Wednesday, December 27, 2006

Το κινητήριο δίπτυχο της ζωής και της ύπαρξης

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή της 23ης Δεκεμβρίου 2006)



Ένας λογοτέχνης που έχει χρησιμοποιήσει και «ακονίσει»στο έπακρο τις αισθήσεις του αναγνωστικού κοινού, με το κορυφαίο εκείνο μπεστ σέλερ, «Το άρωμα», στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ο Πάτρικ Ζίσκιντ, επιχειρεί με ένα δοκίμιο να ιχνηλατήσει δύο «σκοτεινές» -με την έννοια της αδυναμίας προσέγγισης και διερεύνησης (άλλωστε όσο καλεί όσφρηση κι αν διαθέτεις, αναγνωστική ή λογοτεχνική, δεν σε βοηθά καθόλου με τα προαιώνια ερωτήματα)- τοποθεσίες της ανθρώπινης ύπαρξης. Με το κείμενό του που φέρει τον, απολύτως προφανή για το θέμα, τίτλο «Για τον έρωτα και το θάνατο» και το οποίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός σε μετάφραση Μαρίας Αγγελίδη, προσπαθεί να συμπυκνώσει όλη την ανθρώπινη σοφία για το ζήτημα και να την παρουσιάσει στον αναγνώστη του. Εδώ φυσικά γεννάται και το ερώτημα: τι ξέρει ο άνθρωπος για τον έρωτα και το θάνατο ή τι ξέρουν παραπάνω οι φιλόσοφοι από τους υπόλοιπους για το θέμα αυτό; Η απάντηση εύλογα κοινότοπη (Απολύτως τίποτε, δηλαδή) θα την λάβει ο αναγνώστης αφού διαβάσει το πόνημα του Ζίσκιντ, του οποίου ούτε οι επικλήσεις προς το Σωκράτη για βοήθεια δεν κατορθώνουν να καταστούν ιδιαίτερα αποτελεσματικές...
«...Αλλά είναι μάλλον πιο λογικό να μιλάμε για μια παροδική αποβλάκωση του ανθρώπου, αποβλάκωση οφειλόμενη στον έρωτα. Όπως όλοι ξέρουμε, είναι αδύνατο να συζητήσει κανείς λογικά μ’ έναν ερωτευμένο -και μάλιστα για το αντικείμενο του έρωτά του. Καλοπροαίρετες παρατηρήσεις, ακλόνητα επιχειρήματα, αναμφισβήτητες αλήθειες, όλα πηγαίνουν στο βρόντο όταν συγκρούονται με το μεγάλο Αλλά του: «Αλλά τον (ή την) αγαπώ!...» Αυτή είναι και η μόνη σταθερή αλήθεια περί έρωτος που μπορεί να την παραδεχτεί ο καθένας και δεν επιδέχεται απολύτως καμία αμφισβήτηση.
Κατά τα άλλα, δεν λέει και τίποτα καινούριο ο συγγραφέας για τον έρωτα και το θάνατο, περισσότερα είχε πει στο πασίγνωστο μυθιστόρημά του «Το άρωμα» είναι η αλήθεια, ωστόσο κάνει τη φιλότιμη προσπάθεια να οργανώσει τη σκέψη μας με γόνιμο τρόπο: «...από τις απαρχές του πολιτισμού ο άνθρωπος ως καλλιτέχνης (και από την εποχή του Ορφέα ως ποιητής) με ελάχιστα θέματα ασχολήθηκε τόσο επίμονα όσο με τον έρωτα. Διότι οι ποιητές, ως γνωστός, δεν γράφουν γι’ αυτά που ξέρουν, αλλά ακριβώς γι’ αυτά που δεν ξέρουν...»
Το σημείο που παρουσιάζει ενδιαφέρον είναι ο συγκριτικός παραλληλισμός της ιστορίας του Ορφέα και της Ευρυδίκης με την προσωπικότητα και την πορεία του Ιησού. Ο αναγνώστης μπορεί να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα και ιδίως για το ερώτημα, αν θέλει να παραμείνει άνθρωπος ή να απογίνει θεός. Θα μου επιτρέψετε να υποστηρίξω ότι το πρώτο είναι ιδιαζόντως δύσκολο την εποχή που ζούμε και αποτελεί επιτυχία μέγιστη, αν όχι ευλογία για κείνον που το κατορθώνει. Το δεύτερο, άλλωστε, το ισχυρίζονται πολλοί ότι το κατακτούν ή το κατέκτησαν, γραφικοί ή τρελοί και ακόμη περισσότεροι ότι θέλουν να το κατακτήσουν. Δηλαδή, θεοί, πολλοί εζήτησαν να γίνουν, άνθρωποι, ελάχιστοι. Κι αυτό λέει κάτι. «...Η ιστορία του Ορφέα μας συγκινεί μέχρι σήμερα επειδή είναι η ιστορία μιας αποτυχίας. Η υπέροχη προσπάθεια να συμφιλιωθούν μεταξύ τους οι δύο αινιγματικές θεμελιακές δυνάμεις της ανθρώπινης ύπαρξης, ο έρωτας και ο θάνατος...»

