Sunday, May 29, 2011

Αναγνωσμένα

photo: scalidi
Μια σύντομη σειρά διηγημάτων του Μπάμπη Δερμιτζάκη, με τίτλο "Το Φραγκιό", κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΑΛΔΕ. Το συγγραφέα τον γνωρίζω προσωπικά και με χαρά διαπίστωσα ότι όσο αυθεντικός άνθρωπος είναι ο ίδιος τόσο αυθεντικές κι αληθινές -στις προθέσεις τους- είναι οι ιστορίες του. Συγκινητικές αφηγήσεις, κάποιες δοσμένες με χιούμορ και σαρκασμό, παιγνιώδεις. Είναι σαν να τον ακούς να της διηγείται ο ίδιος. Στον πυρήνα τους βρίσκεται η ανθρωπιά. Αυτή η σπάνια αρετή που κάνει τη ζωή μας να έχει νόημα, ουσία και σκοπό. Ήρωές του απλές καθημερινές φιγούρες που κερδίζουν μια θέση στη σφαίρα της προσοχής μας, γιατί προηγουμένως έχουν σταθεί σημαντικοί στη σκέψη του συγγραφέα. Ξεχωρίζει το ομώνυμο "Φραγκιό" και το προσωπικό "Requiem". Ο Μπάμπης Δερμιτζάκης είναι ένας άνθρωπος που μιλάει με άνεση οκτώ γλώσσες, έχει βουτήξει μέσα μέσα στον πολιτισμό και τη μελέτη του και κυρίως στην απόλαυσή του, έχει εκδώσει εννέα δοκιμιακά έργα, αλλά εκείνο που τον κάνει να ξεχωρίζει είναι η απέραντη απλότητά του κι η αφοπλιστική του ειλικρίνεια, κάτι που αποτυπώνεται απολύτως και στις ιστορίες του.
***
Το βιβλίο του Λάκη Παπαστάθη με τίτλο "Το καλοκαίρι θα παίξει την Κλυταιμνήστρα" (εκδόσεις Πόλις), περιλαμβάνει 19 διηγήματα, αφήνοντας την αίσθηση ισάριθμων ενσταντανέ ενός αναπόφευκτου ιστορικού παρελθόντος, βιωμένου μέσα από ένα απόλυτα προσωπικό πρίσμα. Καλογραμμένες ιστορίες που αφήνουν την ψυχή του αναγνώστη τους πιο γεμάτη. Διηγήματα με χυμούς, ατμόσφαιρα και συγκίνηση. Μια ανθρωπογεωγραφία με ηλεκτρισμένα φορτία, γοητευτική και άμεση, με στόχο την καρδιά μας. "...ό,τι καλό έχουμε στην Ελλάδα μοιάζει να είναι τρελό, φτωχό, εξορισμένο και μόνο...".
***
Ένα ευκολοδιάβαστο μυθιστόρημα μυστηρίου "Η παγωμένη πριγκίπισσα" της Camilla Lackberg, από το Μεταίχμιο σε μετάφραση Γρηγόρη Κονδύλη, μας έρχεται από τη Σουηδία, έχοντας διανύσει αναγνωστική καριέρα διεθνούς μπεστ σέλερ. Αν κάτι έχει να αφήσει στο μεσογειακό αναγνώστη του, είναι η δομημένη με μαεστρία πλοκή του και κυρίως η παγερή ατμόσφαιρα που αποπνέει, για τα θανάσιμα μυστικά των πρωταγωνιστών του. Δεσμοί θανάτου και αίματος, οικογενειακές τραγωδίες σκεπασμένες κάτω από το χιόνι και παιδική ηλικία στο στόχαστρο.
