικές κατευθύνσεις: το παρόν και την αδυναμία του Άγγελου να σταθεί πατέρας για τα παιδιά της αγαπημένης του -η σύγχρονη πτυχή του προβλήματος δηλαδή-, το παρελθόν μέσα από μια βραδιά τραυματική -καθώς τότε το πρόβλημα κάνει την εμφάνισή του στις διαστάσεις που θα σημαδέψουν τον ήρωα αργότερα- και την παρενθετική αφήγηση (μέσα από ένα τετράδιο σημειώσεων του Μπαμπά του οποίου ο Άγγελος βίωσε την έλλειψή του από την εφηβεία κι ύστερα) που μοιάζει να έχει στόχο να «συσκοτίσει» περισσότερο τα στοιχεία για την ίδια την πηγή του προβλήματος.
Η πατρική φιγούρα και το ακόμη πιο σημαντικό, η έλλειψή της, τίθεται στο στόχαστρο, λες για να αναδειχθεί απλώς η «αρσενική» πλευρά των πραγμάτων που βιώνει ο Άγγελος. Δηλαδή το ατελέσφορο της θλίψης, της μοναξιάς, της απομάκρυνσης (όλες θηλυκού γένους οι λέξεις). Το πρίσμα που καθρεφτίζει τη θηλυκή πλευρά του ήρωα, έγκειται στο πόσο ευάλωτος αισθάνεται και είναι.
Μπορεί να ακούγονται βαρύγδουπα τα παραπάνω, γιατί στην ουσία είναι μια ιστορία που ο συγγραφέας επιστρατεύει μια αφοπλιστική ελαφράδα και απλότητα για να τη διηγηθεί. Μου θύμισε ανθρώπους που επειδή φοβούνται, μήπως παρεξηγηθεί οποιαδήποτε μελοδραματική τους διάσταση, το ρίχνουν στα καλαμπούρια για να εκτονώσουν την κατάσταση. Στο μυθιστόρημα υπάρχει διάχυτη μεν μια παρωδιακή νότα, ωστόσο κανείς δεν γελά ούτε και κλαίει. Μια υβριδική ατμόσφαιρα χαρμολύπης που δεν εκδηλώνεται κραυγαλέα, διαπερνά όλο το κείμενο.
Εκείνο που κερδίζει τον αναγνώστη -και σίγουρα το γυναικείο κοινό- είναι η σκιαγράφηση της ευαίσθητης πλευράς του Άγγελου. Ο συγγραφέας δεν φοβάται να δώσει με εικόνες γλύκας και ζεστασιάς, την τρυφερότητα ενός άνδρα. Αυτό είναι το συγκινητικό στοιχείο του βιβλίου και εκείνες είναι οι πιο λαμπρές του στιγμές. (Ο ίδιος ο Ραπτόπουλος το είχε ανάγκη μετά τη «δηλητηριώδη» κριτική του διάθεση στο προηγούμενο βιβλίο του, «Η επινόηση της πραγματικότητας»). Η απώλεια, που βροντοφωνάζει ο τίτλος του, είναι σαν να χρησιμοποιείται από το δημιουργό για να δικαιολογήσει την ευαισθησία του Άγγελου. Η απώλεια δηλώνεται, αλλά δεν βιώνεται από τον αναγνώστη, παραδόξως. Τα συναισθηματικά βάρη του ήρωα δεν τα επωμίζεται με τίποτα ο αναγνώστης που προσέχει να απομυζήσει απλώς τις στιγμές της θαλπωρής που του χαρίζει η καλοσύνη του Άγγελου και τις 111 -αφού τις έχει μετρήσει εκ των υστέρων ο συγγραφέας- αποφθευγματικές φράσεις για τη ζωή, τον έρωτα, την απώλεια, την αγάπη.
