Friday, June 24, 2011

Ο παππούς του μέλλοντός μας, εντός μας

photo: scalidi
 
Ένας ρακένδυτος παππούς στο Θησείο κρατάει στα χέρια του δυο παπούτσια και τα πουλάει. Κανείς δεν δείχνει να ταράζεται από την εικόνα, αφού δεν βγαίνει από την απραξία του για να τον ακολουθήσει και τέλος πάντων απλώς να τον αγγίξει στο χέρι, αν δεν του προσφέρει κάτι άλλο παρά μονάχα την προσοχή του. Δηλαδή δεν κάνει τον κόπο κανείς να βγει από τις νόρμες του, τη δεδομένη κοινωνική (αντι-κοινωνική) του συμπεριφορά. Την ίδια ώρα μια κοινωνία ολόκληρη, η ελληνική -παθητικά περιμένει-, μια ήπειρος ολόκληρη -παθητικά περιμένει- ο κόσμος ολόκληρος -παθητικά περιμένει.
Οι Έλληνες απλώς μεταφέρουν τη μοιρολατρία τους από τον καναπέ στην πλατεία έξω -γιατί είμαστε κι εξωστρεφείς πανάθεμά μας- από το Κοινοβούλιο όσο μέσα μόνοι τους αλλάζουν κυβερνητικά «κουστουμάκια», οι Ευρωπαίοι πιο μαζεμένοι περιμένουν να λειτουργήσουν από μόνοι τους οι θεσμοί που σφυρηλατούν αιώνες, αλλά τώρα αλλάζει η ζωή και δεν τους κάνει τη χάρη και από την άλλη όχθη του Ατλαντικού οι Αμερικανοί -άστεγοι τόσα εκατομμύρια- μοιρολογάνε για την ανάκαμψη που αποθερμαίνεται. Στην Κίνα και την Ινδία, τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες οικονομίες του πλανήτη, φοβούνται ότι οι μηχανές τους θα εκραγούν από την πολύ δουλειά κι αυτές, τα μεγαλύτερα γρανάζια της οικονομικής ανάπτυξης του κόσμου, θα εκτροχιαστούν, με άγνωστες συνέπειες για τον εαυτό τους και τους άλλους.
Και ο παππούς περνάει ανάμεσα στο παγωμένο πλήθος με τα δυο παπούτσια στο χέρι. Ο παλιός κόσμος που παρέρχεται; Ακόμα ο κονφορμισμός μας δεν μας αφήνει να κάνουμε ρούπι από τα παραδεδομένα μας, τις συνήθειές μας, τα όριά μας. Κι ο παππούς βαδίζει, τρεκλίζοντας μέσα στη ζέστη. Πιο πέρα, στο σουβλατζίδικο οι -ποιος να τους το 'λεγε πώς κάποτε θα ήτανε παχύσαρκοι- Ιάπωνες τρώνε θορυβωδώς και πίνουνε ούζα και μπύρες ανταλλάσσοντας κοινοτοπίες με τον αγγλομαθή (εστι-)αστει-άτορα. Η ψευτο-(και ψευδο) παιδεία μάς κρατάει όλους καθηλωμένους απέναντι στον παππού. Η αδράνεια που είναι απόρροια αυτού του πολιτικο-κοινωνικού συστήματος που μας εξέθρεψε. Όλους. Τι ειρωνεία.
Ο καθένας μονωμένος μέσα σ' έναν κόσμο που δεν θέλει ν' αλλάξει. Που δεν θέλει να δημιουργήσει πραγματικά. Θέλει, δεν θέλει, η ζωή θα τον οδηγήσει. Στη δημιουργία. Αναπόφευκτα. Στην αλλαγή. Κι όσο κι αν κλαψουρίζει περί του αντιθέτου, μη χάσει τα κεκτημένα του. Ποια είναι τα κεκτημένα του; Κι ο παππούς περνάει δίπλα σου. Ούτε ένα δάκρυ δεν δίνεις.
Ξεφυλλίζω τις ιντερνετικές σελίδες και διαβάζω ψευτο-σπουδαγμένους να στήνουν άτυπες ομαδούλες αυτο-υποστήριξης και κολλεκτίβες της ανεπάρκειάς τους να δημιουργήσουν αληθινά και ευλογάνε ο ένας τα γένια του άλλου, για κάτι τάχα μου μυθιστορήματα, για κάτι τάχα μου ποιήματα, για κάτι τάχα μου συμβατικά κείμενα άνευ νοήματος του κόσμου τούτου και της ψυχής του, που λένε εκείνοι ότι τους κάνουν συγγραφείς, ποιητές, διανοούμενους. Κι αναπαραγάγουν το τίποτα. Το μοιράζουν σαν πλαστική σακούλα σε έναν κόσμο που αρχίζει να νομίζει ότι αυτό είναι η δημιουργία. Και βάζει την πλαστική σακούλα στο κεφάλι του και σκάει από ασφυξία. Από τη μη δημιουργία. Από τη μη εξερεύνηση της νοηματοδότησης αυτού του πλάσματος που άνω θρώσκει. Δεν μπορείς πια να γελάσεις με τους μη δημιουργούς και τον πολτό που θέλουν μέσα εκεί να χωρέσουν τον κόσμο για να νιώσουν σημαντικοί και ασφαλείς, αδρανείς και παθητικοί στη βολεμένη τους σκέψη. Ο παππούς με τα δυο παπούτσια διασχίζει ανάποδα τον κόσμο, περιμένοντας εκείνους τους ρομαντικούς τρελούς που θα τον πιάσουν από το χέρι, θα του σφίξουν το μπράτσο, θα τον αγκαλιάσουν, θα τον πάρουν σπίτι τους με βουρκωμένα μάτια.

