Monday, August 29, 2011

Εκτεθειμένοι στην αλήθεια* (αναθεωρημένο)

photo: scalidi
Φέτος, η Αθήνα μου φάνηκε πιο άδεια από ποτέ. Ακόμα και από μετανάστες στο κέντρο της. (Είδα πιο πολλούς να βγάζουν μεροκάματο στην παραλία, πατώντας την καυτή άμμο). Τον Αύγουστο. Αυτόν τον τρομερό μήνα με τις εντάσεις και τα φεγγάρια και τα μελτέμια. Η φύση που αποφασίζει να ξεσηκώσει την ψυχή, να κάνει το αίμα να βράζει. Πιο μόνη η Αθήνα. Πιο μοναχική. Την εγκαταλείπουν με πάθος κυρίως αυτοί που έχουν αποφασίσει την ασχήμια της.
Εκείνοι που την κατοικούν, σχεδόν ακατοίκητη, τον Αύγουστο, βλέπουν τις κρυφές κι απογυμνωμένες, κι εύθραυστες κι αδύναμες και γοητευτικές πλευρές της. Τέλος πάντων, κάποια ψήγματα νοήματος κι ανθρωπινότητας. Και τις μεριές που μπορούν να σε ταράξουν περισσότερο. Κάτι σαν να βιώνεις το σύνδρομο του Σταντάλ, όχι μπροστά σε ένα έργο τέχνης, αλλά σε ένα εγκαταλελειμμένο έργο ανθρώπων, άδειο, που μπορείς να του δώσεις ό,τι νόημα θες εσύ. Ένα κοχύλι κενό, ένα κέλυφος που σε περιμένει να αφουγκραστείς από τον κοχλία του τη δική σου ανάσα.
Η τηλεοπτική οθόνη βομβαρδίζει με όση δική της ασχήμια της απομένει, με όση της εμπνέει η θλιβερή ειδησεογραφία. Φόροι, μέτρα, νομοσχέδια, τροπολογίες, φωτιές, εγκλήματα, ληστείες, ένοπλες επιθέσεις, κρίση, κρίση, κρίση παντού. Άμα πατήσεις τον κουμπί και την κλείσεις, μπορεί και να γλιτώσεις την κρίση πανικού. Κρατώντας την απόσταση από τα γεγονότα, μπορεί να εξασφαλίζεις και λίγη ευτυχία, κερδίζοντας λίγο χρόνο αποτοξίνωσης από τον εθισμό στην απάθεια, την αδιαφορία, την ασχήμια. Παίρνοντας αποστάσεις από την Αθήνα, μπορεί και να κατορθώνουμε να κρατήσουμε το θόρυβό της, το δικό μας θόρυβο, λίγο πιο μακριά από μας και να αποφασίζουμε να βρεθούμε λιγάκι πιο κοντά στο δικό μας κέντρο -με ειλικρίνεια ίσως-, στον εαυτό μας. Είναι το ταξίδι, όπως και τα βιβλία με τα ταξίδια στο βυθό τους, που σε φέρνουν λίγο πιο κοντά στο κέντρο της ύπαρξής σου.
Η κρίση, λοιπόν -και δεν μιλάω μόνο για την οικονομική, αυτή έρχεται ως επακόλουθο της υπόλοιπης κατάστασης που έχει φτάσει στο απροχώρητο σε τόσους πολλούς τομείς, κυρίως λόγω μιας νοοτροπίας να μην αντικρίζουμε την αλήθεια, αλλά να τα βλέπουμε όλα μέσα από το καθρεφτάκι του συμφέροντός μας- έχω την αίσθηση ότι ξύπνησε στον κόσμο την ανάγκη να ταξιδέψει, έστω στον πιο κοντινό στην Αθήνα προορισμό. Είναι κι αυτός ένα τρόπος να εκτραφεί η ελπίδα ότι κάτι αλλάζει, αφού δεν το βλέπεις πια μπροστά σου.
Αλλά το ταξίδι εντός μας, πέρα από κείνο των τόπων, είναι αυτό που θα μας σώσει. Διάβασα κάπου ότι μετά από τόση Μύκονο, πώς να φτάσεις στην Ιθάκη... Και αμέσως πάει το μυαλό μου σε κείνους τους ανθρώπους που κατόρθωσαν όλα αυτά τα χρόνια να διατηρήσουν τη δική τους αυθεντικότητα, δεν τους κατασπάραξε η νεοελληνική νοοτροπία, δεν έχασαν ποτέ το κέντρο τους, τον πυρήνα της ζωής και της σκέψης τους και δεν έχουν συμβάλλει σ' αυτή την κρίση. Μειονότητα ίσως. Ισχνή μειοψηφία, καλύτερα. Που μπορεί να νιώθει και μια μικρή δικαίωση για τη στάση που κράτησε όλα αυτά τα χρόνια ή και αγανάκτηση για το πού την οδηγεί η γενικότερη κατάσταση.
Φέτος, το καλοκαίρι, άκουσα τα περισσότερα τζιτζίκια. Εκκωφαντικό το τραγούδι τους. Είδα τους περισσότερους νεκρούς τραγουδιστές του καλοκαιριού, πεσμένους τ' ανάσκελα στις γωνιές του θέρους, ξέπνοους από το τρελό κι ακαταπόνητο τραγούδι τους. Απόλυτα εκτεθειμένοι στην ομορφιά και το μουσικό τους ταξίδι. Τα μυρμήγκια βοηθούσαν στην αποσύνθεση των πτωμάτων τους, τραβώντας τα κουφάρια των τζιτζικιών στις αποθήκες τους, τροφή για το χειμώνα. Μια μεταφορά της φύσης που ίσως και να περιμένω να τη δω στην ελληνική πραγματικότητα.