Η βίαιη ανακωχή με το παρελθόν

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή της 16ης Δεκεμβρίου 2006)


«...Το δέρμα, η όψη της, ένας χιλιοπαιγμένος δίσκος. Εκείνη η παλιά μελωδία του έρωτα που με ηλέκτριζε ως το μεδούλι των οστών, τώρα ένα διαρκές γρατσούνισμα από τη βελόνα που σκάβει το ίδιο αυλάκι επί δέκα συναπτά έτη...»



Το επιτάσσει η εποχή με τους ρυθμούς της να μένει πίσω το παρελθόν και να μην πολυσυγκινεί κανέναν, καμιά φορά ούτε και τους ίδιους τους πρωταγωνιστές του. Είναι οι καταστάσεις και οι άνθρωποι που τρέχουν, ιδίως αυτοί οι τελευταίοι ισχυρίζονται ότι τρέχουν να προλάβουν το τρένο της ζωής τους. Το παράδοξο είναι ότι συχνά αυτό παραμένει πεισματικά ασάλευτο, ακόμη κι αν οι επίδοξοι επιβάτες του κινούνται με κινηματογραφικές ταχύτητες Βέγγου, λες, υπακούοντας σε κείνη τη φιλοσοφική ατασθαλία του Ζήνωνος του Ελεάτη.
Η «Λευκή πετσέτα στο ρινγκ» το τελευταίο μυθιστόρημα του Νίκου Δαββέτα που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κέδρος, επιχειρεί να δείξει την ανακωχή με το παρελθόν που επιτυγχάνει για τους ανθρώπους και το ιστορικό γίγνεσθαι, ο ίδιος ο χρόνος, με την αμείλικτη τροχιά του που διαγράφει όπως εκείνη θέλει την έννοια του σημαντικού και του φλέγοντος. «...Γιατί μπορεί η δημοσιογραφία να είναι -όπως μας έλεγαν- «η τέχνη του επείγοντος», όμως δεν υπάρχει τίποτα πιο επείγον από την ίδια σου τη ζωή, ιδιαίτερα όταν τη βλέπεις να φεύγει μέσα από τα χέρια σου...»
Ο ήρωας της ιστορίας του Δαββέτα, ένας δημοσιογράφος, θα αλλάξει τις προτεραιότητές του, με την ευκαιρία και την αφορμή ενός αφιερώματος για τον Εμφύλιο που του αναθέτει το περιοδικό στο οποίο εργάζεται. Θα αναγκαστεί να δει τον ίδιο του τον εαυτό μέσα από τα κάτοπτρα των ιστορικών εκδοχών που περνούν μπροστά από τα μάτια του, χάρη στις διηγήσεις των φερόμενων ως πρωταγωνιστών εκείνων των γεγονότων του 1944, και θα αφήσει το δηλητήριο που έχει στοιχειώσει τις μεταπολεμικές γενιές να βρει αυλάκι να κυλήσει από μέσα του, με τα παράπονα της δικής του ζωής, έξω από το σώμα του, αφού πρώτα βασανίσει δεόντως ένα από τα ζωτικά όργανά του, εκείνο που χαρακτηρίζει την ανδρική του φύση, τον προστάτη.
«Εκείνο που μας πονάει ακόμη δεν είναι τα κτήματα που χάσαμε, δεν είναι οι άνθρωποί μας που σκοτώθηκαν, δεν είναι η εξουσία που μας την άρπαξαν μέσα από τα χέρια, είναι το μίσος. Τόσο μίσος από συγχωριανούς, γειτονόπουλα που μεγαλώσαμε μαζί, φάγαμε από το ίδιο πιάτο... Πού βρέθηκε τόσο μίσος;»