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" την Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2011)




Wednesday, June 22, 2011

Κι όμως Αθήνα

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi
photo: scalidi
στο σκληρό της πυρήνα

Friday, June 17, 2011

Καλά, εσύ κουράστηκες νωρίς...

Από κει που όλα παίζονταν σε επικοινωνιακό επίπεδο για τη διακυβέρνηση της χώρας, όταν «λεφτά υπήρχαν», χάθηκε κάθε πολιτικό πρόσχημα τις τελευταίες δύο μέρες. Αναρωτιέμαι τι γίνονται οι επικοινωνιολόγοι, όταν οι πολιτικοί καταρρέουν, προφανώς δεν μένουν τα επιτελεία να μαζέψουν τα κομμάτια. Ο Γιώργος Παπανδρέου, αυτός ο «fit» με τα κανό και τα ποδήλατά του πρωθυπουργός, με την άνεσή του να μιλάει στο εξωτερικό καλύτερα απ' ό,τι όταν απευθύνεται στο λαό εντός των συνόρων της χώρας του, τέλος πάντων, αυτός ο άνθρωπος του συνεχούς διαλόγου και της καινοτομίας και της πράσινης οικονομίας και της νέας τεχνολογίας, τι απέγινε;
Ξαφνικά, εμφανίστηκε προχθές τόσο κουρασμένος ο Γιώργος Παπανδρέου όσο δεν τόλμησε να παραδεχτεί ο προκάτοχός του Κώστας Καραμανλής -εκείνος έφυγε εγκαίρως, αν και κατηγορήθηκε τόσο για τη στάση του να εξαφανιστεί από το προσκήνιο ιδία βούληση, τηρώντας ωστόσο κάποια προσωπικά προσχήματα μη περαιτέρω δημόσιας έκθεσης που τότε δεν έγιναν κατανοητά, τώρα μάλλον εξηγούνται όλα. Κι εμφανίστηκε μπαϊλντισμένος θα 'λεγα, βουβά αγανακτισμένος ο Γιώργος Παπανδρέου, σαν να 'θελε να κατέβει κι αυτός στο Σύνταγμα να μουντζώσει κατά τη Βουλή. Ο τόσο ανθρώπινος και προσιτός Γιώργος Παπανδρέου της επικοινωνιακής πολιτικής δεν έχει αυτή την πολυτέλεια. Δεν τον ήθελε κανείς έτσι –πλην εκείνων που έτριβαν τα χέρια τους για εξουσία. Και το πληρώνει. Η παραδοχή της αδυναμίας του δημοσίως, ένα στοιχείο που θα τον έκανε συμπαθή αν ήταν ο οποιοσδήποτε άλλος πολίτης της χώρας, αυτή την ώρα που η χώρα είναι στο χείλος του γκρεμού, απλώς τον οδήγησε στην προσωπική ήττα και μάλιστα σε κοινή θέα. Μια προσωπική πτώση που συμπαρασύρει το μέλλον μιας χώρας.
