Tuesday, May 30, 2006

Στην Άπω Ανατολή και την Κίνα του Καζαντζάκη

(Ανέσυρα, λοιπόν, ένα άλλο καλοκαιρινό και ταξιδιάρικο κείμενο από το "σκληρό" μου. Είχε δημοσιευτεί ένα άλλο θέρος του παρελθόντος στη Φιλολογική Βραδυνή)


Θάλασσα κι άλλες ξηρές να απλώνονται μπροστά στο μυαλό και τα μάτια. Νέα τοπία με τους ανθρώπους τους, αφουγκράζονται την ανάγκη για αλλαγή, γνώση, απλή περιδιάβαση στο αλλιώτικο μέσα στο χώρο και το χρόνο, με σκοπό πιθανόν την ίδια τους την κατάργηση. Δηλαδή ταξίδια : να φέρνει βόλτες κανείς την υδρόγειο, μήπως και αιχμαλωτίσει την ομορφιά της σε στιγμές από ερεθίσματα έντονα, μήπως και κρατήσει κομμάτια της στα όνειρά του για να έχει να πορεύεται στη ζοφερή, ισοπεδωτική καθημερινότητα. Και οι εικόνες να ξετυλίγονται από τη μαγνητοταινία του νου, να προβάλλονται λες έγχρωμες, με γεύση και οσμή, να προκαλούν την ίδια την ενδότερη αφή της ψυχής να τις αγγίξει.
Έτσι, ταξίδεψε στον κόσμο ο Νίκος Καζαντζάκης, ανασκαλεύοντας την ίδια του την ύπαρξη μέσα από τους πολιτισμούς και τις ματιές των ανθρώπων που αντίκρισε. Τα «ταξίδια και τα ονείρατα» στάθηκαν στη ζωή του οι μεγάλοι ευεργέτες και με τη σειρά του πέρασε στο χαρτί και το μελάνι την ευεργεσία αυτή για να την βρουν άλλοι και να ονειρευτούν, να ταξιδέψουν, να «γιατρευτούν» -έστω για όσο κρατά η ανάγνωση ενός βιβλίου- με την καθαρτήρια πνοή άλλων κόσμων που ζωντανεύουν μέσα από τις λέξεις του Καζαντζάκη 70 χρόνια μετά, ενώ ένα ταξίδι, το τελευταίο του το 1957, να παίρνει σάρκα και οστά -και την οδύνη να καιροφυλακτεί- μέσα από γραφίδα της Ελένης Καζαντζάκη, τώρα που κι εκείνη τον συντροφεύει αέναα.
«ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ, ΙΑΠΩΝΙΑ-ΚΙΝΑ», ένας τόμος από τα ταξιδιωτικά του μεγάλου δημιουργού που είναι η εισχώρηση εκεί στην Ασία, την Άπω Ανατολή, ενός ανήσυχου πνεύματος που κουβαλούσε την αγωνία για την τύχη της ανθρωπότητας στο κέντρο της υπόστασής του και ισορροπούσε πάντα στο τεντωμένο σχοινί του ορθού λόγου της Δύσης και της μεταφυσικής της Ανατολής, δηλαδή γνήσιο τέκνο της χώρας του -στο σταυροδρόμι των πολιτισμών του προηγούμενου αιώνα- και πολίτης όλων των τόπων.
Μπορεί εκείνος ο κόσμος του Μεσοπολέμου στην ασιατική ήπειρο κι ύστερα τα χρόνια της δεκαετίας του ’50 στις ίδιες χώρες, να μην έχουν καμία σχέση με τα κράτη της ξέφρενης οικονομικής και τεχνολογικής ανάπτυξης του σήμερα. Αλλά αυτή ακριβώς είναι η μαγεία. Ο Καζαντζάκης βουτά στις ρίζες του πολιτισμού του κινεζικού και ιαπωνικού λαού, κατασταλάζει στις διαχρονικές τους αξίες, από αυτές γοητεύεται και αυτές μένουν στο τέλος και στον αναγνώστη. Το περίβλημα της εποχής στην οποία συντελούνται τα ταξίδια του, φαίνεται σαν να είναι απλώς η αφορμή που του δόθηκε για να καταγράψει όλες εκείνες τις σκέψεις και τα αισθήματα που τον ενώνουν και ταυτόχρονα τον διαχωρίζουν από τους ανθρώπους εκείνους που συνάντησε. Μέσα από τα ανθρώπινα τοπία ο λυρισμός του Καζαντζάκη αποκτά ουσία, χρησιμότητα, γίνεται κέρδος για το νου του αναγνώστη, γίνεται ένα ακόμα «κλειδί» στα χέρια του συγγραφέα για να «ξεκλειδώσει» και να αποκαλύψει στην ψυχή του αναγνώστη του το μεγαλείο του ανθρωπισμού. Δεν τον «φυλακίζει» σε απλές ταξιδιωτικές εντυπώσεις, αλλά τον κάνει να μπορεί να ξαναδιαβάσει τον κόσμο γύρω του με άλλα μάτια.

Ιαπωνία


Στους δρόμους του Μάρκο Πόλο, ο έλληνας ταξιδευτής το 1935 ζει μια «ερωτική περιπέτεια», όπως ονοματίζει ο ίδιος το ταξίδι του στη Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου. Στη γέφυρα του υπερωκεάνειου -με το οποίο θα χρειαστεί να πλέει για 32 ολόκληρες μέρες για να φτάσει στην Ιαπωνία- ατενίζει τις «φυλές» των συνταξιδιωτών του, ακούει της ιστορίες τους, μαθαίνει να διαβάζει τη γλώσσα του μυαλού και της καρδιάς τους και μ’ αυτή απευθύνεται στον αναγνώστη του. Εφόδια για το δρόμο του οι δύο γιαπωνέζικες λέξεις που γνωρίζει, «σακουρά, που θα πει : άνθος της κερασιάς, και κοκορό, που θα πει : καρδιά». Εκεί στο πλήθος των επιβατών του βαποριού θα μάθει την τρίτη του λέξη από τη χώρα όπου οι κερασιές ανθίζουν με το μεγαλύτερο κέφι από όλον τον πλανήτη. «Φουντόσιν; ρώτησα. Τι θα πει; Να κρατάς την καρδιά σου ασάλευτη. Ασάλευτη μπροστά από την ευτυχία και τη δυστυχία. Είναι γιαπωνέζικη λέξη. Καμιά άλλη γλώσσα δεν την έχει. Made in Japan!... Τούτη η κουβέντα του γέρου Γιαπωνέζου και το γαλάζο πουλί στάθηκαν επί πολλές μέρες στο βαπόρι οι πιο μεγάλες χαρές μου.»
Μέσα από τις γραμμές του Καζαντζάκη νομίζει κανείς ότι βλέπει μπροστά του να ανοίγονται τα πολύβουα λιμάνια της ανατολής, με μια αίγλη κινηματογραφική που σπάει όμως το «πανί» της μεγάλης οθόνης του μυαλού και γίνεται θεατρική πραγματικότητα που μπορεί ο αναγνώστης να τη μυρίσει, να τη δοκιμάσει, να τη νιώσει στο πετσί του : «Μια στενή, καθαρή, κρύα ενάρετη ψυχή τίποτα εδώ δεν μπορεί να νιώσει. Η αρετή στ’ ανατολίτικα λιμάνια έχει άλλα σύνορα, κι η αμαρτία άλλα, πολύ μεγαλύτερα, δικαιώματα. Ξαφνικά, στα λιμάνια τούτα νιώθεις με ανείπωτη πίκρα πως η ‘‘αρετή’’ είναι ενάντια στην ανθρώπινη φύση».
Στα μέρη απ’ όπου ανατέλλει ο ήλιος, ανάμεσα στα κιμονό και τις γκέισες, ο συγγραφέας -το πνεύμα το ελεύθερο πυρετικά δοσμένο στην εξιχνίαση του νοήματος της ζωής και της υπάρξεως- αναζητά τα χνάρια του Χριστού και του Βούδα. «...Τώρα ήρθε η στιγμή να καμαρώσω το Γιο της Μαρίας με το κιμονό, σ’ έναν κήπο από χρυσάνθεμα, να πίνει τσάι...Με απληστία έσκυψα στο Γιαπωνέζο τούτο χριστιανό που μου έστελνε η τύχη. Λαχταρούσα να δω πώς η θρησκεία της εγκαρτέρησης κι η λατρεία της μελλούμενης μεταθανάτιας ζωής μετουσιώνουνταν στην ηρωική, όλο αγάπη για τη γης τούτη, γιαπωνέζικη ψυχή...». Ένας συνεχής διάλογος, γόνιμος και εντυπωσιακά μεστός, με το περιβάλλον, τον εαυτό του και βέβαια τους συνομιλητές του είναι η ταξιδιωτική λογοτεχνία του Καζαντζάκη. «Εμάς τους Γιαπωνέζους τραβάει ο Χριστιανισμός όχι για την ιδεολογία του ή την ηθική του ή τους τελετουργικούς τύπους τους. Μας τραβάει, γιατί έχει ως βάση το νόημα της θυσίας. Η ουσία του Χριστιανισμού είναι η θυσία.(Κι έκαμε πάλι ο Γιαπωνέζος την κίνηση του χαρακίρι, με τόση σφοδρότητα και ζωντάνια, που τίναξα πίσω το κεφάλι για να μη με πιτσιλίσουν τα σπλάχνα του.)».
Χωρίς να ξεχνά κανείς τις αλλοιώσεις και τις στρεβλώσεις που η σύγχρονη εξέλιξη των τριών τελευταίων δεκαετιών έχει επιφέρει στον ιαπωνικό πολιτισμό και τη σκέψη των ανθρώπων που τον φέρουν στα κύτταρά τους, είναι τόσο γοητευτικό να ανακαλύπτει κανείς πώς στο βάθος του χρόνου μεταλλάσσονται οι ιδέες και οι αξίες, ενώ από την άλλη υπάρχει πάντα ένας σταθερός πυρήνας που οδηγεί τη ροή των πραγμάτων. Αυτό ακριβώς κατορθώνει να αποτυπώσει ο Καζαντζάκης μέσα στις λέξεις του. «Η παλιά Ιαπωνία της ομορφιάς -με τα κιμονό, τα φανάρια, τις βεντάλιες- χάνεται σβήνει. Η νέα Ιαπωνία της δύναμης, με τις φάμπρικες και τα κανόνια ξύπνησε, θεριεύει. Κι ο ήλιος πια που ανατέλνει στη σημαία της μοιάζει καταπληκτικά με διάπυρο μύδρο κανονιού. Θα μπορέσει άραγε ποτέ από τα δυο θεμελιακά της συστατικά, την ομορφιά και τη δύναμη, να δημιουργήσει μια σύνθεση;» Είναι σαν να αιχμαλωτίζει ο συγγραφέας φωτογραφικά στιγμιότυπα -με λογοτεχνική ακρίβεια- του ψυχογραφήματος ενός λαού μέσα από την ιστορική του πορεία. Η ταυτότητα των Ιαπώνων, ειδωμένη από τα μάτια του συγγραφέα και μεταφρασμένη, διυλισμένη μέσα από τη δική του φιλοσοφική θεώρηση των πραγμάτων. Τα τοπία, οι χώροι είναι το σκηνικό αλλά και το διαδραστικό στοιχείο στη ζωή των ανθρώπων.
«-Η γιαπωνέζικη ψυχή είναι απλή και πολύπλοκη. Παράξενη. Έχει δικά της μονοπάτια, κι αν δεν τα γνωρίζει ένας Ευρωπαίος, χάνεται.
-Δεν είμαι Ευρωπαίος, αποκρίθηκα. Γεννήθηκα ανάμεσα Ευρώπης κι Ασίας και καταλαβαίνω.»
Λουλουδιασμένα χρυσάνθεμα κι ανθισμένες κερασιές, παγόδες και πλουμιστά κιμονό, άνθρωποι με επισημότητα και προσήλωση θρησκευτικής τελετουργίας να εκτυλίσσουν την καθημερινή τους ευγένεια, κι ο Καζαντζάκης να ρουφά το μεδούλι από όλα αυτά : «Μεγάλες ψυχές που μπορούν να θρέψουν την ψυχή μας. Που μπορούν να πλατύνουν το νου μας και να χωρέσει όχι μονάχα τις ελληνορωμαϊκές επαρχιακές περιπέτειες και το στενοκέφαλο φανατισμό του Οβραίου Ιεχωβά, παρά κι άλλες μακρινές πανανθρώπινες ζωές...Η ακόρεστη κατάχτηση της ζωής και συνάμα η συναίσθηση πως όλα είναι όνειρο και δροσούλα, να η ανώτατη θαρρώ κορφή όπου μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος»

