Friday, November 18, 2011

Χόρτα χωρίς λάδι

photo: scalidi
Είναι καιρός τώρα που όσο κυκλοφορεί κανείς έξω τόσο πιο πολλά συμβάντα συναντά. Δυσάρεστα. Όχι αυτά τα τυχαία, τα συμπτωματικά. Τα άλλα που γίνονται υφέρποντα καθεστώτα, ενδεικτικά μιας κοινωνικής πραγματικότητας. Αυτά που σου φέρνουν δάκρυα στα μάτια, όχι γιατί είναι μελό, αλλά γιατί υπάρχουν. Από τη μία οι άνθρωποι αυτοί να πορεύονται στην κοινωνία και από την άλλη μια άλλη κοινωνία, αυτή των social media, να φεύγει χωρίς τους προηγούμενους, γιατί δεν έχουν προφίλ στο fb, στο twitter, στο linked in· γιατί δεν έχουν ιστολόγιο, αλλά μπορούν να γίνουν μόνο θέμα σε φιλεύσπλαχνα ή κυνικά μπλογκ, εν είδει αντικειμένου. Περνάμε σε έναν κόσμο υποκειμένων και αντικειμένων. Ποιος είναι ποιος; Διαγκωνίζονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για το ποιος θα πει το πιο έξυπνο. Δεν βλέπω να σπρώχνεται κανείς για να πει ή ακόμα χειρότερα να κάνει το πιο ανθρώπινο. Διαβάζω θεωρίες, ερμηνείες του κόσμου, τσιτάτα, αλλά δεν διαβάζω μια ανθρώπινη κουβέντα. Όλα αντικειμενοποιούνται και αντικειμενικοποιούνται -τι ειρωνεία-σε μια σαρωτική υποκειμενικότητα.
Πού να χωρέσει, λοιπόν, η γιαγιά που ζητιανεύει κοντά στο μετρό του Ευαγγελισμού; Την πλησιάζει μια κοπελίτσα, της δίνει ένα ευρώ και το μήλο που κρύβει στην τσάντα της. Της λέει η ηλικιωμένη ότι τρεις μέρες τρώει χόρτα χωρίς λάδι. Πού να βρει το λάδι; Μετανιώνει η κοπέλα για το μόνο ένα ευρώ που έδωσε. Πιο πέρα πουλάνε κλεμμένα καλλυντικά γνωστής φίρμας. Στο δρόμο. Πιεστικά. Μόλις τους λες πού τα βρήκαν και τι κομπίνες κάνουν, θα τους πιάσει καμιά αστυνομία, κάνουν πίσω λουφάζουν. Μέσα στο σούπερ μάρκετ, μια γυναίκα μεσήλικη, καλοντυμένη στέκεται και κλαίει, κάτω από το άγρυπνο βλέμμα υπαλλήλου του μαγαζιού. Περιμένουν μαζί την αστυνομία για να τη συλλάβει. Έχει κλέψει. Μα, κυρίως έχει χάσει την αξιοπρέπειά της, μπροστά στα μάτια όλων, το σεβασμό της. Και κλαίει. Όχι, για να τη λυπηθούν, μα γιατί λυπάται τον ίδιο της τον εαυτό. «Καληνύχτα, Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δεν θ' αλλάξει ποτέ».
Έχουν ανοίξει, λοιπόν, ανάμεσα στους ανθρώπους κάτι χάσματα ολόκληροι τάφοι που θάβεται εκεί μέσα ο ηττημένος μας εαυτός. Ενταφιάζεται η ανθρωπιά μας, το συναίσθημά μας, η ορθή λογική μας. Δεν ξέρεις πού πατάς και πού βρίσκεσαι. Δεν ξέρεις αν το θύμα και ο θύτης απέχουν πολύ μεταξύ τους. Δεν ξέρεις αν το δίκαιο και το άδικο είναι πια τόσο ξεκάθαρα. Ξέρεις όμως ότι η γιαγιά σου τρώει χόρτα χωρίς λάδι, όσο εσύ ταξιδεύεις στις κυβερνογειτονιές, ακυβέρνητος σαν πολιτεία.

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" στις 18 Νοεμβρίου 2011)

11 comments:

Σταυρούλα Σανίδα said...

Καθένας έχει ένα λόγο να παραπονιέται ή να νιώθει απελπισμένος ακόμα και όταν έχει λάδι στο φαγητό του και προφίλ στο fb. Ίσως αυτή η ακατέργαστη γκρίνια μας εμποδίζει να δούμε την πραγματική απελπισία...

scalidi said...

Σταυρούλα, εμένα με ενοχλούν τα χάσματα που ανοίγονται ανάμεσα στους ανθρώπους.
Με ενοχλεί που πολλοί δεν έχουν να φάνε. Με ενοχλεί που πολλοί επίσης το αγνοούν.

Ας γκρινιάζουμε όσο θέλουμε, άμα είναι να είμαστε κοντά κι αν αυτό μας ενώνει...

Sue said...

