Friday, April 29, 2011

Ανεπιθύμητοι επισκέπτες της Λαμπρής

photo: scalidi
Η φυγή από την Αθήνα έχει αποκτήσει ένα νόημα ακόμα: την απομάκρυνση από μια μιζέρια παντός τύπου που δεν λέει να υποχωρήσει. Ο δρόμος για το γενέθλιο τόπο και την επιστροφή στο Ναύπλιο μοιάζει με format της ψυχής. Το μυαλό καθαρίζει.
Οι πορτοκαλιές σε πλήρη ανθοφορία φιλοξενούν το πολύβουο εκείνο μελίσσι που γονιμοποιεί αδιαλείπτως. Οι φουντωμένες πασχαλιές προβάλλουν από τους φράχτες μεθυστικές και καταλαγιάζουν το στρες που κουβαλάς από την πόλη, μειώνουν αυτήν την κεκτημένη σου ταχύτητα που δεν σ' αφήνει να αντιληφθείς και να πιάσεις το φως. Οι πανσέδες στους κήπους σε προκαλούν να σκύψεις ταπεινά το κεφάλι και να υποκλιθείς στα χρώματα της φύσης. Η θάλασσα ιριδίζουσα σε αφήνει να ταξιδέψεις πιο μακριά, μέσα στον εαυτό σου. Και τα κάστρα, από γης και ύδατος, θεματοφύλακες της ισορροπίας σου, παραστέκουν και σου θυμίζουν από πού έρχεσαι.
Εδώ η κρίση δεν είναι ανώνυμη, τεχνητή, όλα έχουν το όνομά τους και η υπερβολή και το νόμιμο που δεν είναι ηθικό και το ηθικό που δεν είναι νόμιμο. Μέχρι να βρεις την ταύτιση σ' αυτή τη χώρα θα έχεις γίνει με τη σειρά σου μνήμη ή λήθη, με μάρτυρες τα πανάρχαια κάστρα. Από Μυκήνες μέχρι Τίρυνθα κι Ασίνη κι από Μπούρτζι μέχρι Παλαμήδι.
photo: scalidi
Το απογευματάκι του Πάσχα, μετά το τραπέζι, είπες θα περπατήσεις στον τόπο σου που δεν είναι κλειστός... Είπες θα επισκεφτείς τον άγιό σου, στο ξωκλήσι του ομώνυμου χωριού σου. Ο Άγιος Αδριανός και η πιο αφανής Ναταλία από κοντά. Το πευκοδάσος φίλτραρε τον αέρα. Η γύρη μεταφέρονταν με ιλιγγιώδεις ρυθμούς από τις εργάτριες μέλισσες, το αεράκι δρόσιζε από τον ντάλα ήλιο και τα στάχυα σαλεύανε ρυθμικά λες για να σε υπνωτίσουν. Από απέναντι σε χαιρέταγε στην άλλη κορυφή ο Προφήτης Ηλίας και σε απόσταση αναπνοής το μυκηναϊκό Παλιόκαστρο σε βύθιζε σε μια αρχέγονη μνήμη της ζωής.
Η ξένη νιόφερτη ταμπέλα έξω από τον Άγιο Αδριανό έγραφε ώρες επισκέψεως... 12.00-4.00 κλειστό. Μάλιστα, ωράριο στο αγαπημένο ξωκλήσι. Α, και πόρτα να κλείνει με τηλεκοντρόλ. Να κρατάει τους ανεπιθύμητους απέξω. Μάλιστα. Και συναγερμός και σύστημα ασφαλείας. Εγώ ήμουν η ανεπιθύμητη. Και η κυρία που περίμενε μέσα στο αυτοκίνητό της, μόνη, τέτοια μέρα που είχε ταξιδέψει από την Αθήνα για να φτάσει στο δικό της άγιο. Ανεπιθύμητοι επισκέπτες. Λαμπρά. Τη Λαμπρή. «...τον ξένο και τον εχθρό τον είδαμε στον καθρέφτη...».
«Δεν βλέπετε τι γράφει έξω η ταμπέλα;», η φωνή της καλόγριας Ζωής. «Βλέπουμε και η ώρα είναι 4.10», απάντησε ο ψύχραιμος άνθρωπος της παρέας. Όχι εγώ. Εγώ είχα απομακρυνθεί από την πόρτα. Έφευγα. Ο άγιός μου δεν κατοικούσε πια εδώ. Ο δικός μου άγιος δεν είχε ποτέ τίποτα να του κλέψεις. Είχε μόνο να δώσει. Αγαλλίαση σε όποιον έμπαινε στο σπίτι του, ηρεμία κι αγάπη που αποθήκευε αιώνες από κείνους τους επισκέπτες μέσα στο ναό του, που αφήνανε τα δάκρυα και τους αναστεναγμούς τους, τη χαρά και τη λύπη τους, το γέλιο και τον έρωτά τους μέσα από ένα αναμμένο κεράκι, μέσα από μια φλόγα που έσβηνε τραβώντας για τον ουρανό.
Δεν μπήκα μέσα. Εκκλησία είναι οι άνθρωποι. Και οι άνθρωποι είναι πια ανεπιθύμητοι, άμα κουβαλούν μόνο την ψυχή τους. Στα εκκλησάκια που γίνονται μαγαζάκια και δημόσιες υπηρεσίες. Έμεινα ανάμεσα στα πεύκα, εδώ που δεν φτάνουν οι σειρήνες του προσκυνηματικού τουρισμού. Από Δευτέρα θα αρχίσουν να καταφτάνουν οι ορδές των πούλμαν για τον άγιο, έναντι τιμήματος. Θα έρχονται οι επιθυμητοί επισκέπτες, με δώρα φέροντες. Τελικά, «Ο τόπος μας είναι κλειστός. Τον κλείνουν οι δυο μαύρες Συμπληγάδες.»
photo: scalidi