***
Μια ιστορία υπαρξιακής αναζήτησης του κεντρικού ήρωα, απόλυτα συνυφασμένη με την "αναψηλάφηση" της Κωνσταντινούπολης ως πόλης που αιχμαλωτίζει και κυνηγά για πάντα τους αγαπημένους της. "Ψίθυροι στο Μπέγιογλου" λέγεται το χορταστικό από αισθήσεις μυθιστόρημα του David Boratav που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση της Αριάδνης Μοσχονά, με επίμετρο από την Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη. Ο πρωταγωνιστής είναι ένας ατσαλάκωτος δυτικοφανής τεχνοκράτης που ζει στη Βρετανία. Βασανίζεται από αϋπνία. Θα αρχίσει να ψάχνει τις αιτίες της. Και τότε θα ανακαλύψει τον ίδιο του τον εαυτό που έχει απωθήσει στο παρελθόν της παιδικής του ηλικίας, σεργιανίζοντας στα σοκάκια της Πόλης. Ένα βιβλίο για να νιώσουμε πόσο δυσδιάκριτα είναι τα όρια που θέτουμε στη ζωή μας, ακολουθώντας μονάχα γεωγραφικά σύνορα.
***
Η Χίλντα Παπαδημητρίου στα αναγνωστικά μου μάτια είναι μια εξαιρετική μεταφράστρια που έχει μεταφέρει στα ελληνικά σπουδαία έργα της ξένης λογοτεχνίας. Το όνομά της στο εσώφυλλο ή το εξώφυλλο ενός βιβλίου έχει αποτελέσει για μένα λόγο να αγοράσω ή να διαβάσω το βιβλίο και δεν με έχει απογοητεύσει. Στην πρώτη της λογοτεχνική απόπειρα με τίτλο "Για μια χούφτα βινύλια" (εκδόσεις Μεταίχμιο), επιχειρεί να κινηθεί στο χώρο του αστυνομικού μυθιστορήματος, με μια όχι και τόσο "αστυνομική" ιστορία, αν και διαθέτει αστυνομικό που αναζητά δολοφόνο ή δολοφόνους μιας σειράς εγκλημάτων. Εκείνο που πρωταγωνιστεί είναι η μουσική ή έστω η αγάπη για τη μουσική και εν προκειμένω τα βινύλια. Διάβασα με ενδιαφέρον την ιστορία, δεν βρήκα το δολοφόνο, "άκουσα" μουσική, αναγνώρισα τους στερεοτυπικούς ήρωές της από τη νεοελληνική πραγματικότητα, αλλά εντέλει μού έλειψε από την αφήγηση η ατμόσφαιρα και δη η λογοτεχνική ατμόσφαιρα. Αξιοπρεπές βιβλίο, ολοκληρωμένη πρώτη προσπάθεια, αναμένω τη συνέχεια με μεγαλύτερες προσδοκίες που δυστυχώς τις έτρεφα από την αρχή για τη συγγραφέα, με αποτέλεσμα ίσως και να την έχω αδικήσει.

