Sunday, February 26, 2012

Από κρέας, Απόκριες

photo: scalidi
Δύο θάνατοι πολύ νέων ανθρώπων έχουν βουβάνει το χωριό. Μόνο ο ήλιος και τα ζουμπούλια συνέχισαν την οργιώδη ανθοφορία τους. Το πένθος εδώ έχει να κάνει μόνο με τη ζωή. Στην Αθήνα πενθείς και για τις ατομικές συμβάσεις, τα χαράτσια και τα λοιπά. Εδώ ό,τι είσαι, είσαι. Θα στο πουν οι μαλακές αγκαλιές των θειάδων. Κανείς άλλος. Εδώ δεν χωράει καμιά μάσκα. Αργά ή γρήγορα το φως τη διαλύει. Όχι μόνο το φυσικό, αλλά της ειλικρίνειας. Είναι νυστέρι κοφτερό. Πίσω από την παγερή αδιαφορία της πόλης, εδώ κοχλάζει ένα όργιο κουτσομπολιού. Στον αντίποδα του ενδιαφέροντος, οι φήμες ταξιδεύουν πιο γρήγορα κι από κοινοποιήσεις στο facebook. Πώς πέθανε; Γιατί; Πώς το αποφάσισες, ρώτησε μια γυναίκα πάνω από το φέρετρο. Ένας έξω στο προαύλιο με μαύρο χιούμορ ευχήθηκε και "στα δικά μας".
Μόλις ξαναμπείς στον μετρό θα θυμηθείς το γυάλινο φόβο αυτών που δεν είναι. Οι άστεγοι θα γίνουν για κάποιους καμβάς παιχνιδιού, το ίδιο και οι κάθε είδους αναγκεμένοι. Τι κρίμα. Στο χωριό, η ανάγκη έχει αξιοπρέπεια. Το βλέπεις στα μάτια εκείνων που "κανονικά" -τι κανονικό είναι αυτό;- θα ζούσαν έγκλειστοι μέσα σε δωμάτια κλινικών για ψυχικά ασθενείς, αλλά γυρνούν ανενόχλητοι στους δρόμους, με την έννοια του διπλανού. Για ένα πιάτο φαϊ. Για μια κουβέντα ανθρώπινη. Μια καλημέρα. Ένα τι κάνεις.
Τι κάνεις;
Εδώ ο κάτω κι ο απάνω κόσμος ζουν πιο συμφιλιωμένοι. Είναι παράλληλα σύμπαντα. Χθες τ' απόγευμα, η απαστράπτουσα λιακάδα σκιζόταν στα δυο από πόνο. Στο νεκροταφείο το δείλι. Ψυχοσάββατο. Η υγρασία που τρυπάει, έσταζε από μάτια. Τα ζουμπούλια με το λυσσώδες άρωμά τους πεισματικά πρωταγωνιστούσαν στο οσφρητικό φόντο, συντροφεύοντας στο κατευόδιο. Ανθρώπους, από κρέας.
Από αύριο, Σαρακοστή. Θα γυρίσουμε στην Αθήνα των συμβάσεων, ατομικών και άλλων. Κυρίως σ' εκείνη τη μεγάλη σύμβαση της ανθρωποφαγίας: να φαγωθούν οι άλλοι για να επιζήσουμε εμείς. Και το αταξίδευτο καράβι θα συνεχίζει τη ρότα του. Μ' εσένα για έρμα που πετιέται στη θάλασσα. Φεύγεις με το βλέμμα στοιχειωμένο από τις μπλε άγριες ίριδες από την άκρη του δρόμου. Και τα ζουμπούλια αναβράζον άρωμα στα ρουθούνια εντός σου.

