Friday, June 29, 2012

Μεταιχμιακή ομορφιά


Διαβάζοντας και μόνο τους τίτλους της ειδησεογραφίας, πιάνεται η ψυχή σου. Από τη μία είσαι μέρος αυτού του κόσμου και από την άλλη δεν είσαι. Σαν να βρίσκεσαι εγκλωβισμένος σε ένα διάκενο: από τη μία, όλα εκείνα που σε αφορούν άμεσα κι από την άλλη, όλα εκείνα που ίσως σε αφήσουν να επιβιώσεις άμα τα σπρώξεις στον κάδο ανακύκλωσης της προσοχής σου. Ίσως. Βρίσκεσαι αντιμέτωπος μονίμως με κάθε λεπτομέρεια μιας οριακής πραγματικότητας, εάν δεν είσαι ήδη μέρος της. Εισπράττεις όλο το άγχος και το αδιέξοδό της.
Οι γραμμένες λέξεις αντηχούν την επιθετικότητα: διαπόμπευση, εισβολή, αυτοκτονία, ληστεία, διαπραγματεύσεις-θρίλερ, εκβιασμός. Μόλις σβήσεις τις οθόνες, μόλις αγνοήσεις τα τηλέφωνα, μόλις αποκοπείς από την είδηση και το διαρκή της θόρυβο, ανακαλύπτεις εκ νέου μια άλλη πραγματικότητα. Ας πούμε της αθηναϊκής καθημερινότητας. Στην πόλη αυτή, την ώρα εκείνη μια στιγμή πριν κλείσουν τα μαγαζιά, μόλις έχει πέσει το βράδυ και ο ουρανός είναι πιο μπλε από το μπλε, κατεβαίνοντας την Ερμού, ξεδιπλώνεται ένα παράλληλο ωραίο σύμπαν. Είναι αυτό των πλανόδιων μουσικών. Ο καθένας το κομμάτι του, το τραγούδι του. Η ομορφιά ζώνει το άστυ για λίγες έστω στιγμές. Εκείνες τις στιγμές που δεν βλέπεις τις πληγές της.
Μια μεταιχμιακή πόλη, με ακόμα πιο μεταιχμιακούς ανθρώπους. Φυσάει ελαφρύ αεράκι και διώχνει τις σκιές. Πίσω από τις γυαλιστερές βιτρίνες, στους πιο πέρα δρόμους τα μαγαζιά που νομίζεις ότι υπήρχαν από πάντα. Με ιδιοκτήτες αντίστοιχου ήθους, με κώδικες επικοινωνίας συγκεκριμένους –σχεδόν επιβεβλημένους- που πουλάνε και αγοράζουν με τελετουργία. Τα μαγαζιά με τα υφάσματα, τα κουμπιά, τις φόδρες. Ξαναγυρνάει ο κόσμος, λέει, στο να φτιάχνει μόνος του τα απαραίτητα της ζωής του, τα ρούχα του, τα στολίδια του, το νοικοκυριό του. Ξαναπαίρνει τα ψαλίδια και τις βελόνες να φτιάξει μόνος του το περίγραμμά μου κι όχι αυτό που του δίνουν έτοιμο, φορεμένο. Το ίδιο και με το φαγητό. Το ίδιο και με τους κήπους, τα μπαλκόνια. Το ίδιο με ό,τι μπορεί να γίνει με τα χέρια και το μυαλό μας. Το ίδιο με τους φίλους που αρχίζουν να μαζεύονται.
Σ’ αυτή την τόσο ασφυκτική πίεση από παντού, βρίσκουμε τρόπους να ξεφεύγουμε. Να γινόμαστε δημιουργικοί, να θέτουμε τον εαυτόν μας στη διάθεση των άλλων. Να υπάρχουμε. Και να συνυπάρχουμε. Και να νοιαζόμαστε. Και να φροντίζουμε. Λίγη φροντίδα θέλει ο δημόσιος χώρος. Δείτε τα θαύματα που κάνουν οι atenistas εντός της, καθαρίζοντας, βάφοντας και δίνοντας χρώμα και αισιοδοξία στην καθημερινότητα. Σ’ αυτή την εποχή που περπατάμε όλοι στην κόψη του ξυραφιού, ας ανάψουν τα αίματά μας για το καλό. Να κατορθώνουμε κυρίως να αντικρίζουμε την ομορφιά.

(Δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" στις 29 Ιουνίου 2012)

Friday, June 22, 2012

Στο βάραθρο, χωρίς λέξεις



Μαζί με το δημόσιο λόγο που κατρακύλησε στο ξύλινο και το ανούσιο, βυθιστήκαμε κι εμείς σε λέξεις που δεν λένε τίποτα πια. Χάσαμε τις λέξεις, γιατί προηγουμένως χάσαμε το νόημα. Τι να το κάνεις το νόημα, άμα έχεις καινούρια σπίτια, αυτοκίνητα, λεφτά, γυαλιστερές επιφάνειες για να καθρεφτιστείς; Τι να το κάνεις; Αφού σου λέει η τηλεόραση τι χρειάζεται να ξέρεις για να πορευτείς: μερικές κολυβολέξεις, λίγες, περιορισμένες, μην της διαταράξεις το βασίλειο, μην χαλάσεις τις βολικές ισορροπίες. Χάνονται κι αυτές σιγά σιγά, μαθαίνεις τούρκικα τώρα από την οθόνη, όπως μάθαινες πριν βραζιλιάνικα.
Κι όταν πια τα γκλάμουρ-λαμπυρίζοντα της πλάκας μάς τέλειωσαν (τέλειωσαν για όλους;) -τέλειωσαν αυτά ποσοτικά και τέλειωσαν κι εμάς μαζί τους ποιοτικά- έμεινε ένα κενό, ένα φοβερό χάσμα που έχει βυθιστεί μια κοινωνία ολόκληρη εκεί μέσα. Έχει σκοντάψει κι έχει πέσει στο τίποτα. Ένα βάραθρο, με κάτω κάτω, στο τέρμα του, μια χούφτα χαμένες, ξεχασμένες λέξεις. Γιατί μόλις λιγοστεύουν οι λέξεις, λιγοστεύει κι ο κόσμος. Σκέψου λέξεις που έχεις να ακούσεις χρόνια. Σκέψου. Προσπάθησε να θυμηθείς πώς μίλαγε η γιαγιά και ο παππούς σου, πριν το συλλογικό κοινωνικό αλτσχάιμερ. Θυμήσου. Πόσον καιρό έχεις να ακούσεις τη λέξη “περίφημο”; Πόσο; Τι το περίφημο γίνεται για να το χαρακτηρίσεις έτσι; Από πότε έχεις να ακούσεις “υγιαίνετε” ή “θα γιάνεις”; Αντικαταστάθηκαν από το σύστημα υγείας που δεν υπάρχει. Και άλλα τέτοια. Ας πούμε, έχεις ακούσει καμιά γιαγιά στην Αθήνα τυχαία, χαϊδευτικά να σε λέει “μανάρι μου”; Δεν υπάρχει περίπτωση, με τέτοια φρίκη που τρώνε οι ηλικιωμένοι από παντού, παρατημένοι απ' όλους, σιγά μην έχουν χρόνο για λαϊκές τρυφεράδες.

Αλήθεια, το λαϊκό τι απέγινε; Υπάρχει κανένας λαϊκός; Υπάρχει; Λαϊκός άνθρωπος. Λαϊκός τραγουδιστής. Λαϊκός κάτι, τέλος πάντων. Γιατί μόνο λαϊκούς τίποτα βλέπω, λαϊκούς ντεμέκ. Να, δεν έχω λέξη να πω με ακρίβεια τον βαφτισμένο λαϊκό.