Κίνα


Προφητικός μοιάζει ο τίτλος του Καζαντζάκη στο πρώτο κεφάλαιο που αφορά το ταξίδι του στην Κίνα, «Η Κίνα, η χελώνα των εθνών», αν σκεφτεί κανείς ότι την τελευταία διετία φιγουράρουν στις οικονομικές σελίδες των εφημερίδων, διεθνώς, τίτλοι που μιλούν για το «ξύπνημα του ασιατικού γίγαντα» και την αναγορεύουν σε «ατμομηχανή» της παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης. Προφανώς, έφτασε η ώρα που η χελώνα έχει φτάσει στον τερματισμό της, έχει κόψει το νήμα της «νίκης» και τρέχουν πίσω της -πίσω της ακόμα- οι λαγοί του διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος. Φαίνεται πως η ευχή του συγγραφέα -70 χρόνια πριν- στο τέλος του ταξιδιού του στη χώρα αυτή, εν μέρει, έπιασε τόπο: «Βλογημένη να’ ναι η λασπερή τούτη Κίνα, η μόνη σήμερα στον κόσμο που μπορεί να σου δώσει από τώρα να μαντέψεις με υπερηφάνεια τη μελλούμενη, την πιο μακρινή ανθρωπότητα.»
Σαν να σιγοψιθυρίζει ο συγγραφέας στο αφτί του αναγνώστη μαγικά ξόρκια, και την ώρα που διαβάζει όλα αυτά για την Κίνα, ανοίγεται μπροστά του ένας κόσμος μαγικός, αυτός των αισθήσεων και τον πλανεύει γλυκά. «Ο φίλος μου ο Λιαν-Κε έτριβε στα λιγνά του δάχτυλα μια ρώγα κεχριμπάρι και τα λοξά του μάτια γελούσαν. Συχνά τον είχα δει στο βαπόρι να βυθίζει το χέρι του σ’ ένα βάζο νερό και να χαϊδεύει σιγά σιγά το κεχριμπάρι. ‘‘Έτσι, μου έλεγε, μπορεί να διατηρήσει η επιδερμίδα των δαχτυλιών μας την ευαισθησία της. Και ξέρετε πόσο είναι αυτό χρήσιμο στη ζωή: ο έρωτας, τ’ αγάλματα, τα φρούτα, τα πολύτιμα ξύλα, τα μεταξωτά υφάσματα θέλουν λεπτήν επιδερμίδα. Κι οι ιδέες ακόμα!’’»
Αισθάνεται κανείς ότι η φαντασία του συγγραφέα τα μεταπλάθει όλα προς τέρψιν του αναγνώστη και γίνεται τόσο προκλητική η πραγματικότητα που για να τη νιώσεις, πρέπει να βυθιστείς σε ένα άλλο παραμύθι. «Δυο νέοι περπατούν καταμεσίς του δρόμου και κρατιούνται από τις κοτσίδες. Είναι η πιο τρυφερή ερωτική κινεζική χειρονομία. Όμοια κι οι σκορπιοί κρατιούνται ώρες πολλές από τις ουρές στ’ αρραβωνιάσματά τους.»
Η Ελλάδα -μέσα από το λογισμό και το σώμα του συγγραφέα- να διαβαίνει το δρόμο του μεταξιού, να συναντά την ασιατική φιλοσοφία και αισθητική και να συνδιαλέγεται μαζί της με τον πιο εκφραστικό τρόπο : «Ας πιούμε στην υγειά της Ελλάδας! είπε ο γερο-μανταρίνος σηκώνοντας το φλιτζανάκι του. Ο Κομφούκιος κι ο Σωκράτης είναι δυο μάσκες που σκεπάζουν το ίδιο πρόσωπο : το φωτερό πρόσωπο της ανθρώπινης λογικής.» Νιώθει ο αναγνώστης, γυρνώντας στις απαλές γραμμές των περιγραφών του Καζαντζάκη ότι η αρμονία είναι ζήτημα αισθητικής και διαλεκτικής μόνο. Ακριβώς, αυτή η ομορφιά του λόγου του συγγραφέα και η διάθεσή του να αντιμετωπίζει με σοβαρότητα και μια τάση αφομοίωσης τα στοιχεία του αλλότριου πολιτισμού, είναι που ξεγυμνώνει τις μεταγενέστερές του new age αντιλήψεις οι οποίες με τη σύγχρονη βιομηχανοποιημένη τους διαφημιστική άρθρωση και έκφραση, οικοδομούν σαθρά, αναλώσιμα επιχειρήματα. «Οι Κινέζοι, όταν βρέχει, πιστεύουν πως σμίγει ο Ουρανός με τη Γης, το αρσενικό στοιχείο του κόσμου, το Γιαγκ, και το θηλυκό, το Γυν, ενώνουνται, κι είναι ιεροσυλία να βγεις εσύ έξω όταν βρέχει και να μπεις στη μέση του αντρόγυνου».




«Ο δρόμος των ποιητών»


Αρχή του καλοκαιριού του 1957, καταπονημένος και κουρασμένος από τις συνεχείς μετακινήσεις ο Νίκος Καζαντζάκης δεν αντιστάθηκε στον πειρασμό να επαναλάβει το ταξίδι εκείνο στην ασιατική ήπειρο στο πλάι του αυτή τη φορά με την αγαπημένη του Ελένη. Αν και εξαντλημένος, όπως περιγράφει η ίδια στο βιβλίο της «ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ, Ο ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟΣ», ο συγγραφέας δεν άκουσε κανέναν και τίποτα, γέλασε με τα δυσοίωνα προαισθήματα των ανθρώπων γύρω του και αφέθηκε στην επιθυμία του να ξαναδεί την Κίνα. Η Ελένη Καζαντζάκη γράφει χαρακτηριστικά : «Οι Κινέζοι της Επιτροπής Ειρήνης, στο Πεκίνο, πρόσεξαν τον καλεσμένο τους, σα να ήταν από γυαλί. Ούτε αλάτι στο φαϊ του, ούτε κουραστικές βίζιτες στις φάμπρικες και πάντα το μεσημέρι δυο ώρες ανάπαψη, που την κρατούσαν με θρησκευτική ευλάβεια. Για να αποφύγουμε το γνωστό γύρο των οργανωμένων ταξιδιών, για τον φιλοξενούμενό τους οι Κινέζοι διάλεξαν ‘‘το δρόμο των ποιητών’’, δηλαδή τα φαράγγια του Γιαγκ-Τσε, τα πολυτραγουδισμένα από τον Λι Τα-Πε και τόσους άλλους κλασικούς ποιητές της Κίνας.» Το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς ο Καζαντζάκης «έφυγε», έχοντας τουλάχιστον την ικανοποίηση ότι λίγο πριν στην Κίνα είχε ανέβει μια ψηλή βουνοκορφή για να φτάσει στο Περίπτερο του «Αρχηγού των Γραμματισμένων».

Monday, May 29, 2006

Η Αλίκη στη χώρα της λογοτεχνίας

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή στις 5/11/2005)

«...Δεν υπάρχει καμιά βεβαιότητα. Ποιος μπορεί να πει αν πραγματικά βλέπουμε ή αν μόνο φανταζόμαστε; Και πώς θα ξεχωρίσει κανείς το βλέμμα από το όνειρο; Οι μέρες μας είναι μια σκιά. Και όλα γύρω όνειρο μέσα σε όνειρο. Δεν υπάρχει ξύπνημα...»



«Αναρωτιέμαι ως ανάγνωση επειδή, στο κείμενο αυτό, η γραφή αναρωτιέται ως γραφή. Εγώ, η ανάγνωση, έχω ενώπιόν μου εσένα, γραφή, η οποία αφηγείσαι ως γραφή πώς φτάνεις να γίνεις η γραφή που είσαι. Και όπως εσύ, γραφή, γίνεσαι το πρόσωπο της αφήγησης, με τον ίδιο τρόπο κι εγώ, η ανάγνωση, γίνομαι το πρόσωπο που παρακολουθεί την αφήγηση της γραφής, ή την γραφή της αφήγησης.» Αντιγράφω το παραπάνω απόσπασμα από το τόσο γοητευτικό επίμετρο του Δημήτρη Δημητριάδη για το αφήγημα του Μωρίς Μπλανσό «Εκείνος που δεν με συντρόφευε» (Εκδόσεις Σμίλη). Είναι ακριβώς η περιγραφή της διάθεσης με την οποία αντιμετώπισα το καινούριο βιβλίο του Χρήστου Χρυσόπουλου, το πεζογράφημα «Φανταστικό μουσείο» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.
Η αλήθεια είναι ότι με τα προηγούμενα έργα του, «Σουνυάτα» και «Περίκλειστος κόσμος» μου είχε προκαλέσει μια αμηχανία που έφτανε στα όρια του θυμού, για την απροθυμία που εισέπραττα από την πλευρά του δημιουργού να περιλάβει στα εγχειρήματά του τον αναγνώστη. Δεν εννοώ να γράψει για τον αναγνώστη (ποιον αναγνώστη άλλωστε) ούτε να υποταχθεί σε τρέχοντα γούστα, λογικές αγοράς ή προθέσεις του συρμού. Αλλά τουλάχιστον να μην απευθύνεται -γιατί μόνο αυτή την εντύπωση αποκόμισα εγώ- σε «μυημένους». Αισθάνθηκα ότι θέλει να απασχολήσει με την επιτήδευσή του μόνο το λογοτεχνικό σινάφι και όχι να γράψει ένα βιβλίο για να διαβαστεί. Τα βιβλία είναι για να διαβάζονται και όχι να εκτίθενται ως μουσειακά είδη της φαντασίας. Αυτός είναι και ο λόγος που γράφω γι’ αυτό κατ’ αυτόν τον τρόπο. Μου το επέβαλε η ανάγνωσή μου, δηλαδή η γραφή του.
Στην αρχή της περιήγησής μου στο «Φανταστικό μουσείο» με συνεπήρε ο ποιητικός στρόβιλος της γλώσσας και των εικόνων που μου μετέφερε ο Χρυσόπουλος. Είχα την αίσθηση, ανυποψίαστη ακόμα, ότι άκουγα τον Σεφέρη να διαβάζει Σεφέρη -στη συνέχεια συνειδητοποίησα τα περί Εμπειρίκου-, τέτοιο ρυθμό έδινε ακόμη και στις ανάσες ο πεζογράφος. Ένιωσα ότι ήθελε να με ταξιδέψει στη χώρα της λογοτεχνίας, περνώντας με ως αναγνώστρια μέσα από αναρίθμητα σαγηνευτικά κάτοπτρα που αφθονούν στις σελίδες του και περιγράφοντάς μου τα πάντα με μια οξύνοια που θυμίζει Μούζιλ.
Σχεδόν οπλίστηκα με προσοχή ντετέκτιβ σε αποστολή εξιχνίασης μυστηρίου, προκειμένου να συλλέξω τα κομμάτια του θρυμματισμένου του καθρέφτη και κάπου -έστω προς το τέλος- να τα ενώσω. Ωστόσο, αυτό δεν κατέστη δυνατόν παρά τη φιλότιμη προσπάθειά μου, παρά την καλή μου διάθεση. Τα κομμάτια παρέμειναν θρύψαλα που πλήθαιναν από σελίδα σε σελίδα και στο τέλος έμεινα να μετεωρίζομαι στο κενό της αποσπασματικότητας του κατόχου τους. Φοβάμαι ότι δεν κατάφερε να με κάνει μέτοχο του λογοτεχνικού του «μυστικού» ο συγγραφέας και με άφησε να πιστεύω ότι δεν υπήρχε τελικά κάποιο τέτοιο «μυστικό». Μου γκρέμισε τη μαγεία που είχε οικοδομήσει τόσο απολαυστικά στην αρχή του βιβλίου του και που μου υποσχόταν σίγουρα μια χώρα λογοτεχνικών θαυμάτων για να με εγκαταλείψει σε μια ψυχαναγκαστική και αυτοέγκλειστη συνέχεια που δεν κατέληξε πουθενά. Ένιωσα ότι είχε καταληφθεί και ο ίδιος από τον τρόμο του «λευκού χαρτιού» ή της «τρεμοσβήνουσας αδειανής οθόνης» που απειλεί τόσο συχνά τους συγγραφείς και το μετέφερε σε μένα αυτό το αίσθημα ως αναγνώστρια, προκειμένου να γλιτώσει. Ελπίζω να γλίτωσε ο ίδιος. «...Ακόμα και ο ουρανός έμοιαζε με τεράστιο αδηφάγο μάτι. Δεν μπορούσε πουθενά να κρυφτεί. Δεν υπήρχε γωνιά να τον αγκαλιάσει. Ήταν διάφανος. Η σκέψη του γινόταν ορατή...»
Ένα βιβλίο ή εν γένει ένα καλλιτεχνικό δημιούργημα δεν μπορεί να μην κουβαλάει ψυχικά φορτία, όσο κι αν βασίζεται στην τεχνική του αρτιότητα και σ’ αυτά ακριβώς έχει δικαίωμα ο αποδέκτης ή αναγνώστης να γίνει μέτοχος με κάποιον τρόπο. Ο Χρυσόπουλος συμπεριφέρεται συγγραφικά σαν να θέλει να στερήσει αυτό το δικαίωμα. Να εξηγηθώ: με γοητεύουν τα δύσκολα κερδισμένα από τον αναγνώστη όνειρα, αισθήματα, ελπίδες, λύπες και μελαγχολίες. Δεν θέλω να μου τα προσφέρει στο «πιάτο» πανεύκολα ο λογοτέχνης, όπως δεν θέλω και να μην μου τα προσφέρει τελικά ο δημιουργός. Και τα δύο προσβάλλουν την αισθητική και τη νοημοσύνη μου και κάπως έτσι με αφήνει με το πέρας της ανάγνωσης του βιβλίου του ο Χρυσόπουλος: προσβεβλημένη, να αισθάνομαι ηλίθια που δεν καταλαβαίνω και δεν εισπράττω την ομορφιά του κειμένου. Είναι ωραίο στο τέλος ενός βιβλίου να νομίζεις ότι έχεις κατακτήσει ένα άγνωστο κομμάτι της οπτικής ενός άλλου ανθρώπου, ότι έχεις αντικρίσει έστω και λίγο από τον προσωπικό του ορίζοντα, ότι έχεις γίνει μια σταλιά πιο πλούσιος άνθρωπος.
Οι προθέσεις του συγγραφέα στο «Φανταστικό μουσείο» παρέμειναν αδιερεύνητες για μένα. Το κείμενο δεν με βοήθησε να σεργιανίσω στις αίθουσες με τον Εμπειρίκο, τον Μπόρχες, τον Πεσόα, το Χαρμς, το Ροϊδη, τον Έσσε, το Μαν, τον Περέκ, τον Μπεράτη, το Σουλτς και την Τσβετάγιεβα. Ούτε οπτασίες εμφανίστηκαν στο δρόμο μου ούτε σκιές φαντασμάτων. Η φαντασία μου δεν περιπλανήθηκε στα εκθέματα, γιατί η περιβόητη διακειμενικότητα άφησε μέσα μου ένα τεράστιο κενό από τους πολλαπλούς καθρέφτες που με ξέβραζαν κάθε φορά στην αδυναμία της λογοτεχνικής πραγματικότητας. Σε αντίθεση με την «Ελληνική αϋπνία» του Μισέλ Φάις, που κατόρθωσε να με κάνει να ακούω την ανάσα του Βιζυηνού και του Καρυωτάκη, να αφουγκράζομαι το στοιχειωμένο τους παλμό.
Οι δυνατότητες του Χρυσόπουλου είναι εγνωσμένες, απλώς νομίζω ότι έχει κλειστεί και ο ίδιος μέσα σε αυτές και δεν βρίσκει διέξοδο να τις ατενίσει και να τις εξελίξει κατ’ επέκταση -βοηθάει σ’ αυτό και το σινάφι με τα κανακέματά του. Η γενιά των λογοτεχνών των 30 και κάτι είναι η αλήθεια ότι πλησιάζει τα 40 σιγά-σιγά και εγώ περιμένω από τη δημιουργία της να βρει τρόπους να ωριμάσει. Για πόσο θα εγκλωβίζει τους αναγνώστες της στις αντανακλάσεις της άγονης αποσπασματικότητας; Πιστεύω ότι όταν ο Χρυσόπουλος ξεπεράσει το ναρκισσισμό του και βρει τη δύναμη να κανιβαλίσει τη διάθεσή του να αποτελεί εξωτικό έκθεμα της εγχώριας λογοτεχνίας, τότε θα μιλήσει στις ψυχές των ανθρώπων, τα λογοτεχνικά του βέλη θα βρουν το στόχο τους και θα πάψουν να αιωρούνται στη σφαίρα του ατελέσφορου. «...Και αν κάτι γεννιέται, την ίδια στιγμή αποκτά υπόσταση και αυτό που το αναιρεί...».

