Tuesday, February 26, 2008

Φάουστ



Για το παιχνίδι του πολυαγαπητού librofilo
τον οποίο και ευχαριστώ ιδιαίτερα για το κάλεσμα.

Το απόσπασμα από το βιβλίο (ΦΑΟΥΣΤ, Γκαίτε- Εκδόσεις γράμματα, μετάφραση Κωνσταντίνος Χατζόπουλος) που βρίσκεται μπροστά μου, από τη σελίδα 123 συγκεκριμένα, είναι:

"ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ:
Θεέ μου! ο άνθρωπος αυτός

πόσα δεν ξέρει, πόσα! Πώς
στέκω μπροστά του με ντροπή
και λέγω ναι σ' ό,τι κι αν πει.
Ανήξερο, φτωχό είμαι πράμα,
σε με
τι βρίσκει μου είναι θάμα.

(Φεύγει)"

Monday, February 25, 2008

Οι περιπέτειες ενός εμιγκρέ στο Παρίσι του Μεσοπολέμου

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο 23/2/2008)

«…Έχω λεβαντίνικη και ταπεινή καταγωγή, είμαι ένα κράμα ελληνικού και ιταλικού αίματος, αυτό που εσείς ονομάζετε μέτοικο. Δεν τις ξέρετε εσείς αυτές τις οικογένειες των περιπλανώμενων, που σπέρνουν παντού και τραβάνε δρόμους τόσο διαφορετικούς, ώστε κάποιοι που ανήκουν στην ίδια γενιά αλλά βρίσκονται σε διαφορετικά μέρη να πουλάνε χαλιά και καρύδες με μέλι στις πλαζ της Ευρώπης, και κάποιο άλλοι να είναι πλούσιοι, μορφωμένοι, στο Λονδίνο, στη Νέα Υόρκη, κι ούτε να γνωρίζονται μεταξύ τους. Έχουν το ίδιο όνομα και αγνοούν ο ένας την ύπαρξη του άλλου…»



Η ασθμαίνουσα ανάσα του κυνηγημένου ζώου, ο φόβος του ξένου ανάμεσα σε ξένους, η αδρεναλίνη που εκκρίνεται στον αγώνα της επιβίωσης και της αυτοσυντήρησης, διαπερνούν τις γραμμές στο μυθιστόρημα της Ιρέν Νεμιρόβσκυ, «Ο κύριος των ψυχών» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη, σε μετάφραση της Έφης Κορομηλά και με πρόλογο των Ολιβιέ Φιλιππονά και Πατρίκ Λιενάρντ. Να σημειώσω ότι η μετάφραση διατηρεί ένα ρυθμό και νεύρο στην αφήγηση που κάνει την ανάγνωση δύσκολο να διακοπεί.

Είναι οι περιπέτειες ενός ξένου και κυνηγημένου ακόμη και από τον ίδιο του τον εαυτό. «…Πουθενά ακόμη δεν είχε νιώσει ότι βρισκόταν στο σπίτι του…»Είναι εκείνος που θα αναγκαστεί να πουλήσει την ψυχή του, μήπως και βρει την πολυπόθητη ισχύ που θα του εξασφαλίσει το σεβασμό που δεν μπορεί να κερδίσει φυσικά με την ταπεινή καταγωγή του ούτε καν με την ιατρική του ιδιότητα. «…Γι’ αυτούς, ήμουν ένας ανέστιος, ο Έλληνας, ο ξένος, ο άπιστος…» Ο βωμός του κέρδους θέλει θυσίες που ο Ντάριο Άσφαρ ευχαρίστως θα προσφέρει, καταπατώντας τους ιερότερους όρκους της ζωής του, προκειμένου να πάψει να ζει στη λάσπη και τη μιζέρια του ανώνυμου και ανυπεράσπιστου πλήθους. Η πείνα του θα γίνει ο κινητήριος μοχλός της ανόδου του στην υψηλή κοινωνία της Γαλλίας στα χρόνια του Μεσοπολέμου. Και η πείνα δεν γνωρίζει κανένα ιερό και όσιο. «…Δεν υπάρχει τίποτα να φοβάμαι τόσο όσο τη φτώχεια. Όχι μόνο επειδή τη γνώρισα, αλλά επειδή πριν από μένα τη γνώρισαν και γενιές ολόκληρες δυστυχισμένων. Ναι, κουβαλάω μέσα μου μια ολόκληρη γενιά πεινασμένων* δεν έχουν χορτάσει ακόμη, δε θα χορτάσουν ποτέ!…»