Friday, May 27, 2011

Γελοιογραφίες υπάρχουν

 Εάν ζούσε ο Βασίλης Χριστοδούλου, ίσως να ζωγράφιζε τη δημοκρατία ως γυναίκα ξαπλωμένη να λαγοκοιμάται σε υπνόσακο έξω από το Σύνταγμα. Ίσως να έφτιαχνε τον πρωθυπουργό, μεθυσμένο και «βαρελόφρονα» να λέει «λεφτά υπάρχουν». Ίσως να ζωγράφιζε τους Ισπανούς ως ταυρομάχους της Ευρώπης να θέλουν άγρυπνοι να δαμάσουν την κρίση και τη φτώχεια. Λείπει η ματιά του στην πολιτική επικαιρότητα τούτη την ώρα. Μα κυρίως λείπει το χιούμορ -αυτό το κάποτε τόσο καυστικό και κάποτε τόσο αθώο- που αντιμετώπιζε την κοινωνική πραγματικότητα, την έστηνε στον τοίχο και την έκανε κατανοητή και στον πιο λαϊκό άνθρωπο. Ένα χιούμορ που αποκάλυπτε την αλήθεια, με τον πιο «σπαθί» δημοσιογραφικό λόγο, βλέπεις είχε ακονιστεί στην Κατοχή, τον Εμφύλιο, τη Χούντα, τη Μεταπολίτευση.
Πάνε οκτώ μήνες που έφυγε από κοντά μας, αλλά αν κάτι άφησε σε μένα που «συγκατοικήσαμε» στο ίδιο γραφείο για χρόνια, είναι η θέληση να «διαβάσω» την αντικειμενική πραγματικότητα με έναν άλλο τρόπο, ανατρεπτικό, που ίσως να αποκαλύπτει άλλες πτυχές της αλήθειας. Κρατάω στα χέρια μου τα δύο λευκώματα με τα σκίτσα του που κυκλοφόρησαν στη μνήμη του από τις εκδόσεις Εργαστήρι Λιθογραφικής Τέχνης, «Οι θρυλικοί βαρελόφρονες ξανα 'ρχονται...» και «Όλα για τη ΓΥΝΑΙΚΑ...». Ήταν και η τελευταία του υποχρέωση απέναντι στον εαυτό του, η τελευταία του εκκρεμότητα που μόλις την τακτοποίησε, αποφάσισε ότι ήταν έτοιμος να παραδοθεί σ' αυτόν τον καταραμένο χάροντα με το δρεπάνι που ζωγράφιζε και διακωμωδούσε χρόνια στα σκίτσα του. Όχι ότι του παραδόθηκε βέβαια. Μπορεί για τα μάτια του κόσμου. Άφησε πίσω του το χιούμορ του να υποσκάπτει την κάθε εξουσία, ακόμα κι αυτή την καταλυτική του θανάτου. Οι γελοιογραφίες του ολοζώντανες μας κάνουν ακόμα να γελάμε.
Μου έκανε την τεράστια τιμή να γράψω δυο λόγια για κείνον στην έκδοση του «Όλα για τη γυναίκα», που τα διαβάζω τώρα, εκ των υστέρων, και τα βρίσκω λίγα και φτωχά μπροστά σ' αυτό που στάθηκε για μένα η γνωριμία μου μ' αυτόν τον υπέροχο άνθρωπο. Σπάνιος ΑΝΘΡΩΠΟΣ με όλα τα γράμματα κεφαλαία, και μάλιστα άνθρωπος του Τύπου και κυρίως του Γέλιου. Όπως έγραψαν για κείνον, δεν έμοιαζαν απλώς τα σκίτσα του στους ανθρώπους, αλλά οι άνθρωποι έμοιαζαν πια στα σκίτσα του.
Άμα μας βλέπει από πουθενά, θα φτιάχνει σκίτσα αδιαλείπτως. Δεν θα προφταίνει. Προσφέρεται η επικαιρότητα, βλέπεις, γιατί γελοιογραφίες πάντα θα υπάρχουν.


(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή", την Παρασκευή, 27/5/2011)

Thursday, May 26, 2011

Ελληνική άνοιξη;

photo: scalidi
Καλύτερα σε υπνόσακους, παρά εν υπνώσει...
Γιατί είναι πολλά τα λεξοτανίλ του προσωπικού βολέματος.
Μας τέλειωσαν, φαίνεται, οι μπαρμπάδες της εξουσίας
και οι θεσούλες στο δημόσιο.

Friday, May 20, 2011

Ποιοι θέλουμε να είμαστε;