Σ’ αυτό το βιβλίο του συγγραφέα, το παρελθόν γίνεται ένα φίλτρο για να καθαρίσει το τοπίο του σήμερα στα μάτια του πρωταγωνιστή του μυθιστορήματός του. «...το μόνο σοβαρό χρόνιο νόσημα που με βασανίζει εδώ και καιρό είναι η ίδια μου η ζωή...» Έχει λόγο εδώ ο ήρωας -κι ας είναι και εσωτερικός μονόλογος-, είναι σε θέση να αντιδράσει ακόμη και με την παθητικότητά του κάποτε, ακόμη και με τις σπαρακτικές διαπιστώσεις του ματαιωμένου του βίου «...Ζωές απόντων προσπάθησα να ζήσω. Τίποτα το ολοκληρωμένο...» Σε αντίθεση με την αμέσως προηγούμενη νουβέλα του Δαββέτα, «Το θήραμα» όπου εκεί τα γρανάζια της Ιστορίας συνέθλιβαν τους πρωταγωνιστές και η τραγωδία δεν υπονοούνταν, αλλά άπλωνε αδίστακτα το πένθος της σαν φωτογραφικός φακός που απαθανατίζει αμετάκλητα. Μια κι έξω.
Η οξεία ευαισθησία του συγγραφέα παρούσα απολύτως σ’ αυτό το μυθιστόρημα διαπερνά σαν δριμεία υγρασία και νοτίζει τις λέξεις του. Κάπου στη μέση της ανάγνωσης του «Λευκή πετσέτα στο ρινγκ» ένιωσα ότι έλειπε από το βιβλίο η δυναμική και το νεύρο της γλώσσας που χαρακτήριζαν τη νουβέλα του «Το θήραμα». Έβλεπα το χειρισμό του θέματος από το συγγραφέα κάπως αμήχανο και δειλό. Σαν να προσπαθούσε να του δώσει μια πολιτική ορθότητα, ανορθόδοξη με το ζήτημα με το οποίο είχε καταπιαστεί. Με τη ολοκλήρωση της ανάγνωσης, είχα αλλάξει γνώμη. Η χλιαρότητα του ήρωα ήταν η χλιαρότητα της εποχής μας. Διόλου παράδοξο. Η ειδοποιός διαφορά των παθών του παρελθόντος με τους ανάλατους καιρούς που διανύουμε, με την πολιτική ορθότητα του σύγχρονου κόσμου που προσπαθεί να αποκαθάρει τα πάντα ακόμη και από κάτι ζωτικής σημασίας: την αλήθεια.
Είναι σαν να μην έχει πια καμιά χρησιμότητα η αλήθεια, δεν μοιάζει να είναι απαραίτητη σε κανέναν, καθώς το βάρος των απωλειών που επισύρει είναι δυσβάσταχτο για το απολύτως αντιηρωικό σήμερα, το τόσο εμπαθώς απαθές. «...Η προσχεδιασμένη αποκάλυψή του ήταν ένα γερό χτύπημα κάτω από τη μέση. Από εκείνη τη στιγμή, δε μ’ ενδιέφερε πια να διαπιστώσω ποιος τελικά κρατούσε την άκρη σ’ αυτό το μπερδεμένο κουβάρι των εκτελέσεων. Δεν είχα την πολυτέλεια γι’ άλλες απώλειες. Σύρθηκα έξω από το κανναβάτσο πριν ο διαιτητής αρχίσει να μετρά ως το δέκα...»
Είναι η στιγμή που το λευκό πανί πέφτει ανάμεσα στις δύο αντιμαχόμενες πλευρές, το πριν και το τώρα, το μέσα μας και το έξω μας, και επιχειρεί να επιτελέσει χρέη ειρηνευτικής δύναμης. Να τα βοηθήσει να συμφιλιωθούν, δείχνοντας κατάφορα την αποτυχία και των μεν και των δε: δηλαδή, και του παρελθόντος να περάσει αλώβητο στο σήμερα, διατηρώντας την αίγλη και τη σημασία του, αλλά και του παρόντος να πορευτεί μοναχό, χωρίς δεσμά εμφυλιακά να το πνίγουν, να το στραγγαλίζουν, να του στερούν τον αέρα της ζωής να αναπνεύσει. «Τελικά είμαστε αυτό που θυμόμαστε...»