Ο ήρωας της Νεμιρόβσκυ πλάθεται μέσα από το σφρίγος και τον παλμό μιας γραφής που δεν έχει να κάνει σε τίποτα με την κακώς εννοούμενη «γυναικεία». Στο πέρας της ανάγνωσης, άνετα μπορεί να πιστέψει ο αναγνώστης ότι την ιστορία αυτή του τη διηγήθηκε ένας άντρας. Είναι τα στοιχεία εκείνα του κυνισμού που αποκαθάρουν το κείμενο από οτιδήποτε περιττό ή άτοπα συναισθηματικό που θα αφαιρούσε από την αξιοπιστία του κεντρικού της πρωταγωνιστή.

Η οξυδέρκεια της συγγραφέως και ο τρόπος της να εμβαθύνει στην ουσία προχωρά το βιβλίο της λίγο παραπέρα: να καταστεί ένα προφητικό κείμενο. Το μυθιστόρημα γράφτηκε ένα-δυο χρόνια πριν το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά ήδη ο ήρωας του βιβλίου, Φιλίπ Βαρντ, στους εφιάλτες του βιώνει τη φρίκη του πολέμου που θα επακολουθούσε. Συγκινητικό να διαπιστώνει ο αναγνώστης ότι το γυναικείο ένστικτο της Ιρέν Νεμιρόβσκυ –που βρίσκει χώρο να υπάρξει στο κείμενο- βλέπει από νωρίς το κακό που πλησιάζει και που τελικά θα της στερήσει και τη ζωή της ίδιας, αφού πέθανε σε ναζιστικό στρατόπεδο συγκεντρώσεως λόγω της εβραϊκής καταγωγής της. «…Η φυγή ήταν γι’ αυτόν το μόνο επιθυμητό γιατρικό. Εκεί που άλλοι δουλεύουν περισσότερο ή ψάχνουν να βρουν τη λήθη στο κρασί ή στις γυναίκες, εκείνος ονειρευόταν γρήγορα τρένα και ξένες πόλεις, κι ας ήξερε καλά ότι μόνο δυστυχία και φτώχεια θα ‘βρισκε και σ’ αυτές, αλλά μια φτώχεια αλλιώτικη, ίσως…»

Ο κοινός τόπος της δημιουργού με τον πρωταγωνιστή του βιβλίου είναι η ψυχολογία του ξένου και αποδιωγμένου, εκείνου που τίθεται στο περιθώριο. Κι εκείνη έφυγε με την οικογένειά της από την Αγία Πετρούπολη, με την Οκτωβριανή Επανάσταση, έζησε ένα χρόνο στη Φιλανδία και ύστερα βρέθηκε στο Παρίσι όπου και σπούδασε στη Σορβόνη. Η διαφορά της είναι ότι εκείνη είχε την οικονομική άνεση και τη πολυτέλεια να μην υποστεί όλες αυτές τις ταλαιπωρίες που περνάει ο Ντάριο Άσφαρ και δικαιολογούν μέχρι ένα σημείο την πορεία του προς την τέλεια ηθική κατάπτωση. «…Τον ίδιο λαχνό που η μοίρα είχε τραβήξει για όλους αυτούς, για τον λεβαντίνικο συρφετό, για τους αδερφούς του, είχε τραβήξει και για τον ίδιο από τα παιδικά του κιόλας χρόνια, τον λαχνό μιας ζωής με τυχοδιωκτισμούς και κομπίνες…» Ωστόσο, ήξερε καλά η ίδια τι σημαίνει να μην σε αποδέχονται και να νιώθεις ότι δεν βρίσκεις απάγκιο πουθενά, αφού ακόμη κι όταν είχε αναγνωριστεί η ίδια ως σημαντική συγγραφέας, το 1938 αρνήθηκαν σε κείνη και την οικογένειά της να πάρει τη γαλλική υπηκοότητα.