photo: scalidi
Αν κάπου μας μένει να καταφύγουμε στις ώρες που φαίνεται να μην την βγάζει καθαρή ο εγκέφαλός μας με ό,τι συμβαίνει γύρω μας -ακόμα και στο διευρυμένο πλανητικό γύρω μας-, είναι η τέχνη και η διανόηση. Το πιστεύω. Οι πραγματικές λύσεις, αλλά και η πρόσκαιρη παρηγοριά της ψυχής μας, έρχονται όταν εμείς συγκροτούμε έναν εαυτό με όσο το δυνατόν περισσότερες επιλογές και διεξόδους στις συνθήκες που ολοένα αναδιαμορφώνονται. Κι αυτές τις επιλογές μας τις δίνει και η τέχνη και η ουσιαστική καλλιέργεια και η γνώση και κυρίως ο εξανθρωπισμός που δεν γίνεται να πάψουμε να γυρεύουμε.
Δεν μπορώ, ωστόσο, να ακούω άλλο το αίτημα να βγουν να μιλήσουν επί παντός ζητήματος οι διανοούμενοι και οι καλλιτέχνες. Δεν είναι αυτή η δουλειά τους και όποτε τους ζητείται τελικά, είναι απλώς για να απαξιωθεί η όποια τους γνώμη, για να μπει στο μίξερ και να γίνει πολτός. Να αποκτήσει την ταμπέλα ίσως της γραφικότητας ή απλώς της υποστήριξης του ενός χώρου ή του άλλου.
Δεν μπορείς να ζητάς από το Σαββόπουλο και από τον κάθε καλλιτέχνη να σου λύσει με τα λόγια το θέμα των μεταναστών ή τα προβλήματα του κέντρου στην Αθήνα. Όπως δεν μπορείς να το ζητάς αυτό από έναν άνθρωπο στο δρόμο με ένα μικρόφωνο. Τι αποτελεσματική λύση θα δώσεις στο θέμα; Μια στιγμιαία κατανάλωση της γνώμης του στα όρια της αποκαθήλωσης. Δεν μπορεί να στρέφεσαι στους καλλιτέχνες, μόνο όταν τα βρίσκεις σκούρα. Και να αναρωτιέσαι πού είναι και γιατί δεν εκφέρουν γνώμη. Μα, καταντάει αναλώσιμος έτσι και ο καλλιτέχνης και η άποψή του. Ένας τρόπος να τους στερούμε την αξιοπιστία τους που την κερδίζουν από την προσφορά τους σε ένα πολύ συγκεκριμένο πεδίο. Γινόμαστε ένα απέραντο καφενείο που οι απόψεις βουλιάζουν στη φασαρία και την ηχητική συσκότιση. Ναι, να ακούγονται όλες οι γνώμες, ναι, καταρχάς να εκφέρονται, αλλά να μην σαλαμοποιούνται σ' αυτό το απέραντο τίποτα.
Το καλλιτεχνικό ή διανοητικό έργο βρίσκεται εκεί και μπορεί να μιλήσει πολύ πιο αποτελεσματικά και από τη φυσική ομιλία των καλλιτεχνών και των διανοούμενων κάποιες φορές. Αν θέλεις, μπορείς να προστρέξεις για να οσμιστείς τι σου λέει πάνω στη δική σου ανθρωπιά και ανθρωπινότητα, για να σε οδηγήσει τελικά να πάρεις τη δική σου απόφαση για το ποια στάση θα κρατάς εσύ. Εδώ έρχεται η πολιτική σου οντότητα. Ποιος θέλεις να είσαι το αποφασίζεις μέσα από την τέχνη που επιλέγεις να συνοδεύσει τη ζωή σου ή να γίνει κέντρο και πυρήνας της. Ποιος θέλεις να είσαι το αποφασίζεις τη στιγμή που διαλέγεις τη μουσική που ακούς ή δεν ακούς, τα βιβλία που διαβάζεις ή δεν διαβάζεις, την τηλεόραση που βλέπεις ή δεν βλέπεις, τον κινηματογράφο και το θέατρο που παρακολουθείς ή δεν παρακολουθείς.
Γιατί ζητάμε καθοδηγητές κάθε φορά; Γιατί πρέπει να τρέχουμε να προσδεθούμε στο άρμα της άποψης ενός ανθρώπου; Έχω την αίσθηση ότι δεν καταφεύγουμε στην τέχνη, αλλά στους εκφραστές της, μόνο και μόνο γιατί βαθιά μέσα μας αντιλαμβανόμαστε το έλλειμμά μας ή την αδυναμία μας ή την ανασφάλειά μας να δούμε τον εαυτό μας ως μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα αποτελούμενη από επιμέρους επιλογές που μας καθιστούν κοινωνικά και πολιτικά όντα. Καιρός δεν είναι να αποφασίσουμε από μόνοι μας ποιοι θέλουμε να είμαστε, αναλαμβάνοντας φυσικά και το κόστος των επιλογών μας;