Θα διαφωνήσω ως προς την γκρίνια, Σταυρούλα. Το χάσμα που περιγράφεις δεν γεφυρώνεται με φωνές - η γκρίνια δεν ενώνει, σκάβει αυτό το χάσμα πιο πολύ. Γι' αυτό κι εκείνοι που δεν έχουν λάδι για να βάλουν στα χόρτα τους παραμένουν στην μία άκρη του κενού και ψάχνουν για να βρουν μια-δυο σταγόνες λάδι, ή όσο βρουν τέλος πάντων, ενώ προσπαθούν να αρθρώσουν μία κάποια κουβέντα για να τους ακούσουν οι υπόλοιποι.

Σταυρούλα Σανίδα said...

Μπορεί να ενώσει η γκρίνια; Η αίσθηση που έχω όταν ακούω κάποιον να γκρινιάζει είναι να κλείνεται στον εαυτό του και να γίνεται εγωκεντρικός. Η γκρίνια μπορεί να οδηγεί σε μοίρασμα και σε αποφόρτιση, αλλά δεν είμαι σίγουρη αν δημιουργεί προϋποθέσεις ουσιαστικής επικοινωνίας. Μάλλον για να ξεκουνηθούμε από τη θέση μας αξίζει να αποχωριστούμε τον γκρινιάρικο εαυτό μας.

Maria Iribarne said...

"Διαβάζω θεωρίες, ερμηνείες του κόσμου, τσιτάτα, αλλά δεν διαβάζω μια ανθρώπινη κουβέντα."
Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο με άγγιξε αυτή η φράση σου. Τα μόνα κείμενα στα οποία διαβάζω "ανθρώπινες κουβέντες" είναι τα δικά σου και του Οδυσσέα Ιωάννου στο protagon.
Κι όχι μόνο δεν τις διαβάζω, αλλά δεν τις ακούω κιόλας. Από κανέναν.
Σα να τις χάσαμε τις ανθρώπινες κουβέντες μας. Και τι μένει; Μόνο η θλίψη;

scalidi said...

Σου και Σταυρούλα, δεν ήμουν σαφής. Οροθετώ την "γκρίνια" με την έννοια της κριτικής ματιάς, όχι την γκρίνια της καθημερινότητάς μας, αλλά την "γκρίνια" των γραφιάδων...

Η σημερινή βόλτα στο κέντρο της πόλης δεν μου άφησε η αλήθεια είναι περιθώρια ...γκρίνιας.

scalidi said...

Μαρία μου, επειδή οι σκέψεις είναι πράξεις, δεν έχουμε παρά να σκεφτούμε αλλιώς. Ανάποδα. Να γυρίσουμε τον κόσμο ανάποδα μέσα μας. Η θλίψη ίσως γίνει ανθρωπιά κι ενδιαφέρον για τον άλλον, ίσως γίνει τελικά ομορφιά. Από μας εξαρτάται. Και δεν το λέω ιδεαλιστικά. Πρακτικά το λέω.
Να σου πω κάτι; Αυτό το διάστημα που όλοι πέφτουν να πεθάνουν για όλα, εγώ δεν μπορώ να ακολουθήσω. Τραβάω το δικό μου χαβά. Λοξά κι ανάποδα. Χαμογελάω, πιστεύω στην τύχη που φτιάχνουμε με τα χέρια μας (αυτή κι αν τη φτιάχνεις κι εσύ χειροποίητη...) και για το παρακάτω βλέπουμε. Άλλωστε καραδοκεί το τέλος ανά πάσα στιγμή, είναι κρίμα να παραδοθούμε σ' αυτό αμαχητί, πριν από την ώρα μας.

Τζων Μπόης said...

Το τελευταίο σου σχόλιο είναι όλα τα λεφτά, Σταυρούλα.
Θέλει όμως ψυχικές δυνάμεις για να γίνει όλο αυτό, κι εμείς δεν εκπαιδευτήκαμε για τα δύσκολα, ή μάλλον για τα τόσο δύσκολα, ειδικά αυτά που έρχονται, η γεννιά μας είναι κακομαθημένη, η προηγούμενη απλά θέλει να ξεχάσει, αυτή που έρχεται απλά μένει άφωνη.
Θα τις βρούμε τις ισορροπίες μας κάποια στιγμή και θα προσαρμοστούμε, αυτό είναι η ζωή μάλλον.

Τις καλημέρες μου (βγαίνει και το αγουρέλαιο αυτές τις ημέρες και πάνω στους ζοχούς είναι όνειρο...για μερικούς... δυστυχώς)

scalidi said...

Γιάννη, καλημέρα, μια ηλιόλουστη Κυριακή.
Βγήκε και το λάδι στο χωριό, μακάρι να βρούμε τη γιαγιά να τη φιλέψουμε, δεν υπάρχει άλλος τρόπος.
Θα βρούμε τις ισορροπίες, όπως λες. Άλλωστε αυτό είναι η ζωή πάντα, μια ακροβασία. Κάπου εκεί ανάμεσα στα ζοχαδιακά χόρτα και το λάδι. Γλιστράμε και τσουλάμε στο παρακάτω.
(Έπρεπε τούτη την ώρα να είμαστε στ' Ανάπλι)

Τζων Μπόης said...

...και να πίνουμε το καφεδάκι μας με θέα το Παλαμίδι και να μοιάζουν όλα μαγικά, τη στιγμή που παιδικές φωνές κατακλύζουν την πλατεία...

...γιατί ξύνεις πληγές, ε;

scalidi said...

:)))))))))))