Καταλήξαμε να λέμε “δεν υπάρχει” μέχρι αηδίας, μην έχοντας λέξεις να περιγράψουμε οποιαδήποτε κατάσταση. Έτσι χάνεται ή τέλος πάντων λιγοστεύει η ομορφιά, η γοητεία, η αλήθεια, γιατί λέμε “δεν υπάρχει”. Όλα δεν υπάρχουν. Υπάρχει και τίποτα; Εμείς θα το αποφασίσουμε. Όταν αποφασίσουμε να σώσουμε τις λέξεις μας, όταν αποφασίσουμε να μιλάμε, όταν αποφασίσουμε να ανοίξουμε πάλι το πηγάδι με τις λέξεις κι αρχίσουμε να τις αντλούμε από κει. Γιατί στερέψανε. Στερέψανε οι λέξεις, επειδή στερέψανε οι σκέψεις και τα αισθήματα και οι αισθήσεις. Γιατί όλα γλιστράνε σε μια γυαλιστερή επιφάνεια και ολοένα διαφεύγουν από τον καθένα. Τίποτα δεν φαίνεται να έχει βαρύτητα: ούτε το μαχαίρωμα ανθρώπων ούτε ο θάνατός τους στο δρόμο σε δυστύχημα ούτε τα παιδιά που αργοπεθαίνουν στις γωνίες τρυπημένα ούτε οι φτωχοί του δρόμου ούτε οι άστεγοι. Φτιάξαμε λέξεις που αφήνουν την ενοχή και τη συνενοχή μας να ξεφεύγει, συνηθίζοντας τη φτώχεια, την ανεργία, την ανέχεια, τη θνησιμότητα να μετριούνται με δείκτες και όρια, μακριά από τις λέξεις μας. Μιλάμε με αριθμούς για να μην μας κόβουν οι λέξεις και τρέχουν τα αίματα.





(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή) στις 22/6/2012)






Friday, June 15, 2012

Ζωή ποδήλατο


"Η ζωή είναι όπως το ποδήλατο, πρέπει να προχωράς για να μη χάσεις την ισορροπία σου", λέει η γνωστή φράση του πατέρα του Νόμου της Σχετικότητας, Άλμπερτ Αϊνστάιν. Κάτι θα ήξερε παραπάνω αυτή η μεγαλοφυία. Μια χωρα ολόκληρη τρεκλίζει εδώ και καιρό, με πολλούς δικούς της να πέφτουν μια και καλή, από τα μπαλκόνια τους, άλλους να εκπίπτουν των δικαιωμάτων τους στην εργασία και την υγεία. Άνεργοι και τώρα -το λένε πια οι γιατροί- άρρωστοι που δεν πάνε στο γιατρό τους και δεν παίρνουν τα φάρμακά τους. Γιατί δεν μπορούν. Δεν έχουν τα χρήματα να το κάνουν. Ο εαυτός τους είναι σε δεύτερη μοίρα. Οι δε γνωστοί- άγνωστοι γιατροί του Κολωνακίου διαθέτουν ακόμη το θράσος να μιλούν για κόστος με απόδειξη ή χωρίς. Τα σάπια ανθούν κι άλλο σ' αυτή τη χώρα. Και τη σαπίζουν μέσα μέσα.
Η ζωή κατά τα άλλα κυλάει εκεί έξω. Τα νιάτα σφύζουν, τα γηρατειά δεν το βάζουν κάτω. Και στη μέση αυτοί που βρίσκονται στην ηλικιακή περιοχή που υποτίθεται προορίζονται να σηκώσουν στους ώμους τους την ευθύνη και τα βάρη της κοινωνίας. Μια αναπνοή πριν τις εκλογές και ο κόσμος είναι τόσο μπερδεμένος. Τόσο κουρασμένος από την επανάληψη. Τόσο αηδιασμένος από τη μαθηματική ακρίβεια με την οποία ξαναπαίζονται τα ίδια έργα. Ιδίως αυτό το εργάκι του φόβου και της υστερίας. Τρία χρόνια αναγκάστηκε να το συνειδητοποιήσει και ο πιο ανυποψίαστος πλέον.
Μεγάλος φόβος γι' αυτό που θα έρθει. Το άγνωστο. Ούτε λίγη προσωπική εμπιστοσύνη από τον καθένα ότι θα τα βγάλει πέρα σε όλες τις συνθήκες. Μα, καταρρέουμε τόσον καιρό, τώρα θα το φοβηθούμε; Μάλλον, τώρα είναι η ώρα να ξεφοβηθούμε και να προχωρήσουμε. Στο όνομα του φόβου μας στήνονται χρόνια υπογείως φασιστικές φωλιές. Στο όνομα του ίδιου φόβου μην τυχόν και μείνουμε ακυβέρνητοι ή χωρίς «κηδεμόνες» που τάχα θα μας εξασφάλιζαν τη ζωή και την εργασία μας, άλλοι πλούτισαν και χρεοκόπησαν με τον τρόπο τους έναν τόπο ολόκληρο. Οι ψυχαναλυτές θα το λέγανε καλύτερα, αλλά εδώ φαίνεται η δουλειά που έχουν κάνει οι μητέρες. Τι εμπιστοσύνη χτίσανε μέσα μας, τι αγάπη πήραμε για να μη φοβόμαστε παρακάτω τα πάντα. Για να έχουμε τη στοιχειώδη πίστη στη ζωή, στην εξέλιξη, στη βελτίωση, στην επιθυμία να τα επιδιώκουμε όλα αυτά με πείσμα. Είναι ο τρόπος που σου διδάξανε να ισορροπείς σ' αυτό το ποδήλατο της ζωής και παρακάτω έχεις να τον μάθεις στους επόμενους.


(Δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" στις 15/62012)


Sunday, June 10, 2012

Τα αυγά του Κακού

photo: scalidi
Η επικαιρότητα τη βίας τρομάζει αυτή την εποχή, αλλά άμα δεν την λες, δεν την κατονομάζεις τη βία τόσο εκείνη απλώνει τα πλοκάμια της υπογείως και πνίγει. Ένα υπόκωφο μυθιστόρημα για τη βία πλέκει ο Ρομπέρτο Μπολάνιο (1953-2003), με έναν τόσο ήσυχο, μη κραυγαλέο, τόσο λογοτεχνικό και ειρηνικό τρόπο, "ποιητικό" για να χρησιμοποιήσω την ειρωνεία του ίδιου του συγγραφέα, στο "Μακρινό αστέρι", ένα βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση από τα ισπανικά της Αγγελικής Αλεξοπούλου. Ένας αινιγματικός ποιητής και ένας πιλότος που γράφει βιβλικούς στίχους στον ουρανό της Χιλής θα ταυτιστούν επικίνδυνα την περίοδο της δικτατορίας του Πινοσέτ. Με θύματα ανθρώπους. Η λογοτεχνία εμφανίζεται ως καταφύγιο του Κακού κυριολεκτικά στο βιβλίο του Μπολάνιο, με το συγγραφέα να χρησιμοποιεί σχεδόν υπνωτιστικά τη γραφή του για να μιλήσει για την αιματηρή αλήθεια.
***
Όταν η Αγάπη γίνεται το μεγάλο Κακό που σου ρουφά τη ζωή και την πίνει μέχρι τέλους, τότε "Η μυστική γραφή" του Σεμπάστιαν Μπάρυ (εκδόσεις Καστανιώτη, σε μετάφραση από τον Αύγουστο Κορτώ) έρχεται να υμνήσει αυτό το χαμένο παράδεισο. Ένα μυθιστόρημα που επιχειρεί να πάει βαθιά στην ψυχή του κάθε αναγνώστη του, για να αποκαλύψει τις πληγές και τα απολιθώματα της αγάπης. Με πλοκή προβλέψιμη που χαίρεσαι ωστόσο να επιβεβαιώνεσαι ως αναγνώστης ότι ο συγγραφέας σού έκλεισε το μάτι, σε πήρε από το χέρι και πορευτήκατε μαζί για 327 σελίδες, όσο δηλαδή χωράει ο κόσμος τη Ροσίν  ΜακΝάλτι και τον ψυχίατρο Γκρεν. Όσο αντέχει ο κόσμος να εξορίζει την αγάπη. Όσο μπορεί να την εξοστρακίζει και να την στραγγαλίζει εν τη γενέσει της. Μια γυναίκα έγκλειστη στο ψυχιατρείο για ζωές ολόκληρες, ζωές ανάπηρες, κομμένες. Τα ασύλληπτα κρυμμένα μυστικά της Ροσίν θα ανθίσουν σαν τριαντάφυλλο στα χέρια του Μπάρυ. Το ένα και το μεγαλύτερο θα το αντικρίσει μπροστά της ευτυχώς πριν την προλάβει ο θάνατος. Κι ένας γιατρός στη δύση του που παλεύει να αντιμετωπίσει τη θλίψη από το θάνατο της γυναίκας του, τη θλίψη από τη δική του ζωή όπως βιώθηκε. Ένα τόσο συγκινητικό βιβλίο, λες και χύνει βάλσαμο στις αμυχές των καρδιών να τις γιάνει. Ένα κομψοτέχνημα για το τι θα πει ανθρωπιά και το αντίθετό της και για το τι περνάει ο άνθρωπος που δεν θέλει να χάσει την καρδιά του. Μαγικός Μπάρυ.
***
Και τελευταίο και πιο έντονο το ψυχολογικό θρίλερ της μαιτρ -όπως αποδεικνύεται- Τζίλιαν Φλιν. "Το κορίτσι που εξαφανίστηκε" από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση της Βάσιας Τζανακάρη. Η συγγραφέας των εξαιρετικών βιβλίων "Αιχμηρά αντικείμενα" και "Σκοτεινός τόπος"επιστρέφει με ένα μυθιστόρημα που κατοχυρώνει πλήρως το ταλέντο της και την αναδεικνύει σε δεξιοτέχνη της πλοκής. Η Τζίλιαν Φλιν στήνει ένα καταπληκτικό παιχνίδι μυαλού και ρουφάει στη δίνη του τόσο τους ήρωες όσο και τον αναγνώστη. Αυτή το φορά στο στόχαστρό της τίθεται η συζυγική αγάπη και συμβίωση. Με τρομακτικά αποτελέσματα. Η ηρωίδα εξαφανίζεται στην πέμπτη επέτειο του γάμου της. Ο άντρας της γίνεται ο νούμερο ένα ύποπτος και φλερτάρει με το φόβο της επισειόμενης θανατικής ποινής. Αλλά φυσικά τίποτα δεν είναι έτσι. Ούτε η σύζυγος είναι τόσο αθώα ούτε ο άντρας της τόσο ένοχος. Οι αποχρώσεις και οι διαβαθμίσεις της αλήθειας παίζουν ένα παιχνίδι μέχρι τέλους με τον αναγνώστη. Η κατάληξη απρόβλέπτη και ανατριχιαστική. Η συγγραφέας παγιδεύει πρώτα τους ήρωές της και ύστερα τον ίδιο τον -όσο υποψιασμένος και να 'ναι, καταντά μάταιο- αναγνώστη της. Βγάζω το καπέλο στη μαεστρία της Φλιν που χρησιμοποιώντας ως καμβά τη συζυγική ζωή συνεχίζει και σε αυτό το βιβλίο της να "κεντά" το ψηφιδωτό της αμερικανικής κοινωνίας, τώρα πια στην εποχή της κρίσης, και να εξιχνιάζει μέσα από τα πραγματικά ασφυκτικά θρίλερ της τα όρια της ανθρώπινης ψυχής. Κατάφερε να με κάνει από το πρώτο της βιβλίο ενθουσιώδη θαυμάστριά της, στο τρίτο της αναγκάζομαι πλέον να το δηλώσω απερίφραστα. Δεν αποκαλύπτω τίποτα από την υπόθεση, αλλά προειδοποιώ το μελλοντικό αναγνώστη ότι δεν θα ξέρει πού θα πατά και πού θα βρίσκεται. Το Κακό καραδοκεί και στη συζυγική κλίνη και ακόμη εγγύτερα.