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή", την Παρασκευή 20/5/2011)

Wednesday, May 18, 2011

Χαράζοντας μονοπάτι στην κινούμενη άμμο

photo: scalidi

Με μια σειρά από απόκοσμες ιστορίες επιλέγει να συστηθεί λογοτεχνικά ο Νίκος Μπόνου, με το πρώτο του βιβλίο που τιτλοφορείται "Ιωάννης Σβαν και άλλες μεταμορφώσεις" και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις δήγμα. Με ώριμη αφηγηματική γλώσσα στήνει ανοίκειες εικόνες -κάποτε βίαιες και ωμές- μέσα σε δυσπρόσιτες διηγήσεις. Ο χώρος του φανταστικού (ψυχικού φαντασιακού θα έλεγα καλύτερα, αν και αδόκιμο) που διαλέγει να κινηθεί ο συγγραφέας, κάπου ανάμεσα στον εφιάλτη και το όνειρο, αποκαλύπτει ένα χάσμα, μια κάθετη διάσταση ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα, για τον ήρωά του και τις μεταμορφώσεις του, ανάμεσα στην εξωτερική πραγματικότητα και το ένδοθεν ανεξερεύνητο τοπίο.
Η ατμόσφαιρα του βιβλίου φέρνει στο νου συγγραφείς όπως ο Καζούο Ισιγκούρο ("Μη μ' αφήσεις ποτέ", Εκδόσεις Καστανιώτη) ή ακόμα και Μισέλ Φέιμπερ ("Τα δίδυμα Φαρενάιτ", Εκδόσεις Καστανιώτη). Ενδιαφέρουσα γραφή ως προς το ξεδίπλωμά της, ιδιαίτερη και προσωπική, αναμένω με περιέργεια στην πορεία εάν θα υπάρξει ένα μεγαλύτερο "άνοιγμα" του Μπόνου προς τον αναγνώστη σε επίπεδο περιεχομένου, εκεί που η αυτοαναφορικότητα δεν θα είναι ασφαλές καταφύγιο ούτε και δίκοπο μαχαίρι. Περιμένω να δω τον αξιοθαύμαστο ρεαλισμό της γλώσσας του συγγραφέα (έχει γεννηθεί μόλις το 1986, όπως αναγράφεται στο "αυτάκι" του βιβλίου) να διαπερνά την ίδια του την ιστορία, ως στοιχείο κατακτημένης ωριμότητας.


Tuesday, May 17, 2011

Εαρινή κόπωση λέξεων

Πότε κουράζονται οι λέξεις μας
Πότε χάνουν το άρωμα και τη γεύση τους
Πότε αποφασίζουν να αποσυρθούν σε μια σκοτεινή γωνιά
στο δικό τους ημίφως
να κλείσουν τα μάτια γαλήνια
σε σώμα για στρώμα
Καταβροχθισμένες
Πότε αρνούνται να ακολουθήσουν
άμα καρφιτσώσεις πλάι ένα ερωτηματικό
κι εσύ
δεν ρωτάς
Πότε σου λένε να τις ακολουθήσεις τυφλά
Πότε να τις βουτήξεις πάλι στη μυρωδιά και την αφή
Πότε να δεις μέσα απ' αυτές
Πότε να τις ψιθυρίσεις
Πότε να τις ακούσεις
Κι έρχεται ένα θέρος
ζητάει από τώρα 
να ξεκαλοκαιριάσεις
με τις λέξεις σου
Να τις απλώσεις στον ήλιο
να ξεραθούν
να φύγουν οι χυμοί τους
και μετά να τις βαφτίσεις ξανά
μέσα σε νερό
λάδι
Κι η αρμύρα τους να γδέρνει το χαρτί
να στεγνώνει στο στόμα
και σπρώχνει να διψάσεις πάλι
Για λέξεις
που ρωτούν