Το νουάρ θρίλερ της αποξένωσης

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή. Το παρακάτω βιβλίο ήταν από τα πιο απολαυστικά αστυνομικά που διάβασα φέτος)

«...Μπορεί να είναι, όμως, μια υγρή σιωπή, από εκείνες τις μαύρες σιωπές που δημιουργούνται μέσα στο κεφάλι μας, ανάμεσα στα αυτιά, σε ένα ακαθόριστο σημείο στο κέντρο του εγκεφάλου, ένα μικροσκοπικό στίγμα, μια μικρή κηλίδα, ένα κενό που απλώνεται αργά αργά και στο μεταξύ απορροφά τα πάντα, τόνους, συχνότητες, δονήσεις, ηχοχρώματα, ψηλά και χαμηλά, λέξεις, ήχους, τα προσελκύει όλα και τα καταβροχθίζει σε μια μολυβένια δίνη...»


Η αχανής ένταση τη μοναξιάς, το εκτυφλωτικό σκοτάδι του αδιεξόδου, η δράση ως πράξη φυγής και νέου εγκλωβισμού μαζί, στις γραμμές ενός ιλιγγιώδους αυτοκινητόδρομου που τρέχει μπροστά. Αυτή είναι η εικόνα που μένει, διαβάζοντας το μυθιστόρημα «Μέρα με τη μέρα» του Κάρλο Λουκαρέλι που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση της Δήμητρας Δότση. Τρεις φιγούρες, δύο αντρικές και μία γυναικεία, κλεισμένες στην προσωπική τους εκκωφαντική σιωπή. Τρεις άνθρωποι πολύ καθημερινοί, σαν όλους εμάς. Ένας επαγγελματίας δολοφόνος, η διώκτριά του και ένα ακόμη πρόσωπο, ο συνδετικός τους κρίκος.
Ο ιταλός συγγραφέας στήνει ένα θρίλερ που κατορθώνει να ξεπεράσει τις διαχωριστικές γραμμές της αστυνομικής λογοτεχνίας και να απλώσει τις προεκτάσεις του στην αγωνία της ύπαρξης, τη σύγχρονη αποξένωση, ιδίως αυτή της γενιάς των τριάντα και κάτι που κυνηγάει να προσπεράσει τον ίδιο της τον εαυτό, μήπως και τον συναντήσει σ’ αυτούς τους γρήγορους ρυθμούς που τρέχει η ζωή και ο κόσμος γύρω της. Με μαεστρία που εκπλήσσει, ο δημιουργός μέσα από πότε ρευστές και πότε περιγραφές πλήρους ακινησίας καταφέρνει να εισχωρήσει στα ενδότερα αυτής της γενιάς, αυτών των ανθρώπων, όλων των ανθρώπων τελικά. Τα ψυχογραφήματα των ηρώων του μοιάζουν με ένα σύγχρονο υπαρξιακό χάρτη που αναδιατάσσεται συνεχώς. Ο Λουκαρέλι είναι υπεύθυνος για κάτι πράγματι αξιοσημείωτο: δεν τον ξεπερνάει η σύγχρονη πραγματικότητα, αλλά δείχνει να την τιθασεύει ο ίδιος μέσα σ’ αυτό το μυθιστόρημά του, την βάζει σε ένα κανάλι και την καθοδηγεί, σχεδόν μοιάζει να της «επιτρέπει» να πλέει δίπλα στο έργο του, χωρίς να του το υπονομεύει.
Η πλοκή του έργου -αξιοθαύμαστα διαρθρωμένη- και ο ρυθμός του στερεί πραγματικά από τον αναγνώστη την ανάσα, τον καθηλώνει, ενώ τα ψυχογραφήματα των ηρώων είναι εκείνα που κάνουν τη διαφορά του βιβλίου έναντι όποιων άλλων αστυνομικών ιστοριών. Τα εύσημα προς τη μεταφράστρια του βιβλίου έχουν να κάνουν με τον παλμό του μυθιστορήματος. Η Δήμητρα Δότση τον έχει πιάσει και τον μεταφέρει στον αναγνώστη στο ακέραιο. Μιλώντας μαζί της για το Λουκαρέλι και την εργογραφία του, από τον ενθουσιασμό της και την πλήρη κάλυψη κάθε πτυχής της προσωπικότητας του συγγραφέα, ήταν προφανές πώς κατάφερε να μεταδώσει το πάθος της αφήγησής του, το τέμπο των σκηνών και των περιγραφών, υπερνικώντας τα προβλήματα και τις δυσκολίες που εμφανίζονται κατά το μεταφραστικό έργο. Η ίδια μου είπε πόσο επίπονο ήταν αυτό, αλλά τονίζοντας την αγάπη της προς το συγκεκριμένο βιβλίο και το ταλέντο του δημιουργού του, μου εξήγησε απόλυτα την ανάγκη ταύτισης με τους ήρωες, του να μπει ο μεταφραστής στο πετσί και του λογοτεχνικού προσώπου αλλά και του συγγραφέα. Τα αποτελέσματα είναι απολαυστικά, πάντως, για τον αναγνώστη. Η Δήμητρα Δότση διακρίνει τα δύο επίπεδα στα οποία κινείται ο μυθιστοριογράφος: τη νουάρ ατμόσφαιρα και το θρίλερ από τη μία πλευρά και το σύγχρονο μυθιστόρημα από την άλλη και αυτό είναι που τη γοητεύει και την ίδια, σε τέτοιο βαθμό που δεν διστάζει να πει «αισθάνθηκα σαν να τα έγραφα εγώ».
Ο συγγραφέας σκιαγραφεί τους πρωταγωνιστές του εμμένοντας σε λεπτομέρειες που αναδεικνύουν τη βαθιά ανθρώπινη διάστασή τους. Δεν είναι απλώς ήρωες που θα βλέπαμε στο σινεμά τη δράση τους. Είναι ήρωες που ζουν σε ένα βιβλίο -με εσωτερικές σκέψεις, μονολόγους, αισθήματα και αισθήσεις που μόνο η λογοτεχνία μπορεί να καταγράψει και να αποδώσει τόσο αποτελεσματικά- αλλά που σε πείθει με το ταλέντο του ο ιταλός δημιουργός ότι έχουν κάτι από σένα, από την αγωνία σου, τους φόβους σου. Ο Λουκαρέλι ασκεί τον αναγνώστη του να αναπτύξει μια παρατηρητικότητα που δεν έχει να κάνει με την εξιχνίαση του μυστηρίου και μόνο, αλλά με τα μύχια της ανθρώπινης υπόστασης. Επιστρατεύει τα πάντα σε αυτόν τον αγώνα, από το διαδίκτυο και τις γνώσεις περί όπλων μέχρι ένα τραγούδι και τα χαρακτηριστικά μιας ράτσας σκύλων. Όλα οδηγούν στην αλήθεια, τη φωτίζουν, περνώντας τον αναγνώστη μέσα από τα δικά του προσωπικά βάθη και ύψη. Το «Μέρα με τη μέρα» είναι ένα βιβλίο που κλείνοντάς το ξέρεις ότι έχεις μάθει κάτι: να βλέπεις τον κόσμο και με άλλα μάτια. Τα δικά σου μάτια, αλλά πιο εξασκημένα στις λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά σε όλα τα πράγματα και τις συνθήκες. «Υπάρχουν σιωπές γεμάτες θορύβους που αλληλοκαλύπτονται. Και τότε οι θόρυβοι γίνονται αδιάφοροι, τόσο μονότονοι που δεν προκαλούν πια την προσοχή σου. Είναι κάποια θροϊσματα, κάποια αχνά βουητά όπως ένα ραδιόφωνο αυτοκινήτου, ασυντόνιστο ποιος ξέρει άραγε εδώ και πόσο καιρό, που δεν πιάνει πια τίποτα, στην αρχή γρατσούνιζε τα αυτιά κι ύστερα έμοιαζε σαν να ‘χε ξύσει τόσο βαθιά το τύμπανο που το ‘χε αναισθητοποιήσει. Ή το μονότονο υπόκωφο κόχλασμα του κινητήρα του αυτοκινήτου που λειτουργεί, ποιος ξέρει άραγε εδώ και πόσο καιρό, στις ίδιες στροφές, παρόλο που η εξάτμιση στην αρχή έκοβε κάθε τόσο το σκληρό αγκομαχητό του με έναν οξύ αναστεναγμό και τώρα δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια επιπλέον αδιάφορη νότα, παράφωνη και τόσο μονότονη σαν να μην υπάρχει πια...»
Ο Λουκαρέλι δίνει στην ιστορία του μια μεταφυσική χροιά που αυτή είναι που στο τέλος -αλλά και σε αποκαλύψεις στη διάρκεια- του βιβλίου σε συγκλονίζει. Δεν είναι μόνο η πλοκή. Είναι η ψυχή των πραγμάτων. Η ουσία τους. Η αλήθεια που κρύβεται κάτω από το αστυνομικό περίβλημα, κάτω από την πάχνη του νουάρ και ζει στις μικρές, αδιόρατες λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής, στα αντιφεγγίσματά της.