*Διαβάζω το αδημοσίευτο κειμενάκι που στην αρχή είχε τον αισιόδοξο τίτλο "Εκτεθειμένοι στο ταξίδι και την ομορφιά", και σκέφτομαι ότι γύρω του τρέχει η ανικανότητα να υπάρξουμε ως ομάδα, να αναγνωρίσουμε τη δυναμική των άλλων και να μας εμπνεύσει, τέλος πάντων να εκμεταλλευτούμε το καλό και το ακόμα καλύτερο των άλλων για να πάμε μια στάλα μπροστά. Είναι ίδιον των συμπλεγματικών αυτό, προφανώς. Αλλά δεν νομίζω ότι έχουμε χρόνο για άλλα κόμπλεξ...
Τρέχει η αλήθεια. Ποια αλήθεια; Να μια πλευρά της αλήθειας: πολυεθνικοί όμιλοι απασχολούν εργαζόμενους με μαύρη εργασία, ναι, στη χώρα μας, μην ψάχνετε. Παιδιά εικοσιπεντάρικα με πτυχία -άμα είναι τυχερά- δουλεύουν για ψίχουλα με μορφές εργασίας μεσαίωνα.
Ο ταξιτζής χθες βράδυ μού έκλεψε ένα ευρώ -θα του έδινα δύο ευρώ φιλοδώρημα- και δεν μου έδωσε ποτέ απόδειξη και στην εστίαση, με το ζόρι κόβονται οι αποδείξεις, αφού ζητήσεις επίμονα με υπανισσόμενη χροιά απειλής. Κάπως έτσι είναι που θα αποδώσουν τα μέτρα, τα συνεχή μέτρα... Ειρωνεία. Α, και οι "οίκοι χρυσού" που βλέπω να ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια στις πιο απίθανες περιοχές...
Το βέβαιο είναι ότι είμαστε απλώς εκτεθειμένοι. Και κυρίως στον εαυτό μας. Και άμα δεν αποφασίσουμε να γίνουμε άνθρωποι και να αντικρίσουμε την αλήθεια, θα μείνουμε δεμένοι χειροπόδαρα στον κακό μας τον εαυτό και τον καιρό.