Friday, May 13, 2011

Πατησίων και Εφιάλτη γωνία

photo: scalidi
Τα τελευταία δέκα χρόνια ζω στο κέντρο. Από την επαρχία βρέθηκα στα βόρεια προάστεια και στη συνέχεια κατέβηκα στον πυρήνα της πόλης. Κοντά στην Πλατεία Αμερικής. Για να βρίσκομαι κοντά στη δουλειά μου, λόγω εξαντλητικών ωραρίων εργασίας. Τον πρώτο μήνα της διαμονής μου στην περιοχή μου άρπαξαν την τσάντα και μου άνοιξαν το σπίτι. Ο φόβος μου είχε χτυπήσει την πόρτα.
Πριν από τρία χρόνια δημοσίευσα μια νουβέλα που χρησιμοποίησα στο φόντο της το αστικό τοπίο μέσα στο οποίο ζούσα. Ηθελα να διασώσω φιγούρες ανθρώπων που ήταν αόρατοι από θεούς και τους άλλους ανθρώπους. Εκείνο που με τάραξε, ήταν ότι η ρεαλιστική πραγματικότητα του κέντρου εκλαμβάνονταν από την πλειοψηφία ανθρώπων που έπεφτε στα χέρια τους το βιβλίο ως στοιχείο μυθοπλασίας. Οι μετανάστες δεν είχαν μπει ακόμα στην καθημερινή ατζέντα της ειδησεογραφίας. Δεν εμφανίζονταν ούτε οι υποστηρικτές τους ούτε και οι άλλοι οι εκπρόσωποι της ρατσιστικής βίας απέναντί τους.
Όταν άκουσα για τη δολοφονία του ανθρώπου στην περιοχή της Βικτώριας για μια κάμερα, με χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. Το δράμα μιας ολόκληρης οικογένειας, το δράμα του κέντρου της πόλης. Με μια διαφορά: δεν έπεσα από τα σύννεφα, δεν ξαφνιάστηκα, δεν μου φάνηκε ξένο το αίσθημα του φόβου. Αν και ερασιτέχνης φωτογράφος, δεν τολμώ να κουβαλήσω ποτέ μέσα στη πόλη, έστω φανερά, τη φωτογραφική μου μηχανή χρόνια τώρα. Ακόμη και τσάντα δεν κρατώ συχνά, όταν νιώθω γύρω μου τις συνθήκες ασφυκτικές. Δεκάδες μετανάστες στις άκρες του δρόμου, όρθιους να περιμένουν (τι;) και να μην βρίσκονται σε σπίτια, σε δουλειές. Πόρνες, νταβατζήδες, έμποροι ναρκωτικών. Το καλοκαίρι η κατάσταση γίνεται εφιαλτική. Τα βράδια γυρίζω σπίτι μου με ταξί κι ακούω την ίδια επωδό από τους οδηγούς ταξί: “φύγε, κορίτσι μου, από δω θα σε βρει κανένα κακό”.
Μετά, έμαθα ότι δολοφόνησαν ένα μετανάστη στη Στρατηγού Καλλάρη, στα Κάτω Πατήσια, κοντά στη δουλειά μου. Ένιωσα την ίδια λύπη και τον ίδιο θυμό.
Η βία φουντώνει, σπέρνοντας μαζί της το ρατσισμό. Οι πολλοί συνεχίζουν να μην θέλουν να γνωρίζουν, άλλωστε έφυγαν γι' αλλού. Νιώθουν πιο ασφαλείς στα προάστεια. Δεν τους αφορά το ζήτημα. Στη χωματερή ανθρώπων των Πατησίων ζουν ακόμα ίσως οι γονείς και οι παππούδες τους. Κάτι ξεχασμένοι ηλικιωμένοι που αρνούνται να αφήσουν τα σπίτια τους. Μόλις πεθαίνουν, οι κληρονόμοι αναρτούν ταμπελίτσες πώλησης ή τα νοικιάζουν σε δεκάδες αλλοδαπούς. Δεν τους νοιάζει. Αυτοί ζουν αλλού. Οι όσοι εναπομείναντες κάτοικοι ας τα βγάλουν πέρα μόνοι τους.
Ας μείνουν να ακούν τις κυβερνητικές εξαγγελίες για αναπλάσεις που φυσικά κι ανάγονται αυτή τη στιγμή στη σφαίρα του φανταστικού. Λογοτεχνία της χειρότερης μορφής για αμάσητη κατανάλωση από τον αδαή, από κείνον που δεν ζει στο κέντρο.
Υπάρχουν νύχτες που ξυπνάς από τους πυροβολισμούς ή τις φωνές. Κάποια επίθεση ακόμα. Ένας ακόμα άνθρωπος που πέφτει θύμα της βίας. Μιας βίας που δεν έχει τελειωμό. Η βαλβίδα εκτόνωσης αυτής της παθητικής, βουβής βίας που σιγοβράζει στο καζάνι της κρίσης σε όλη τη χώρα ανοίγει σε κάτι μέρη όπως τα Πατήσια και η Πλατεία Αμερικής. Σκοτώνεται ένας, βιάζεται άλλη και η κοινωνία προχωράει με τις τύψεις, τις υποκριτικές της ενοχές και τους θρήνους της στην κοινή τηλεοπτική θέα. Πέραν τούτου, ουδέν. “Πατησίων και Παραμυθιού γωνία”.