(Καλώς σας βρίσκω πάλι όλους. Χρόνια πολλά και καλά!)

Saturday, December 16, 2006

Διάλειμμα για διαφημίσεις...

Μια εβδομάδα περίπου χωρίς η οθόνη να τρεμοπαίζει μπροστά στα μάτια μου...Βέβαια, αφού η λιακάδα με έχει τυφλώσει. Λιακάδα νύχτα μέρα. Και αργοσύνη, το αντίθετο του βιασύνη. Δεν βιάζεται κανείς για τίποτα. Ούτε κι εγώ...Σας στέλνω λίγη εκτυφλωτική ναυπλιώτικη λιακάδα, βγάλτε τα γυαλιά ηλίου και νιώστε τη. Μην βιαστείτε για λίγο κι εσείς για τίποτα.

Thursday, December 07, 2006

Εν αδεία ...διόλου ποιητική

Το μπλογκ είναι στην ευχάριστη θέση να δηλώσει ότι θα καταφέρει να πάρει τη χειμερινή του άδεια και θα φύγει για την "εξορία". Επιτέλους! Θα μου λείψετε μεν, αλλά θα σας επισκέπτομαι πού και πού να βλέπω τι γράφετε και τι συζητάτε μεταξύ σας. Μπορεί και να λέω κι εγώ την κουβεντούλα μου. Θα είμαι πάλι μαζί σας full time από 26/12. Μέχρι και την ερχόμενη Δευτέρα μπορείτε να με βρείτε στα μπλογκ να γυρνάω ασκόπως, μετά θα σιγήσω να ξεκουραστώ λιγάκι. Επιστρέφοντας θα σας φέρω αέρα αργολικό... Καλά Χριστούγεννα να περάσετε όλοι σας, αν και εγώ δεν είμαι καθόλου fan. Εις το επανιδείν!

Η καρδιά του ξένου

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί το Σάββατο 9/12/2006 στη Φιλολογική Βραδυνή)



«...Εμείς οι μυθιστοριογράφοι το γνωρίζουμε καλύτερα από τον καθένα. Κανένας δεν σκαρώνει μια φενάκη με σκασμένα λάστιχα, παλιοσίδερα και μπάζα. Χρειάζεται και η αυταπάτη το λούσο της. Εάν η εικόνα της φυσικής μου μητέρας δεν ταίριαζε με την εικόνα που είχα προσχεδιάσει, τόσο το χειρότερο για την εικόνα που είχα προσχεδιάσει...»




Μικρή, έπαιζα ένα παιχνίδι, εκβιαστικό ψυχολογικά απολύτως. Προς τη μητέρα μου, για να περάσω το δικό μου. Ισχυριζόμουν, εγώ η μικρή τύραννος, μεγαλοφώνως και επίμονα σε εκνευριστικό βαθμό ότι είμαι υιοθετημένο παιδί -προτιμούσα από τους τσιγγάνους, στην παιδική μου αλλά δηλητηριώδη γλώσσα, γύφτους τους έλεγα- και όχι αίμα από το αίμα των δικών μου. Η καθησυχαστική απάντηση γεμάτη καλοσύνη από τη γυναίκα απέναντί μου που τύγχανε να είναι η φυσική μου μητέρα κι ας την έλεγα εγώ ξένη, ερχόταν αμέσως: «Μα, πουλάκι μου, εμείς σε αγαπάμε ό,τι κι αν είσαι». Η ολοφάνερη ομοιότητά μου με τους φυσικούς μου γονείς δεν μου άφηνε περιθώρια να συνεχίζω μεγαλώνοντας το ανόητο κανιβαλικό μου παίγνιο το οποίο δεν χρειαζόμουν άλλωστε πια και έτσι βυθίστηκε στη λήθη του. Μέχρι που το ανέσυρε από εκεί ένα βιβλίο. «Η καλοσύνη των ξένων» (Εκδόσεις Μεταίχμιο), μια αληθινή ιστορία, του Πέτρου Τατσόπουλου.