Thursday, May 25, 2006

Ο Δον Κιχώτης της κουζίνας

(Αναδημοσιεύω το κείμενο προς τιμήν του αγαπητού Αθήναιου. Πρώτη φορά το θέμα είχε "παίξει" στη Φιλολογική Βραδυνή στις 12/2/2005. Αυτό που μ'αρέσει είναι το όνομα του αρχείου που βρίσκεται σωσμένο το κείμενο στο σκληρό μου δίσκο: "cookmind")

Πρόκειται για μια ασχολία που ξεκινάει από την παρατήρηση. Στην αρχή απρόσεχτη και σχεδόν ρεμβώδη, στη συνέχεια τεταμένη και σχολαστική. Ύστερα περνάει κανείς στο στάδιο της μίμησης. Καταπιάνεται με τα εργαλεία της δουλειάς εμπειρικά για να περάσει στην αναγκαία συνδρομή των συγγραμμάτων που την αφορούν. Ίσως κάποτε να καταλήξει να εμπιστεύεται το ένστικτό του και μόνον. Αν δεν είναι διανοούμενος ίσως...
Ο λόγος τόσο για τη μαγειρική όσο και για τη συγγραφή που η ενασχόληση μαζί τους μπορεί να έχει την ίδια γραμμική εξέλιξη. Αν αυτά τα δύο «χωράφια» βρεθούν να τέμνονται, τότε προκύπτει ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον εγχείρημα και γιατί όχι η συγγραφή «καθρεφτίζεται» στο γυαλιστερό καπάκι μιας κατσαρόλας και η μαγειρική «φιγουράρει» στις στιλπνές σελίδες ενός βιβλίου... Είναι η στιγμή που αποφασίζει δηλαδή να βρεθεί «Ο διανοούμενος στην κουζίνα», όπως λέγεται το βιβλίο του Τζούλιαν Μπάρνς που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ. Διαφωτιστικό το προλογικό σημείωμα του Νίκου Μπακουνάκη υποψιάζει τον αναγνώστη για την οπτική του συγγραφέα, όπως ιδιαίτερα κατατοπιστικό είναι και το επίμετρο της Άννας Παπασταύρου που μετέφρασε και το βιβλίο. Αν και η απόλαυση της ανάγνωσής του έγκειται στο ανάλαφρο και με μπρίο γράψιμο του Μπαρνς και όχι τόσο στις άγνωστες για τον Έλληνα μη ειδικό της γαστριμαργίας λεπτομέρειες και πληροφορίες που παρατίθενται.
Απαραίτητο στοιχείο για να ταυτιστεί ο αναγνώστης με τις αγωνίες του συγγραφέα, είναι έστω να διαθέτει στο ενεργητικό του μια αποτυχημένη προσπάθεια εκτέλεσης μια μαγειρικής συνταγής ή να έχει νιώσει τη σχολαστικότητα -που ένας διανοούμενος θα μπορούσε να επιδείξει- στην ενεργητική του παρουσία μέσα σε μια κουζίνα. Όπως λέει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας, «...Αναμφίβολα υπάρχουν και ανταγωνιστικοί μάγειρες, αλλά ο διανοούμενος δεν ανήκει σ’ αυτό το είδος. Αυτός θέλει απλώς να μαγειρεύει νόστιμα, θρεπτικά φαγητά. Θέλει απλώς να μην δηλητηριάζει τους φίλους του. Θέλει απλώς να διευρύνει σταδιακά το ρεπερτόριό του... αλλά κατά βάθος είναι ένας είλωτας προσκολλημένος στις συνταγές, ένας πιστός ακόλουθος των προσταγών των άλλων. Έτσι είναι ο σχολαστικός διανοούμενος, δέσμιος στο βράχο της σχολαστικότητάς του. Κι εκεί δεν τρώει αυτός συκώτι, αλλά, σαν άλλου Προμηθέα, του τρώνε το δικό του...»
Διασκεδαστική η εξιστόρηση των περιπετειών του Μπαρνς στην κουζίνα του, με ένα ιδιαίτερα γοητευτικό εύρημα που ξεκινάει ήδη από την αφιέρωση του βιβλίου: πρόκειται για «Εκείνη». Για την οποία μαγειρεύει ο διανοούμενος και στην οποία αναφέρεται παιχνιδιάρικα, διάσπαρτα στο κείμενό του, προσδίδοντας μία ακόμη ευχάριστη νότα σε όλες εκείνες τις πληροφορίες και τα ονόματα που χρησιμοποιεί από τη γαστριμαργική βιβλιογραφία και ουδεμία σχέση έχουν με την ελληνική πραγματικότητα των σύγχρονων μιντιακών σεφ και των παρελκομένων τους (βιβλία, συνταγές, κλπ). «...Πάλι ψέματα λένε! ξεφώνισα. (Πρόκειται για μια κραυγή που ακούγεται συχνά από την κουζίνα του σχολαστικού διανοούμενου και Εκείνη έχει μάθει να την αντιμετωπίζει ως μια απλή ακουστική ενόχληση)...». Η φιγούρα της είναι παρούσα ακόμα και στο μαγειρικό Βατερλό του συγγραφέα, επιτείνοντας τη χιουμοριστική του διάθεση: «...Έβγαλα ένα άλλο κατσαρόλι και ανακάτευα με δέος τη ζάχαρη όταν άκουσα το ναύαρχο να δηλώνει με πάθος το θαυμασμό του προς Εκείνη, που για χάρη της μαγειρεύει ο διανοούμενος. Αυτό ήταν κάπως ξαφνικό και για μένα και για Εκείνη... Η σάλτσα βούλιαξε μεσοπέλαγα...»
Απολαυστική και η συνεχής προσωπική «μάχη» του Μπαρνς με τους συγγραφείς των βιβλίων μαγειρικής των οποίων παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά με πραγματική λεπτομερειακή ανάλυση διανοούμενου. Αυτή είναι και η πιο ανατρεπτική πλευρά του βιβλίου, καθώς ποτέ ένας άνθρωπος που μαγειρεύει για την ευχαρίστηση τη δική του και των αγαπημένων του ανθρώπων στην καθημερινότητά του, δεν καταφεύγει ποτέ σε τέτοια κριτική και συγκριτική «μελέτη» των βιβλίων μαγειρικής. Ο ουρανίσκος συνήθως δίνει τη λύση, όχι όμως και για έναν διανοούμενο που όλα πρέπει να διαπλέκονται δύσκολα και με στόμφο στο μυαλό του και στη ζωή του ίσως. Η γραφικότητα μιας τέτοιας μορφής χρειάζεται για να «χτιστεί» ένας έστω και κατά φαντασίαν «αντίπαλος». Ο Δον Κιχώτης της κουζίνας είναι εδώ. Εξοπλίζεται με πιρούνες, κουτάλες και τα συναφή και τρέχει ολοταχώς προς τους ανεμόμυλους: «...Θεωρούμε δεδομένο ότι αυτοί των οποίων εμείς ακολουθούμε τις οδηγίες έχουν τελειοποιήσει τη συνταγή προτού τη δημοσιεύσουν. Ότι πρώτα τη δοκίμασαν με δοκιμαστές, ότι προσάρμοσαν και τα καρυκεύματα και το λεκτικό έτσι ώστε να επιτευχθεί η ύψιστη ακρίβεια, κι ύστερα μας την κληροδότησαν. Επιπλέον, υποθέτουμε ότι όταν μαγειρεύουν τις δικές τους συνταγές, ακολουθούν κατά γράμμα τις γραφές, όπως ακριβώς κάνουμε κι εμείς. Και όμως, δεν κάνουν έτσι...»
Η πολύ γοητευτική διάσταση που ο αναγνώστης μόνος του μπορεί να διαγνώσει -αυθαίρετα να υποθέσει την ύπαρξή της όποτε και όπως θέλει- είναι και ο παραλληλισμός με το «μαγείρεμα» στη λογοτεχνική «κουζίνα». Είναι η γραφή που ο διανοούμενος αναπόφευκτα περνά μια ανάλογη διαδικασία με αυτή τη μαγειρικής για να κατορθώσει να παρουσιάσει ένα έργο, επιτυχημένο ή μη. Μπορεί κάποιοι να θεωρούν βεβήλωση του ναού της λογοτεχνίας τέτοιου είδους αναγωγές, ωστόσο η ελαφρά ειρωνική χροιά που διαπερνά το κείμενο του Μπαρνς δεν αφήνει περιθώριο στον αναγνώστη να μην αποτολμήσει με τη φαντασία του και μια τέτοια ακροβασία. Στα λημέρια της Τέχνης κανείς αναζητά πολύ συχνά την απόλαυση, γιατί λοιπόν να μην αφεθεί σε διασκεδαστικά «ατοπήματα» που σφύζουν από δημιουργικότητα; Όπως υποστηρίζει και ο συγγραφέας, «...Η σχέση μεταξύ ενός επαγγελματία και ενός ερασιτέχνη μάγειρα έχει ομοιότητες με τη σεξουαλική συνεύρεση. Το ένα μέλος είναι κανονικά πιο πεπειραμένο από το άλλο. Και κανένα από τα δύο μέλη δεν θα έπρεπε να έχει το δικαίωμα, σε καμία στιγμή, να πει: ’’Όχι, αυτό δεν το κάνω με τίποτα’’...»

Τα δεινά ενός καταδικασμένου κόσμου στη σήψη και τη λήθη

(Για να μην ξεχνιόμαστε, η συνέχεια στη θεματική περί αστυνομικής λογοτεχνίας. Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή στις 28/1/2006)


«...Ένας λόγιος; Ένας καθηγητής;...Ξέρεις τι σημαίνουν αυτά σε μια χώρα που κυριαρχείται από μεγαλομανείς κι από άπληστους εισοδηματίες; Η γνώση είναι η μεγαλύτερη δυστυχία που μπορεί να συμβεί σ’ έναν άνθρωπο σε μια δημοκρατία που κατευθύνεται από τσαρλατάνους...»


Είναι προκλητικό από μόνο του το βιογραφικό σημείωμα, για να μην πω μόνο το όνομα, του συγγραφέα για να ασχοληθεί κανείς με το έργο του. Ο Γιασμίνα Χάντρα -ναι, γυναικείο είναι, όπως πιθανόν καταλάβατε- είναι ένας πρώην στρατιωτικός από την Αλγερία που έφυγε για το Μεξικό και ζει πια στη Γαλλία, δημοσιεύοντας τα κείμενά του κάτω από το πέπλο γυναικείου ψευδώνυμου. Ποιος είπε ότι μόνο οι γυναίκες σε μουσουλμανικές χώρες έχουν την υποχρέωση να καλύπτουν το σώμα τους; Οι λόγιοι και οι συγγραφείς, οι σκεπτόμενοι άνθρωποι και τα ελεύθερα πνεύματα, ακόμη κι αν είναι άντρες -και δη πρώην στρατιωτικοί- είναι αναγκασμένοι, όταν ζουν σε καταπιεστικά καθεστώτα, να ζητούν, έστω άλλου είδους, κάλυψη, προκειμένου να επιζήσουν και να δημιουργήσουν.
Διαβάζοντας «Το μερίδιο του νεκρού» που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις Εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση από τα γαλλικά του Γιάννη Στρίγκου, καταλαβαίνει κανείς απόλυτα το γιατί. Η φίμωση καραδοκεί, εκεί που δεν υπάρχει χώρος για τη δημοκρατία και τη διαφάνεια. Η αλήθεια χρειάζεται κουκούλι προστασίας για να διασωθεί και πολύ περισσότερο να γνωστοποιηθεί. Στην προκειμένη περίπτωση αρκεί ο δομικός ιστός ενός αστυνομικού μυθιστορήματος ως περίβλημα για να διακηρύξει ο συγγραφέας την αλήθεια, όχι μόνο προσωπική, αλλά μια κοινωνική, οικονομική και πολιτική πραγματικότητα που χρειάζεται κανείς μεγάλο θάρρος πια για να αποκαλύψει. Αυτόν τον πυλώνα διαφύλαξης της αλήθειας και της πραγματικότητας προσφέρει η λογοτεχνία.
Ο Γιασμίνα Χάντρα κέρδισε με αυτό το έργο του το βραβείο του καλύτερου αστυνομικού μυθιστορήματος για το 2004 στη Γαλλία. Ευτυχώς γι’ αυτόν και για μας, το βιβλίο του δεν είναι απλώς μια ιστορία μυστηρίου. Χρησιμοποιεί την τεχνική του αστυνομικού, για να αποκαλύψει πολύ πιο σοβαρά ζητήματα από την εξιχνίαση ενός μεμονωμένου εγκλήματος που πάντα τραβάει την προσοχή του αναγνώστη. Στην ουσία ξεδιπλώνει ένα έγκλημα εθνικό και, γιατί όχι, παγκόσμιου ενδιαφέροντος, αν αναλογιστούμε τις διαστάσεις που προσλαμβάνει το νόημά του για κάθε ταραγμένο κράτος βυθισμένο στη διαφθορά, τη σήψη και την κατάχρηση της οποιασδήποτε εξουσίας. (Να θυμηθούμε και το γάλλο Ντιντιέ Ντενένξ που με ένα νουάρ αστυνομικό έφερε στο φως της δημοσιότητας μια σφαγή που είχε συντελεστεί στο κέντρο του Παρισιού σχεδόν πενήντα χρόνια πριν.) «...Κανείς δεν είναι σε θέση να εξηγήσει το γιατί κάτω από το άπλετο φως που μας στέλνει ο παλιός καλός ήλιος της Αλγερίας, οι έντιμοι βαδίζουν ψηλαφώντας, οι γενναίοι πάνε τοίχο τοίχο και οι νέοι προσπαθούν με κάθε τρόπο να βρουν, κρυμμένοι κάτω από τις αυλόπορτες, τα τρομακτικά σκοτάδια της αβύσσου...». Η καταπάτηση των στοιχειωδών δικαιωμάτων της ζωής και της ελευθερίας είναι έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, όχι μόνο ατομική υπόθεση.
Παραβλέποντας αστοχίες στην επιμέλεια του μεταφρασμένου κειμένου -π.χ. κρίμα είναι να μην αποφασίζει κανείς αν θα γράφει «απαυδισμένος» ή «απηυδισμένος»- ο ειρμός του δημιουργού και ο ρυθμός του κειμένου στα ελληνικά ελκύουν τον αναγνώστη να φτάσει μέχρι τέλους, ζητώντας τη δικαίωση του μαχόμενου πρωταγωνιστή, του αστυνομικού Λομπ.
«...Υπάρχουν άνθρωποι που είναι έτσι εκ φύσεως: στριμμένοι επειδή δεν μπορούν να είναι ευθείς, κακοί επειδή έχουν χάσει την πίστη τους, δυστυχείς επειδή, κατά βάθος, τους αρέσει να είναι έτσι...» Η ομορφιά της γραφής του Γιασμίνα Χάντρα έγκειται στο ότι σκιαγραφεί μοναδικά τους χαρακτήρες και ιδίως αυτόν του κεντρικού του ήρωα, ενώ μέσα από τα διερευνητικά μάτια του ιδίου παρουσιάζει το εμβριθές ψυχογράφημα όχι μόνο των υπόλοιπων προσώπων αλλά ενός λαού που ζει μέσα στο φόβο, την τρομοκρατία, την αδικία, τη φτώχεια και την αναξιοκρατία. «...Ξέρεις πολύ καλά πώς λειτουργεί αυτή η χώρα. Μ’ ένα κλείσιμο του ματιού, οι αστραφτερές μας καριέρες μπορούν να τιναχτούν στον αέρα. Η ίδια η ζωή κρέμεται από ένα τηλεφώνημα...Δεν υπάρχουν ούτε κανονισμοί, ούτε νόμος, ούτε δικαιοσύνη. Η δική μας Θέμις έχει δεμένα τα μάτια επειδή δεν έχει το θάρρος να κοιτάξει τον εαυτό της. Δεν υπηρετούμε μια χώρα αλλά ορισμένους ανθρώπους...»
Η σκέψη, η αμφιβολία, η κοινή λογική, γνωρίσματα δηλαδή που διαθέτει ο αστυνόμος Λομπ και που διακρίνουν οποιονδήποτε πολίτη μιας δημοκρατικής και ευνομούμενης χώρας, είναι επικίνδυνα στο Αλγέρι ως τόπος που διαδραματίζεται η ιστορία του Χάντρα. Είναι άκρως επιλήψιμα στοιχεία. Κατακριτέα. Τιμωρούνται με την εσχάτη των ποινών. Είναι ικανά να οδηγήσουν το φορέα τους στο θάνατο. Και όχι έναν απλό και αξιοπρεπή θάνατο, αλλά έναν μαρτυρικό, βασανιστικό και ατιμωτικό θάνατο που ξεκινάει με τη νάρκωση καταρχάς των εγκεφαλικών κυττάρων, τη δολοφονία της ψυχής και ακολουθεί στη συνέχεια η συντριβή του σώματος. «...Πάντα ένιωθα δυσφορία στα νεκροταφεία, όμως ένα ψυχιατρικό άσυλο μου προκαλεί ακόμα μεγαλύτερη θλίψη απ’ ότι ένας ομαδικός τάφος...».
Ο αστυνόμος Λομπ επιχειρεί να ξελασπώσει τον ερωτευμένο και γι’ αυτό επιρρεπή στην ανοησία συνάδελφό του, που μπλέκει σε μια ιστορία άνευ προηγουμένου. «...Ο έρωτας είναι ένα υπέροχο γεγονός που μοιάζει απίστευτο, μια εκπληκτική ανατροπή, ένας θεσπέσιος όλεθρος...Ξαναγεννιέται στον κόσμο του άλλου...Ανακαλύπτει τον εαυτό του, συνειδητοποιεί την πραγματική του διάσταση...» Η δράση που ξετυλίγει μπροστά στα μάτια του αναγνώστη ο Χάντρα είναι γεμάτη ανατροπές. Η αλήθεια είναι τόσο δύσκολο να αποκαλυφθεί, γιατί έχουν όλοι μάθει να την αποκρύπτουν, να την αποποιούνται, να την αρνούνται. «...Στην Αλγερία, είτε υπουργός είτε χαμάλης, είτε μυστικοσύμβουλος είτε ραδιούργος, όποιος καταλήξει στα μπουντρούμια για τους προδότες, θα μετατραπεί συστηματικά σ’ ένα κουρέλι για πέταμα...»
Η υπόσταση της αλήθειας, η βαθιά της ουσία, είναι άρρηκτα δεμένη με την αγάπη που τρέφει ο ήρωας Λομπ για την ίδια του την πατρίδα, για την οποία μάχεται και πολεμά με όλες του τις διανοητικές, ψυχικές και σωματικές δυνάμεις. «...Θυσία δεν είναι να πεθαίνεις για κάποιον ή για κάτι, αντιθέτως, θα έλεγα πως μάλλον είναι η πιο παράλογη πράξη. Η πραγματική θυσία είναι να συνεχίσεις να αγαπάς, παρ’ όλα αυτά...» Ο συγγραφέας περιγράφει όλα τα δεινά του τόπου καταγωγής του, χωρίς να ξεχνά όλα εκείνα τα γοητευτικά στοιχεία του λαού και της χώρας του. Ίσως να μιλά η νοσταλγία του, αλλά πετυχαίνει την τέλεια αντιδιαστολή του Καλού με το Κακό. «...Κι εσύ, Αλγέρι; Γιατί είσαι ένας τόπος τόσο θλιβερός για να ζει κανείς;...Αναρωτιέμαι αν η ειλικρίνειά μου τελικά δεν είναι απόδειξη της βλακείας μου. Γιατί πρέπει να μην είναι κανείς καθόλου με τα καλά του για να συνεχίζει να αγαπά και να δείχνει εμπιστοσύνη σε μια χώρα όπου ο καθένας κάνει ό,τι μπορεί για να εκμεταλλευτεί τον άλλον και να επιζήσει...»