Μιλώντας με το Βαγγέλη Ραπτόπουλο -ομολογουμένως μια περίεργη συνομιλία, αφού δεν κατορθώσαμε να καταλήξουμε σε μια δομημένη συνέντευξη- υποστήριξε ότι ένα ερέθισμα για να ασχοληθεί με το θέμα (ένας πατέρας που παρατάει την οικογένειά του) ήταν η ανισορροπία αυτή που εμφανίζεται στο σύγχρονο κοινωνικό ιστό, με τα ζευγάρια που χωρίζουν και τους «μπαμπάδες του δεύτερου 15μερου». Η αλήθεια είναι ότι δεν κατόρθωσα να εντοπίσω διαυγώς ούτε τις προθέσεις του ιδίου ούτε τις εκδοχές της δεύτερης η τρίτης ανάγνωσης του βιβλίου του, ίσως γιατί δεν υπάρχουν τόσο ξεκάθαρα και από τη δική του πλευρά.
Μέσα από την κουβέντα με το Βαγγέλη Ραπτόπουλο που με ξένισε -ίσως αυτή η δημιουργική απορία μου να είναι ένα κάποιο κέρδος βέβαια, αφού με ανάγκασε να υπονομεύσω τους συνήθεις τρόπους διεξαγωγής μιας συνέντευξης -, αποφάσισα να σταθώ στην προσωπική μου υποκειμενικότητα και να την υπερασπιστώ. Ο αιφνιδιασμός από την αδυναμία μου να εκμαιεύσω από το συγγραφέα απαντήσεις σε ερωτήσεις διαρθρωμένες με τη δική μου εσωτερική συνοχή της σκέψης, σχεδόν είναι ανάλογος με την έκπληξη για τα κενά που υπάρχουν στην αφήγηση του βιβλίου, αλλά δεν απασχολούν και κανένα. Τόσα «γιατί», των οποίων οι απαντήσεις πλανώνται στην ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο συγγραφέας, αλλά καλείται να απαντήσει, μόνο αν αναρωτηθεί για την ύπαρξή τους, εννοείται, ο αναγνώστης.
Η αλήθεια είναι ότι στην αρχή «σκόνταφτα» και πάνω στην καθημερινότητα και ορισμένες κοινοτοπίες της γλώσσας που χρησιμοποιεί ο Ραπτόπουλος, θα προτιμούσα το λόγο του λίγο πιο ποιητικό και ευρηματικό και παρόλο που ο ίδιος υποστηρίζει ότι στην εποχή μας δεν υπάρχει τίποτα αυθεντικά υψηλό, νομίζω ότι αυτό θα «ψήλωνε» λίγο την τέχνη του, όσο ρομαντικό ή άτοπο φαίνεται στον ίδιο κάτι τέτοιο. Με άφησε με την εντύπωση ότι ήθελε να πει δυο-τρεις ή άντε 111 προσωπικές αλήθειες και έπρεπε να στήσει μια ιστορία για να τις εντάξει. Θεμιτή και καλοδεχούμενη η ειλικρίνεια σε εποχές που όλοι θέλουν να παραστήσουν κάτι που θα ήθελαν απλώς να είναι. Γήινος και ρεαλιστικός μπορεί και να μιλάει τη γλώσσα της εποχής που ίσως είναι αυτή της συνεχούς προσπάθειας για ψυχοθεραπεία: «...Κατά τα άλλα και για να παραμείνω ο ερασιτέχνης ψυχολόγος που ήμουν κι όταν ξεκίνησα, έχω να προσθέσω το εξής πρωτότυπο. Πρόκειται για αποκλειστική μου ανακάλυψη και επιφυλάσσομαι για τα δικαιώματά μου. Το πένθος είναι ένα είδος τρέλας. Και υπ’ αυτή την έννοια, είτε μιλάμε για το μικρό πένθος ενός χωρισμού είτε για το μεγάλο του θανάτου, χρειάζεσαι, όπως και να το κάνουμε -τι άλλο; Ψυχοθεραπεία...»