Ένα βιβλίο που ενώ το άνοιξα στην πρώτη του σελίδα έτσι για να ρίξω μια ματιά ένα βράδυ, δεν κατόρθωσα να το αφήσω από τα χέρια μου παρά λίγες ώρες μετά, ξημερώματα, οπότε και ολοκλήρωσα την ανάγνωσή του. Ύστερα, είχα μια αμηχανία τι να γράψω γι’ αυτό το βιβλίο, τι να πω για μια αληθινή ιστορία, με ποιο δικαίωμα να εκφέρω γνώμη ή άποψη για ένα βιβλίο που φόρα παρτίδα εξιστορεί τη ζωή του συγγραφέα του και την περιπέτειά του ως παιδιού, πρώτα νόθου κι ύστερα υιοθετημένου. Σκέφτηκα ότι μια συνέντευξη με τον ίδιο το δημιουργό θα με έβγαζε από τη δύσκολη θέση, καθώς φυσικά θα περιερχόμουν σε μία άλλη ακόμη δυσχερέστερη: τι να ρωτήσω τον άνθρωπο, πώς να ρωτήσω, πώς να μην αγγίξω κάτι που πονάει, αν πονάει...Εγκατέλειψα κι αυτό το ενδεχόμενο. Είπα να πολεμήσω το φόβο μου και να γράψω αυτό ακριβώς που ένιωσα εγώ κλείνοντας το βιβλίο: με έκανε με έναν τρόπο να ξεφοβηθώ τον άλλο, τον ξένο, την υιοθεσία, την καλοσύνη και τα αντίθετά τους βέβαια, δηλαδή εμένα, τον εαυτό μου, τη φυσική γονική μέριμνα (παράδοξος μου φαίνεται ο όρος γραμμένος), την κακία.

Αυτό το βιβλίο ένιωσα ότι στο ζουμί του, στο μεδούλι του περιείχε την καρδιά αυτού που αισθάνεται παντού ξένος. Είναι πάντα ο Άλλος, μπαίνει στη θέση του άλλου, του όποιου άλλου. Με έναν παράδοξο τρόπο, δεν στάθηκα στην προσωπική ιστορία και τις περιπέτειες του Τατσόπουλου, θα μπορούσε να είναι η ιστορία ενός οποιουδήποτε άλλου παιδιού, ακόμη και η δική μου, αν τα είχε φέρει αλλιώς η ζωή. Έμεινα, όμως, στο πώς ειπώθηκαν αυτά από το συγγραφέα, στο πώς χειρίστηκε ο ίδιος τα βιώματά του λογοτεχνικά για να πουν μιαν αλήθεια, τη δική του σε πρώτη ανάγνωση και ταυτόχρονα του ίδιου του αναγνώστη του. Το θέμα του είναι ο ίδιος, είναι ο μικρός Πέτρος που μεγαλώνει και αποκτά κι αυτός δικό του παιδί, αλλά το βλέπει από την απόσταση που αρμόζει σε έναν καλό συγγραφέα. Το θέμα του είναι πικρό και δύστροπο και στενάχωρο και λυπητερό, ο ίδιος ωστόσο παίρνει όλο το βάρος και το σηκώνει εκείνος που το ‘ζησε, κι αφήνει τον αναγνώστη του ακόμη και να χαμογελάσει με το χιούμορ και την ειρωνεία και το σαρκασμό του.