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή", την Παρασκευή, 29/4/2011)

Monday, April 25, 2011

Η «διπολική διαταραχή» της Ελλάδας

photo: scalidi

Μπορεί το «Καλή Ανάσταση!» να δώσει τη θέση του στο «Καλή Ανάπτυξη!» στην παρούσα φάση, αφού από τις τόσες αναλύσεις των οικονομολόγων θα πιστέψουμε ότι μοιάζει χρησιμότερο, αποδοτικότερο και ίσως και πιο ουτοπικό -για να μην πω μεταφυσικό-, αν προσμετρήσει κανείς αυτή την αίσθηση υποτονικότητας που έχει καταβάλλει τους πολίτες. Είμαστε ο ίδιος λαός που είχε βγει και πανηγύριζε για μέρες στους δρόμους την κατάκτηση του «Euro», είμαστε οι ίδιοι που χορέψαμε διονυσιακά τη «Μισιρλού» στην τελετή λήξης των Ολυμπιακών και οι ίδιοι που συρθήκαμε ως αρχαϊκές πειθαρχημένες φιγούρες στα άρματά τους, ενώ ταυτόχρονα στο παρασκήνιο διαδραματιζόταν ολοζώντανα η παρωδία σκανδάλου ντόπινγκ.
Ο ίδιος υπερβολικός τρόπος αντιμετώπισης της χαράς και της λύπης, της αποτυχίας και της επιτυχίας. Τώρα αρκεί ένα ανώνυμο ή παραπλανητικό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για να βυθιστεί η χρηματιστηριακή αγορά της χώρας, για να νιώσουμε όλοι χρεοκοπημένοι. Για να φανεί ότι κινούμαστε στα όρια μιας συλλογικής μανιοκατάθλιψης. Καταχρώμαι τον ψυχιατρικό όρο για να αποδώσω αυτό που αντιλαμβάνομαι ως σφυγμό γύρω μου.
Οι τηλεοπτικές οθόνες προβάλλουν μια διαρκή ανοησία, με ελάχιστα φωτεινά διαλείμματα. Είναι το μόνιτορ του ασθενή σε καταστολή, μια ευθεία γραμμή με μικρές εξάρσεις. Αναρωτιόμαστε όλοι μαζί -λες κι είμαστε ένα τεράστιο ψυχαναλυτικό ντιβάνι- σε δημόσια θέα για το κακό που μας βρήκε και πέραν τούτου, ψάχνουμε «χάπια» για να χρυσώσουμε τη δυστυχία μας. Ένα απ' αυτά: οι οικονομολόγοι που ζητάμε να μας καθησυχάσουν. Οι τεχνοκράτες μιλάνε καθαρά και ζητάνε πολιτικές απαντήσεις και λύσεις. Μέσα από όλα τα οικονομικά δεινά που αναλύουν με τους ψυχρούς τους υπολογισμούς, ακούς να λένε για μια ανάπτυξη που θα έρθει από τον τουρισμό, τη ναυτιλία, τις επενδύσεις στην πραγματική οικονομία. Κι αναρωτιέσαι γιατί οι «χρησμοί» τους πέφτουν στο κενό. Τι μας εμποδίζει να αναπτυχθούμε; Τι μας εμπόδισε τα προηγούμενα χρόνια; Γιατί δεν τους ρώτησε κανείς να τα πουν αυτά νωρίτερα; Γιατί δεν τα είπαν από μόνοι τους; Κι αν τα είπαν γιατί δεν εισακούστηκαν; Γιατί εκ των υστέρων ψάχνουμε εξιλαστήρια θύματα για τη ζωή μας -ως κράτους- που σκορπίστηκε σε αδράνειες, διαβεβαιώσεις, τάχα μου εθνικούς θριάμβους και εθνικές ήττες, σε απροθυμία να υπάρξουμε ουσιαστικά στο στερέωμα σε κάθε τομέα, με τον εγκλεισμό μας σε μια τεχνητή ευμάρεια -για λίγους- μιας τόσο δεδομένης σπατάλης και σποράς «αέρα» που θερίζει τώρα θύελλες;
Και πόσο ποδόσφαιρο να δει ο λαός για να ξεχάσει τα προβλήματά του; Ακόμη κι εκεί αηδιάζει ο κόσμος από τα συμβαίνοντα. Οπότε, δεν υπάρχει άλλος δρόμος παρά να αντιμετωπίσουμε την αλήθεια. Ο καθένας ξεχωριστά για τον εαυτό του και μετά σε συνδυασμό με τον Άλλο. Τον Άλλο που τον εξορίσαμε στη γωνία, γιατί το Εγώ μας ήταν πιο σημαντικό, όταν είχε να φάει και να τραφεί και να διογκωθεί από το τίποτα. Τα ξεφουσκωμένα σημερινά Εγώ ίσως κρύβουν την ελπίδα.
Ήδη, εστίες, μέσα στην ίδια τη χώρα, ανθρώπων που δουλεύουν ουσιαστικά αποτελούν τον καταλύτη για το μετέπειτα. Τη στιγμή τούτη δεν βρίσκονται αυτοί στο επίκεντρο, όμως, αλλά οι άλλοι, οι πεσμένοι σε γενική κατάθλιψη, οι ίδιοι που πριν καιρό ζούσαν τα δικά τους εθνικά παραληρήματα πανηγυρισμών για κάτι που δεν είχαν δουλέψει ποτέ. Όπως δεν βρέθηκαν ποτέ ο Παπάζογλου και ο Ρασούλης στα κεντρικά φώτα, παρά τις επιτυχίες τους και τη βαθιά αγάπη που κέρδισαν. Φαίνεται μόνο τώρα που έφυγαν τι είχαν κάνει, πού είχαν οδηγήσει τη μουσική, πώς συνέδεσαν και συνέχισαν την παράδοση του λαού με το βιαστικό σήμερα και το ακόμη πιο ανυπόμονο μέλλον, πώς εκείνοι που δεν είχαν «φανεί» και τόσο, μας είχαν πάει μια στάλα πιο μπροστά.