«Ο κύριος των ψυχών» όπου βρίσκει κανείς και τη μόδα της εποχής, την ψυχανάλυση, να τίθεται στο στόχαστρο της δημιουργού, ανασυνθέτει λογοτεχνικά και ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον ψηφιδωτό της κοινωνίας, της τάχα μου υψηλής που διψά για χρήμα, αναγνώριση, σεβασμό. Οι κοσμικοί κύκλοι της εποχής και ο ειρωνικός τρόπος που ανιχνεύει τις συμπεριφορές τους η Νεμιρόβσκυ, θυμίζει σε πολλά σημεία και τον ομότεχνό της Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, τον πιο «ευρωπαίο» από τους αμερικανούς συγγραφείς, ο οποίος –τι ειρωνεία!- στην Ευρώπη αντιμετωπίζονταν ως «ο Αμερικανός» και στην Αμερική ως «ευρωπαϊκού» αέρα και νοοτροπίας δημιουργός. Μόνο που στη Νεμιρόβσκυ δεν θα βρούμε τον κοσμοπολιτισμό και τη λάμψη των διαμαντιών, αλλά το χλευασμό μέσα από ένα πρίσμα ηθικής θεώρησης του «σάπιου κόσμου» που βρίσκεται πίσω από την απαστράπτουσα επιφάνεια.

Ο τσαρλατάνος γιατρός που μεταβλήθηκε από ένα σημείο κι ύστερα ο βασικός ήρωας του βιβλίου, «ο κύριος των ψυχών» αυτοπροσώπως, του οποίου τις υπηρεσίες αναγνωρίζει η σαθρή ψευτιά των κοσμικών μόνο όταν ενδυθεί την αντίστοιχη υποκρισία κι εκείνος από την πλευρά του, έρχεται αντιμέτωπος –χωρίς πολλούς ενδοιασμούς μπροστά στην πείνα που καραδοκεί, είναι η αλήθεια- με τον ίδιο του τον εαυτό: να ξεπουλήσει την ιατρική του τιμή για μια χούφτα φράγκα που θα τον βγάλουν από τα χρέη του. Ο γιος του, ο καλοζωισμένος νεαρός που δεν γνώρισε τη φτώχεια και την ανέχεια, θα γίνει ο καθρέφτης της συνείδησής του, αλλά θα την απαρνηθεί κι αυτή ο Ντάριο Άσφαρ.

Monday, February 18, 2008

"Η λογοτεχνία είναι ματιά"

"...Αν το σκεφτεί κανείς αυτό γυρεύουμε από τα βιβλία: την μικρή αλήθεια του μάταιου (χαμένου;) χρόνου μας. Ίσως αυτό να γυρεύουν και από εμάς τα βιβλία – μορφές και ξόανα, άγρια προκατάληψη, ένα προκρούστειο κρεβάτι που οι εμμονές μας πελεκούν ένα καινούριο κείμενο. Η λογοτεχνία είναι ματιά – δεν είναι αντικειμενικό γεγονός. Δεν είναι αλήθεια – όταν θα γίνει τα κείμενα θα είναι αγάλματα..."

Θανάσης Τριαρίδης, "Ιταλική αναγέννηση: η επανάκτηση του σώματος"

Friday, February 15, 2008

"Αισιοδοξία"



"Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει

στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου..."



