Thursday, July 28, 2011

Μονοπάτι στο καλοκαίρι

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

Το μόνο που λείπει είναι το σούσουρο από τα τζιτζίκια...
Αλλά νομίζω τ' ακούτε κι αυτό.

Friday, July 15, 2011

Κλωτσιά στις παρυφές του πολιτισμού

photo: scalidi
Είναι άλλος ο αέρας που αναπνέει κανείς μέσα στο Μουσείο της Ακρόπολης. Και κυριολεκτικά. Ιδίως όταν έξω έχει καύσωνα. Μπαίνεις μέσα σ’ αυτό το χώρο κάτω από ιδανικές συνθήκες και συνομιλείς με το παρελθόν. Και με τον εαυτόν σου. Ηθελημένα ή αθέλητα. Αναγκάζεσαι να τοποθετήσεις το τι είσαι κάπου εκεί, ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον, σ’ αυτό το δυσοίωνο παρόν που εκμηδενίζεται μόλις πατήσεις το πόδι σου μέσα σ’ αυτό το κόσμημα κάτω από τον ίσκιο του ιερού βράχου.
Οι καρυάτιδες κι οι κόρες με τη χάρη τους σε φέρνουν αν όχι να δακρύσεις από συγκίνηση, τουλάχιστον να σταθείς στο ύψος σου απέναντί τους, με δέος και ησυχία, με γαλήνη μπροστά στο μέτρο τους, με ηρεμία μπροστά στην αρμονία τους. Μια θορυβώδης οικογένεια από το εξωτερικό σουλάτσαρε στην αρχή μέσα στους διαδρόμους με μια αναίδεια, μια φοβερή φασαρία και σχεδόν κοροϊδευτική διάθεση που, παρακολουθώντας τους, έβλεπα προοδευτικά να αποβάλλουν αυτόν τον περιττό εκνευρισμό, αυτό το θόρυβό τους και στο τέλος να απολαμβάνουν την περιήγησή τους αλλιώς. Μπορείς να ατενίσεις ακόμα και τη θάλασσα –τι έκπληξη!- από το τελευταίο επίπεδο του Μουσείου.
Ωραία όλα αυτά. Πολύ ωραία. Μόνο που στην έξοδο καραδοκεί το ζοφερό παρόν. Για να θυμηθείς ότι το αρχαϊκό αττικό χαμόγελο, αυτό το μειδίαμα, θα μείνει για πάντα βυθισμένο στο παρελθόν. Έξω από το Μουσείο, στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου, ένα βήμα από αυτόν τον πυρήνα της ομορφιάς, είναι το τώρα που σε χτυπάει γροθιά στο μαλακό υπογάστριο της όποιας ευαισθησίας και πολιτισμού και ανθρωπιάς. Ο νεαρός «κύριος» της Δημοτικής Αστυνομίας θεωρεί σωστό και πρέπον, καθήκον του, βρε αδερφέ, να στραφεί κατά του καημένου -μπορεί και συνομήλικού του- Πακιστανούλη που κάθεται οκλαδόν και ρίχνει και ξαναρίχνει και μαζεύει μπροστά του τις χλαπάτσες-ντοματούλες του, θεωρεί καθήκον του, λοιπόν, να του κλωτσήσει το εμπόρευμα… Μάλιστα. Αυτό το κύμα καύσωνα με χτύπησε στο πρόσωπο μόλις βγήκα από το Μουσείο. Κυριακή μεσημέρι. Γερό ράπισμα. Η κλωτσιά. Κατά του ανθρωπάκου που ανυπεράσπιστος έφυγε, αφήνοντας τις ντοματούλες του στο έλεος της εξουσίας του υπαλλήλου της Δημοτικής Αστυνομίας. Υπέροχα. Μαθήματα πολιτισμού. Και ανθρωπιάς. Και ευγένειας. Και στοιχειώδους κοινωνικής συμπεριφοράς. Από έναν δημοτικό υπάλληλο, δηλαδή έναν άνθρωπο που είναι εκεί για να υπηρετήσει από τη θέση του το κοινό καλό, τα συμφέροντα και των άλλων. Είναι η ώρα που αγωνιούμε για τις ακυρώσεις κρατήσεων στον τουρισμό. Είναι η ώρα που η κρίση, λέμε, μας κλονίζει. Μάλιστα. Γι’ αυτό δίνουμε μια κλωτσιά. Και καταστρέφουμε ό,τι καλό έχουμε να επιδείξουμε. Ας πούμε το Μουσείο. Την όαση αυτή, την ουτοπική διάσταση που σε βυθίζει. Αλλά εμείς ξέρουμε καλύτερα, θα σε επαναφέρουμε αγαπητέ τουρίστα, περιηγητή, που τολμάς να αρμενίσεις ανέμελος στην πόλη, θα σε επαναφέρουμε στο θλιβερό μας παρόν, αυτό το απαίδευτο και αμόρφωτο, αυτό το απάνθρωπο παρόν μας.
Στο Σύνταγμα, αντίκρυ από τη Βουλή, κρέμονται κάτι μάσκες λευκές, τάχα μου να δείξουμε πόσο μασκαράδες-υποκριτές είναι οι πολιτικοί μας; Ποιος ξέρει. Εκεί αγανακτούμε. Αλλά δεν αγανακτούμε, όταν φοράμε εμείς αυτά τα προσωπεία της ψευτιάς μας, της τάχα μου επιβολής μας σε έναν Άλλο. Κλωτσώντας τις εμπορεύσιμες χλαπάτσες ενός Πακιστανού, βιώνουμε την εθνική μας μοναξιά, την ήττα μας να σταθούμε στο ύψος του αρχαϊκού χαμόγελου που –τι ειρωνεία!- είδα να φέρει στο πρόσωπό του αυτός ο νεαρός που τον φοβέρισαν και του σκόρπισαν την πραμάτεια.