Στοιχειώδης ανάγνωση του παρελθόντος θα αρκούσε, όπως έγραφε και ο Νικκολό Μακιαβέλλι (1469-1527), στο έργο του «Ο ηγεμόνας», (εκδόσεις Πατάκη, μετάφραση Μαρία Κασωτάκη), «...Και οι μόνες άμυνες που είναι καλές, ασφαλείς και μόνιμες είναι εκείνες που εξαρτώνται από εσένα τον ίδιο και από την αξία σου ...εκείνος ο ηγεμόνας που βασίζεται ολότελα στην τύχη καταστρέφεται, όταν εκείνη αλλάξει. Πιστεύω ότι είναι ευτυχής εκείνος που συνταιριάζει τον τρόπο της πορείας του με τις απαιτήσεις των καιρών και, με παρόμοιο τρόπο, δυστυχής εκείνος που η πορεία του δεν είναι αρμονική με τους καιρούς...».
Αυτή τη στιγμή, χρειαζόμαστε σταθερότητα και διακυβέρνηση. Στο διεθνές σκηνικό οι συνθήκες είναι αμείλικτες. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να χάνουμε χρόνο ή απλώς να περιμένουμε άπραγοι το ενδεχόμενο –που πλησιάζει τόσο επικίνδυνα- της πτώχευσής μας. Δεν μπορεί κανείς να καταλάβει τα τριτοκοσμικά μας μικροκομματικά και μικροπολιτικά παιχνίδια εξουσίας. Μόνο εμείς ξέρουμε τι εστί ο συνεχής διχασμός και η διάσπασή μας, ο χειρότερος εαυτός μας, ο ισχυρότερος εχθρός μας. Μόνο που αυτή τη στιγμή διακυβεύεται το μέλλον μας.
Σε ένα παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον που οι προοπτικές ανάπτυξης των αναπτυγμένων χωρών επιδεινώνονται, οι αναδυόμενες και οι ταχύτερα αναπτυσσόμενες οικονομίες του πλανήτη, στη σκιά των πληθωριστικών πιέσεων, κινδυνεύουν με εκτροχιασμό και υπερθέρμανση και οι διεθνείς αγορές πέφτουν υπό το φόβο της ελληνικής οικονομικής κατάρρευσης, δεν υπάρχουν περιθώρια για ανωριμότητα, ανικανότητα, αναποτελεσματικότητα και κυρίως προσωπική σκοπιμότητα.

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή", την Παρασκευή 17 Ιουνίου)


***Updated: Είδαμε ένα πολύ κακό τηλεοπτικό σίριαλ να παίζεται στις οθόνες μας, μόνο που αυτή ήταν η κεντρική πολιτική μας σκηνή. Χωρίς ίχνος περίσκεψη, χωρίς αιδώ. Με μπόλικη ανοησία.