Κ. Γ. Καρυωτάκης

Monday, February 11, 2008

Το σκοτεινό ταξίδι στα βάθη του Κακού

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο, 9/2/2008)


Φαινομενικά πρόκειται για απλούς καθημερινούς ανθρώπους. (Αλήθεια, υπάρχει αυτό που συχνά και χωρίς φειδώ ονομάζουμε «απλός καθημερινός άνθρωπος»;) Με τα προβλήματα και τις προσωπικές τους έγνοιες και αγωνίες ο καθένας* άλλος για την επιβίωσή του, άλλος για τη ζωή του που πέρασε χωρίς ευτυχία, άλλος για τα γηρατειά που του χτυπούν την πόρτα και του στερούν τις φυσικές δυνάμεις, άλλος για το χρήμα και την εξουσία που λαχταρά. Κοινή συνισταμένη όλων είναι η όψη του Κακού που καθρεφτίζεται, δοθείσης και της ανάλογης ευκαιρίας, στα μάτια και τις πράξεις τους.
Ο λόγος φυσικά γίνεται για τους ήρωες ενός πολύ γνωστού έργου της παγκόσμιας κλασικής λογοτεχνίας, το «Λεβιάθαν» του Julian ή Julien Hartridge Green (1900-1998) που γράφτηκε το 1929, χάρισε φήμη και αναγνώριση στο νεαρό τότε δημιουργό του (αφού κέρδισε το βραβείο Harper), και κυκλοφορεί τώρα σε μία νέα έκδοση από την Ηλέκτρα σε μετάφραση Παβίνας Νιτσοπούλου. Η βιβλική λέξη «Λεβιάθαν» απαντάται στην Αγία Γραφή είτε με την έννοια του θαλάσσιου κήτους είτε με την εβραϊκή σημασία του ερπετού, φιδιού που αποτελεί απεικόνιση του διαβόλου και των σκοτεινών του δυνάμεων. Ως τίτλος του βιβλίου, δικαιολογείται άριστα από το μέσον της αφήγησης κι έπειτα, αφού ο συγγραφέας υπακούοντας σε έναν εσωτερικό αφηγηματικό ρυθμό απολύτως δικό του, ξεδιπλώνει τις πτυχές της ιστορίας αργά και βασανιστικά, αλλά με ενδιαφέρον για τον αναγνώστη. (Κάτι μου λέει ότι αυτός ο κλασικός συγγραφέας, αν ζούσε σήμερα και προσπαθούσε να εκδώσει το εν λόγω έργο, μάλλον θα συναντούσε ανυπέρβλητες δυσκολίες και θα πετάγονταν στον κάλαθο των αχρήστων το πόνημά του, αποδεικνύοντας στο έπακρο την παθογένεια των σύγχρονων εκδοτικών πρακτικών.) «…κάθε φορά που επιθυμούσε έντονα κάτι, ήταν σίγουρος ότι δεν θα το αποκτούσε ποτέ…»
Ο δημιουργός, δίγλωσσος, αφού γεννήθηκε στο Παρίσι από αμερικανούς γονείς με ρίζες ιρλανδικές, γι’ αυτό και ο διττός τρόπος γραφής και εκφοράς του ίδιου του ονόματός του, επικεντρώνει τις αφηγηματικές του δυνάμεις στο να αποδώσει όσο το δυνατόν καλύτερα την ψυχολογία των ηρώων του και να ανακαλύψει πρώτα ο ίδιος και στη συνέχεια να αποκαλύψει στους αναγνώστες του τα βαθύτερα κίνητρα των πράξεών τους. Και το κάνει αυτό με τεράστια υπομονή και εμμονή φυσικά. «…Τι παράξενη κι αυτή η φειδώ του χρόνου, που κατανέμει τα βάσανά μας στις ώρες και στις ημέρες και δεν μας δίνει παρά λίγο κάθε φορά, μεριμνώντας θαρρείς να μη μας ξεκάνει υπερβολικά γρήγορα…» Τα βαθύτερα ένστικτα, κυρίως η σεξουαλικότητα, το ερωτικό πάθος, αλλά και η εμφάνιση του Κακού στις ζωές και τις ψυχές των πρωταγωνιστών του «Λεβιάθαν», αποτελούν θέματα που ελκύουν ιδιαίτερα τον Julien Green στο έργο του εν γένει. «…Αυτό που αφήνουμε για πάντα πίσω μας όταν ερωτευόμαστε ένα άλλο πλάσμα, είναι η ελευθερία μας ολόκληρη* η επιθυμία μπορεί να σβήσει, το πάθος να πεθάνει ολότελα, αλλά στο βάθος της καρδιάς απομένει κάτι αδιαπραγμάτευτο, κάτι που μπορεί κανείς να δώσει, όχι όμως και να ξαναπάρει. Ο άνθρωπος που αγαπά έχει πουλήσει την ψυχή του και μάταια το μίσος επιδιώκει να πάρει τη θέση της αγάπης* έως τον θάνατο ανήκουμε σ’ αυτού που αγαπήσαμε…»
Ο ψυχολογικός ρεαλισμός που του αποδίδουν, αλλά και οι επιρροές από τον Έντγκαρ Άλαν Πόε και την αμερικανική λογοτεχνία, αποτυπώνονται πλήρως στη γοτθική ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος. Ο Green βλέπει και επομένως αναπαριστά τη γαλλική επαρχία από τη σκοτεινή της πλευρά απολύτως.