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή", την Παρασκευή 13/5/2011)

Saturday, May 07, 2011

Ανυπακοή στο βόλεμα της μοιρολατρίας

photo: scalidi
Η ανάπτυξη και η ανταγωνιστικότητα αποδεδειγμένα είναι, λένε, το αντίδοτο στην κρίση που βιώνει η ελληνική οικονομία και κατ' επέκταση η κοινωνία. Και οι δύο λέξεις όμως συνεχίζουν να παραμένουν στη σφαίρα της ουτοπίας όσον αφορά την τρέχουσα πραγματικότητα, γιατί το «κλειδί» βρίσκεται στο πώς θα επιτευχθούν ή έστω να επιδιωχθούν αυτοί οι στόχοι. Δυστυχώς, τα μέτρα είναι παλιά, οι μέθοδοι ξεπερασμένες και το κλίμα παραμένει βαρύ. Στη δε Αθήνα, ακόμα ζοφερότερο, αφού η ασφυκτική ασχήμια της καθημερινότητας δεν αφήνει και πολλά περιθώρια.
Ο ένας μείζων παράγοντας του προβλήματος είναι ότι εκείνοι οι άνθρωποι που καλούνται να χειριστούν τα της κρίσης σε επίπεδο πολιτικών αποφάσεων δεν έχουν καμία αίσθηση της πραγματικότητας. Δεν περπατούν ανάμεσά μας, δεν παίρνουμε μαζί το μετρό και το λεωφορείο, δεν έχουν ιδέα τι σημαίνει ρεαλιστικά ο τομέας της δημόσιας υγείας, δεν, δεν, δεν. Δεν θα στηθούν στην ουρά του ΙΚΑ για δυο φάρμακα και δέκα πολύτιμα ευρώ ούτε θα βρεθούν στο ταμείο ανεργίας δίπλα μας. Και μαζί δεν θα μάθουν ποτέ τον αντίκτυπο των αποφάσεών τους. Μόνο άμα μία επιχειρησιακή κρίση τους χτυπήσει τη πόρτα και πρέπει να την διαχειριστούν επικοινωνιακά. Μέχρις εκεί φτάνει το πραγματικό τους ενδιαφέρον.
Η άλλη σοβαρή παράμετρος είναι ότι εμείς όλοι που τους παραχωρήσαμε την εξουσία να αποφασίσουν για τις αντικειμενικές συνθήκες της ζωής μας, δεν σταθήκαμε στο ύψος των περιστάσεων, απαιτώντας θεσμούς σοβαρούς και λειτουργικούς αντί «βολικών» στα μάτια μας προσώπων. Οπότε πληρώνουμε το τίμημα. Και είναι βαρύ.
