Monday, November 03, 2008

Η μακάβρια λαγνεία της ενταφιασμένης ανθρωπιάς


(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο, 1/11/2008)

«…Εκείνο που έχει σημασία στη ζωή είναι να κρίνει κανείς τα πάντα
a priori. Φαίνεται, πραγματικά, ότι οι μάζες έχουν άδικο και τα άτομα έχουν πάντα δίκιο. Ας μη βιαστούμε ωστόσο να εξάγουμε κανόνες συμπεριφοράς απ’ αυτό το αξίωμα: δεν είναι ανάγκη να διατυπώνουμε τους κανόνες για να τους ακολουθούμε. Δύο πράγματα υπάρχουν μόνο: ο έρωτας, κάθε λογής, με όμορφες κοπέλες κι η μουσική της Νέας Ορλεάνης ή του Ντιουκ Έλινγκτον. Τα υπόλοιπα θα ‘πρεπε να πάψουν να υπάρχουν, γιατί τα υπόλοιπα είναι αντιαισθητικά…» -Απόσπασμα από τον πρόλογο του βιβλίου «Ο αφρός των ημερών» (1947) του Μπορίς Βιάν, εκδόσεις γράμματα (1979), σε μετάφραση από τη Ρένα Χατχούτ.


Η καπνισμένη μελωδία του Ντιουκ Έλινγκτον θα μπορούσε να είναι το ηχητικό σκηνικό το βιβλίου. Ένα μυθιστόρημα που κάνει τον αναγνωστικό παλμό να κινείται στους ρυθμούς του σουίνγκ, ωστόσο. Γραμμένο πριν ακόμη στεγνώσει το καυτό αίμα που χύθηκε στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τότε, που η Ευρώπη μετρούσε τις αναρίθμητες πληγές της και αποζητούσε μια ψυχολογική διέξοδο, με το καθρέφτισμά της στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, την Αμερική.
Ο συγγραφέας, λάτρης του Ντιουκ Έλινγκτον και με πολλαπλές καλλιτεχνικές αναζητήσεις σε διάφορα επίπεδα στη σύντομη ζωή του (πέθανε μόλις 39 ετών από ανακοπή κατά τη διάρκεια της προβολής της κινηματογραφικής μεταφοράς του εν λόγω έργου του, απέραντα ενοχλημένος με την κακοποίηση που υπέστη το κείμενό του), ενορχηστρώνει ένα αγχώδες μπλουζ* που το χορεύει ο ίδιος, ο Μπορίς Βιάν, με τον εκάστοτε αναγνώστη του ακόμα. Μισόν αιώνα μετά. Και το φλερτ ξεκινά. Μακάβριο και τρομακτικό. «…Είχε ένα κορμί ικανό να ξυπνήσει ένα μέλος του Κογκρέσου που κοιμάται, την ώρα που το σώμα συνεδριάζει…». Το φλερτ με τη βία και το ρατσισμό, με τη λαγνεία και την κοινωνική αδικία. Ο αναγνώστης υποκύπτει αναπόφευκτα στη γοητεία της λογοτεχνικής δημιουργίας του γάλλου συγγραφέα, χωρίς να χρειάζεται την αχλύ του μύθου που τυλίγει το όνομα και την εκκεντρική και τόσο ταλαντούχα προσωπικότητά του. Διαβάζοντας το βιβλίο, μένει κανείς έκπληκτος με τη δυναμική και την ένταση που φέρει η ιστορία και η σύλληψή της, αλλά και ο τόσο σύγχρονος και μοντέρνος τρόπος γραφής του Βιάν.
Στο βιβλίο «Θα φτύσω στους τάφους σας» το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τόπος, σε μετάφραση Γιάννη Καυκιά και με την εισαγωγή του Gilbert Pestureau, ο δημιουργός ανοίγει πολλά μέτωπα που αφορούν σε συνθήκες κοινωνικές, οικονομικές, σε διακρίσεις φυλετικές, χωρίς να παρακάμπτει την υπαρξιακή ανησυχία. Μέσα από μια ιστορία εκδίκησης, που έχει τις ρίζες της βαθιά στην ψυχή. Δαιδαλώδεις ρίζες που περιστρέφονται καταιγιστικά στο μυαλό και το αρρωσταίνουν. Το ρημάζουν. Για να ρημάξει αυτό με τη σειρά του άλλους αθώους. Ο θύτης εγκαταλειμμένος στα μάτια του αναγνώστη μέχρι τα μύχια της βαθύτερης ύπαρξής του. Και το σηκώνει το βάρος ο αναγνώστης χάρη στην αφήγηση του Βιάν, χάρη στο παιγνιώδες κάποτε ύφος του που προβάλλει δηλητηριώδες και ειρωνικό και δεν ξέρεις από πού θα σου έρθει το Κακό. Αυτά τα άνθη του Κακού που μπορούν πολύ εύκολα να ανθίσουν μέσα στον οποιονδήποτε. Αρκεί να υπάρξουν οι κατάλληλες συνθήκες, εν προκειμένω, κοινωνικές συνθήκες. Εν δυνάμει θύμα και θύτης ο αναγνώστης τίθεται στο ακριβές σκόπευτρο του συγγραφέα με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Βιάν να τον σημαδεύει.