Friday, June 10, 2011

Η υπόκωφη βία της μισάνοιχτης πόρτας

photo: scalidi
Μόλις ο καιρός ξανοίγει, ανοίγουνε μαζί τα παράθυρα κι οι πόρτες μας. Από ανάγκη. Για μια στάλα δροσιά. Τότε, κάποτε, αφουγκραζόμαστε τη μισάνοιχτη πόρτα του άλλου. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ηθελημένα ή αθέλητα. Όταν οι γρίλιες σκάνε, αποκαλύπτουν την απελπισία του διπλανού, την ανημπόρια του, την ανάγκη του. Κυρίως γι' αγάπη. Απτή και πέρα από την αδυναμία της λέξης να εκφράσει την αλήθεια.
Προχθές το βράδυ, μια γυναικεία φωνή σημάδεψε τη νύχτα. Από το ημίφως του διαμερίσματός της φώναζε «Πέσε». Τα καλοκαίρια ανάμεσα στις συστάδες των πολυκατοικιών, διαφορετικών κάθε φορά, συχνά ακούγονται οι κραυγές των ανθρώπων. Έχω γίνει μάρτυρας -αυτόπτης ή αυτήκοος- σε τουλάχιστον τέσσερις απόπειρες να πέσει κάποιος στο κενό, την τελευταία δεκαετία. Τις τρεις τον έχουν κρατήσει. Κάποιος τον άρπαξε από την εύθραυστη ράντα μιας φανέλας, από τη σφιχτή ζώνη ενός παντελονιού, από τη μασχάλη, τη γειτόνισσα της καρδιάς.
Τη μία, η απόπειρα έγινε πράξη και ένα νεανικό σώμα εγκλωβισμένο στον ακάλυπτο των γκρίζων κτιρίων μονάχα βογκούσε. Χτυπούσαν τα κουδούνια οι γείτονες να τους ανοίξει κάποιος να μπουν στην πολυκατοικία, μα δεν έμπαινε κανείς στον κόπο. Ο φόβος βλέπεις. Μα, δεν κάνει ποτέ στην άκρη αυτός ο φόβος; Κι ένα κορμί σφάδαζε στο τσιμέντο, η ψυχή του είχε βασανιστεί πιο πριν να πονάει. Δεν βρέθηκε κανείς να την κρατήσει.
«Πέσε», η φωνή αλλοιωμένη από την ένταση τρυπούσε το σκοτάδι. Ακούς να ανοίγουν δειλά πόρτες, συρόμενα παράθυρα. Βλέπεις τις καύτρες των τσιγάρων από απέναντι. Και σιωπή. Η μεγαλύτερη βία. Καμία ανταπόκριση. Μέσα στα σπίτια παίζονται δράματα μιας άλλης κλίμακας κι ένας άγραφος νόμος λες κι επιβάλλει αυτή τη δυσβάσταχτη βουβαμάρα. Λες κι άμα ακουστεί μια ανταπόκριση, μια άλλη φωνή από απέναντι, θα βρεθεί αμέσως ο απελπισμένος στο κενό. Και κάθεσαι μαρμαρωμένος. Να αφουγκράζεσαι. Το κενό του άλλου. Την έλλειψή του. Τη δυστυχία του. Την απόγνωσή του.
Έχω βρεθεί χρόνια πολλά τα καλοκαίρια να παρακολουθώ αφανής οικογενειακά δράματα που παίζονται απέναντι. Σε πολλά και διαφορετικά απέναντι. Και ακούς από κάπου να σου λένε, «μπες μέσα, μην μπλέξεις, μην μιλάς», από παιδί τ' ακούς να στο λένε. Πώς μπορείς να μην μιλάς γι' αυτό; Πώς μπορείς να μην μιλάς για μια βία που δεν τελειώνει ποτέ; Πώς μπορείς να κλείνεις τα αυτιά και την πόρτα και το παράθυρο σ' έναν άνθρωπο που σου φωνάζει βοήθεια; Πώς;
Στην καλύτερη περίπτωση, κάποτε μια πόρτα βαράει δυνατά, κλείνει. Αφήνει πίσω της ησυχία και βία. Εκείνος που έφυγε. Κι εκείνος που μένει; Άλλοτε πάλι, ο απελπισμένος περιμαζεύεται από τους -ανοίκειους για κείνον- οικείους του μέσα και κλείνει πάλι η πόρτα. Αλλά οι φωνές του, οι διαμαρτυρίες του, το κλάμα του, γίνονται ο θρήνος της νύχτας που χτυπάει τα μηνίγγια υπόκωφα και δυνατά. Η τεράστια υποκρισία, να κουκουλώσουμε το πρόβλημα, να το κλείσουμε εντός των τειχών μας, μην μας παρεξηγήσουν, μην μας μάθουν, μην μας κουτσομπολέψουν, μην, μην, μην. Κι έτσι φτάνει ένας άνθρωπος στο δικό του απόλυτο κενό. Και του μένει μόνο να στηριχτεί στη φωνή του απέναντι αφανούς που δεν βγαίνει από το λαιμό του κι εκείνη. Ξαφνικά, κάποιος λέει να καλέσει το εκατό. Η αυλαία πέφτει και το δράμα συνεχίζεται στα παρασκήνια. Χωρίς κάθαρση, χωρίς λύτρωση. Το μόνο που περισσεύει είναι η αμηχανία του θεατή, ίσως η απανθρωπιά του, ίσως η ατολμία του, ίσως η σοφία του να μην παρέμβει και μπλέξει.