«Πρόγευμα στο Τίφφανυς»

(Πήρα αφορμή από το σημερινό ποστ του Purple Overdose για να προτείνω σ' αυτές τις ζεστές μέρες και νύχτες να δροσιστούμε με λίγη από την ομορφιά του κλασικού. Ένας φίλος μου είχε πει όταν το διάβασε ότι είναι σαν αφρός από σαμπάνια. Εις υγείαν, λοιπόν! Το απόσπασμα είναι από την τελευταία έκδοση του Πατάκη, με τη σειρά των κλασικών)

Η νεανική αυτή νουβέλα του Capote αποτελεί μια γνωριμία για τον αναγνώστη με τις ιδιαιτερότητες της ζωής στη Νέα Υόρκη. Η ηρωίδα του βιβλίου, ένα call-girl, η Χόλλυ Γκολάιτλυ, θα βρει το πρόσωπό της στη γνωστή ηθοποιό Όντρει Χέμπορν στη μεταφορά της ιστορίας στη μεγάλη οθόνη. Ο Capote δεν συμφώνησε ποτέ για την επιλογή της ίδιας στο ρόλο, αφού προτιμούσε πάντοτε στη θέση της να είχε βρεθεί η Μέριλιν Μονρόε. Για να «φιλοτεχνήσει» το πορτρέτο της Χόλλυ είχε χρησιμοποιήσει υλικό, στοιχεία από έξι διαφορετικές γυναίκες που είχε γνωρίσει μέσα στις συναναστροφές του με τη σφύζουσα κοινωνία της αμερικανικής μητρόπολης. Η γοητευτική φιγούρα της Χόλλυ θα βρεθεί μπροστά από την απαστράπτουσα βιτρίνα με τα διαμάντια του καταστήματος Τίφφανυς και με το βλέμμα της θα βυθομετρήσει στη λάμψη των πολύτιμων λίθων την ουσία της ελευθερίας, της αγάπης, του θανάτου και του έρωτα. Ο συνεχής αποχωρισμός, η ιδιότητα του να μην χωράει και να μην ανήκει κανείς πουθενά, θα βρουν την έκφράση τους μέσα από την κομψή κορμοστασιά της νεαρής γυναίκας που αναζητά την ευτυχία μιας ανέμελης ζωής. «"Καημένε αλήτη", είπε χώνοντας τα δάχτυλά της στο σβέρκο του, "δεν έχει όνομα και αυτό δεν είναι καθόλου βολικό. Δεν έχω όμως δικαίωμα να του δώσω εγώ όνομα. Πρέπει να περιμένει μέχρι να ανήκει σε κάποιον. Γνωριστήκαμε τυχαία στο ποτάμι, δεν ανήκουμε ο ένας στον άλλο : Είναι ανεξάρτητος, όπως κι εγώ. Δεν θέλω να έχω τίποτα στην κατοχή μου, μέχρι να ξέρω ότι βρήκα το μέρος, όπου ανήκουμε εγώ και τα υπάρχοντά μου. Δεν ξέρω πού βρίσκεται αυτό. Ξέρω όμως πώς είναι". Χαμογέλασε κι άφησε το γάτο να πηδήσει στο πάτωμα.»

Wednesday, May 24, 2006

Αστυνομική λογοτεχνία

Την ερχόμενη Τρίτη και Τετάρτη, οι εκδόσεις Καστανιώτη ανοίγουν έναν κύκλο εκδηλώσεν με θέμα "Νουάρ και Κοινωνία". Επ' ευκαιρία αποφάσισα να δημοσιεύσω κριτικές μου που αφορούν σχετικά βιβλία και έχουν δημοσιευτεί παλιότερα στη Φιλολογική Βραδυνή. Κάνω την αρχή με ένα νέο συγγραφέα από τη Γερμανία.


Το αστυνομικό δαιμόνιο της μοίρας


Αν γύρω και κάτω από το κρεβάτι σας ξεπροβάλλουν τα εξώφυλλα αστυνομικών μυθιστορημάτων που συνηθίζετε να διαβάζετε για να σας πάρει ο ύπνος, ξεχάστε το. Αυτό το βιβλίο δεν είναι για σας. Το «Κισμέτ» του Γιάκομπ Αρζούνι που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση Στέφανου Τζαννετάτου, σας χρειάζεται ξύπνιους, σε πλήρη ετοιμότητα και νηφαλιότητα να ανταποκριθείτε στις απαιτήσεις που έχει ο συγγραφέας από τον άγνωστο αναγνώστη του.
Πρώτα απ’ όλα έχετε να κρατήσετε τη σκέψη σας σε εγρήγορση, όχι για να βρείτε το δολοφόνο, να ανακαλύψετε το αντικείμενο του εγκλήματος ή το όπλο τέλεσής του. Κατηγορηματικά όχι. Ο γερμανός δημιουργός φροντίζει να σας τα εξιστορήσει με εξαντλητικές λεπτομέρειες και νωρίς όλα αυτά. Αυτό που ψάχνετε μαζί με τον ντετέκτιβ Καγιανκάγια είναι τα θύματα. Γίνεστε αυτόπτες μάρτυρες ενός θρίλερ που εξελίσσεται στη Φρανκφούρτη και αυτό που είναι άγνωστο είναι η ταυτότητα των θυμάτων. Καθοριστικό ζητούμενο για την πλοκή του μυθιστορήματος, όπως θα αποδειχθεί στο τέλος.
Ο δολοφόνος γίνεται το πιο οικείο πρόσωπο προς τον αναγνώστη -που δεν φαίνεται να έχει και πολλά περιθώρια παρά να ταυτιστεί μαζί του- και ένας συμπαθής του γνωστός του άγνωστος. Ο δολοφόνος είναι ο «καλός» στην υπόθεση κατά κάποιον τρόπο, ενώ στο τέλος αναρωτιέται κανείς για το κατά πόσο υπάρχουν «κακοί» και «καλοί» σε μια ιστορία. Αυτή ακριβώς η σχετικότητα είναι που δομεί το δράμα αργά και σταθερά, υπόγεια και γι’ αυτό πολύ δυνατά. Ο Γιάκομπ Αρζούνι, βέβαια, επιλέγει να φυλάξει για το τέλος με μια ιδιόμορφη κορύφωση, τόσο το δράμα όσο και την ανάλογη κάθαρση, επισφραγίζοντας ακριβώς τον τίτλο του βιβλίου του «Κισμέτ».
Το σκηνικό που διαδραματίζεται η ιστορία είναι ένα αυστηρά βιομηχανικό τοπίο της εξαθλίωσης, της παραοικονομίας, της παρανομίας και των μαφιόζικων συμμοριών, στο οποίο οι ήρωές του είναι υποχρεωμένοι να λειτουργούν και αναλόγως. Η περιγραφική δεινότητα του συγγραφέα είναι αυτή που συνήθως καθηλώνει, περισσότερο και από την εξέλιξη της ίδιας της ιστορίας, ενώ έγκειται στην πρωτοτυπία των λεπτομερειών που κάνει ορατές στον αναγνώστη του. Εκπλήσσει πολύ συχνά με την οπτική του ακόμη και για το πιο ασήμαντο πράγμα, γι’ αυτό και νιώθει κανείς ότι ο συγγραφέας φέρνει φρέσκο αίμα στη λογοτεχνική δημιουργία. Ξαφνιάζει, επίσης, με τον τρόπο που χειρίζεται τις εσωτερικές σκέψεις και τα σχόλιά του -ιδίως εκείνα που αφορούν την κοινωνική πραγματικότητα στη σύγχρονη Ευρώπη-, καθώς συνιστούν ένα υποδόριο πλέγμα πάνω στο οποίο εξυφαίνεται με μαεστρία η πλοκή.
Ο πρωταγωνιστής, ο ντετέκτιβ Καγιανκάγια, δεν μοιάζει με τους άλλους διάσημους συναδέλφους του. Ούτε υποδειγματικά ευφυής είναι ούτε εστέτ ούτε τζέντλεμαν ούτε άξεστος. Είναι απροσδιόριστα μέτριος με ένα εξέχον χαρακτηριστικό: να βρίσκεται τη λάθος στιγμή σε λάθος σημείο. Έτσι αναγκάζεται να εμπιστευτεί μόνο το ένστικτό του και άρα με μαθηματική ακρίβεια να υποκύψει να βρεθεί στους αχαρτογράφητους δρόμους του Κισμέτ. Τα νήματα της μοίρας του κινούνται στην κεντρική Ευρώπης της μετανάστευσης, των φυλετικών διακρίσεων, του οικονομικού εγκλήματος και της αστικής παραβατικότητας, των προσφυγικών γκέτο και του ρατσισμού, υφέρποντος ή που εκδηλώνεται τραγικά. Ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία, η αλβανική μαφία, η εγκληματικότητα στη Γερμανία δεν γίνονται αφορμή βαρύγδουπων διαπιστώσεων ή κηρυγμάτων γύρω από τα μεγάλα προβλήματα που μαστίζουν την ευρωπαϊκή κοινωνία. Παρουσιάζονται ωμά, ως έχουν, μια σφύζουσα πραγματικότητα καθημερινή που μπορεί να δυσαρεστεί η ύπαρξή της, αλλά συνεχίζει να υφίσταται.
Αυτό που εντυπωσιάζει περισσότερο στη γραφή του Γιάκομπ Αρζούνι είναι η γεύση που αφήνει στον αναγνώστη στο τέλος. Αντιλαμβάνεται κανείς την αδιόρατη προσωπική ευαισθησία που αφήνει να αιωρείται στην ατμόσφαιρα ο γερμανός συγγραφέας, σε όλο της το εύρος μόνο όταν η αφήγηση τερματίζεται. Στην αγωνία να παρακολουθήσει ο αναγνώστης τους ρυθμούς του δημιουργού μπορεί να νιώθει καθ’ όλη τη διάρκεια του διαβάσματος του βιβλίου ότι κάτι χάνει, κάτι δεν μπορεί να εντοπίσει που είναι σημαντικό. Αυτό είναι η απαλότητα με την οποία διηγείται ο Αρζούνι τα πιο σκληρά πράγματα και η αποστασιοποίησή του, όταν αναφέρεται σε γλυκά και συναισθηματικά ζητήματα. Έτσι κατορθώνει να βγει αλώβητος από μελοδραματισμούς και υπερβολές και να βρει μια χρυσή τομή για να παρουσιάσει την ουσία των πραγμάτων, γιατί σ’ αυτή θέλει να σταθεί. Κι αυτή είναι η πραγματικότητα, έστω ιδωμένη μέσα από το προσωπικό πρίσμα. Το χιούμορ, η ειρωνεία και ο σαρκασμός είναι τα κύρια μέσα του για να δώσει στην αφήγησή του αυτή την ανάλαφρη χροιά που τη διακρίνει, ενώ η ελπίδα που αχνοφέγγει είναι το μεγάλο του όπλο για να κερδίσει τον αναγνώστη.
«...Βλεπόμαστε πια πολύ σπάνια, και πάντοτε με παρέα. Μια μονάχα φορά είχαμε κάνει ένα περίπατο οι δυο μας, είχαμε μιλήσει ελάχιστα κι αποχωριστήκαμε έπειτα με μεγάλη ανακούφιση. Οι λίγες μέρες που είχαμε περάσει μαζί, η ελπίδα, κάποτε κι η πλάκα -όλα ανήκαν σε μια περασμένη ανεπιστρεπτί φάση της ζωής μας και τώρα πια μας ήταν βάρος. Αραιά και πού, όταν πήγαινα για φαγητό ή για να πάρω τον Σλιμπούλσκι, συνέβαινε να συναντηθούν τα βλέμματά μας λίγο περισσότερο από το απαραίτητο και τότε όλα ξαναζωντάνευαν...»