Η αυστηρή πυργοδέσποινα είναι μια νευρωτική πρώτης τάξεως και ερωτευμένη μάταια με τον πλέον ακατάλληλο άνθρωπο. Η ζουμπουρλή ομορφονιά πλύστρα είναι το αντικείμενο του πόθου πολλών, αλλά και η σπίθα που θα γίνει πυρκαγιά και θα κάψει τον ήσυχο κατά τα άλλα δάσκαλο. Ο υπεράνω υποψίας πολίτης –αυτός ο «απλός και καθημερινός» που λέγαμε- θα σκοτώσει αναίτια έναν ανυποψίαστο γέροντα. Η φαινομενικά αδιάφορη ταβερνιάρισσα αποδεικνύεται μια αδίστακτη προαγωγός ακόμη και ανήλικων κοριτσιών. Όλο αυτό το κοινωνικό πλέγμα υφίσταται τη μεγαλύτερη διάβρωση εξαιτίας του Κακού που ξεκινάει από τον ερωτικό πόθο ενός παντρεμένου ξεπεσμένου μικροαστού. Αυτή η ρωμαιοκαθολική ιδεοληψία είναι που διαπερνά και το «Λεβιάθαν», αλλά και άλλες πτυχές του έργου του συνολικά. Άλλωστε και ο ίδιος ο συγγραφέας μετά τον Προτεσταντισμό ασπάστηκε το Ρωμαιοκαθολικό δόγμα, για να το εγκαταλείψει προσωρινά για το Βουδισμό και να επιστρέψει αργότερα όμως και πάλι στους κόλπους της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.

Ο Green προσπαθεί λυσσαλέα να κατανοήσει την ανθρώπινη φύση βαθύτερα. Γι’ αυτό και τραβάει τις ζωές των «φιλήσυχων απλών και καθημερινών» ηρώων του στα άκρα, μήπως και κατορθώσει και ατενίσει μια στάλα ίσως από την αλήθεια που διέπει την ύπαρξη. «…Ιδού, λοιπόν, πού οδηγούσε τον άνθρωπο η άγνοια του ίδιου του εαυτού: σε μια γελοία επίδειξη αξιοπρέπειας…» Και δεν απέχει και πολύ απ’ αυτό, ίσα ίσα ανοίγει μια χαραμάδα στις ψυχές των μυθιστορηματικών του χαρακτήρων, που μας επιτρέπει να κρυφοκοιτάξουμε όλα κείνα που φοβόμαστε ή κατακρίνουμε με απέχθεια, από την ασφάλεια της μη εμπλοκή μας.
Σκεφτόμουν ότι ένας σύγχρονος αναγνώστης θα μπορούσε να του προσάψει το γεγονός ότι αναλύει υπερβολικά τους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών του, μέσα από έναν ιδιότυπο μονόλογο που μουρμουράει συνεχώς ο συγγραφέας για τα δημιουργήματά του. Εγώ πιστεύω ότι ακριβώς σε αυτό το στοιχείο είναι που έγκειται η αξία του έργου του, δηλαδή στην ψυχολογική διάσταση και το ρυθμό εκείνο των αισθημάτων που δίνει στην ίδια του την αφήγηση. Όσον αφορά την τοπιογραφία και την ανθρωπογεωγραφία που ξεδιπλώνει μέσα από την πρόοδο της ιστορίας του, κάνει εντύπωση ο τρόπος που χειρίζεται τις λυρικές, τρόπον τινά, περιγραφές, αφού χαρακτηρίζονται από μια ιδιότυπη και διόλου ξεπερασμένη οπτική, απολύτως προσωπική δική του.

