Monday, March 16, 2009

Αγκάθινη ιστορία για την αγάπη

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 14 Μαρτίου 2009)


«…Η αγάπη είναι κάτι εύθραυστο που πρέπει να το κανακεύεις και να το προστατεύεις. Η αγάπη δεν είναι στιβαρή και ακλόνητη. Η αγάπη μπορεί να καταρρεύσει κάτω από μερικές σκληρές κουβέντες ή να πεταχτεί στα σκουπίδια με μια χούφτα απρόσεκτες κινήσεις…Ναι, αυτό ακριβώς είναι η αγάπη: ένα μικροσκοπικό φοβισμένο θηλαστικό με μάτια μονίμως ορθάνοιχτα από τον φόβο…»



Γκόθικ ατμόσφαιρα. Μεσαιωνικά κάστρα. Μοναστικά τάγματα και μισθοφόροι. Παγιδευμένοι άνθρωποι στη μοίρα τους. Θα τους απελευθερώσει η αγάπη. Σε μια ιστορία του
Άντριου Ντέιβιντσον με τον τίτλο «Τα δαιμόνια» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τόπος σε μετάφραση της Δέσποινας Λάμπρου. Πρόκειται για ένα βιβλίο που ξεκινάει από όλες τις προκαταλήψεις και τις ενοχές που κουβαλούν οι άνθρωποι μέσα τους από τις επίκτητες επιδράσεις του περιβάλλοντός τους –σε επίπεδο θρησκευτικό, κοινωνικό-, τις εμφανίζει άλλωστε τόσο επικά μεγεθυσμένες, και φτάνει στην πλήρη αποδέσμευσή τους από τις ιδεοληψίες τους αυτές, μέσω των ηρώων του.
Με πολύ κόπο. Και πόνο. Ασύλληπτο. Ο συγγραφέας θέλει να μιλήσει για την αγάπη και θα έλεγε κανείς ότι μπορούσε να κατρακυλήσει σε όλα τα κλισέ του κόσμου και να γράψει μια νεορομαντική νερόβραστη ιστορία, πασπαλισμένη με ολίγη από μεσαιωνική ιστοριοδίφηση (
«…Το δυσκολότερο πράγμα με τη συγγραφή, όπως διαπιστώνω, δεν είναι να συντάξεις τις προτάσεις. Είναι να αποφασίσεις τι θα συμπεριλάβεις και πού, και τι θα αφήσεις έξω…»). Αντί γι’ αυτό, όμως, γράφει ένα βιβλίο που συγκεντρώνει στις σελίδες του όλο το σωματικό και ψυχικό πόνο του κόσμου για να αρθρώσει τελικά δυο τρεις κουβέντες που αφορούν τη βαθύτερη ανάγκη των ανθρώπων να αγαπούν και να αγαπιούνται. Δεν μπόρεσα να δω το βιβλίο σαν love story. Δεν μου το επέτρεψε ο κυνισμός και η σκληρότητα του ήρωα, από την αρχή. Α, και η ειρωνεία του. «…Ο μανδύας του δέρματός μου πάνω από την Κόλαση της κούφιας μου ψυχής δεν μπορούσε να υποβαστάζει το ίδιο του το βάρος* η ακεραιότητά μου είχε ενδώσει παντοιοτρόπως…». Απ’ όλες τις πλευρές αυτός ο χαρακτήρας και η απίστευτη ταλαιπωρία που αναγκάζεται να βιώσει ως τραγικός εγκαυματίας (και της αγάπης) ο ίδιος, αγκυλώνουν τον αναγνώστη. Τρυπάνε το θυμικό του.

Γι’ αυτό και ο δημιουργός του φανταστικού αυτού ήρωα και της απίθανης –με την έννοια ότι δεν μπορείς να πιστέψεις ότι έχει συμβεί ή θα συμβεί ποτέ κάτι τέτοιο- ιστορίας που τον βάζει να ζήσει, σε αναγκάζει να τον παρακολουθήσεις μέχρι τέλους, τουλάχιστον από πυρακτωμένη περιέργεια. Ιδίως η αρχή του βιβλίου είναι ιδιαίτερα προκλητική και ανακινεί το αναγνωστικό ενδιαφέρον. Ο όγκος του μυθιστορήματος θα μπορούσε να ήταν αρκετά πιο περιορισμένος και αν ο συγγραφέας διατηρούσε το δηλητηριώδες του ύφος μέχρι και το τέλος του έργου –το πρόβλημά του είναι ότι μας κάνει τόσο συμπαθή πια τον ήρωα που σχεδόν του δίνουμε εξαρχής άφεση γι’ αυτό που είναι- ίσως η κάθαρση του πρωταγωνιστή του να είχε μια αξία παραπάνω σε σασπένς, συμπορευόμενη με την ψυχική κάθαρση του αναγνώστη.

