Monday, September 08, 2008

Η αμερικανική «αφήγηση» και η ενοχή ως μέσο εξανθρωπισμού


(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 6/9/2008)


«…Αυτό είναι το πραγματικό Αμερικανικό Όνειρο, δεν νομίζετε; Το να μπορείς να ξαναρχίζεις, να αλλάζεις σχήμα, να εξαφανίζεσαι και να επανεμφανίζεσαι ως κάποιος άλλος…».





Μια γυναίκα παγιδευμένη στις ίδιες τις επιλογές της. Αλλά κατά πόσο έχεις άλλη επιλογή από το να γίνεις μια ακτιβίστρια, όταν μεγαλώνεις στην Αμερική του κομμουνισμού της ακαδημαϊκής κοινότητας από γονείς που είσαι το ίδιο τους το «παιδαγωγικό» δημιούργημα; Ο πατέρας της, εγνωσμένης …κοινωνικής αξίας και δράσης. Η μητέρα της, απορροφημένη απολύτως από τον επιδερμικό και άκρως συντηρητικό τελικά εαυτό της. Η κόρη, Χάνα Μάσγκρεϊβ -κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματος «American Darling» που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πόλις, σε μετάφραση του Τάκη Κίρκη- ως μόνη διέξοδο στο κενό της ευζωίας που της παρέχει η άνετη ζωή χωρίς περαιτέρω αντίκρισμα και περιεχόμενο, βρίσκει το ριζοσπαστισμό. «…Από τα παιδικά μου χρόνια, έτσι κατάφερνα πάντα να κάνω την καθημερινή ζωή μου άξια να τη ζήσω: μετατρέποντας την ανία και την απόγνωση σε σκοπό…». Θα καταλήξει μέλος μιας παράνομης ανατρεπτικής οργάνωσης, ζώντας με την ψευδαίσθηση ότι κυριαρχεί η ίδια στις αποφάσεις του βίου της, ότι ελέγχει η ίδια εντελώς την πορεία της. «…όπως συμβαίνει πάντοτε, η πραγματικότητα υποσκέλισε τη φιλολογία, αλλά για ένα διάστημα η καθημερινή μου ζωή είχε τη διαύγεια, την ένταση και τη βεβαιότητα της μυθοπλασίας…». Η πολιτική της Πράξη, λοιπόν, θα την οδηγήσει σε περιπέτειες που δεν είχε φανταστεί ποτέ. «…Να είμαι για πάρτη μου. Ο εαυτός μου…». Ο εγκαθιδρυμένος φόβος μέσα της θα τη σπρώξει σε ένα ταξίδι χωρίς γυρισμό προς την προσωπική της Κόλαση. Ο υλικός Παράδεισος που απαρνήθηκε στην Αμερική, η οικογένεια που άφησε πίσω της η πρωταγωνίστρια, χωρίς ποτέ να κλείσει τους λογαριασμούς της μαζί της με θάρρος και δύναμη και η ανάγκη της να δρα, προκειμένου να υπάρχει και να επιβιώνει, την καταδιώκουν συνεχώς και τη στρέφουν ενάντια στον ίδιο της τον εαυτό, τις καταβολές, τις ρίζες της. «…Η πατρίδα μου, ο εχθρός μου…». Εκείνο που δεν καταφέρνει να νικήσει ποτέ, είναι οι ίδιες της οι ενοχές. Ερινύες που την καταδιώκουν όχι με κάποιον μεταφυσικό ή υπερβατικό τρόπο, αλλά πραγματιστικά μετουσιωμένες στις ίδιες της επιλογές της Χάνα που την φτάνουν στη Λιβερία, ουσιαστικά υποχείριο μιας υπονομευτικής πολιτικής που θέλει τον αφανισμό της. Θα παντρευτεί εκείνον που θα τη φέρει λίγο πιο κοντά στην κατάρρευση του κόσμου μέσα της* του κόσμου εκείνου που προσπάθησε πολύ η ίδια μόνη της να γκρεμίσει, αλλά δεν τα κατάφερε το ίδιο καλά με τις σαρωτικές πολιτικές συνθήκες. Τα όπλα που καίνε, είναι πιο αποτελεσματικά από τις ανατρεπτικές ιδέες της. «…Αναρωτιόμουν αν, όταν εξαφανίστηκαν οι πολιτικές μου πεποιθήσεις, εξαφανίστηκε και η μόνη μου ελπίδα για μια αυτοβιογραφική αφήγηση…».