Friday, August 19, 2011

Διακεκομμένη ζωή

photo: scalidi
 
Στο περιθώριο των διακοπών -για όσους είχαν δουλειά για να τη διακόψουν, βέβαια- στα παγκάκια, στις πλατείες των χωριών, σε πιο απόμερες άκρες των δρόμων των νησιών, κινούνταν και φιγούρες ανθρώπων που τους έβλεπες άμα δεν ήθελες να σε ρουφήξει η τάχα μου γραφικότητα του τοπίου. Τους έβλεπες άμα δεν αισθανόσουν ότι απειλείσαι. Τους έβλεπες άμα τοποθετούσες τον εαυτό σου στη θέση τους. Κυρίως αυτό το τελευταίο.
Άνθρωποι από το εξωτερικό -Αν και έχετε παρατηρήσει; εξωτερικό λέμε μόνο τις Ευρώπες, τις Αμερικές και γενικά την αναπτυγμένη Δύση, δεν λέμε το Μπαγκλαντές για παράδειγμα-, τα βάθη της Ανατολής, τις ακτές της Αφρικής. Άνθρωποι διωγμένοι από τον πόλεμο και την πείνα. Άνθρωποι που ζουν ήδη μια διακεκομμένη ζωή, εδώ που τους έχει ξεβράσει το κύμα της κακουχίας. Ζητάνε δουλειά. Περιμένουν για ένα μεροκάματο. Θέλουν ένα πιάτο φαΐ. Δεν είναι πια οι μετανάστες από τις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ, εκείνοι έχουν ενταχθεί στην κοινωνία, ζουν στα σπίτια τους, τις ζωές τους, με τις οικογένειες και τα παιδιά τους. Είναι άλλοι αποδιωγμένοι, σπρωγμένοι από την ανάγκη να επιβιώσουν, που γυρίζουν μόνοι κι έρημοι στο περιθώριο της δικής μας ζωής που δεν είναι κακό να καταλάβουμε ότι δεν απέχουμε πολύ από κείνους.
Διαβάζεις “Τα σταφύλια της οργής” και βλέπεις ότι αυτά που ζούσαν οι ήρωες του Τζον Στάινμπεκ στην Αμερική των αρχών του προηγούμενου αιώνα, είναι πιο επίκαιρα από ποτέ. Οι ίδιες διώξεις από αυτούς που αισθάνονται ότι απειλείται η δουλειά τους, η περιουσία τους, ακόμα και το κοινόν-κενόν τους αίσθημα ότι εκείνοι είναι καλύτεροι- γηγενείς-ιθαγενείς και όχι ξένοι, οπότε τους αξίζει η εργασία, η καλύτερη αμοιβή, το σπίτι, η μόρφωση για τα παιδιά τους. Οι άλλοι, ας κυλιούνται στην άκρη τους δρόμου, είναι ξένοι, μαυριδεροί, αλλόγλωσσοι και πάει λέγοντας το τροπάρι του μίσους που υφαίνεται υπόγεια και σταθερά.
Μόλις πάτησα το πόδι μου στην αττική γη, ο ταξιτζής με καλωσόρισε «στο χάος της πόλης», λέξεις δικές του αυτές. Σε λίγο, είχε αναλυθεί σε ένα λογύδριο -χωρίς διακοπή- για τους ξένους που τους παίρνουν τη δουλειά. “Κύριε, κι αυτοί πώς θα ζήσουν; Άνθρωποι είναι, τι πάει να πει ξένοι; Άνθρωποι”. Η αφέλειά μου να τον διακόψω. Το “άνθρωποι” είναι μη αναγνωρίσιμη λέξη. “Εμείς όταν πήγαμε στο εξωτερικό να δουλέψουμε, δεν πήγαμε έτσι, ήμασταν καλύτεροι, ήμασταν εκείνο, ήμασταν το άλλο”. Ακριβώς, κύριε. Ήμασταν το άλλο, οι άλλοι. Πώς πήγαμε εμείς δηλαδή; Αλλά η κουβέντα είναι αδιέξοδη. Τα λόγια μου χτυπάνε στον τοίχο των ιδεοληψιών του.
Θα θυμηθώ την κουβέντα της καλής συναδέλφου που ασχολείται χρόνια με τα θέματα του απόδημου ελληνισμού, “έχουμε μια εικόνα για τους Έλληνες του εξωτερικού που ίσως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, πολλές φορές”. Γενικώς, έχουμε εικόνες φτιάξει μόνοι μας για όλα, περιχαρακωνόμαστε πίσω από αντιλήψεις που γίνονται συρματοπλέγματα και μας κρύβουν τον ήλιο. Κυρίως τον ήλιο των ανθρώπων. Και κουβαλάνε και φως οι μαυριδεροί άνθρωποι στην άκρη του δρόμου, και ήλιο πιο καυτερό από τον δικό μας στην πλάτη τους, και αισθήματα, και πολύ πόνο, και οικογένειες αφημένες πίσω που θέλουν να τις θρέψουν, και, και, και. Και εντέλει είναι φτιαγμένοι από την ίδια σάρκα και τα ίδια οστά και το ίδιο αίμα με μας. Δεν βλέπω γιατί εμείς είμαστε καλύτεροι και μας αξίζει να έχουμε στον ήλιο μοίρα και σ’ εκείνους όχι. Τα γράφω αυτά καιρό τώρα πάνω στον τοίχο που ορθώνουμε απέναντι στους άλλους ανθρώπους, με τη μάταιη ελπίδα να διαβαστούν και σιγά σιγά να χαμηλώσει ο τοίχος, κάποιος να τα σβήσει τα λόγια, γιατί θα γκρεμίζει αυτά τα άτυπα, αφανή και τόσο ανθρωποφάγα σύνορα, αυτά τα αόρατα τείχη.