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή", την Παρασκευή 10 Ιουνίου 2011)

Wednesday, June 08, 2011

"Πέσε!"

photo: scalidi
Μόλις νοτίζουν τα βράδια και τα μεσημέρια με καλοκαίρι, θερίζει η απελπισία. Από το ανοιχτό τζάμι οι γρίλιες σκούζουν το γυμνό "Πέσε!" που φωνάζει μια γυναίκα αυτή τη φορά κοντά στο μεσονύχτι. Πότε μια γυναίκα. Πότε ένας άντρας. Θέρος που βγάζει το δρεπάνι και περιγελάει τη ζωή. Μια φοβέρα ότι κάποιος θα πάρει το εκατό. Οι γειτόνοι στα σκοτεινά μπαλκόνια αφανείς, με τις καύτρες των τσιγάρων να προδίδουν. Η κραυγή σκίζει τη νύχτα στα δυο.
Κι η Ιουλιέτα έχει απλώσει τους κάκτους με τα μακριά μαλλιά για να αναρριχηθεί η καημένη της ελπίδα, ματωμένη και λειψή, όπως ορίζει ο έρως. Μια σειρήνα στο δρόμο φεγγίζει, δειλά βγάζει τη φωνή της και σιωπά. Λες για εκφοβισμό. Ο Ρωμαίος περπατά σκυφτός στο δρόμο, μετράει αποτσίγαρα, δεν θα κοιτάξει ποτέ πάνω. Δεμένος στο κατάρτι του και με αυτιά βουλωμένα, δεν θα το ακούσει το τραγούδι. Ούτε καν την κραυγή που φωνάζει "Πέσε!".