Ο Russell Banks, συγγραφέας του βιβλίου, κατορθώνει όχι απλώς να εισχωρήσει στη γυναικεία ψυχολογία και να την ενδυθεί επιτυχώς, αλλά να δημιουργήσει μια υποβλητική καθ’ όλα αφήγηση που κόβει την ανάσα του αναγνώστη. Την ασφυξία της ηρωίδας του την υφίστασαι κι εσύ. Ζεις την αγωνία της. Φοβάσαι μαζί της. Νιώθεις ένοχος, επειδή νιώθει κι εκείνη. Η αποτύπωση της αποπνικτικής ατμόσφαιρα της Λιβερίας θυμίζει έναν άλλο εγκλεισμό στην Ουγκάντα του Ίντι Αμίν που περιέγραψε τόσο πειστικά ο Giles Foden στο βιβλίο του «Ο τελευταίος βασιλιάς της Σκωτίας». «…Η χώρα ολόκληρη ήταν ένα κέντρο συναλλαγής. Η διαφθορά κυλούσε από την κορυφή ως τον πάτο…». Ταυτόχρονα, ο Banks αφηγείται και την ιστορία της αμερικανικής κοινωνίας, με τις ιδιαιτερότητες στις δομές της, με τα τρωτά σημεία της πολιτικής της σκηνής, με τις πληγές της κοινωνικής της διαστρωμάτωσης. Ο συγγραφέας αποδομεί εκ των έσω το Αμερικανικό Όνειρο και αποκαλύπτει την ανοσιότητα και ανουσιότητά του. Και το επιτυγχάνει αυτό ξεκινώντας από πάνω προς τα κάτω: από την καλή και παραγωγική κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας και φτάνει μέχρι τα μύχια της διαφθοράς και της σήψης που κρύβεται στο εσωτερικό της. «…Η απόλυτη διαφθορά έχει ένα πολύ καθησυχαστικό και χρήσιμο χαρακτηριστικό: πως είναι απόλυτη…».
Εκείνο που καταφέρνει με αξιοθαύμαστο τρόπο ο δημιουργός, είναι η δύναμη την οποία προσδίδει στην ίδια την ενοχή. Στην πραγματικότητα κατορθώνει να την αναδείξει, υποδόρια και με μαεστρία, σε μέσο ανεύρεσης, κατάκτησης, ανακάλυψης, αποκάλυψης, απόκτησης και διαμοιρασμού της ίδια της ανθρωπιάς: της σημασίας του να είναι κανείς άνθρωπος* και, εννοείται, και ευάλωτος, ακάλυπτος, με μια ψυχή που όσο κι αν εκπαιδευτεί στο Κακό και στη διάπραξή του, μένει μια γωνιά μέσα του που διαφεντεύει την αγάπη για τον Άλλον. «…Άλλωστε, από τα νιάτα μου αυτό ακριβώς δεν αναζητούσα; Την απελευθέρωση των σκλάβων, την ανάσταση των σκοτωμένων, την εκδίκηση για όλους τους προδομένους και τους εγκαταλελειμμένους, ανθρώπους και μη;…».
Η ακτιβίστρια και η θλιβερή της ιστορία είναι μια ψηφίδα μόνο τόση δα στο γράψιμο της αμερικανικής ιστορίας και του ρόλου που διαδραματίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες ως παράγοντας πίεσης και άσκησης εξωτερικής πολιτικής σε διάφορα σημεία του πλανήτη, εν προκειμένω -στο βιβλίο- στην αφρικανική ήπειρο. Ο Russell Banks εστιάζει πάνω της, ώστε να τραβήξει την προσοχή το αναγνώστη με την ιδιαίτερη πλοκή των συμβαινόντων στο μυθιστόρημα, με στόχο να διερευνήσει και ο ίδιος, να αφουγκραστεί, να αναλύσει και τελικά να ανασυνθέσει με τα δικά του μέσα που του παρέχει η λογοτεχνία, την αμερικανική αφήγηση. Την αφήγηση μιας χώρας που όσο κι αν εξωτερικεύει τον ριζοσπαστισμό της και την απέραντη θέλησή της να ελέγξει το μέλλον, τελικά δεν κατορθώνει παρά να χάνει την «ψυχή» της στο όνομα μιας Πράξης και Προόδου που δεν έχουν προηγούμενο και φυσικά συχνά διαθέτουν ένα πολύ σαθρό -και τεχνηέντως νεωτερικό- υπόβαθρο. «…Επιστρέφουμε σε ένα μέρος κυρίως για να μάθουμε γιατί φύγαμε από εκεί. Για τίποτε άλλο. Αυτή είναι η ουσία και όλων εκείνων των νοσταλγικών μυθιστορημάτων…»