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" στις 19 Αυγούστου 2011)

Monday, August 15, 2011

Πόλεμος και αγάπη

photo: scalidi
Απογυμνωμένη καρδιά. Και η ανθρωπιά. Σ' αυτό το ασύλληπτης έντασης βιβλίο. Σ' αυτό το λογοτεχνικό έργο που σκάβει μέσα μας χωρίς φόβο για το ποιοι είμαστε. "Στο τέλος της γης", Νταβίντ Γκρόσμαν, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση από τα εβραϊκά από τη Λουίζα Μινάν.
Στη Θεσσαλονίκη στη διεθνή έκθεση βιβλίου, επί μια μιάμιση ώρα άκουγα όρθια σ' αυτόν τον κατάμεστο χώρο το συγγραφέα να μιλάει ειλικρινά και με χάρη και με γνώση και με ομορφιά για τα βιβλία και τους ανθρώπους. Έφυγα σίγουρα ηλεκτρισμένη για την ειρήνη και τον πόλεμο, κι αυτή τη μάχη μέσα μας για το ποιοι είμαστε, ιδίως μέσα σ' αυτό το κουκούλι που επωαζόμαστε, την οικογένεια.
Το βιβλίο μου επιβεβαίωσε στη συνέχεια ότι ο συγγραφέας ήταν ο ίδιος άνθρωπος με τον ομιλητή. Και ακόμα μεγαλύτερος συγγραφέας. Το αριστουργηματικό αυτό έπος για την καρδιά μας με σημάδεψε. Με την Τέχνη και την αλήθεια του.
Και το χυμένο αίμα κάτω απ' αυτό αχνίζει. Και λες καλύτερα να μην υπήρχε η πραγματικότητα, να ήταν όλα λογοτεχνία. Αλλά δεν.
Ο Άβραμ, η Όρα, ο Ίλαν. Ένα ιδιότυπο τρίγωνο που δομείται στην εφηβεία τους. Κάτι παραπάνω από ερωτικό τρίγωνο. Και μετά ο Πολέμος. Οι βαθιές του πληγές, ο πόνος του, ο δριμύς του φόβος. Και άνθρωποι ερείπια που ψάχνουν από κάπου να πιαστούν για να ζήσουν. Ύστερα ο Άνταμ και ο Όφερ, ιδίως αυτός ο τελευταίος που προσφέρει τον εαυτό του εθελοντικά στον Πόλεμο. Κι η Όρα, η μητέρα του που δεν αντέχει να μάθει τα νέα τυχόν θανάτου του. Θα διασχίσει τη χώρα για να μην της παραδοθούν αυτά τα νέα, αν υπάρχουν. Με συντροφιά από το παρελθόν και το ίδιο το παρελθόν, προσπαθεί να προστατεύσει από μακριά το παιδί της με την αγάπη της, εξιστορώντας τη ζωή του και την παραμικρή λεπτομέρεια της ύπαρξης του γιου της στον πατέρα που τον κατασπάραξε ο Πόλεμος.
Βαθιά συγκινητικό βιβλίο, σπαρακτικό στα ψυχικά και συναισθηματικά του φορτία. Νομίζω ότι οφείλει να διαβαστεί από όλους. Ένα αριστούργημα και λίγο πιο πέρα απ' αυτό.