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή", την Παρασκευή 15 Ιουλίου 2011)



Monday, July 11, 2011

«Καταζητείται» λίγη ανθρωπιά και μια στάλα λογική

Από τη μία οι αφίσες κολλημένες με «Καταζητείται» για πολιτικούς στις κολώνες κι από την άλλη κάτω από τους στύλους, στο απέναντι πεζοδρόμιο, στη διπλανή εσοχή του δρόμου, εκεί έξω από τις τράπεζες, μπροστά από τα ΑΤΜ, έξω από τα σιδερένια ρολά των μαγαζιών, ανθρώπινα μέλη να «ξεκουράζονται» στο τσιμέντο. Στο Πανεπιστήμιο στους πεζόδρομους, στην Κοραή, κρυμμένοι μέσα στα χαρτιά, τις εφημερίδες και τα κουρέλια τους, άνθρωποι.
Τι να τα κάνω τα μνημόνια, τις διαμαρτυρίες, τις φωνές, τα δακρυγόνα, τους αγανακτισμένους; Πες μου; Γιατί δεν αγανάκτησες ποτέ για τον παππού που κείται στο έδαφος της τράπεζας που δουλεύεις, που πληρώνεις, που σε κυνηγάει και μόνο τη βρίζεις, αλλά εξακολουθείς να δανείζεσαι υπέρογκα και παράλογα από κείνη; Γιατί δεν αγανάκτησες με σένα και αγανακτείς μόνος με τους άλλους; Γιατί φτιάχνεις «καταζητούνται» για κείνους που εξέλεξες και δεν φτιάχνεις «αναζητούνται στέγες να περιθάλψουν αστέγους και μόνους από το δρόμο»; Γιατί πρέπει να γυρίζεις πάντα στα εύκολα; Μια τέντα στο Σύνταγμα, μια φωνή μπροστά σε μια τηλεοπτική οθόνη, μια αγανάκτηση που αυτοαναλώνεται. Γιατί; Γιατί δεν πας κατά τα δύσκολα; Γιατί δεν ζητάς και δεν αναζητάς τρόπους να μην κοιμούνται και πεθαίνουν στους δρόμους οι γέροι σου, οι ασθενείς σου, οι ψυχικά άρρωστοί σου, τα πρεζονάκια σου; Γιατί;
Γιατί η ίδια γυναίκα, χρόνια τώρα, περιπλανιέται έξω από τους σταθμούς του μετρό και τα σούπερ μάρκετ, κρατώντας αγκαλιά μια κούκλα, μια γυναίκα μεσήλικη, η μάνα σου, ενώ ψάχνει τη δική σου φροντίδα κι αγάπη; Γιατί; Γιατί ο νεαρός που σου ζητάει τσιγάρο στο δρόμο, και τον συναντάς με τα ίδια ρούχα και παπούτσια να γυρνάει «με όλους όσους δεν θυμούνται φορτωμένος» στην πλάτη του σ' εκείνη τη σχολική του τσάντα, γιατί δεν έχει σπίτι;
Θα μου πεις μηδενίζω, τους βάζω όλους στο ίδιο τσουβάλι, λαϊκίζω, γράφω συναισθηματικά, και άλλα τέτοια εύκολα και γραφικά και θα συνεχίζουν τα πεζοδρόμια να είναι πιο φιλόξενα για τους ανθρώπους από τους ίδιους τους ανθρώπους. Φτιάξε καλύτερα «καταζητείται» για την ανθρωπιά σου, όποιος κι αν είσαι, όπου κι αν βρίσκεσαι. Βγήκα από μια παρουσίαση βιβλίου στο κέντρο, κι ήθελα να ουρλιάξω, βλέποντας τους ανθρώπους χυμένους στα πεζοδρόμια. Τι να τα κάνω τα βιβλία σας; Τους συγγραφείς σας; Καλύτεροι άνθρωποι γινόμαστε; Τους πολιτικούς σας; Τις διαμαρτυρίες σας; Καίτε την πόλη κι απλώς δεν έχουν πού να κοιμηθούν από τα χημικά κι από τα σπασμένα οι άστεγοί μας μετά στις άκρες στις πλατείες. Θυμάμαι μια εκδήλωση που έκανε ένας εκδοτικός κι απέξω στις παρυφές του δρόμου, κοιμούνταν διπλωμένοι ντάλα βαρύ χειμώνα οι μόνοι τους, πεινασμένοι, κουρασμένοι, αβοήθητοι κι εξοστρακισμένοι σ' ένα περιθώριο που είναι ένα βήμα από το δικό σου «καλό του τετραδίου». Από σένα που είσαι κανονικός κι εντάξει και καλλιεργημένος τάχα μου... Λίγη λογική κι ευαισθησία. Πόσο κοστίζει; Μια στάση στην άκρη του δρόμου. Μην τον προσπερνάς. Είναι μόνος του. Από το ελάχιστο ενδιαφέρον σου, το δικό σου που σιγά σιγά μπορεί να γίνει λίγο μεγαλύτερο, ευρύτερο, κάτι μπορεί να αλλάξει. Κάτι να κινηθεί αλλιώς, να φύγει από τη βολεμένη θέση του. Αλλά θα μπλέξεις τώρα, έχεις και δουλειές, είσαι αγχωμένος και για τα λεφτά που χάνεις από τα μνημόνια, είσαι, είσαι, είσαι, άστο, κάποια άλλη φορά, τρέχεις να πας στο Σύνταγμα να παραβρεθείς στην αγανάκτηση. Χαιρετίσματα λοιπόν στη επιλεκτική αδιαφορία.

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή", στις 11  Ιουλίου 2011)