Wednesday, February 06, 2008

Στη γειτονιά μου την παλιά...

(Αφιερωμένο εξαιρετικά στη Σούλα και την κυρά Βαγγελιώ που ταλαιπωρούνται αυτόν τον καιρό και τις σκέφτομαι)



Όταν άνοιξα αυτό το μπλογκ ούτε λεφτά ήθελα να βγάλω ούτε να εκδώσω βιβλία ούτε να εκμεταλλευτώ το διαδίκτυο για κανένα άλλο όφελος παρά ένα και πολύ σημαντικό: να νιώσω ότι γειτνιάζω με κάποιους -όπως μου συνέβαινε παλιά στο μικρό χωριό μου- και μπορώ να μιλήσω μαζί τους σαν άνθρωπος για τα μικρά τα καθημερινά αλλά και τα άλλα τα μεγάλα, αλλά πάντα ανθρώπινα. Εξακολουθώ να μην θέλω να βγάλω λεφτά ή να κερδίσω οτιδήποτε άλλο από το διαδίκτυο παρά ένα: να βρίσκω την παρηγοριά ότι υπάρχουν άνθρωποι εκεί έξω που νοιάζονται για τους άλλους, το γράφουν και το δείχνουν αυτό. Βέβαια, διάλεξα τη λογοτεχνία ως δίαυλο αυτής της επικοινωνίας, γιατί αυτό αγαπώ περισσότερο στη ζωή μου.

Η λογοτεχνία με συνδέει με τη Σούλα και την κυρά Βαγγελιώ και τον κύριο Πρέσβη. Το ίδιο πάθος, με τους γείτονες που μας έχουν σταθεί παραπάνω από γείτονες στους θανάτους και τις χαρές, στις καλημέρες και τις καληνύχτες μας. Σήμερα, μιλούσα με τη μαμά μου στο τηλέφωνο που φυσικά η γυναίκα ουδεμία σχέση έχει με τα ιστολόγια και τις λογοτεχνίες και τα τοιαύτα, και μου είπε "Η Σούλα σε διαβάζει στο ίντερνετ. Και μου είπε ότι κάθε φορά που θέλει να δει τη γειτονιά της, μπαίνει στο μπλογκ σου-πώς το λες, βρε παιδάκι μου αυτό- και μαθαίνει τα νέα από τη γειτόνισσα". Η Σούλα ζει στο Πορτοχέλι πια κι εγώ στην Αθήνα.

Ο συνδετικός μας κρίκος και η βάση μας παραμένει το πατρικό μας σπίτι, η γειτονιά μας, εκεί που ζουν μόνοι οι γονείς μας. Οι δικοί της γονείς, η κυρά Βαγγελιώ και ο κύριος Πρέσβης, διαβάζουν λογοτεχνία και ξέρουν να μιλούν τόσο όμορφα γι' αυτή. Παλιά δάνειζαν βιβλία στην αχόρταγη βιβλιοφάγο γειτόνισσά τους. Τους το χρωστάω αυτό. Και δεν το ξεπληρώνω, έτσι για να έχω ανοιχτούς λογαριασμούς μ' αυτούς τους τόσο όμορφους ανθρώπους.