Monday, June 04, 2012

Εγχείρημα ανοιχτής καρδιάς

photo: scalidi
Τα αγκάθια όσο είναι τρυφερά και πράσινα, νέα που λέει ο λόγος, καμιά φορά λάμπουν από γοητεία. Άμα ξεραθούν, μόνο για πυρκαγιές κι ολοκαυτώματα είναι ικανά.
photo: scalidi
 Για τις δε γιασμινένιες ψυχές, υπάρχει πάντα ευκαιρία. Μόνο να μην φυσάει πολύ για να προλάβεις να την απαθανατίσεις στο φακό σου.
photo: scalidi
 Εκεί έξω, λοιπόν, στη φύση, η πολυσυλλεκτικότητα είναι μεγαλύτερη κι από την τωρινή κοινοβουλευτική πραγματικότητα. Μόνο που δεν είναι μαυρόψυχη και μίζερη.
photo: scalidi
 Τα σταφύλια της οργής επωάζονται σταθερά. Πάνω στις κληματαριές. Με θέα τον ουρανό.
photo: scalidi
 Η μικρή θεραπευτική καλέντουλα συντρέχει με το χρώμα της.
photo: scalidi
 Η δε σοφία του δέντρου, του κομμένου, απαράμιλλη. Μετράει το χρόνο με ακρίβεια.
photo: scalidi
 Όσο χρειάζεται για να εντοπίσεις μια ανοιχτή καρδιά...
photo: scalidi
Το στάχυ σου γνέφει και σε καθοδηγεί κατά πού φυσάει ο άνεμος.