Tuesday, May 23, 2006

Η αυτοβιογραφία ενός διηγήματος

«...Πρέπει κανείς να είναι πολύ προσεχτικός με τις γυναίκες, αν και μπορεί κάποια να μην σου ξανατηλεφωνήσει επειδή είσαι πολύ προσεχτικός...»



Αγαπάω τα αφηγήματα γιατί, όταν σέβονται τον εαυτό τους, εκλύουν απίστευτης δυναμικής και ενέργειας ψυχικά φορτία των δημιουργών τους που παρασέρνουν τον αναγνώστη να καθαρίσει το νοητικό και συναισθηματικό τοπίο -ακόμα και το λογοτεχνικό- μέσα και γύρω του. Κάπως όπως ο τελευταίος σεισμός. Νιώθεις το κείμενο -όπως τα κτίρια στα 6,9 Ρίχτερ- να πάλλεται και αισθάνεσαι με την τραγικότητα που διακρίνει την ελληνική ιδιοσυγκρασία (ή έστω όση έχει απομείνει) ότι δεν έχουν και πολύ σημασία πολλά πράγματα, διαβάσματα ή άνθρωποι που ίσως να τους έδινες ιδιαίτερη προσοχή μέχρι τώρα.
Η αλήθεια είναι ότι διαβάζοντας το τελευταίο βιβλίο του Σωτήρη Δημητρίου, «Τα οπωροφόρα της Αθήνας» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη ένιωσα να κλονίζονται λιγάκι οι απόψεις που είχα μέχρι τότε για άλλα αναγνώσματα. Άρχισε να γίνεται μέσα μου μια αναπόφευκτη αναταραχή για το πόσο είμαι σε θέση να κρατάω τα «ωφέλιμα» για μένα από αυτά που διαβάζω, αν τα δικά μου «ωφέλιμα» θα είναι και «ωφέλιμα» για άλλους και μάλιστα πολλούς, αν ο χρόνος θα κρατήσει τα ίδια «ωφέλιμα» και θα τα περάσει παρακάτω στους αναγνώστες του μέλλοντος, αν τα «θρεπτικά» λογοτεχνικά στοιχεία χάνονται μέσα στην πληθώρα των «λιπαρών» και ρυπαρών άλλοτε αναγνωσμάτων του συρμού ή του καιρού.
«...Στα γημάρια με τα θερινά κηπικά οι γυναίκες φύτευαν ανάμεσα στις μελιτζάνες, στις πιπεριές και στις ντομάτες και λίγα κλωνιά βασιλικό. Για να βατεύονται και να γένονται τα κηπικά, καθώς έλεγαν.
Τον ίδιο βασιλικό που δεν πότισαν τα κορίτσια, είναι κρίμα να τον αποποιούνται οι άνθρωποι και κυρίως οι πεζογράφοι. Και ο κάθε ένας κάπου στα μύχια του έχει τον δικό του που αν τον φυτέψει ανάμεσα στις μέρες του ή στις σελίδες, ίσως γονιμοποιηθεί η ζωή του ή το γραπτό του...»
Η γλώσσα του Δημητρίου, απογυμνωμένη στην υφή και το ύφος της από αυτά τα ξενόφερτα «λιπαρά» των φαστφουντάδικων ακόμα και στη λογοτεχνία, με έκανε να πιστέψω ότι έπινα φρεσκοστυμμένο χυμό πορτοκαλιών από την αργολική μου πατρίδα ή καλομαγειρεμένο φαγητό από τα χέρια της μάνας μου με υλικά ανόθευτα και γνήσια. Το θέμα είναι ότι πια στην Αθήνα (και τη λογοτεχνική της πλευρά, εννοείται) και στον ποικιλότροπο στις εκφάνσεις του θόρυβό της, είναι δυσεύρετος αυτός ο χυμός -πρέπει να αναζητήσεις τα δικά σου «οπωροφόρα»- ενώ το καλό φαγητό πρέπει να το φτιάξεις, να το ψάξεις μόνο σου, ανακαλύπτοντας εσύ τα υλικά, αλλιώς είναι φτιασιδωμένο πιάτο των γκουρμέ εστιατορίων, υπερπουλημένο (ευπώλητο) και τελικά φτωχό και άνοστο και ανάλατο, χωρίς αγάπη σερβιρισμένο. Η αναγωγή παρακαλώ να γίνει και στο χώρο του βιβλίου: άπειρα εξώφυλλα φιγουράρουν με τις βουλές και τους κόπους και τις προθέσεις του καθενός δημιουργού, ενώ σε πολύ λίγα θα διακρίνεις την ειλικρίνεια του συγγραφέα τους. Αυτή την εκλεκτικότητα -που παλιά ήταν η βάση της λαϊκότητας από τις γεύσεις μέχρι την ανάγνωση- σε αναγκάζει να αναπτύξεις περαιτέρω το αφήγημα του Σωτήρη Δημητρίου.
Στο κείμενο μιλάει ένα διήγημα για τον εαυτό του, πότε με τη φωνή του ήρωά του και πότε με τη φωνή του ίδιου του συγγραφέα του. «...Ίσως και τα διηγήματα να είναι αποτελέσματα πράξεων που δεν τολμήθηκαν, ζωής που δεν κύλησε...» Τα οπωροφόρα -είτε ως σχήμα λογοτεχνικό είτε ως ζώσα αθηναϊκή πραγματικότητα- δεν μπορούν παρά να συγκινήσουν. Οφείλω να ομολογήσω ότι αν δεν ήταν νύχτα και δεν έβρεχε έξω, όταν διάβαζα, θα είχα πάρει τους δρόμους να τα αναζητήσω, κρατώντας στο χέρι το βιβλίο με την αχνή προσωπογραφία που μου θυμίζει ένα παιδί που τώρα τελευταία με τραβάει από το μανίκι επίμονα να το ακολουθήσω στις παιγνιώδεις λογοτεχνικές του περιπέτειες. Ποιος ξέρει, αν το είχα κάνει, μπορεί να συναντούσα κι άλλους εκεί έξω. Αλλά προτίμησα να μείνω να διαβάσω τις «χλωρίνες, τα τάιντ και τις οδοντόπαστες Πορτογαλίας», καθώς φαίνεται, για να παρερμηνεύσω και τα λόγια του Δημητρίου.
Η ειρωνεία του, ο σαρκασμός, το χιούμορ, η ελαφράδα σ’ αυτό το βιβλίο είναι εξαγνιστικά. «...Αλλά και γιατί η αλήθεια να είναι το ζητούμενο; Ποιος την βρήκε για να την βρει η λογοτεχνία;...» Ο παραμυθητικός λόγος του εμφανίζεται σε απροσδόκητα σημεία και αυτό είναι που δίνει ποιητικότητα και ερωτική ένταση στο ρυθμό του αφηγήματος. Κρατά τον αναγνώστη σε μια εγρήγορση, ώστε να είναι σε θέση να ανακαλύψει τα δικά του «ωφέλιμα» από το κείμενο. «...Απλώς η έλξη ανθίζει ή μαραίνεται εκεί που δεν το περιμένεις. Κατά κανόνα ό,τι δεν επιτρέπει η κοινή ηθική, η κοινή λογική και το κοινό γούστο προάγει τον ερωτισμό...» Δεν κινείται στα τρέχοντα γούστα η γλώσσα του Δημητρίου, αλλά κατορθώνει να εκφράσει ένα αίσθημα που καταλαβαίνεις τελικά ότι είναι κοινό και τρέχον -με την έννοια ότι απασχολεί και άλλους- και είναι αυτό της υπαρξιακής αναζήτησης που δεν χρειάζεται να είσαι διηγηματογράφος για να το διαθέτεις ούτε λάτρης της ελληνικής γλώσσας για να καταλάβεις την ομορφιά του παρελθόντος της που χάνεται και την αγωνία που εκφράζει ο συγγραφέας γι’ αυτό. «...Η άνω τελεία -για μένα βέβαια- είναι το πιο συμπαθές και σκεπτόμενο σημείο στίξεως...».
Φόντο και αφορμή για να ειπωθούν αυτά γίνεται στο βιβλίο κάτι σπάνιο, όμορφο, ποιητικό, γόνιμο με καρπούς και τόσο παραμελημένο στα τσιμέντα της Αθήνας, τα ίδια τα οπωροφόρα της πόλης. Αυτά τα γόνιμα καρποφόρα με χυμούς μπορεί να είναι και οι ίδιοι της οι άνθρωποι, αυτές οι φιγούρες που συναντά στους δρόμους της πόλης ο συγγραφέας. «...Τη δημιουργία δεν ξέρουμε αν την κινεί η αγάπη για τους άλλους ανθρώπους, μάλλον όμως γίνεται για τους άλλους...»
Κι αυτόν τον Άλλον που ξεπηδά πότε ως μορφή γκρίζα και αδιάφορη ανάμεσα στα αθηναϊκά πλήθη, πότε ως αδιερεύνητη γυναικεία φύση («...Η γυναίκα ακολουθεί τον άντρα στον δρόμο της λαγνείας αλλά η μεγάλη ανταμοιβή που περιμένει -πιο μεγάλη κι απ’ τους εντονότερους ερωτικούς σπασμούς- είναι η θαλπωρή της αγκαλιάς. Και είναι πρόθυμες να πιστέψουν όχι λόγια αλλά και βλέμματα και υπαινιγμούς. Προκειμένου για την αγάπη η γυναίκα ξεγελιέται με ένα πρασόφυλλο καθώς λένε...») και πότε ως ένας αγωνιών διηγηματογράφος που ψάχνει τον εαυτό του στη σύντομη φόρμα, πλησιάζει μαγικά ο Σωτήρης Δημητρίου.


Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή στις 21 Ιανουαρίου 2006

Friday, May 19, 2006

Η σύγχυση, η αμηχανία και η ανία της γενιάς των 20 και κάτι

(Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή στις 24/9/2005. Ελπίζω να δώσει τροφή για σχόλια εν γένει για το πώς πορεύονται οι των 20 και κάτι)




«Αν η ψυχή είναι απορροφημένη στην αίσθηση της κακής ντροπής και την υπέρβασή της, δεν μπορεί να βρει ευχαρίστηση. Η ευχαρίστηση είναι μία πολυτέλεια για να μπορεί να την αισθάνεται, πρέπει η σιγουριά, που είναι αναγκαία, να μη διατρέχει κανέναν κίνδυνο.»
Περί έρωτος, Σταντάλ

Θα ήθελα να βρίσκονταν από μια μεριά ο Φλομπέρ και ο Σταντάλ και να διάβαζαν το βιβλίο του Άνταμ Θίρλγουελ, «ΠΟΛΙΤΙΚΗ- Ένα ερωτικό μυθιστόρημα», που κυκλοφόρησε στα ελληνικά από της Εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση Ίκαρου Μπαμπασάκη. Οι δύο γάλλοι μυθιστοριογράφοι που είχαν λύσει, ως φαίνεται, το προσωπικό σεξουαλικό τους ζήτημα, ανεμπόδιστα μπορούσαν να ψάξουν τα συναισθήματα στη «Συναισθηματική αγωγή» ο πρώτος, στο «Περί έρωτος» ο δεύτερος, σε αντιδιαστολή με τον ομότεχνό τους, νεαρό Άνταμ Θίρλγουελ, ο οποίος δημιούργησε ένα μυθιστόρημα που από το εξώφυλλό του διακηρύττει τον ερωτικό χαρακτήρα του θέματός του και «παίζει» με τον όρο πολιτική, αφήνοντας τον αναγνώστη να υποθέσει ότι έχει να κάνει με ενός είδους αναγωγή ή σύγκριση του σεξ με την πολιτική ζωή. Δεν ισχύει, ωστόσο, τίποτα από τα δύο. Αυτή θα ήταν μια ωραία ιδέα, αλλά δεν αξιοποιήθηκε, δεν ευοδώθηκε. Δεν ξέρω αν ο συγγραφέας της «ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ» απόλαυσε τη δημιουργία του, πάντως ο αναγνώστης μένει ανικανοποίητος και μετέωρος, όπως οι σπασμωδικοί ήρωές του στο τέλος.
Να εξηγηθώ: αυτό που με προκάλεσε να διαβάσω το βιβλίο με ιδιαίτερη προσοχή ήταν το ευφάνταστο εξώφυλλο, η ηλικία του συγγραφέα του και η πρώιμη αναγνώρισή του με βραβεία. Είναι συνομήλικός μου και ήθελα να δω πώς σκέφτεται και δημιουργεί ένας άνθρωπος που ζει στη σύγχρονη εποχή. Ποιες είναι οι επιρροές του. Τι θέλει να θίξει. Τι τον θίγει. Τι τον προκαλεί. Τι τον
ενοχλεί. Τι προσλαμβάνει αυτός από την πραγματικότητα γύρω του. Στην αρχή μου φάνηκε ευφυής ο Θίρλγουελ, είχα την αίσθηση ότι στήνει γύρω μου έναν ιστό από σκηνές και θεωρίες, προκειμένου να αιχμαλωτίσει τον αναγνώστη του και στο τέλος να του προσφέρει τη σύνδεση εκείνη που είχε ανάγκη για να κατανοήσει το βαθύτερο νόημα του βιβλίου. Γελάστηκα οικτρά. Οι εξυπνακισμοί και οι ωραίες ιδέες σε κάποια σημεία του συνομηλίκου μου δεν κατέληξαν πουθενά. Δεν νομίζω ότι μου είπαν και τίποτα άλλο, παρά το πόσο συγχυσμένη είναι η γενιά μου, πόσο χαμένη στην αμηχανία και την ανία της. Δεν παλεύει για τίποτα. Δεν αστράφτει μες στη νεότητά της. Δεν αντιμάχεται. Δεν κερδίζει τις εντυπώσεις. Πού και πού υιοθετεί την ειρωνεία, την αλαζονεία και τον κυνισμό για να τραβήξει τα φλας πάνω της, αλλά κι αυτά θέλουν ικανότητες και κότσια για να τα χρησιμοποιήσει, που δεν φαίνεται σε καμία περίπτωση να έχει όρεξη να δείξει ικανή και δυνατή γενιά.
Έχω τεράστια ανάγκη να υπερασπιστώ τη γενιά μου, γιατί φαντάζει κατόρθωμα πια και μόνο ότι υπάρχουν κάποιοι απ’ αυτή που ακόμα διαβάζουν, που ακόμα γράφουν σ’ αυτούς τους χαλεπούς γρήγορους καιρούς της καταιγιστικής, σαρωτικής εικονικής πραγματικότητας. Όμως, το κενό που μου άφησε το κείμενο του Θίρλγουελ, απλώς δείχνει πως οι των είκοσι και κάτι του αναπτυγμένου κόσμου, βυθισμένοι στην ευμάρεια και την ανία τους, μοιάζουν παροπλισμένοι και «ακίνδυνοι». Πόσο απογοητευτικό! Προτιμώ το δικό μας Αύγουστο Κορτώ στα εγχειρήματά του, όπως «Ο γλύπτης του δρόμους», «Ο γιος της Τζοκόντα» και «Η λύσσα», ωστόσο αδυνατώ να πιστέψω ότι αυτό το κενό και η κατακερματισμένη ματιά του Θίρλγουελ θα στοιχειώσει τη λογοτεχνική δημιουργία της γενιάς μου. Μπορεί να αποτυπώνει την αμηχανία και την ανία μας, αλλά δεν είναι αρκετό. Μοιάζει τόσο εφηβικό να διαπιστώνεις μόνο τα χάσματα και τα κενά σου. Ο δρόμος προς την ενηλικίωση απαιτεί γέφυρες ή ρήξεις, οι οποίες δεν φαίνονται προς το παρόν στον ορίζοντα.
Είναι γοητευτικά κάποτε τα τεχνάσματα, τα κόλπα, τα τρικ, αλλά ο λογοτέχνης δεν είναι ταχυδακτυλουργός, μπορεί να μοιάζει μόνο με «μαθητευόμενο μάγο» ή «μικρό θεό» που ακροβατεί στο σκοινί της εποχής του. Αν δεν πέσει ή τέλος πάντων, αν βρει τη δύναμη να συνεχίσει και φτάσει στον προορισμό του, προχωρά τότε και το έργο του λίγο παραπέρα, ας πούμε στο μέλλον.
Ο Άνταμ Θίρλγουελ στην «ΠΟΛΙΤΙΚΗ» επιχειρεί ανεπιτυχώς ένα μεταμοντέρνο κοίταγμα του κόσμου, χρησιμοποιώντας το σεξ. Μας περιγράφει διεξοδικά σκηνές που προκαλούν αμηχανία και ανία τόσο στους ήρωές του όσο και στους αναγνώστες του και οι οποίες αφορούν το σεξ ανάμεσα σε ένα τρίγωνο: δύο γυναίκες και ένας άντρας. Ένας εβραίος νεαρός ηθοποιός, μια ντελικάτη από τα προάστια ξανθιά καλοσχηματισμένη και καλλιεργημένη αλλά ανικανοποίητη σεξουαλικά και μια μελαχρινή λεσβία ασιατικής καταγωγής. Πέρα από τα γαργαλιστικά στιγμιότυπα που τελικά δεν είναι γαργαλιστικά -αφού τα βρίσκεις στην πρώτη ταινία πορνό που πέφτει στην αντίληψή σου- τίποτα άλλο. Το απόλυτο κενό. Σύγχυση, αμηχανία και ανία, μόνο αυτά είναι ο καμβάς της εποχής μας; Πουθενά ένα αίσθημα, μια ψευδαίσθηση, μια αυταπάτη, μια υπόσχεση, μια ελπίδα, μια αλήθεια, κάτι να νιώσεις ότι είσαι άνθρωπος, βρε παιδί μου. Κι ας διατείνεται ο συγγραφέας του βιβλίου ότι «...Αυτό το βιβλίο έχει σκοπό να σας τονώσει το ηθικό. Αυτό το βιβλίο είναι οικουμενικό. Είναι μια συγκριτική μελέτη. Το τελευταίο πράγμα που θα επιδίωκα για το βιβλίο είναι να αφορά μόνο εμένα...»
Παρελαύνουν αποσπασματικά και ασύνδετα στις σελίδες του βιβλίου ο Μάο, ο Στάλιν, ο Κούντερα, ο Σταντάλ, η Αλ Κάιντα, η Prada, ο Άντυ Γουόρχολ και οι σουρεαλιστές του περασμένου αιώνα. Σου δημιουργεί την εσφαλμένη εντύπωση ο συγγραφέας ότι θα μιλήσει για το καταραμένο εκείνο «πίσω πλάνο» των πραγμάτων, αλλά τελικά δεν το κάνει «...Μακάρι τα πάντα να συνέβαιναν χωρίς να υπάρχει το πίσω πλάνο...». Έλα, όμως, που, αγαπητέ Άνταμ, υπάρχει το πίσω πλάνο και εσύ απλώς δεν μας έκανες να το δούμε.

Thursday, May 18, 2006

«Ελληνική αϋπνία» της ανάγνωσης και της γραφής

(Πήρα αφορμή από σχετικό ποστ του Librofilo για να επαναδημοσιεύσω το κείμενό μου για "Τα μαύρα λουστρίνια" της Μάρως Δούκα)


Της Σταυρούλας Σκαλίδη

«...να αμφιβάλλεις για τον εαυτό σου και ποτέ να μην ησυχάζεις* να τους ακούς όλους, αλλά να μην υπακούς. Να παρατηρείς γύρω σου. Να ακυρώνεις μ’ ευγνωμοσύνη τους επαίνους και τις φιλοφρονήσεις. Αυτούς που σε συκοφαντούν να τους αγνοείς. Όσους σε κρίνουν αυστηρά να τους σέβεσαι. Να λυπάσαι τους εθελοτυφλούντες, κι εσύ, σαν έρθει η ώρα, θα εθελοτυφλήσεις. Να περιφρονείς τους χαμαιλέοντες...»