photo: scalidi
photo: scalidi

Friday, February 24, 2012

Η μυστηριώδης νήσος

«Η πείνα μάς είχε βάλει σ' ένα δρόμο χωρίς επιστροφή, εκεί όπου ο εγκέφαλος παύει να λειτουργεί κανονικά αφήνοντας το σώμα σε πλήρη αδράνεια ν' αναμένει το θαύμα. Υπήρχαν μέρες που ξαπλώναμε γυμνοί χωρίς διάθεση να κάνουμε το παραμικρό για να σώσουμε το τομάρι μας», γράφει ο Χρήστος Αστερίου στο μυθιστόρημά του «Ίσλα Μπόα» (Εκδόσεις Πόλις) που μόλις κυκλοφόρησε. Πρόκειται για μια αφήγηση που έχει χωνέψει μέσα της αιώνες ευρωπαϊκού πολιτισμού. Ένα ευρωπαϊκό μυθιστόρημα, για κείνους που αναρωτιούνται πού ανήκουμε, με ένα σίγουρο δρόμο: αποκαλύπτει τα όρια του σημερινού κόσμου, τα εξαντλημένα και ανοίγει την πόρτα στον επερχόμενο κόσμο.
Στο νησί της παγκοσμιοποίησης καταφθάνει ο κάθε λαός -ή καλύτερα η κάθε μονάδα, το κάθε άτομο- με την ίδια δίψα: να επιβιώσει. Με κάθε τρόπο. Ο πολλά υποσχόμενος παράδεισος αποδεικνύεται ξέρα τραγικών διαστάσεων. Το προαιώνιο δράμα καραδοκεί να ρουφήξει τον καθέναν στην άβυσσο. Ο συγγραφέας συλλαμβάνει την εικόνα και το μεδούλι του κόσμου που παρέρχεται και κάνει τις τελευταίες του απέλπιδες προσπάθειες να πιαστεί από το παλιό, το γνωστό, το παραδεδομένο. Τα λεφτά είναι το κίνητρο, νομίζουμε ότι θα μας σώσουν, ότι θα περιμαζέψουν ό,τι γίνεται από την προδομένη μας από τον καιρό αξιοπρέπεια και θα μας ξανακάνουν ολόκληρους.
Ο κάθε ένας μόνος του, γιατί εκεί μας έφτασε ο σημερινός πολιτισμός, μετά την πλήρη συνειδητοποίηση του εαυτού, της μοναδικότητας της ύπαρξης, αποδεικνύεται πολύ λίγος. Ζητάει κι άλλα άγνωρα από μας. Ξαναγυρίζει στα ένστικτά του: να επιβληθεί, να σκοτώσει, να βιάσει, να κατακτήσει, προκειμένου να νιώσει ότι εκείνος είναι, ότι υπάρχει. «Την πείνα διαδέχεται η εξαθλίωση, φίλοι μου, κι ως εξαθλιωμένος εκπίπτεις του ανθρωπίνου αξιώματος ώρα με την ώρα», γράφει ο Αστερίου. Το βιβλίο σε κάνει να σκεφτείς την Ελλάδα σαν μια μικρογραφία του κόσμου τούτη την ώρα της τάχα μου οικονομικής κρίσης, ενός θανάτου του παλιού θα έλεγα για την ακρίβεια, που φοράει το μανδύα της πτώχευσης. Σε βάζει να σκεφτείς τον εαυτό σου μόνο του σ' αυτό το παγκόσμιο χωριό. Τις πιθανότητες που έχεις να βγεις νικητής, ολόκληρος. Μόνο που νικητής είναι εκείνος που δεν χάνει την ανθρωπινότητά του. «Το στόμα μου στέγνωσε. Δεν θέλω να μιλήσω άλλο», παραδέχεται ο αφηγητής. Την ώρα που θα έχουμε σταματήσει να μπορούμε να αφηγηθούμε τον εαυτό μας, τότε θα παραδοθούμε στο τίποτα, στο μηδέν, στο ίδιο το τέλος. Η δύναμή μας μέχρι τώρα ήταν να επανεφευρίσκουμε τον εαυτό που θέλαμε, αλλά αυτό θα συνεχίσει να υφίσταται παρακάτω; Θα μας το επιτρέψει η σκέψη μας, τα όρια του πολιτισμού μας, οι αντοχές μας να επιθυμούμε; Στο κέντρο της πόλης με ζώνουν φιγούρες παραδομένων παιδιών στο τίποτα, πολύ μόνα «νησιά» ζητούν ελεημοσύνη για να ξεχάσουν τον εαυτό τους, με τρυπημένα μπράτσα και σακατεμένα κορμιά. Κάτι έχει πεθάνει από την ψυχή και το σώμα αυτού του κόσμου.

(Δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" στις 24 Φεβρουαρίου 2012)

photo: scalidi

Sunday, February 19, 2012

Friday, February 17, 2012

Απόφαση επιβίωσης

Το δύσκολο είναι να κρατήσεις την ψυχραιμία σου. Οι ειδήσεις ρέουν συνεχώς από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα και το διαδίκτυο. Κυκλοφορούν μηνύματα που οφείλεις να φιλτράρεις, να σκεφτείς και να αποφασίσεις τι σου λένε. Σχεδόν ακατόρθωτο να βρεις το χρόνο και ταυτόχρονα να ζεις. Οξύνονται τα αντανακλαστικά. Οι εφημερίδες πιο απενεργοποιημένες από ποτέ, άλλωστε αυτές απαιτούσαν ώρα και γι' αυτό κατέληξαν οι λιγότερο εφήμερες κι ακαριαίες. Εξέλειψε και η σιέστα μαζί τους στις μεγάλες πόλεις. Εκείνο το σημείο που το μυαλό ξεκαθαρίζει τα περιττά και τα οδηγεί στον κάδο ανακύκλωσης.
Αναρωτιέσαι τι είναι αυτό που πραγματικά σε αφορά από όλα όσα δημοσιοποιούνται. Ψάχνεις να βρεις όλα εκείνα τα στοιχεία που σε βοηθούν να αποκρυσταλλώσεις πέντε χρήσιμα πράγματα. Κυρίως να κάνεις ερωτήσεις. Αλλιώς είσαι πεθαμένος. Κι αυτό είναι το εύκολο. Φιγούρες καταθλιμμένες γύρω. Στα τρένα, τους δρόμους, τα λεωφορεία. Κυρίως στο σπίτι τους. Ιδίως αυτό το εκατομμύριο που ζει στην ανεργία. Εκατομμύριο και. Εκεί που παίζεται το δράμα σε προσωπικό επίπεδο του καθενός. Με κλειστές πόρτες. Με λογαριασμούς που γλιστρούν κάτω από την πόρτα και εξωθούν στην απελπισία, καταδικασμένοι να μείνουν απλήρωτοι. Σφιγμένα χείλη. Υπόκωφη βία. Αυτή που βράζει μέσα στον καθένα. Πότε θα πεταχτεί το καπάκι της χύτρας. Για τον καθέναν ξεχωριστά ή πότε θα ξεχυθούν οι θυμοί όλων μαζί σ' ένα συλλογικό κύμα, ο βρασμός συνεχίζεται. Αλίμονο, εκείνοι που καίνε την Αθήνα, δεν έχουν ιδέα από θυμό. Και πίκρα. Των άλλων.
Το μεγάλο στοίχημα είναι να μην χαθεί το κουράγιο. Είναι διαρκής ο αγώνας. Καθημερινός κι επίπονος. Για ένα χαμόγελο. Μια καλή κουβέντα από την καρδιά. Μια καθαρή σκέψη, μια καλή ιδέα, έξυπνη που μπορεί να βοηθήσει. Γι' αυτό διψάει ο κόσμος. Για το καλό. Και πεινάει. Όσο κι αν αδυνατούν κάποιοι να το πιστέψουν. Πεινάει για το καλό, αλλά και κυριολεκτικά, όπως πεινούσε πάντα. Τώρα μόνο φαίνεται. Πριν κρυβόταν κάτω από τα λεφτά των περισσότερων. Αυτά γίνονται καπνός κι αποκαλύπτεται η γύμνια πίσω από τα χάρτινα πετσετάκια. Οι άστεγοι ήταν πάντα. Και οι ταλαίπωροι πάσης φύσεως.Τώρα πληθύνονται και φαίνονται. Η καταχνιά αυτού του χειμώνα έχει ρουφηξει την πόλη. Τουλάχιστον, εκείνους που τη ζουν εντός της, περπατώντας την. Η ευαισθησία χτυπάει την πιο ανύποπτη ώρα. Μια κουβέντα που μπορεί να στηρίξει πιο καλά κι από το πιο στιβαρό μπράτσο. Ένα βλέμμα ότι κατάλαβες. Να θυμηθείς ότι είναι απόφαση και συνήθεια το να είσαι άνθρωπος. Και τι άνθρωπος. Δεν έχει να κάνει με τίποτα άλλο. Με καμία πολιτική εκτός σου. Καμία οικονομία. Μόνο μια βαθιά προσωπική απόφαση. Για να επιβιώσεις ως άνθρωπος. Ούτε υπό ούτε υπέρ. Άνθρωπος. Βλέπω τους φτωχούς βιοπαλαιστές μετανάστες από την ανατολή να βάζουν το χέρι τους στην τσέπη και να ρίχνουν ψιλά στα τενεκεδάκια των άστεγων και στα χέρια των ρημαγμένων από την πρέζα παιδιών.

(Δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" στις 17/2/2012)

Thursday, February 16, 2012

Πείσμα

photo: scalidi

"Το πείσμα είναι υγεία. Είναι μια πρωινή γυμναστική που πρέπει να την κάνουμε κάθε μέρα εάν θέλουμε να κρατήσουμε την επαφή μας με το ζωντανό μέρος των πραγμάτων"
Οδυσσέας Ελύτης, "Εκ του πλησίον" (1998)

Friday, February 10, 2012

Μοιρολατρία ώρα μηδέν


Ας πούμε χρωστάς. Αντί να πουλήσεις όμως για να ξεχρεώσεις, ας πούμε περιουσία, και να παραμείνεις ανεξάρτητος, αξιοπρεπής και πιθανά φτωχότερος και δυναμικά αισιόδοξος, αποφασίζεις να δανειστείς. Κι άλλο. Κι άλλο. Κι άλλο. Και δεν βρίσκεις μια επιπλέον δουλειά να αυξήσεις το εισόδημά σου, όχι, παρά ως αντάλλαγμα απλώς σου ζητάνε να μειώσεις το μισθό σου ή να μείνεις άνεργος. Και να πληρώνεις ακριβότερους φόρους. Λαμπρά. Θα ξεχρεώσεις ποτέ; Όχι, μόνο ιδανικός αυτόχειρας εξασκείσαι να γίνεις.
Σε κλίμακα χώρας τώρα, δεν πάνε καλά τα οικονομικά σου. Ελλείμματα και άγιος ο θεός. Δεν σκέφτεσαι πώς θα παράγεις, θα εξάγεις, θα βγάλεις λεφτά; Δεν το σκέφτεσαι; Γι' αυτό είσαι πρωθυπουργός, γι' αυτό είσαι υπουργός Οικονομικών, υπουργός Ανάπτυξης. Δεν είσαι για τους φόρους μόνο. Υπάρχουν εισπράκτορες γι' αυτό. Είσαι εκεί για να παράγεις πολιτική σκέψη. Και δράση. Να κάνεις συμμαχίες, εμπορικές συμφωνίες, να σκεφτείς τρόπους. Να βγάλεις μια χώρα από το αδιέξοδο. Δεν είσαι εκεί εν είδει πρωτοκόλλου, ποιος θα παρίσταται στις επίσημες εκδηλώσεις και θα βγάζει τους λόγους.
Έχουμε φύγει από την τέχνη του εφικτού προ πολλού. Μόνον ανέφικτα επιδιώκονται. Λες και συμμετέχουμε όλοι σε μια ατέρμονη μικροφιλολογική συζήτηση. Ίχνος τεχνοκρατισμού και πολιτικής. Συγγνώμη κιόλας, εγώ διαπιστώνω μόνο πώς ένας παλιός κόσμος καταδυναστεύει τον επερχόμενο. Μόνον αυτό. Να μην γεννηθεί άλλος, διαφορετικός. Αυτό βλέπω. Τη στείρα ελπίδα να διαιωνιστεί το πληκτικά γνωστό και κατεστραμμένο, να ποντάρουμε στο καμένο χαρτί. Μια φοβερή μοιρολατρία και από τους ξενοσπουδαγμένους. Η μοιρολατρία όπως την ορίζει ο Νίτσε: «η μείωση του μεταβολισμού, η επιβράδυνσή του, ένα είδος θέλησης για χειμέρια νάρκη» («Ο ΝΙΤΣΕ από το ΑΛΦΑ ως το ΩΜΕΓΑ, επιμέλεια Κατερίνα Σχινά, εκδόσεις Μεταίχμιο).
Οι θυσίες από μόνες τους δεν οδηγούν πουθενά αλλού παρά μόνον στην εξαθλίωση. Κι αυτό είναι στεγνός πραγματισμός. Για να αποφασίσεις να συναινέσεις σε αυτές, πρέπει να έχεις έναν στόχο, στοιχειωδώς. Όχι επικοινωνιακό ή ρητορικό. Αλλά πραγματικό. Μόνο για να ξεχρεώσεις τι; Αυτά που έφαγε ποιος; Γιατί να συνομολογήσεις σε μια συνενοχή καταστροφής; Δεν καταλαβαίνω. Από ποιες τύψεις ή ενοχές; Δεν τα φάγαμε όλοι μαζί, τι να κάνουμε. Υπήρχαμε άνθρωποι που ζούσαμε με το βασικό και τα βασικά μια ζωή, δεν ήμασταν μέσα στη χλιδή και τα λούσα. Ήμασταν μέσα στο αυστηρώς βιοτικό και ελπίζαμε ότι όσο δουλεύαμε, θα καλυτερεύαμε τις συνθήκες για μας. Θα φέρναμε τη ζωή μας στα δικά μας μέτρα. Τώρα αυτό δεν μας επιτρέπεται. Μας το καταργεί η διαχειριστική λογική μιας τάχα μου πολιτικής. Δεν θα το δούμε να περνάει από πάνω μας και θα μείνουμε απαθείς όσο υπνωτισμένοι κι αν είμαστε από την περιρρέουσα μοιρολατρία. Όσο κι αν επιμένει το παλιό να νικήσει, το καινούριο είναι νομοτελειακά μπροστά του και δεν μπορεί να χαθεί, να καταπνιγεί με τίποτα. Γιατί είναι η ζωή κι αυτό είναι το πιο εντελές αδιαμφισβήτητο μνημόνιο.

(Δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" στις 10 Φεβρουαρίου 2012)

Wednesday, February 08, 2012

Tuesday, February 07, 2012

Η άνοιξη έχει έρθει

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi
ευτυχώς το πιστεύει ο κήπος μου ακόμα

Sunday, February 05, 2012

Ανιχνεύοντας τα χαμένα χρόνια

photo: scalidi
Ένα γαρύφαλλο αφημένο πάνω στην ταφόπλακα της γενιάς του Πολυτεχνείου είναι η θεατρική διασκευή του μυθιστορήματος "Σκότωσε ό,τι αγαπάς" του Αλέξη Σταμάτη που παίζεται στο θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας, στη β' σκηνή. Ένας νεανικός έρωτας, μια φιλία μέχρι το θάνατο. Μια προδοσία από την αρχή. Μείζων παρουσία ένας θάνατος, πανταχού παρών είναι εκείνος που έφυγε. Όλοι είναι αθώοι και ένοχοι, όπως στη ζωή. Εκείνη η απωθημένη αγάπη έρχεται αντιμέτωπη με τον εαυτό της και αποκαλύπτει τα ξύλινα πόδια ενός ολόκληρου κόσμου. Η βία της διαπλοκής. Η εξουσία με απλωμένα τα πλοκάμια της παντού καταπνίγει και συντρίβει ανθρώπους. Με όλη τους την αφέλεια και την αθωότητα γίνονται θύματα και θύτες, ελπίζοντας στην αγάπη και τη φιλία που δεν ευδοκίμησε. Καλύπτοντας την αλήθεια, σκεπάζοντάς την για να την αντέξουν, άλλος στο περιθώριο με ποτό και όπλα, άλλος με μεταπτυχιακά και επαγγελματική αναγνώριση. Όψεις του ίδιου νομίσματος.
Εξαιρετική παράσταση. Ξεδιπλώνεται προσχηματικά, μέσα από ένα νεανικό αστικό love story, η ιστορία της Ελλάδας στα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Η συνάντηση των δύο ηρώων τη δεκαετία του '90 αποκαλύπτει το μέγεθος του χαμένου χρόνου που μεσολάβησε για την ελληνική κοινωνία από το '80 κι ύστερα. Ένας τρόπος να κατανοήσουμε πώς φτάσαμε ως εδώ. Η σκηνοθεσία είναι του Άρη Τρουπάκη που παίζει με το φως και το σκοτάδι, με την αθώα και ένοχη διάσταση του καθενός μέσα του. Οι δύο πρωταγωνιστές, Δανάη Παπουτσή και Αντώνης Καρυστινός, υπηρετούν διαρκώς την εναλλαγή ανάμεσα στο άσπρο της καλυμμένης ενοχής και το μαύρο του πένθους για μια ζωή που δεν κερδήθηκε με τους όρους της αγάπης. Πιο νευρώδης και έντονη η παρουσία της πρωταγωνίστριας, καίρια και μετρημένη με υπόγεια δύναμη, με κλιμάκωση αντίστοιχη της πλοκής του έργου, η ερμηνεία του πρωταγωνιστή, κρατάνε το θεατή σε εγρήγορση, τον κάνουν συμμέτοχο.