Friday, July 08, 2011

«Παρά»-ιατρικό προσωπικό ΕΚΑΒ

Αιόλου 71-75, κάπου εκεί κοντά στη συμβολή με την Ευριπίδου. Σάββατο προς Κυριακή, 26 Ιουνίου. Δώδεκα και κάτι το ξημέρωμα. Μόλις έχει ολοκληρωθεί η σφύζουσα συναυλία του Θανάση Παπακωνσταντίνου και του Γιάννη Χαρούλη στην Πλατεία Κοτζιά κατά των ναρκωτικών –στις σκοτεινές άκρες της, οι καταφεύγοντες συχνά στην περιοχή τρυπούσαν με τις σύριγγες το κορμί τους, αδιαφορώντας για το πολύχρωμο και ζωντανό πλήθος της Πλατείας.
Ένας ηλικιωμένος άνθρωπος πεσμένος στο δρόμο. Ανήμπορος, ημιλιπόθυμος. Μια κοπέλα τον πλησιάζει, του δίνει νερό, συνομιλεί μαζί του. Η παρέα της λέει ότι καλεί ασθενοφόρο και προτρέπει την κοπέλα να φύγουν. Φεύγουν. Από θεατές της υπόθεσης, γίναμε κάτι παραπάνω, ίσως πιο ανήμποροι από τον πεσμένο άνθρωπο. Θα καταλάβετε γιατί. Πλησιάσαμε. Ξανακαλέσαμε ασθενοφόρο. Ήρθε.
Ο οδηγός του πληρώματος του ΕΚΑΒ (ο αριθμός του ασθενοφόρου είναι στην διάθεση του υπουργείου Υγείας, εφόσον μας ζητηθεί, γιατί το καταγράψαμε, όπως έχουν καταγραφεί υποθέτω και οι συνομιλίες με την Άμεση Δράση αλλά και το ΕΚΑΒ) βγήκε από το όχημα φωνάζοντας στον κύριο που θα ήταν πατέρας μας στην ηλικία ότι θα τον πάει στο ψυχιατρείο, να διαλέξει ή Δρομοκαΐτειο ή Δαφνί. Τον έχει μαζέψει, λέει, τόσες φορές από το δρόμο, τον πάει στο νοσοκομείο κι εκείνος μετά από μερικές ώρες φεύγει. Έρχονται να μαζέψουν, συνεχίζει, αυτόν και στο μεταξύ θα χαθούν τόσες ανθρώπινες ζωές εξαιτίας του είτε από ανακοπές είτε από δυστυχήματα στο δρόμο, τους καθυστερεί και απασχολεί το ασθενοφόρο.
Ο ηλικιωμένος άνθρωπος ψελλίζει το ιατρικό του ιστορικό, λέει ότι είναι πρώην μαθηματικός, ότι η γυναίκα και τα παιδιά του έχουν σκοτωθεί σε αυτοκινητικό, απαντάει στον οδηγό ότι θέλει να πάει στο νοσοκομείο γιατί τον πονάει το πόδι του –ένα πόδι εμφανώς σαραβαλιασμένο από εγχειρήσεις- καταταλαιπωρημένος ολόκληρος ένας άνθρωπος από τις κακουχίες του δρόμου. Δεν ζητιανεύει, δεν ζητάει τίποτα, αλλά δεν θέλει να πάει σε ψυχιατρείο, εσείς θα πηγαίνατε; Πονάει μόνο. Ο οδηγός προσπαθεί να τον αποτρέψει να τον ακολουθήσει και μετά λέγοντας ότι δεν μπορεί να τον μεταφέρει με το ζόρι, χωρίς τη συγκατάθεσή του, λέει ότι καλεί την Άμεση Δράση, όλη αυτή την ώρα δείχνει να μιλάει στον ασύρματό του.
Περιπολικό δεν φαίνεται, ίσως επειδή δεν κλήθηκε από το ΕΚΑΒ, ο ηλικιωμένος κύριος μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, με τα σάλια του να τρέχουν, πείθεται να φάει κάτι και να πιει νερό, το μόνο που κατορθώσαμε πρόσκαιρα να του προσφέρουμε. Λέει να μας δώσει κι εμάς το μισό του σάντουιτς…
