Monday, January 19, 2009

Το ραγισμένο πορτραίτο του δημιουργού

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο, 17/1/2009)


Ένα αφήγημα που υπερβαίνει τα εσκαμμένα της φόρμας του και κινείται και στις παρυφές του δοκιμιακού λόγου σε ορισμένα σημεία του. Επικεντρωμένο στην προσωπικότητα της ποιήτριας Laura Riding Jackson, στο περίβλημά του. Στην ουσία του αποπειράται να εισχωρήσει στις πτυχές του ψυχικού τοπίου, του ενδότερου κόσμου του δημιουργού, και δη του λογοτέχνη. Πρόκειται για το τελευταίο βιβλίο του Χρήστου Χρυσόπουλου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη με τον τίτλο «H λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον».
Ο προσδιορισμός στο εξώφυλλο του βιβλίου ως μυθιστορήματος μάλλον άστοχος μοιάζει, όχι μόνο σε ό,τι αφορά τη δομή ή τη μορφή του κειμένου, αλλά και του περιεχομένου του. Το βιβλίο δίνει μια περίκλειστη –σχεδόν ερμητική- ερμηνεία για τη φιγούρα της ποιήτριας που αποποιήθηκε και απαρνήθηκε το ίδιο της το είδωλο στο κάτοπτρο της ποιητικής δημιουργίας. Καταργείται η μυθιστορηματική του βάση –αν και ως όχημα και πρόσχημα διατηρούνται κάποια μυθοπλαστικά στοιχεία-, αφού δεν ξυπνά την αμφιβολία, δεν δημιουργεί νέα ερωτήματα και ερωτηματικά, δεν αναζητά. Μόνο δίνει μια εκδοχή στενή, περιορισμένη και αρκετά αφηρημένη. Θα έχει ασφαλώς τους λόγους του να το κάνει αυτό ο Χρήστος Χρυσόπουλος.

Δεν θα επιχειρήσω να δώσω ερμηνεία, αλλά θα διατυπώσω ορισμένα «γιατί», ίσως παραπάνω απ’ όσα δικαιούμαι. Γιατί ένας συγγραφέας με ταλέντο και διάθεση να ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους, γράφει σαν να μη θέλει να αφορά το έργο του τους άλλους, εκτός σιναφιού; Γιατί μοιάζει να μην τον ενδιαφέρει ο Άλλος; Γιατί να απασχολεί τόσο έντονα τον ίδιο το δημιουργό η ιδιοσυγκρασία του δημιουργού εν γένει και τα συστατικά της, όταν υπάρχει το έργο, η ίδια η δημιουργία και τον περιμένουν; Είναι σαν τις αυτοπροσωπογραφίες των ζωγράφων. Άλλες είναι απλώς ναρκισσιστικές και άλλες απέραντα διεισδυτικές.
Η ιδιότυπη αυτοαναφορικότητα του Χρυσόπουλου νομίζω ότι τον εγκλωβίζει σε μια εγωιστική στη βάση της γραφή που ξαναγυρίζει συχνά κι επίμονα στον εαυτόν της. Εγώ περιμένω μήπως και εξαντλήσει ο συγγραφέας αυτή την εμμονή του –και σπάσει τον καθρέφτη, προτού σπάσει το είδωλο από τις αντανακλάσεις-, γιατί έξω ο κόσμος καίγεται και ο ίδιος φαίνεται να νομίζει ότι έχει την πολυτέλεια να περιεργάζεται το είδωλό του σε κάτοπτρα που θα χρησίμευαν στους Άλλους για να καταλάβουν καλύτερα, να ψάξουν, να αναρωτηθούν, να παρηγορηθούν, να συγκινηθούν, να συναντήσουν τον ίδιο μέσα στη λογοτεχνία του, τέλος πάντων. Γιατί αυτό δεν είναι η λογοτεχνία; Μια συνάντηση και μάλιστα ακριβή και ιδιαίτερη.