Το μέλλον μας ως οικονομίας και κοινωνίας προβάλλει άδηλο και ανησυχητικό, όχι γιατί πράττουμε λανθασμένες κινήσεις, αλλά γιατί δεν πράττουμε και κυρίως γιατί σιωπούμε. Και δεν πράττουμε τη στοιχειώδη ανυπακοή απέναντι στη βουβή ατμόσφαιρα της μελαγχολίας και της μιζέριας, της απαισιοδοξίας και της καθήλωσης. Υποκύπτουμε εντέλει στο φόβο μας και καθόμαστε μαρμαρωμένοι -ή αυτόχειρες δυστυχώς έτσι λένε οι στατιστικές- να περιμένουμε το καινούριο, το διαφορετικό, το άγνωστο, μπορεί και το χειρότερο, να μας σπρώξει μόνο του μπροστά. Στο κενό. Μόνο που τώρα χρειαζόμαστε το «καινό» και ουχί το κενό.
Ο μόνος τρόπος να το ανακαλύψουμε, ο καθένας για τον εαυτό του ξεχωριστά, είναι η ανυπακοή σ' αυτή τη μοιρολατρική στάση. Το παρόν και το μέλλον -μα, ακόμα και το ιστορικό παρελθόν- δεν αλλάζουν με μας να στεκόμαστε παθητικά στο μεταίχμιό τους και να κλαίμε το στραβό το ριζικό μας.
Και αν είναι κάτι ριζοσπαστικότερο όλων, αυτό είναι η σκέψη, τα μονοπάτια που αποφασίζει να ακολουθήσει το μυαλό μας, η καινοτομία που υπάρχει μέσα μας και περιμένει να την ανακαλύψουμε, η αντίσταση στην απάθεια και τη θλίψη. Βλέπω στην οθόνη το Θανάση Βέγγο να παλεύει με ό,τι είναι, να δώσει στους άλλους γέλιο, ακόμη κι αν δεν είναι πια φυσικά παρών. Βλέπω έναν άνθρωπο που κέρδισε την αγάπη όλων εμάς που δεν τον γνωρίσαμε ίσως από κοντά, αλλά αναγνωρίσαμε την πρόθεσή του να μας δώσει τον εαυτόν του. Αυτό μας λείπει τούτη την ώρα: να δώσουμε τον εαυτό μας. Καταρχάς, να ανακαλύψουμε ποιος είναι αυτός ο παραχωμένος στη χοληστερίνη μιας επίπλαστης ευημερίας άνθρωπος που έχει χάσει την ομορφιά τού να σκέφτεται τους άλλους και για τους άλλους. Φοβηθήκαμε μη μας κοροϊδέψουν -μη χάσουμε το δανεικό και υπερχρεωμένο εαυτό μας-, κρατήσαμε τη ζωή μας, λάθος, μήπως ήρθε η ώρα να αλλάξουμε ζωή; Ο Βέγγος το '50 και το '60 δεν είχε παρά να δώσει μόνο τον εαυτό του για να αλλάξει μια στάλα τον κόσμο με την τρεχάλα και το γέλιο του, αυτόν τον εαυτό έχει ο καθένας μας να δώσει στον άλλον. Αρκεί να το θελήσει.

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή", την Παρασκευή 6/5/2011)

Sunday, May 01, 2011

Πρωτομαγιά

photo: scalidi
photo: scalidi
photo: scalidi

photo: scalidi
photo: scalidi

photo: scalidi