Στο μεταξύ έχουμε καλέσει την Άμεση Δράση εμείς, τέσσερις άνθρωποι που βρισκόμαστε μαζί του πια μια ώρα, το ασθενοφόρο δεν φεύγει, αλλά δεν παίρνει και τον άνθρωπο. Σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να βοηθηθεί ο άνθρωπος που βρίσκεται σε ανάγκη, αναφέρω τη δημοσιογραφική μου ιδιότητα και ότι κρατάω τα στοιχεία του ασθενοφόρου, τα στοιχεία του οδηγού δεν μου δίνονται, μού λέει να τα βρω υπηρεσιακώς.
Κοντεύει πια μιάμιση ώρα μετά, ο ηλικιωμένος υποβασταζόμενος από νεαρό που τον ήξερε, μάλλον από την περιοχή, ίσως άστεγος κι εκείνος, κουτσαίνοντας αρχίζει να φεύγει, παρά τις παρακλήσεις μας να περιμένει να δεχτεί βοήθεια. «Γιατί για να με πάνε στο ψυχιατρείο; Να πάει αυτός στο ψυχιατρείο», λέει, μας χιλιοευχαριστεί, αλλά μας θερμοπαρακαλεί να φύγουμε για να μην μπλέξουμε, γιατί δεν θα βγάλουμε άκρη με δαύτους, λέει, δείχνει κατά το ασθενοφόρο και κουτσαίνοντας απομακρύνεται κι άλλο. Μέχρι ένα σημείο τον ακολουθούμε, μάταια. Ξεμακραίνει. Ακυρώνουμε την κλήση προς το περιπολικό και πάμε να φύγουμε.
«Δεν θα πάτε πουθενά», λέει ο οδηγός του ασθενοφόρου που κλείνει ώρα πια σταθμευμένο στην Αιόλου. «Έχω καλέσει περιπολικό θα σας κάνω μήνυση για παρακώλυση του έργου μας, που κρατάτε εδώ το ασθενοφόρο». Πέρασε περιπολικό, του είπαν κάτι, αλλά συνέχισε το δρόμο του. Τέλος πάντων, κύλησε πια αρκετή ώρα. Μετά από συμβουλή συναδέλφου καταφεύγουμε, μονάχα εμείς, -το ασθενοφόρο και το πλήρωμά του παρέμεινε αμετακίνητο- στο πλησιέστερο Αστυνομικό Τμήμα, αυτό της Ακρόπολης, με ευγενέστατους ανθρώπους που δουλεύουν εκεί, εκείνη την ώρα της βάρδιας 2 η ώρα πια τη νύχτα, να καταγράψουν το περιστατικό και ότι παραβρεθήκαμε εκεί, προσπαθήσαμε να βοηθήσουμε, κατέστη μάταιο και φυσικά απομακρυνθήκαμε από κει όταν δεν υπήρχε πια λόγος να μείνουμε, αλλά σπεύσαμε να δηλώσουμε τα στοιχεία μας.
Το μήνυμα της βραδιάς; Ο ηλικιωμένος έμεινε αβοήθητος στο δρόμο. Μια νύχτα ακόμα. Θα μπορούσε να βρεθεί στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου τουλάχιστον. Αλλά όχι, αποφάσισαν άλλοι γι’ αυτόν, άλλοι που ξέρουν καλύτερα. Ας πούμε ένας διασώστης, που δεν αμφιβάλλω, θα έχει σώσει πολλές ζωές. Αλλά όπως με πληροφορούν εκ των υστέρων εκείνοι που γνωρίζουν από το δρόμο στην πράξη τη λειτουργία του πράγματος, είναι ένας τρόπος να κάνει κάποιος το διάλειμμά του. Από τη στιγμή που δεν βοηθήθηκε ο άνθρωπος, τι έχει σημασία; Μπράβο σε όλους μας, τα καταφέραμε πολύ καλά. Ένας γέρος, μόνος, στο δρόμο, που πονάει, νύχτα.