Η Σούλα ήταν μεγαλύτερη από μένα. Την κοιτούσα να παίζει στο δρόμο "σκα σκα" -το θυμάται κανείς αυτό το παιχνίδι με το τραγουδάκι;-, ερχόταν και μου μάθαινε καμιά φορά κι εμένα. Εγώ ταμπουρωμένη από μικρή στο μπαλκόνι μου, ατένιζα από εκεί πάνω τους πάντες. Σπάνια κατέβαινα να αναμειχθώ μαζί τους, αν και αυτό επιθυμούσα πάντα. Ίσως, βέβαια, αν έπαιζα τότε εκεί κάτω μαζί τους, σήμερα να μην έγραφα γι' αυτό, να μη σήμαινε για μένα τίποτε πια, παρά ένα ξεχασμένο παιδικό παιχνίδι.

Την εφηβεία της Σούλας κατάλαβα πρώτα παρά τη δική μου. Ο Παπακωνσταντίνου έπαιζε στη διαπασών στη γειτονιά και ήξερα ότι κάποτε θα ακολουθούσα κι εγώ. Αργότερα ήρθαν οι σπουδές της, ο γάμος της. Ήμουν εκεί. Αυτή τα έκανε όλα νωρίτερα, άνοιγε το δρόμο για τους άλλους.
Αλλά υπήρχε ένας δρόμος που όσο κι αν τον άνοιγε κι αυτή και η κυρά Βαγγελιώ και ο κύριος Πρέσβης -τίτλος τιμής που του ανήκει δικαιωματικά, παρόλο που τον απέδωσε μόνος του στον εαυτό του και μετά εμείς τον υιοθετήσαμε ευχαρίστως-, δεν τους ακολούθησε ποτέ κανείς σ' αυτόν, γιατί φαίνεται δεν ήταν ικανός. Ο δρόμος να φτάνουν στην ψυχή μας και να λέμε ότι σαν την Βαγγελιώ και τη Σούλα και τον κύριο Πρέσβη κανείς δεν μας έχει σταθεί.

Ένα Πάσχα που πενθούσαμε τον έναν παππού, κλειδωμένοι σπίτι μας, η κυρά Βαγγελιώ με τη Σούλα χτύπησαν την πόρτα να φέρουν φαγητό. Μόνο εκείνοι το σκέφτηκαν, μόνο εκείνοι το έκαναν.
Αν μια νύχτα το φως σου καίει, θα χτυπήσει το τηλέφωνο να σε ρωτήσουν, αν είσαι καλά ή κάτι σου συμβαίνει. Αν μια μέρα δεν σε δουν στο σπίτι σου, θα χτυπήσει το τηλέφωνο να δουν τι κάνεις. Γείτονες.

Αυτό μου λείπει εδώ στην Αθήνα. Το νοιάξιμο για τον άλλον. Το να ξέρει ο διπλανός αν ζεις ή αν πεθαίνεις.

Στη γειτονιά μου την παλιά έχω κάτι φίλους που μου χτυπούν την πόρτα με αγάπη και χαίρομαι που αυτό το μπλογκ κατορθώνει να με φέρνει μια στάλα πιο κοντά τους, χωρίς φανφάρες, κούφια λόγια και ψεύτικες υποκριτικές καλοσύνες.

Η χειροποίητη γειτονιά που με μεγάλωσε δεν θα πεθάνει, αν δεν τη αφήσω.
Η κυρά Σοφία που με κρατούσε σπίτι της και δάκρυζε μαυροφορεμένη για το χαμένο της γιο και με άφηνε μικρούλα να φάω αμύγδαλα που έσπαγε για τα κόλλυβα, μέχρι να αρρωστήσω, και όλο ρωτάει τα νέα μου.
Στη γειτονιά μου έχει πάντα ανθρώπους.


Υ.Γ. Αν υπάρχει κανείς από το Μπαζάρ των Δρόμων Ζωής που αγόρασε τα βαζάκια με το τουρσί μου, θα μου πει, αν τρώγονταν και ήταν της προκοπής;