Friday, June 03, 2011

Η ζωή μας ως μη αγανακτισμένων Ελλήνων

photo: scalidi

Οι λέξεις και το χειρότερο, η έννοιά τους, ρεαλισμός, ορθολογισμός και αποτελεσματικότητα, πράξη και πρακτικότητα, έχουν εξοριστεί τόσο βάναυσα από τη ζωή μας. Αν όχι την ιδιωτική συλλήβδην, σίγουρα τη δημόσια. Η υπεράσπιση του αυτονόητου, ακόμη και σ' αυτή την εποχή της κρίσης, θέλει υγιές στομάχι κι ανθεκτικό. Θέλει να μην φοβάσαι ότι θα κατρακυλήσεις στην ετικέτα της γραφικότητας, ακόμη κι όταν θα αγωνίζεσαι για το αυταπόδεικτο, το απλό, το πασιφανές, εκείνο που δεν θέλει κανείς να παραδεχτεί, ωστόσο, για να μην χάσει τα πενιχρά του και τόσο άθλια συμφέροντα.
Θα ξεκινήσω από τα καθημερινά: ταξιτζού στη Θεσσαλονίκη, στο αεροδρόμιο, η πρώτη της κουβέντα μόλις μπαίνει στο όχημα «θέλετε απόδειξη;», «γιατί έχει σημασία άμα θέλουμε; πρέπει να μας δώσετε», «ε, πώς δεν έχει, θα πληρώσετε το ΦΠΑ εσείς, άσε που η απόδειξη δεν περνάει πουθενά στην εφορία», «θέλουμε απόδειξη, γιατί είστε υποχρεωμένη να κόψετε, δεν έχετε πάρει χαμπάρι τι ζούμε; θα κλέβουμε τον ίδιο μας τον εαυτό; και η απόδειξη περνάει στην εφορία, έλεος πια», πληρώσαμε το ΦΠΑ της «κυρίας» που δεν ήταν άλλος από μια παραπάνω γύρα έξω από το ξενοδοχείο το οποίο τάχα μου δεν έβρισκε, γιατί δεν κοιτούσε το «ναβιγκάτορ» μπροστά της που είχε για μόστρα, ούτε ακολουθούσε τις υποδείξεις τις δικές μας που απλώς είχαμε μπροστά μας το χάρτη ως ξένοι στην πόλη. Στη δε Αθήνα, τις τελευταίες ημέρες έχω μπει μόνο σε ταξί που οδηγούν άνθρωποι που αγωνίζονται να σε καταλάβουν πού θέλεις να πας, δεν είναι από δω, δεν βάζουν το ταξίμετρο να γράφει, δεν κόβουν αποδείξεις, δεν, δεν, δεν. Εταιρείες που τους εκμεταλλεύονται και κλέβει ο κλέψας τον κλέψαντα αενάως, προφανώς. Να γιατί θεωρώ ότι ακόμα δεν έχει αγανακτήσει πραγματικά και ουσιαστικά κανένας. Όλα αυτά σε μια μέρα θα σβήνανε, άμα αγανακτούσε ο καθένας ξεχωριστά και αποφάσιζε να γίνει πολίτης, με όλη τη σημασία της λέξεως. Αποτελεσματικά. Η λεξούλα που μας λείπει τόσο και την απαιτούμε από τους άλλους.
Οφθαλμίατρος του ευρύτερου κέντρου σε φίλη προχθές: «θέλετε απόδειξη;», «γιατί να μην θέλω απόδειξη;», «γιατί άμα δεν θέλετε απόδειξη η εξέταση κοστίζει 40 ευρώ, με απόδειξη 60 ευρώ», «δηλαδή χρεώνετε την απόδειξη 20 ευρώ;», «απόδειξη, λοιπόν, γιατί φαίνεται εγώ έκανα την ακριβή εξέταση» του απαντάει, αλλά ο κυνικός που έχει πει και τον όρκο του Ιπποκράτη δεν καταλαβαίνει τίποτα. Η αγανάκτηση θέλει κότσια και δεν εκφράζεται μόνο με ορθοστασίες στο Σύνταγμα, λυπάμαι που θα το πω. Πολιτική στάση δεν είναι μόνο η όρθια θέση, αλλά η καθημερινή ορθολογιστική μας στάση απέναντι σε οτιδήποτε έχουμε να αντιμετωπίσουμε.
Το να αγανακτούμε όμως αποτελεσματικά, σημαίνει να καβγαδίζουμε καθημερινά, να απειλούμε με κυρώσεις, να χαλάμε τη ζαχαρένια μας που στάζει πια φαρμάκι, τέλος πάντων να ξεβολευόμαστε από την ευκολία να δεχόμαστε τα πάντα αβασάνιστα, κοινώς να βρισκόμαστε κάθε μέρα σε πόλεμο... Κι όλα αυτά μόνο για να υπερασπιζόμαστε το απλό, το αυτονόητο που έχει καταργηθεί από την αρχοντοχωρατιά μας να κοροϊδεύει ο ένας τον άλλον, για μια χούφτα ικανοποίηση ότι είναι καλύτερος, εξυπνότερος, πλουσιότερος, τη βολεύει ευκολότερα από τον άλλο. Το βαθύτερο σύμπλεγμά μας που δεν μας αφήνει να βλέπουμε την αντικειμενική πραγματικότητα, όπως είναι. Αν οι αγανακτισμένοι στο Σύνταγμα έχουν βγάλει τα πράσινα, μπλε, κόκκινα, μαύρα γυαλιά τους, είναι μια πρώτη καλή αρχή για όταν επιστρέφουν την άλλη μέρα στη ζωή τους.

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" την Παρασκευή 3 Ιουνίου 2011)