«…Όπως στο κλασικό θρίλερ το αίνιγμα εξηγείται ευθύς εξαρχής, από τον πρόλογο ήδη: το γεγονός ότι ο ήρωας είναι «λευκός νέγρος». Το ενδιαφέρον βρίσκεται έτσι, στο σασπένς: προετοιμασία της εκδίκησης, μηχανορραφίες του ήρωα για να επιβάλει την κυριαρχία του, υποψίες του αντιζήλου, παγίδες που στήνονται από τη μια κι από την άλλη πλευρά, δονζουανική κατάκτηση δύο γυναικών ταυτόχρονα, σχεδόν στο ίδιο δωμάτιο, οργάνωση του εγκλήματος, επίθεση από ένα θύμα που μετατρέπεται σε επίδοξο θύτη, αποτρόπαιος διπλός φόνος, αστυνομική καταδίωξη και εκτέλεση με συνοπτικές διαδικασίες…»,
γράφει στον πρόλογό του ο Gilbert Pestureau. Όσο κι αν σε προετοιμάζει η εισαγωγή της έκδοσης και τα πραγματολογικά στοιχεία που αφορούν τη ζωή και το έργο του Μπορίς Βιάν, μόλις διαβάζεις ο ίδιος την ιστορία, μένεις με κομμένη την ανάσα. Η κινηματογραφικότητα της γραφής του δημιουργού μπορεί ακριβώς να εξηγήσει γιατί τον απογοήτευσε τον ίδιο η μεταφορά του «Θα φτύσω στους τάφους σας» στο σελιλόιντ. Τίποτα δεν θα μπορούσε να αποδώσει καλύτερα το κείμενο παρά η φαντασία του κάθε αναγνώστη ξεχωριστά.
Το καταπληκτικό είναι ότι ο γάλλος συγγραφέας στήνει την ιστορία του αποδίδοντας ένα πιστό ή καλύτερα πολύ πειστικό αντίγραφο ή ακόμη και αποκύημα της αμερικανικής κοινωνίας, χωρίς ο ίδιος να έχει ταξιδέψει ποτέ στο Νέο Κόσμο. Η αλήθεια είναι ότι το κείμενο δεν το χρειάζεται αυτό. Όπως δεν έχει ανάγκη πια ούτε τα σχόλια εκείνα περί βλάσφημου περιεχομένου ή και της ευφυούς πλαστοπροσωπίας που σκαρφίστηκε ο Βιάν για την έκδοση του βιβλίου που αποτέλεσε ένα πρώτης γραμμής μεταπολεμικό σκάνδαλο. Τώρα που ο χρόνος έχει δώσει στον αναγνώστη την πολυτέλεια της απόστασης από το ιστορικό εκείνο πλαίσιο, το εξαιρετικό αυτό μυθιστόρημα κερδίζει και την αίγλη που του αξίζει, μακριά από τον κουρνιαχτό και τις τυμπανοκρουσίες του παρελθόντος που υπήρξαν ισοπεδωτικές. «…Τα βιβλία είναι πανάκριβα, κι όλα αυτά παίζουν κάποιον ρόλο* απόδειξη ότι οι άνθρωποι ελάχιστα ενδιαφέρονται για καλή λογοτεχνία* εννοούν να αγοράσουν το βιβλίο που τους συστήνει η λέσχη τους, το βιβλίο για το οποίο μιλάει ο κόσμος, και αδιαφορούν για το τι περιέχει…".
Η καλά κρυμμένη οργή, η συγκεκαλυμμένη καταπίεση που έχει υποστεί ο ήρωας, η εξόφθαλμα τραγική φρικαλεότητα της οποίας έχει γίνει αποδέκτης ο ίδιος και όλη του η οικογένεια, ο διαρκής φόβος μη και ανακαλυφθεί η «αχίλλειος πτέρνα» του γίνονται μια θηλιά που τον πνίγει. «…Αγαλλιούσα μέσα μου και αγαλλιούσε κι ο πιτσιρικάς, πιθανότατα κάτω από τα δυο μέτρα χώμα που τον σκεπάζουν, οπότε του άπλωσα το χέρι. Μεγάλο πράγμα, να σφίγγεις το χέρι του αδερφού σου…». Με τη σειρά του εκείνος διοχετεύει μεθοδικά –έτσι νομίζει το ίδιος- τη βιαιότητά του σε ανυποψίαστα θύματα, προκειμένου να βρει λύση το δράμα του, ακόμη κι αν στη σκηνή του τέλους το άψυχο σαρκίο του μας αλλά και τον περιγελά. Στο όνομα της αδερφικής αγάπης. Το σαξόφωνο βραχνιάζει και φτύνει τις μελωδίες πάνω στους θύτες και τα θύματα* για την ακρίβεια στις αγνές ολόλευκες μαρμάρινες πλάκες της ενταφιασμένης ανθρωπιάς.