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή", την Παρασκευή 8 Ιουλίου 2011)

Sunday, July 03, 2011

Εναυάγησα στο πέλα...

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi
σε απέραντο ωκέα...
photo: scalidi

photo: scalidi

Friday, July 01, 2011

Σπασμένα μάρμαρα και κοινωνικές ραγισματιές

Και μετά από τόση βία, πού θα γυρίσει αυτή η χώρα; Λένε οι ειδικοί ότι τα περιστατικά που βιώνει ο άνθρωπος κάτω από οριακές συνθήκες τόσο για τον οργανισμό του αλλά κυρίως για τον ψυχισμό του, δρουν σωρευτικά μέσα του, λειτουργούν προσθετικά και τον επιβαρύνουν. Σ' αυτή τη χώρα, δεν γίνεται το ίδιο;
Εκείνες οι έρημες οι πλατείες που ξηλώνονται από την αρχή και πετιούνται στα κεφάλια των ανθρώπων, επανέρχονται ύστερα στη μακαριότητά τους, χωρίς μάρμαρα; Ποιος πληρώνει το μάρμαρο; Αυτή η κοινωνία δεν είναι; Κι αυτοί οι άνθρωποι που όλο και προετοιμάζονται να σκοτώσουν ή να σκοτωθούν; Πώς θα γυρίσουμε πίσω απ' αυτή τη βία; Δεν θα τρέχει τίποτα; Θα πάμε να εφαρμόσουμε τον Εφαρμοστικό και το Μεσοπρόθεσμο, χωρίς να τρέχει τίποτα;
Εκείνος που βαράει με τα ρόπαλα και τις πέτρες, εκείνος που σπάζει και καίει, από όποια πλευρά κι αν προέρχεται, γυρίζει το βράδυ σπίτι του και δεν συμβαίνει τίποτα; Είναι χαλαρός; Ξεθυμασμένος; Σαν πορτοκαλάδα που έμεινε ανοιχτή κι έφυγε τ' ανθρακικό της; Εντάξει εκτονώθηκαν όλα τα ένστικτά του; Και μετά; Μετά θα κάνει το ίδιο στο σπίτι του; Στη γυναίκα του, το παιδί του, τη μάνα του;
Ή μαζεύονται να σπάσουν σε κοινή θέα; Σε τηλεοπτική θέα; Και να καμαρώσουν μετά το έργο τους; Και να νιώσουν όλοι δυνατοί, επιτέλους; Ήθελα να ήξερα, πώς είναι στην καθημερινότητά τους όλοι αυτοί που ασκούν τη βία, και από την πλευρά των κουκουλοφόρων κι από την άλλη την αστυνομική. Παίρνουν αποδείξεις; Πληρώνουν τους λογαριασμούς και την εφορία τους; Συγκινούνται από κάτι; Έχουμε δει την ίδια ταινία και κλάψαμε μαζί σε ένα σινεμά; Αναρωτιέμαι. Ήταν στην ίδια συναυλία με μένα, κάθονταν δίπλα μου και τραγουδάγαμε μαζί με μια φωνή; Μήπως έχουμε διαβάσει τα ίδια βιβλία; Μήπως έχουμε κολυμπήσει στην ίδια θάλασσα και μέναμε δίπλα-δίπλα ξαπλωμένοι στην ίδια παραλία; Αναρωτιέμαι.