Δεν ξέρω αν τα εύσημα για τη συγγραφέα είναι το δάκρυ που κύλησε χαράματα στο μαξιλάρι μου, κρατώντας στο χέρι το βιβλίο της. Άλλωστε πονούσαν τα μάτια μου, κουρασμένα από τις πολλές ώρες δουλειάς μπροστά στον υπολογιστή, τα βιβλία, τις εφημερίδες, από τους φακούς επαφής που είχαν χάσει την απαιτούμενη υγρασία τους και κολλούσαν επίμονα στους βολβούς. Θα δάκρυζαν τα μάτια οποιουδήποτε, αν συνέχιζε να τα βασανίζει σαδιστικά με ανάγνωση μέσα στη νύχτα. «...Θα μπορούσαν ποτέ να έχουν ενδιαφέρον οι αγρύπνιες και οι αϋπνίες, η δυσφορία, η μεγαλομανία αλλά και οι ανασφάλειες του συγγραφέα;...»
Ίσως τα εύσημα για τη συγγραφέα να είναι που δεν άφησα το βιβλίο από τα χέρια μου πριν άπληστα το διαβάσω και φτάσω στην τελευταία του λέξη, παρά την κόπωση από δουλειές, τρεξίματα σε νοσοκομεία και όλα αυτά υπό καταρρακτώδη βροχή στην Αθήνα. Δεν θα μπορούσα να κάνω διαφορετικά. Βρέθηκε το βιβλίο στα χέρια μου με τη πιο επιτακτική, μόνο για μένα, προτροπή ότι «πρέπει» να το διαβάσω, μιας γλυκά ευφάνταστης αφιέρωσης. Αυτή γύρισα να ξανακοιτάξω μέσα στη νύχτα, πριν κοιμηθώ. Και δεν κοιμήθηκα, ευτυχώς. Παρά έμεινα να γράφω τούτες τις λέξεις, τις πολύ προσωπικές για «Τα μαύρα λουστρίνια» της Μάρως Δούκα που κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Πατάκη, χωρίς καν την ελπίδα ότι μπορεί να αφορούν και κάποιον άλλο.
Γνώριμη σ’ εμένα «Η κουζίνα του συγγραφέα», αφού είχα διαβάσει το βιβλίο του Αλέξη Πανσέληνου από την ομώνυμη σειρά -που διευθύνει ο Μισέλ Φάις- και είχα μιλήσει τηλεφωνικά μαζί του. Ηχούν ακόμη παρηγορητικά τα λόγια του «οι φίλοι σου μπορεί να σε εγκαταλείψουν, ο αγαπημένος σου να φύγει, αλλά θα έχεις πάντα τα βιβλία». Έχω τα βιβλία, λοιπόν. Ο Αλέξης Πανσέληνος με είχε γυρίσει στην παιδική μου ηλικία, στις πρώτες αναγνωστικές και καθοριστικές μνήμες, στην πρώιμη εμπειρία μου με το γραπτό λόγο.
Η Μάρω Δούκα μ’ έκανε να φορέσω τα δικά μου «μαύρα λουστρίνια» -εκείνα της δικής μου χαρμολύπης των δυσκολιών στον καθημερινό αγώνα με τις λέξεις και τη γλώσσα, εκείνα που μπορεί πολύ σπάνια κάποιος να δει ότι πατάω γερά πάνω τους, αλλά ευτυχώς τα βλέπει- και μιλώντας για κείνη μίλησε τελικά για μένα: για τη «μύγα» μιας εμμονής που με περιτριγυρίζει αυτόν τον καιρό, το Μάρτη το δικό μου και του Καρυωτάκη, τα περιστέρια που δεν συμπαθώ διόλου τελευταία, τα βιβλία που όλο διαβάζω και όλο νομίζω ότι είμαι σχεδόν αγράμματη, αφού δεν τελειώνουν οι επιθυμίες για καινούρια αναγνώσματα και ανακαλύψεις συγγραφέων, για τα τσιγάρα που καπνίζω αλλά δεν αντέχω την κάπνα τους.
Εκείνη παλεύει συνέχεια με την Αριστερά, εγώ μ’ εκείνους που μοιάζουν να μην έχουν καρδιά στην αριστερή πλευρά του στήθους τους ή με τους άλλους που μοιάζουν να πάσχουν από υπερδιόγκωση της καρδιάς, των αισθημάτων τους. Μπορεί να παλεύουμε και για το ίδιο πράγμα εντέλει. Ανέκαθεν η σχέση μου με την κουζίνα ήταν άριστη. Λάτρης της γεύσης και άκοπος παρατηρητής για χρόνια της μητέρας να μαγειρεύει, αποδείχθηκε παιχνιδάκι η μαγειρική στα χέρια μου και όπλο καταστροφικό επίσης για τον οργανισμό μου. Κάπως έτσι είναι και με τα βιβλία. Τα αγαπάω -μάλλον γιατί γεννήθηκα μ’ αυτό το «κουσούρι»- από τα χέρια μου πολύ λίγα αναγνώσματα θα περάσουν χωρίς να τους ρουφήξω την ουσία ακέραια και ταυτόχρονα δρουν κάπως σαν τοξίνη για το μυαλό: το λιπαίνουν με παραπάνω υλικό και το αναγκάζουν να παίρνει κάτι στροφές που δεν χρειάζονται, περιττές, με τις εκδοχές για όλα τα πράγματα και τις καταστάσεις να αφθονούν και να το πνίγουν. «...Ο πεζογράφος αναζητά τις πολλαπλές εκδοχές ή εκφάνσεις της αδιαμόρφωτης ακόμη πραγματικότητας, για να την ανασυνθέσει κατόπιν μεροληπτικά, κατά την αντίληψη και τον τρόπο του...»
«...Γλώσσα είναι η σχέση μας με τον εαυτό μας και με τους άλλους. Γλώσσα είναι η σκέψη μας, η διαδρομή μας από το εγώ στο εμείς. Γι’ αυτό και γλώσσα είναι μόχθος, ήθος, αυτογνωσία...», γράφει η Μάρω Δούκα και το αποδεικνύει κιόλας με την ίδια της τη γραφή στα «μαύρα λουστρίνια». Ήταν η πρώτη φορά που διάβασα τόσο ανορθόδοξα -μη γραμμικά- ένα βιβλίο, ξεκινώντας δηλαδή από τη μέση, γυρνώντας στην αρχή και προχωρώντας ύστερα μέχρι το τέλος, το πάθος της, το ύφος, η ζωντάνια της -λες και μου απευθυνόταν άμεσα σε μένα την άυπνη αναγνώστρια- και έπιασα τον εαυτό μου να μην με νοιάζει πώς μου λέει κάτι η συγγραφέας ούτε καν τι μου λέει η συγγραφέας, ήμουνα σίγουρη ότι μου είχε πει ό,τι ήθελε εκείνη. Και μάλιστα χωρίς περιστροφές, χωρίς παλινδρομήσεις, χωρίς υπεκφυγές. Αναπόφευκτα έκανα τη σύγκριση με κάποιους της πιο νέας γενιάς έλληνες συγγραφείς, το φόβο τους ή την αδυναμία τους -το ίδιο είναι- να «εκτεθούν» λογοτεχνικά που τον κρύβουν πίσω από τα πέπλα της εκζήτησης και της επιτήδευσης. Εκείνη μου είχε μιλήσει ανενδοίαστα, ειλικρινά, τίμια. Είχε καταθέσει τις αγωνίες της, τις ανασφάλειές της, τα προβλήματά της, τα ερείσματά της, τις αγάπες της, τις απόψεις της, με τέτοιο πάθος και ρυθμό που δεν μου άφηναν περιθώρια να μην συγκινηθώ. Η ανεπιτήδευτη αλήθεια της γλώσσας της ήταν που με κέρδισε. Δεν μπόρεσα να της αντισταθώ. Ήταν μια συγγραφέας-ένας άνθρωπος που δεν υποκρίνονταν ότι γίνονταν μικρός θεός πάνω από τις λέξεις, αλλά πάλευε με εκείνη την «αμετανόητη ανάγκη μας, κάθε φορά κι αλλιώς και πάντα ίδια, να αφήνουμε τα ίχνη της διαδρομής μας από τον άνω στον κάτω κόσμο. Και είναι τόσα τα περάσματα!» Διάβαζα πρόσφατα τη συνέντευξη ενός από αυτούς τους νεότερους συγγραφείς -με τις μεγάλες προσδοκίες που τρέφει το σινάφι γι’ αυτούς και τους κανακεύει αναλόγως και «θολώνει τη μορφή τους»- και ένιωθα ηλίθια απέναντι στα λεγόμενά του. Είχαν ειπωθεί για να δείξει σπουδαίος και όχι αληθινός. Τι κρίμα!
Φτάνοντας στις τελευταίες λέξεις του βιβλίου της Μάρως Δούκα είχα την αίσθηση ότι μου έφυγε ένα βάρος από πάνω. Είχα βρει λυτρωτικό το λόγο της, παραμυθητικό που ταυτόχρονα αφυπνίζει την ανθρωπιά και εκείνη την αριστερή πλευρά του κορμιού που ζει η καρδιά μας, που πλάθεται αυτό που τόσο σπάταλα και αλόγιστα χρησιμοποιούμε καθημερινά «το ήθος».

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή στις 10/12/2005

Wednesday, May 17, 2006

Η δύναμη της απλότητας

«Έχω κουραστεί απ’ τα σπουδαία πράγματα και τα μεγάλα σχέδια, τους σπουδαίους θεσμούς και τη μεγάλη επιτυχία. Μ’ ενδιαφέρουν μόνο αυτές οι μικρές, αόρατες ανθρώπινες δυνάμεις της αγάπης που λειτουργούν από άτομο σε άτομο, κινούμενες απαρατήρητες, μέσα από χαραμάδες του κόσμου, σαν πάμπολλα ριζίδια ή σαν τριχοειδείς ροές νερού, που αν τους δοθεί χρόνος θα διαβρώσουν τα σκληρότατα μνημεία της υπερηφάνειας.» (William James, 1842-1910)
Είναι άνθρωποι που ποτέ δεν θα μάθουν πραγματικά οι διπλανοί τους -όσο κοντά τους κι αν στέκουν- ποιοι πραγματικά ήσαν. Όχι γιατί δεν υπήρξαν ειλικρινείς ή δεν ήταν «ανοιχτοί» άνθρωποι, αλλά γιατί αφέθηκαν να παίξουν το παιχνίδι των γύρω τους και αυτό με απόλυτη επιτυχία. (Όπως λέει κι ο John Updike, «Αυτό που οι άλλοι θεωρούν αυτονόητο ότι θα πάρουν από μας, εμείς αγωνιζόμαστε για να τους το παρέχουμε...») Έφτιαξαν οι άλλοι, λοιπόν, για λογαριασμό τους μια στερεότυπη εικόνα, μια ωραιότατη προκατάληψη, κι εκείνοι δέχτηκαν μέχρι τέλους να την υπηρετήσουν, κλεισμένοι στα στεγανά της. Ίσως να τους βόλευε αυτό ίσως και όχι, πάντως το έκαναν και το κάνουν.
Και την αντοχή για να το περάσουν αυτό ή ακόμη και για να το πετύχουν, τους τη δίνει μόνο και μόνο η ευτυχής συγκυρία -έστω για μια φευγαλέα στιγμή στη ζωή τους- να υπάρξει κάποιος άλλος, μπορεί ξένος και άγνωστος, που με μια ματιά θα τους αναγνωρίσει. Θα καταλάβει τα πάντα γι’ αυτούς. Θα ανακαλύψει τη βαθύτερη ουσία τους, την αληθινή τους ταυτότητα. Είναι κι αυτό μια δικαίωση που μπορεί στην πραγματικότητα να ζουν τελικά μόνο γι’ αυτό. Απλώς θα το μάθουν αργά. Αλλά θα το μάθουν. Αυτοί που βρίσκονται πολύ κοντά μας, είναι η αλήθεια, κάποιες φορές θολώνουν την εικόνα μας ακόμη και απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό, πότε ηθελημένα και πότε άθελά τους. Είναι στο χέρι μας κάθε φορά να αποφασίζουμε, αν αξίζει τον κόπο, να ξεκαθαρίζουμε το τοπίο μέσα και γύρω μας.
Αν ακούγονται γενικόλογα και ομιχλώδη τα παραπάνω είναι γιατί προσπαθώ να δώσω με αδρές γραμμές το νόημα του μυθιστορήματος της Anne Wiazemsky, «Με λένε Ελιζαμπέτ» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση της Άννας Κόκκαλη και επιμέλεια της Μαριάννας Τζιαντζή, που αποτελεί ακριβώς την επιτομή της απλότητας. Και φανερώνει γι’ αυτό το λόγο και την ανυπέρβλητη ισχύ του απλού και σαφούς έναντι του περίπλοκου και δαιδαλώδους.
Η συγγραφέας με κομψότητα και καλαισθησία που συγκινεί, αφηγείται την ιστορία ενός δωδεκάχρονου κοριτσιού το οποίο ζει στο συναισθηματικό κλοιό που της έχει επιβάλλει η οικογένειά της. Είναι το καλό και φρόνιμο παιδί που κρατά τα προβλήματά του -υπαρκτά αλλά όχι ορατά στα μάτια των πολλών- για τον εαυτό του, για να μην διαταράξει καθόλου αυτό το σχήμα μέσα στο οποίο της έχει έξωθεν δοθεί να κινείται. Η κάθε είδους επιβράβευση, ιδίως από την πατρική φιγούρα, στην πραγματικότητα αποτελεί πρόσθετη δέσμευση να μένει πιστή στο ρόλο που της έχει διανείμει η ίδια της η οικογένεια. Η μεταβατική ηλικία, όμως, της εισόδου στην εφηβεία δεν θα αφήσει τα πράγματα να κυλήσουν τόσο προβλέψιμα.
Η μικρή ηρωίδα θα κάνει τη δική της «επανάσταση», σιωπηρά, κρυφά, αλλά τόσο αποτελεσματικά που κανείς δεν θα μάθει ποτέ γι’ αυτή, παρά μόνο ο συνένοχός της: ένας τρόφιμος ψυχιατρικής κλινικής που παρά τα δικά του προβλήματα, είναι σε θέση να αφουγκραστεί την ψυχούλα του κοριτσιού. Και το κάνει, γιατί το έχει και ο ίδιος ανάγκη. Τεράστια ανάγκη.
Οι ζωές τους θα συναντηθούν για ένα εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα αλλά ικανό να κρατήσει στη ζωή τον ίδιο -με άσβεστη την ανάμνηση της μικρούλας που τον υπέθαλψε και τον περιέθαλψε- και να αλλάξει δρόμο στη ζωή της ίδιας της πρωταγωνίστριας έστω καμιά σαρανταριά χρόνια μετά, οπότε και αυτή αποφασίζει να διηγηθεί την ιστορία τους. Η ευαίσθητη ψυχή του «τρελού» της θα γίνει ο πιο κοφτερός καθρέφτης να αντικατοπτρίσει την ανάγκη της για ανεξαρτησία και αυτονόμηση.
Πρέπει να βρει το δικό της εαυτό που σφύζει από τόλμη, θέληση, φαντασία, δημιουργικότητα και αποφασιστικότητα. Και τον βρίσκει. Στα μάτια του «τρελού» της. Αυτός θα γίνει ο μόνος άνθρωπος που θα κατορθώσει να «διαβάσει» τα καλά κρυμμένα μυστικά και ντοκουμέντα της μικρούλας, αφού προηγουμένως γίνει ο ίδιος η αιτία και η αφορμή να βγάλει από μέσα της αυτές τις ιδιότητες η πιτσιρίκα. Είναι ο «καλός αγωγός» για να διοχετευτούν στον Άλλο, να εκφραστούν, να βρουν διέξοδο τα ιδιαίτερα προσωπικά της χαρακτηριστικά. Η γλύκα με την οποία διαχειρίζεται το θέμα της η συγγραφέας, η ομορφιά της απλότητάς της, η υποβλητική ατμόσφαιρα που στήνει τόσο επιτυχημένα, κάνουν το βιβλίο να αποτελεί ένα λογοτεχνικό πυλώνα προστασίας και στήριξης της τρυφερότητας, μακριά από «γλυκανάλατες», πρόδηλες και προφανείς συνταγές. Η αλήθεια θωρακίζει την τρυφερότητα και όχι η αληθοφάνεια.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή στις 25/2/2006

Λογοτεχνικά αποτυπώματα

Χθες το βράδυ, γνώρισα μια μανιώδη αναγνώστρια που εκτός από βιβλία συλλέγει με τρελό ενθουσιασμό και αυτόγραφα συγγραφέων. Σκέφτηκα ότι δεν με ενδιέφερε ποτέ μια υπογραφή στο εσώφυλλο ενός τόσο αγαπημένου τόπου -όπως τα βιβλία- αλλά με νοιάζει πάντα τι θα αφήσει στο μυαλό και την ψυχή μου, την ύπαρξή μου, ένας συγγραφέας που μοιράζομαι πολύτιμο χρόνο της ζωής μου με τις δικές του λέξεις. Αυτά τα λογοτεχνικά αποτυπώματα που μου αφήνουν τα βιβλία, θα προσπαθήσω να περιγράψω από εδώ και στο εξής. Καλώς να ορίσετε στις δικές μου αναγνώσεις.