Friday, August 12, 2011

Tuesday, August 09, 2011

Ο Γιάννης Χαρούλης και η μπάντα του ή αλλιώς ινδιάνοι ακροβάτες της μουσικής

Σε ένα παλιό εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο. Βράδυ. Δίπλα στη θάλασσα. Με την αρμύρα να θολώνει τον ουρανό και να ρίχνει πάχνη στη φέτα του φεγγαριού που έκανε κούνια στον αέρα. Στη Νέα Κίο. Ήρθε μια μπάντα από δεξιοτέχνες μουσικούς και σκόρπισε συγκίνηση δίπλα στο κύμα τ' απέναντι τ' Αναπλιού. Η σκηνή στημένη μπροστά από μια πεισματικά ζωντανή συκιά. Και κάτω οι πλαστικές καρέκλες που έρχονταν για ώρα. Κανείς δεν περίμενε τόσον κόσμο. Πήγα χωρίς καμιά προσδοκία. Από πού ήρθε αυτός ο κόσμος;
Από κει που ήρθε κι η φωνή αυτού του παιδιού που τραγουδούσε. Από κει που ήρθε το ταλέντο αυτής της μπάντας που με το διονυσιασμό της ξεσήκωνε την ψυχή. Είμαι ένας άνθρωπος που δεν την καταλαβαίνω τη μουσική. Μόνο τη νιώθω. Είμαι από κείνους που ακούνε σχεδόν μόνο τα λόγια. Γι' αυτό ακούω τραγούδια. Αλλά τούτη τη φορά άκουγα αυτούς τους ευγενείς ιθαγενείς της μουσικής να με παρασέρνουν στους στροβιλισμούς τους. Στο κέντρο η φωνή του Γιάννη Χαρούλη με το λαούτο του. Γύρω του μια ηλεκτρική κιθάρα που έβγαζε σπίθες και σε τρύπαγε στο στήθος, ένα κλαρίνο που γίνονταν από σαξόφωνο και πάνω, κρουστά που σε απογείωναν στο νυχτερινό ουρανό κι ένα τσέλο που άγγιζε άγνωστες χορδές. Α, και σπασμένες χορδές. Κυρίαρχη η μουσική. Και το ταλέντο. Και η φρεσκάδα τους. Και η διάθεσή τους να τα δώσουν όλα. Έντιμα προς το κοινό. Με χάρη. Με ευγένεια. Με ανθρωπιά. Με ομορφιά. Όπου συναντήσετε αυτή την μπάντα μην την χάσετε. Ακροβατεί. Μαζί σας. Μέσα σας. Στην άκρη των ματιών σας. Κυλάει και πέφτει ένα δάκρυ. Η ελπίδα που ενσταλάζεται και μας μολύνει...
photo: scalidi


Thursday, August 04, 2011

Ανάγνωση σε τίτλους

photo: scalidi
Φίνα ελαφράδα: "Κυνηγός φαντασμάτων" της Αθηνάς Κακούρη. Το έδινε το Βήμα μια Κυριακή. Το διάβασα ευχάριστα. Ωραία γραφή. Προσεγμένη, με φινέτσα. Θαύμασα τη φρεσκάδα του. Και την ευρεία ματιά της συγγραφέως. Για καλοκαιράκι να σου ανοίξει η αναγνωστική ορεξη ήταν ό,τι έπρεπε.

