Η αναζήτηση της ελευθερίας στα οροπέδια του κρόκου

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο 12/1/2008)

Το χρώμα του κρόκου, ένα υποκίτρινο με μια παράξενη ένταση, δεν απέχει πολύ –αφού απόχρωσή του είναι- από το χρώμα του μίσους, σύμφωνα με την ιδιότυπη «γλώσσα» των ανθέων. Και στη χρωματολογία, που παραδέχεται το κίτρινο στην αρνητική του όψη ως το χρώμα της δειλίας και της καταστροφικής κυριαρχίας, αλλά και στο μυθιστόρημα της Γιασμίν Κράουθερ, με τίτλο «Άρωμα Σαφράν», που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις εκδόσεις Ψυχογιός, σε μετάφραση από την Κώστια Κοντολέων, το άνθος του κρόκου, με την ιδιαίτερη απόχρωση του κίτρινου, κρύβει στη μυστηριώδη και ξωτική του όψη μια πικρή και δυσβάσταχτη αλήθεια.

Ένα κακό που έχεις τις ρίζες του βαθιά στη δειλία των ανθρώπων που έχουν θωρακίσει τη ζωή τους με προκαταλήψεις και αδυνατούν να πορευτούν απαλλαγμένοι από τον αιματηρό ζυγό τους. «…Αλλά το Μεζαρέ σημαίνει από μόνο του κάτι –μικρό θαύμα- κι έχει το δικό του μερίδιο στα αστέρια που ξεφυτρώνουν από τη γη το σούρουπο. Είναι ένας τόπος προκαταλήψεων, αν και οι άνθρωποί του είναι ευσεβείς πιστοί…» Το βιβλίο της Κράουθερ δυστυχώς εμφανίζει μια θλιβερή επικαιρότητα πολύ συχνά, αφού ξεδιπλώνει –όσο μπορεί απαλά, τρόπον τινά «ανώδυνα» και υπαινικτικά από τη μία, αλλά κατηγορηματικά από την άλλη- το δράμα του να γεννηθεί κανείς γυναίκα σε μια χώρα όπως το Ιράν και ακόμη χειρότερα να θέλει να έχει την, αυτονόητη για μας, ελευθερία βούλησης να διαμορφώσει τη ζωή της. Η συγγραφέας, με σεβασμό για τη μουσουλμανική θρησκεία και για τις παραδόσεις του τόπου από τον οποίο κατάγεται και η ίδια, στήνει ένα μυθιστορηματικό ιστό που ξεμπροστιάζει τη σκληρότητα των ανθρώπων που παραμένουν προσκολλημένοι σε ένα εθιμικό, κατ’ ευφημισμόν, δίκαιο τόσο καταφανώς άδικο. Και το πετυχαίνει αυτό πολύ καλά η δημιουργός, καθώς αντιπαραβάλλει την ιδιαίτερη ομορφιά αυτών των τοπίων, εξωτερικών των οροπεδίων του Ιράν, αλλά και ψυχικών, των αθώων ανθρώπων που ζουν εντός τους, με την αγριότητα των φορέων των θεοκρατικών προκαταλήψεων και την αδίστακτη επιβολή της ισχύος τους. «…Ο θυμός δεν έχει επιστροφή. Ένα χαστούκι δεν μπορεί να ξεγίνει. Μερικές προσβολές δε γίνεται ποτέ να τις πάρεις πίσω. Τρυπώνουν μέσα σου, όσο κι αν μετανιώσεις γι’ αυτές, μέχρι να συμβεί κάτι τρομερό…»

Η βία φωλιάζει στο χαρακτήρα της μίας κεντρικής ηρωίδας, της Μαριάμ, η οποία έχει πέσει θύμα της στην εφηβεία της με τον πλέον ειδεχθή και αποτρόπαιο τρόπο, αλλά και εμφανίζεται να χτυπά σαν κύμα οδύνης την κόρη της Σάρα από μια σειρά τυχαίων γεγονότων. Η σχέση τους δικαιολογημένα κλονίζεται, η πρώτη φεύγει για το Μεζαρέ, μια περιοχή στα βορειονατολικά της ιρανικής επικράτειας που φέρει στην ομορφιά του το αινιγματικό χρώμα του κρόκου που καλύπτει τις πεδιάδες του Χορασάν και η δεύτερη μένει στο Λονδίνο να παλεύει με τους καλά κρυμμένους δαίμονες της μητέρας της. Η Μαριάμ ανακαλεί στη μνήμη της όλο το ζοφερό παρελθόν που της στοίχειωσε τη ζωή και προσπαθεί να το ξορκίσει, καλώντας την κόρη της στα χνάρια μια διαδρομής που κρύβει πολύ μίσος.