Friday, February 03, 2012

Βόρειοι και Νότιοι

Ο νοητός κάθετος άξονας που χώριζε μέχρι προσφάτως την Ευρώπη σε ανατολή και δύση, μετατοπίστηκε καίρια με τη δημοσιονομική κρίση και μετατράπηκε σε μια γραμμή που κόβει τη Γηραιά Ήπειρο στα δύο: βοράς-νότος. Από τη μία πλευρά, ο πλούσιος συγκροτημένος, στιβαρός βοράς των θεσμών, του ορθολογισμού, της τάξης, της ανάπτυξης, της προόδου, της καταχνιάς και της κατάθλιψης που συμπαρασύρει ο τόπος. Και από την άλλη μεριά, ο ελαφρύς και ευάλωτος στα πάθη του «φτωχός» νότος, αχαλίνωτος, ασταθής, απερίσκεπτος, γλεντζές, συναισθηματικός και μελό και ενίοτε αυτός που σφραγίζει με τον αυθορμητισμό του την Ιστορία. 
Σε σύγκρουση τα δύο σημεία του ορίζοντα επί ευρωπαϊκού εδάφους. Και την ώρα της μεγάλης έντασης να τραβάει ο νότος όλο και πιο προς τον Ισημερινό και ο βοράς όλο και πιο προς τον πόλο της γης. Αδύνατο να υπερνικήσουν τη δυναμική του τοπίου. Ο άγνωστος παράγοντας «x» έχει φορέσει τα ρούχα της Ελλάδας και κάνει τραμπάλα στο παγκόσμιο οικονομικό σκηνικό, ανεβάζοντας και κατεβάζοντας -συνήθως κατεβάζοντας- δείκτες. Με τη διεθνή κρίση σε κορύφωση, η Γερμανία βλέπει την ανεργία της να υποχωρεί θεαματικά. Η διελκυστίνδα καλά κρατεί. Τα δύο άκρα σε πλήρη απώθηση: στην Ισπανία, την Ελλάδα, την Πορτογαλία η ανεργία καταρρίπτει το ένα ιστορικό υψηλό ρεκόρ μετά το άλλο. 
Σ' αυτή την κατάσταση οι βόρειοι βλέπουν μόνον αριθμούς και ελλείμματα, νιώθουν ενοχλημένοι και προδομένοι από τους νότιους ασυγκράτητους εταίρους τους. Πάτησαν τον όρκο των δημοσιονομικών, δεν υπάρχει ιερότερος απ' αυτόν. Οι νότιοι δεν μπορούν να αντέξουν τον ίδιο τους τον εαυτό από τη μία, αυτόν που τους υπονομεύει, κι από την άλλη θέλουν να τη βγουν με κόκκινο στους υπερβόρειους “δυνάστες” τους. Δεν ανέχονται τον έλεγχο, την επιτροπεία, καμία συγκρότηση και προτεσταντική ηθική. Εκείνοι έχουν το ταμπεραμέντο του ορθόδοξου ή καθολικού χριστιανισμού τους. Το πάθος και το αίμα βράζει. Δεν είναι των μεταρρυθμίσεων και των αντιμεταρρυθμίσεων. 
Βόρειοι και Νότιοι. Δύο ψυχισμοί που συγκρούονται. Δύο νοοτροπίες. Εκείνο που δεν κατάφεραν είναι να συγχωνευτούν σε έναν πολιτισμό. Αυτό πληρώνουν τώρα. Αν και η ομπρέλα της Αμερικής είναι ανοιχτή από πάνω τους, δεν αρκεί το κοινό αναψυκτικό να τους ενώσει. Εδώ δεν αρκεί καν το ενιαίο νόμισμα. Το οικοδόμημα τρίζει, οι πολίτες ασφυκτιούν και οι μάζες δίνουν το φόρο τους σε χρήμα αρχικά εν είδει ακήρυχτου πολέμου, μετά ποιος μπορεί να εγγυηθεί ποιας φύσεως νέα αφαίμαξη -μπορεί πραγματικά πολεμική- να επακολουθήσει; Δεν ξέρει ποτέ κανείς μ' αυτούς τους νότιους που το εύκολο είναι να τους διαιρέσεις, να τους διχάσεις. Η Ανατολή παρακολουθεί από την ασφαλή απόσταση, υπεραναπτυσσόμενη και τη στιγμή που θα τα βρει σκούρα, θα αναδιπλωθεί στη δική της άκρη του ζεν που βλέπει τον ήλιο πάντα να ανατέλλει. Τα ηλιοβασιλέματα είναι για τους δυτικούς, της μελαγχολίας και της σίγουρης ήττας, της συνειδητής, ενός εαυτού που εκείνοι εφηύραν ως τη μεγάλη τους αφήγηση: από την ελληνική τραγωδία μέχρι το δονκιχωτικό μυθιστόρημα και από το σαιξπιρικό θέατρο μέχρι το κίνημα του παραλόγου.

(Δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" στις 3 Φεβρουαρίου 2012)