Μαχαίρι στην ανθρωπιά μας: Ο Τζον Στάινμπεκ φρόντισε με το αριστούργημά του που γράφτηκε καμιά ογδονταριά χρόνια πίσω, να μιλά μες στην καρδιά του σημερινού ανθρώπου. Ιδίως στην Ελλάδα πρέπει να το διαβάσουμε όλοι. Τούτη την ώρα. Για να θυμηθούμε ποιοι είμαστε, αν είμαστε. "Τα σταφύλια της οργής" από τις εκδόσεις γράμματα σε μετάφραση Κοσμά Πολίτη. Ρούφηξα τους δύο τόμους σε ελάχιστο χρόνο, έκλαψα με μαύρο δάκρυ στο τέλος. Γεμάτη λογοτεχνία. Γεμάτη. Σε αφήνει χορτασμένο και μαζί αδειανό να αναζητάς μέσα σου την αλήθεια σου -όπως οφείλει η λογοτεχνία που σέβεται τον εαυτό της. Ακόμα και ο λυρισμός του δεν μου φάνηκε παρωχημένος, τον είχα ανάγκη από τόση στεγνότητα γύρω και ρηχότητα και αναδουλειά γενικότερη της ανθρωπιάς μας...

Νυχτερίδες κι αράχνες, γλυκειά μου: Συνηθίζω να διαβάζω τα βιβλία που για κάποιον λόγο κάνουν ντόρο μετά από καιρό. Να έχει κατακαθίσει ο κουρνιαχτός. Να καταλάβω την όποια ουσία έξω από τα φρου φρου κι αρώματα της προσωρινότητας. "Νυχτερίδες", το έδινε η Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, λοιπόν, η συλλογή διηγημάτων της Λένας Κιτσοπούλου που έλαβε και βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα. Το άξιζε. Κοφτερή γραφή και ματιά. Υπαινικτική και άγρια. Δεν ξέρω αν είναι απαισιόδοξη ή απλώς ρεαλίστρια η συγγραφέας. Εκτιμώ την επιλογή της θεματικής της, βία και μάλιστα καθημερινή, μέσα στις οικογένειες στην παιδική ηλικία, στην εφηβεία έξω απ' αυτές. Άγρια πράματα που άμα δεν τα έχεις ζήσει, τα λες λογοτεχνία... Το διαβάζεις μια κι έξω. Σαν όταν γυρίζεις το κεφάλι από την άλλη, όταν πάνε να σε τρυπήσουν με τη σύριγγα για να σου πάρουν αίμα, αυτή η αίσθηση μένει στο τέλος.

Μη μου άπτου: Το καινούριο θεατρικό του Θανάση Τριαρίδη, του οποίου έτσι κι αλλιώς παρακολουθώ ανελλιπώς τη λογοτεχνική πορεία. "Historia de un amor ή τα μυρμήγκια" ο τίτλος. "Μην αγγίζετε" όπως πάντα το θέμα του. Χειμαρρώδες, γρήγορο, καταιγιστικό. Ευφυές. Ένα ζευγάρι. Αντιμέτωπο. Με τον εαυτό του. Εναλλαγές ρόλων σε χρόνο κλεισίματος ματιού. Θύτες και θύματα. Υπαρξιακό μέχρι το μεδούλι κείμενο. Γραμμένο με λόγο που για μένα έρχεται από το μέλλον μας. Το πιο "θεατρικό" από όλα του τα κείμενα. Το βλέπεις μπροστά σου να διαδραματίζεται. Επιλέγεις το ρόλο σου εσύ που το διαβάζεις. Στο τέλος ψάχνεις να βρεις ποιος είσαι. Δυνατό. Εξωστρεφές που σε σπρώχνει σε ενδοσκόπηση προσωπική. Έντονο. Επικοινωνεί στα ίσα με το μέσα μας και την ιστορία απέξω μας που τρέχει.