Ανήκω στους αναγνώστες που δεν βρίσκω τον εαυτό μου στην ιστορία του Τατσόπουλου, δεν ταυτίζομαι με τον ήρωα -δεν θα μπορούσα εκ των πραγμάτων, αφού δεν είχα ζήσει κάτι ανάλογο, παρά τις παιδικές μου ψευδομαρτυρίες- παρά μόνο στο κλάμα για την ταινία εκείνη με τη Μαντόνα και το Ρούπερτ Έβερετ. Αλλά συνάντησα το συγγραφέα και κάπου αλλού, εκεί στα τελευταία τέσσερα κεφάλαια που πρέπει να τα διαβάσουν όλοι οι αναγνώστες που κρατούν το βιβλίο στα χέρια τους και φροντίζει ο ίδιος να τα διαβάσουν διατηρώντας την επαγρύπνησή τους μέχρι τέλους. Αποφάσισα στο τέλος ότι η αφήγηση της ιστορίας του Τατσόπουλου κρύβει κάτι άλλο εκτός από την προφανή και απολύτως κατανοητή, αν ισχύει, πρόθεση να βγάλει από πάνω του αυτό το βάρος ζωής, ως ενός άλλου ανάμεσα σε ξένους, ως ενός ξένου ανάμεσα σε άλλους: είναι η πρόθεση να σε κάνει να ξεφοβηθείς τον άλλον, να τον αγαπήσεις, να τον νοιαστείς αληθινά, να τον προσεγγίσεις, να τον βοηθήσεις αν μπορείς, χωρίς να μένεις απλώς εκστατικός μπροστά στην «ακηδία των αριθμών» και των στατιστικών* χωρίς μόνο να νιώθεις αποτροπιασμό και αηδία για την κατάντια της ανθρωπότητας που πουλάει παιδάκια, τα σκοτώνει με την πείνα και τη δίψα, τα εκπορνεύει, τα χωρίζει από τους δικούς τους, τα οδηγεί στο δρόμο, τα στέλνει ταχύτερα στους ουρανούς, ταλαιπωρημένα και μόνα, ξένα και άλλα* χωρίς μόνο να σταθείς στην προσωπική ιστορία ενός συγγραφέα και να ανοίξεις τα μάτια σου να δεις τι γίνεται πέρα από τη μύτη σου και την καλοβολεμένη ζωούλα σου. «...Είναι βολικά τα παιδιά. Είναι φιλότιμα. Αργά ή γρήγορα όλα κλαίνε. Κλαίνε και οι μεγάλοι. Αυτοί οι μικρομέγαλοι, τέλος πάντων, οι ακατανέμητοι. Ευσυγκίνητοι άνθρωποι. Μπήγουν τα γέλια. Μπήγουν τα κλάματα...Οι πιο τυχεροί πεθαίνουν. Οι λιγότερο τυχεροί μεταφέρονται στα νοσοκομεία. Τα νοσοκομεία είναι αποθήκες. Μπορείς να εναποθέσεις εκεί αμέτρητες σακούλες με ανθρώπους που ουρλιάζουν...»

Είναι η καρδιά του άλλου, του ξένου, αυτό το βιβλίο που άμα θες την ανοίγεις και μπαίνεις μέσα, άμα θες την κρατάς ερμητικά κλειστή και μένεις απέξω κι εσύ μόνος και ξένος, να ωρύεσαι σαν μικρό κακομαθημένο παιδί ότι είσαι υιοθετημένο, παιδί ενός άλλου κόσμου, όχι του δικού σου και δεν σε αφορά αυτός ο κόσμος, αφού δεν σε περιλαμβάνει, αφού εσύ αποφασίζεις με την αδιαφορία σου να μην τον αποτελείς.

Tuesday, December 05, 2006

Λογοκλοπή (mea culpa) ή αλλιώς, κλεμμένη προμετωπίδα

"...Γράφουμε γιατί είμαστε ανίκανοι να ζήσουμε. Αγαπάμε γιατί νοσταλγούμε ένα Θεό. Κάθε βιβλίο μια αποτυχία. Κάθε έρωτας μια φυγή. Μπορούμε να φέρουμε κάτι εις πέρας μόνο με κόλπα, μπορούμε να ζήσουμε μόνο πλαγίως. Δεν βρισκόμαστε ποτέ εκεί που νομίζουμε. Ο πόθος μας είναι ταγμένος στην αλητεία. Η θέλησή μας δεν έχει κανένα βάρος. Εντούτοις, καμιά φορά μάς έρχονται νέα από το αιώνιο. Τα φώτα που πέφτουν σ' ένα πρόσωπο. Ο κεραυνός που χτυπάει το μελάνι..."

Κριστιάν Μπομπέν, "Η Φάλαινα με τα πράσινα μάτια"

Friday, December 01, 2006

Αρετή

Η δόξα και η αρετή ορισμένων ανθρώπων είναι ότι γράφουν καλά*
για μερικούς άλλους είναι ότι δεν γράφουν καθόλου.

JEAN DE LA BRUYERE