«…Μου είχαν βγάλει τον αναπνευστήρα, αλλά προεξείχαν ακόμα αρκετοί σωλήνες από το σώμα μου, ώστε να μοιάζω με πάνινη κούκλα για τις καρφίτσες. Οι σωλήνες ήταν στριμμένοι σε κύκλους γύρω, γύρω, γύρω, και σκέφτηκα τον Μίνωα που εποπτεύει την είσοδο του Άδη, οδηγώντας τους αμαρτωλούς στον τελικό τους προορισμό, τυλίγοντας την ουρά του γύρω από το σώμα τους. Για κάθε περιστροφή της ουράς, κι ένας δακτύλιος πιο βαθιά τον Άδη. Έτσι, μέτρησα τους ωραίους μου σωλήνες, από απλή περιέργεια: πόσο βαθιά στα Τάρταρα επρόκειτο να με στείλει ο βλοσυρός κριτής των καταχθόνιων και των αχρείων;…».
Το στόρι με λίγες κουβέντες είναι το εξής: ένας πορνοστάρ, με δική του εταιρεία παραγωγής και καταξίωση στο χώρο του, με πανέμορφο σώμα και ελκυστικό πρόσωπο, με οικονομική δύναμη που του εξασφαλίζει την άφθονη κοκαϊνη του, υπό την επήρεια της τελευταίας καθώς και αλκοόλ, πέφτει με το αυτοκίνητό του σε έναν γκρεμό και παίρνει φωτιά το όχημά του με αυτόν μέσα. Η συνέχεια τον βρίσκει στην πτέρυγα εγκαυμάτων ενός νοσοκομείου. Εκεί θα γνωρίσει την αγάπη. Μιας γυναίκας –με ψυχική διαταραχή- η οποία ισχυρίζεται ότι τον γνωρίζει από το Μεσαίωνα. Και το στηρίζει αυτό με δαιδαλώδεις αφηγήσεις από κείνη τη ζωή. Στο τέλος θα του το αποδείξει και με ιστορικά ντοκουμέντα. Αλλά το μόνο που θα έχει ανάγκη εκείνος πια, θα είναι η αγάπη και μάλιστα η δική της. Απίστευτη υπόθεση, ακόμα και μυθιστορηματικά, που ωστόσο κρύβει μέσα της μικρές παραδοχές κι αλήθειες του συγγραφέα που σε μαγνητίζουν μέχρι τέλους.

Η πλοκή του βιβλίου μεταφέρεται μπρος πίσω στο χρόνο και με σοφή εναλλαγή αφηγητή κρατά τον αναγνώστη σε εγρήγορση, άμα δεν κουραστεί από τις παρελθοντικές παρεκβάσεις.
Οι εραστές του ιστορικού μυθιστορήματος, ωστόσο, φαντάζομαι ότι θα τις λατρέψουν. «…Το παρελθόν του καθενός, προσπαθώ να εξηγήσω λογικά, δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια σειρά αναμνήσεων που επιλέγει να θυμάται. Αλλά μέσα στην καρδιά μου, ξέρω ότι δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένας μηχανισμός άμυνας που δημιουργώ απλά για να συνεχίσω να ζω…». Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί το γνωστό τέχνασμα του «βιβλίου μέσα στο βιβλίο» για να δικαιολογήσει αρκετά σημεία της εξέλιξής του, ενώ ενδιαφέρον έχουν τα σημεία που απευθύνεται στον αναγνώστη του με μια πλάγια ειρωνεία ολκής. Ο πρωταγωνιστής πρέπει να κάψει το όμορφο εξωτερικό του περίβλημα για να βρει την ψυχή του, αφού δεν του είχε μείνει και τίποτε άλλο, εδώ που τα λέμε. Πήγε στην Κόλαση –και κυριολεκτικώς με τις αναφορές στο Δάντη που περιλαμβάνει το βιβλίο- τσουρουφλίστηκε από τις φλόγες της και όλα αυτά επειδή δεν ήταν ικανός να νιώσει την αγάπη. Πίστευε ότι δεν είχε την ανάγκη της. Δεν τον έσωζε απ’ αυτό ούτε η υπετροφική του σεξουαλικότητα. Θα τη χάσει κι αυτή για να μην έχει ένα στήριγμα να υπολογίζει. Ο πραγματικός του ευνουχισμός θα ευνουχίσει με τη σειρά του το ναρκισσισμό του και κάτω από τις καμένες σάρκες θα αναδυθεί μια αξιαγάπητη καρδιά.«…Κανείς δεν μπορεί να ολοκληρωθεί αν αγνοεί τις κακοτυχίες του…». Συγχωρώ τον απλοϊκό μανιχαϊσμό του Ντέιβντσον που διαπερνά ολόκληρο το βιβλίο, μόνο και μόνο στο όνομα της αγάπης –αυτής της αγκάθινης και εξωπραγματικής έστω- που εξωθείται να βιώσει ο ήρωας του βιβλίου, προκειμένου η ψυχή του ν’ ανθίσει από την αρχή και να του αποκαλυφθεί η φωτεινή ομορφιά του να έχεις αισθήματα για να δώσεις.