Αν καταφέρει εκείνη, η εγκλωβισμένη στην τραυματική της εμπειρία Μαριάμ, να συγχωρέσει το παρελθόν της που ενσαρκώνεται ολάκερο στη φιγούρα του πεθαμένου πια πατέρα της, ίσως να κατορθώσει και η κόρη της να της συγχωρέσει την πέτρινη προσωπίδα που κάλυψε για μια ολόκληρη ζωή τον ανομολόγητο πόνο της. «…Τον είδα που με κοίταζε με μια πρωτοφανή, αγχωμένη, γεμάτη έγνοια αγάπη, λες και υπήρχε φόβός ότι θα έσπαγα σε χίλια κομμάτια στην πρώτη λάθος λέξη του. Είχα δει τον πατέρα μου αρκετές φορές να κοιτάζει τη μάνα μου με τον ίδιο ακριβώς τρόπο…»

Το μυθιστόρημα της Κράουθερ είναι ένα οδοιπορικό αναζήτησης της προσωπικής ελευθερίας και προσπάθειας αποτίναξης της βαθιάς λύπης από τις ψυχές των ηρώων της. Είναι ένα ταξίδι προς τη συγχώρεση και την ανεύρεση της παρηγοριάς. Είναι μια παραμυθητική γραφή που παρασύρει τον αναγνώστη στα χιονισμένα βουνά της Ανατολής και στις ολάνθιστες με σαφράν πεδιάδες της, περνώντας τον μέσα από τις Συμπληγάδες της βίας και της καταπίεσης. «…υπάρχουν πολλές μορφές ελευθερίας, και η καθεμιά έχει το τίμημά της: ελευθερία ν’ αγαπήσεις, να ταξιδέψεις, ν’ ανήκεις κάπου. Για κάθε μορφή ελευθερίας που επιλέγουμε, θα πρέπει να θυσιάσουμε κάποια άλλη…»

Το φόντο της ιστορίας είναι μια περιήγηση μαγευτική στα ομορφότερα χρώματα κι αρώματα που -τι τραγική ειρωνεία!- περιβάλλονται από μια δαιμονοποίηση του ωραίου, του σωματικού, του ειλικρινούς, του ανθρώπινου και όλος αυτός ο επίγειος παράδεισος παραμένει μακρινός –απρόσιτος να τον γευτούν- οι ίδιοι του οι γηγενείς κάτοικοι. Απαγορευμένος καρπός είναι και η αγάπη μεταξύ δύο ανθρώπων, ο έρωτάς τους, η ένωσή τους που δεν επήλθε ποτέ. Αυτός ο ανολοκλήρωτος έρωτας είναι που θα σπρώξει τη Μαριάμ –φύση ανήσυχη, φιλομαθή και ανεξάρτητη- στην άκρη του γκρεμού. Και θα νεκρώσει μέσα της το πιο σημαντικό κομμάτι για μια γυναίκα: την ιερότητα της θηλυκότητάς της. Η αυτοδιάθεση του κορμιού της θα παραβιαστεί, ο ψυχισμός της θα κρέμεται πάντα από την κλωστή της ευπάθειας του θύματος και θα ζήσει μια ολόκληρη ζωή βασισμένη στην ανομολόγητη βαναυσότητα που υπέστη. Με ηθικό αυτουργό τον ίδιο τον ισχυρό πατέρα της. Η δύναμή του θα την συντρίψει και θα την αναγκάσει να εκπατριστεί. Ο επαναπατρισμός της θα είναι μια ανάγνωση της ζωής της από την αρχή. Με πολύ φόβο και πάθος. Ακριβώς όπως κρατάει κανείς τους εύθραυστους στημόνες του κρόκου.