Friday, June 01, 2012

Ανεκπλήρωτη χώρα

photo: scalidi
Το εύκολο αυτή την ώρα είναι να γράφεις για τον Τσίπρα και το Βενιζέλο και τον Άκη, για τις ντουλάπες της συζύγου, για τις δραματικές –στα μάτια του φιλοθεάμονος κοινού- αυτοκτονίες, για το αδιέξοδο. Το εύκολο είναι να κατακεραυνώνεις τους πάντες και να αναπαραγάγεις την απελπισία. Είναι εύκολο, πώς να το κάνουμε. Τα λόγια μας περισσεύουν. Από πράξεις έχουμε ξεμείνει.
Η πολιτική για όποιον το έχει ξεχάσει, είναι μεν η τέχνη του εφικτού, αλλά κάτι πρέπει και να γίνεται από δαύτη, κάτι να προκύπτει, όχι να καταντά συνώνυμο του απραγματοποίητου. Ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά στην καθημερινότητα, βλέπεις ότι ζεις σε μια χώρα του ανεκπλήρωτου. Πόσα συμπλέγματα, που μετά εξελίσσονται σε συμφέροντα πρέπει να κρύβει κάτω από το χαλάκι του όλο αυτό που δεν γίνεται…
Στο φαρμακείο ο άρρωστος δεν μπορεί να πάρει τα φάρμακά του. Στο νοσοκομείο θα βρει ραντεβού ο ασθενής να ιαθεί, αφού θα κοντεύει να πεθάνει. Στο τρένο, στο δρόμο, στα φανάρια, πιτσιρίκια σωρό που δεν πάνε σχολείο και δεν θα πάνε ποτέ. Στην τηλεόραση ακούς τις απαντήσεις στα θέματα των Πανελληνίων και σιγουρεύεσαι ότι δεν έχουν καμία σχέση με τη γνώση και δη με την καλλιέργεια του πνεύματος. Στις παρέες, ακούς τις εργασιακές συνθήκες όσων διαθέτουν ακόμη δουλειά και αναρωτιέσαι πόση πρόοδος έχει συντελεστεί από το Μεσαίωνα. Και στο ενδιάμεσο, τους βλέπεις όλους αυτούς στις οθόνες και τους έχεις σιχαθεί, γιατί ξέρεις ότι ο καθένας παίζει το παιχνιδάκι της επιβίωσής του.
Στέκεσαι μια στιγμή να ανασάνεις και λες πώς γίνεται; Πώς γίνεται τόσοι άνθρωποι να μην πραγματώνουν τον εαυτόν τους; Γιατί περί αυτού πρόκειται. Ανερμάτιστοι άνθρωποι που τερματίζουν με ευκολία όνειρα των γύρω τους, ίσως και ζωές ολόκληρες.
Στέκεσαι μια στιγμή να σκεφτείς: πού ανήκω εγώ. Ποιες είναι οι θέσεις μου; Πού μπορώ να βρω απάγκιο και καταφύγιο μέσα σ’ αυτό το μπάχαλο; Τι με κρατάει όρθιο; Τι μπορεί να μου δώσει δύναμη να προχωρήσω; Και διαπιστώνεις ότι ο μόνος συνεκτικός σου δεσμός είναι ο πολιτισμός που μπορεί να οσμίζεσαι, άμα το γυρέψεις εσύ ο ίδιος, ότι σε συνδέει τόσο με την Ανατολή όσο και με τη Δύση, με το Βορρά και με το Νότο. Δεν αντέχω άλλο να ακούω τα αστειάκια από μας για τη Μέρκελ ούτε από τη Μέρκελ για μας, ούτε για τη Λαγκάρντ από μας ούτε από τη Λαγκάρντ για μας. Να σοβαρευτούμε αμφότεροι. Να καταλάβουμε ότι μετέχουμε της ίδιας παιδείας –εντάξει στη δική μας περίπτωση χωλής- και να κοιτάξουμε πώς θα δημιουργήσουμε τους εαυτούς μας. Ας είναι αυτό ένα νέο σύνολο που θα ξεπηδήσει από την κρίση: άνθρωποι που θα εκπληρώσουν τον εαυτόν τους και ίσως να γίνουν μια χώρα, μια νέα χώρα. 

(Δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" την 1η Ιουνίου 2012)