Θυμήθηκα που στο βιβλίο του ψυχιάτρου Ματθαίου Γιωσαφάτ, «Μεγαλώνοντας μέσα στην ελληνική οικογένεια- Η ψυχοσεξουαλική ανάπτυξη του παιδιού και ο ρόλος των γονιών, Μια ψυχαναλυτική προσέγγιση» (Εκδόσεις Αρμός), διάβαζα για τα παιδιά εκείνα που δεν υποτάσσονται στην εξουσία των γονιών τους, κυρίως της μητέρας τους και στην πορεία γίνονται αντιδραστικοί, άνθρωποι που στο πρόσωπο της κοινωνίας στην ουσία πολεμάνε τους γονείς τους και για τα παιδιά εκείνα τα υποτακτικά που γίνονται φοβισμένα υποχείρια των εκάστοτε εξουσιών. «Η δημοκρατία θέλει ωριμότητα», γράφει ο ψυχίατρος.
Βλέπω τις εικόνες της καταστροφής από το κέντρο της πόλης και σκέφτομαι τι γονείς έχουν αναθρέψει αυτούς τους ανθρώπους. Ποια σχολεία και ποιοι δάσκαλοι έχουν ασχοληθεί μαζί τους;
Κι εμείς που είμαστε; Θα επιτρέψουμε αυτή τη φωτιά να καίει; Θα διαιωνίσουμε τη βιαιότητα και τη βία; Αν κάτι οφείλουμε να δείξουμε, αυτό είναι ωριμότητα. Ένας ηλικιωμένος άστεγος στο κέντρο της πόλης μού ευχήθηκε να μεγαλώσω στον κόσμο αυτό καλούς κι ελεύθερους ανθρώπους.
Για χρόνια, μου φαίνεται ξεχάσαμε και ξεχαστήκαμε. Νομίσαμε ότι το καλός κι ωραίος άνθρωπος σημαίνει «πλούσιος» κι έτσι ισχυρός, εντέλει ασύδοτος και χωρίς πραγματική ελευθερία, έστω πνεύματος. Με όποιο κόστος. Αυτό το μάρμαρο πληρώνουμε τώρα. Μιας δυστυχούς ευημερίας που παίχτηκε στο στοίχημα. Ένα διευρυμένο στημένο παιχνίδι ακόμα, μόνο που ποντάραμε εναντίον του ίδιου μας του εαυτού, μεγάλη ήττα. Καιρός είναι να αρχίσουμε να παίζουμε καθαρά, θα είναι κι αυτή μια κάποια νίκη.

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" την 1η Ιουλίου 2011)