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" τη Μεγάλη Παρασκευή, 22/4/2011)

Thursday, April 21, 2011

Friday, April 15, 2011

Στην καρδιά της πόλης

Η όμορφη ανοιξιάτικη λιακάδα που λούζει την πόλη, δεν είναι αρκετή πια να κρύψει την ασχήμια και κυρίως τη θλίψη. Μια βόλτα στο αθηναϊκό κέντρο δεν είναι μια ξένοιαστη περιδιάβαση. Έχει πάψει καιρό να είναι.
Στο μετρό, οι παρυφές του μέσου που πλησιάζουν προς την επιφάνεια της Ομόνοιας, μυρίζουν ούρα. Τα αυτόματα μηχανήματα για να βγάλεις το εισιτήριό σου είναι χαλασμένα και κόσμος συνωστίζεται ενοχλημένος γύρω από το ένα εκδοτήριο που λειτουργεί. Ο καβγάς δεν αργεί. «Τα παράπονά σας γραπτώς», φωνάζει η υπάλληλος μέσα από το τζάμι. Για το αυτονόητο χρειάζεται γραπτό αίτημα. Η γνωστή γραφειοκρατία που έχει ποτίσει την υπόστασή μας σ’ αυτή τη χώρα. Πώς το λέει η κυνική αποστροφή του Paul Valéry; «Πολιτική είναι η τέχνη του να αποτρέπεις τους ανθρώπους να ασχοληθούν με αυτό που τους αφορά». Έτσι, ασκεί ο καθένας τη δική του μικροπολιτική που γιγαντώνεται σε κάθε της ταλάντωση, εξαπλώνεται σαν κύμα και πνίγει μια ολόκληρη χώρα. Το αίτημά σας γραπτώς. Γραπτώς, λοιπόν.
Ο κόσμος αφού υπομένει εδώ και δυο χρόνια αυτή την ανεκδιήγητη –ο πιο ισχυρός λόγος να βγει στους δρόμους, ακόμη κι από τα λεφτά που χάνει από το μισθό του, γιατί χάνει καθημερινά την αξιοπρέπειά του- ταλαιπωρία με τα έργα του ΗΣΑΠ, ελπίζοντας κάποτε να απολαύσει τον κόπο της υπομονής του, φτάνει στο κομβικό σημείο της Ομονοίας. Ανέρχεται στην επιφάνεια. Ο μεσημεριάτικος ήλιος με τη λάμψη του κάνει την αναπόφευκτη αντίστιξη με τη θλιβερή κατάσταση γύρω.
Άνθρωποι. Κοκαλωμένοι σε γυρτή θέση. Εκλιπαρούν με τον τρόπο τους για λίγη αγάπη. Λίγο πριν πέσουν. Οι τοξικομανείς που βρίσκονται υπό την επήρεια των ουσιών τους. Κι εμείς οι άλλοι, μακριά από την ουσία μας. Τους ρίχνουμε ένα βλέφαρο στην καλύτερη περίπτωση και συνεχίζουμε το δρόμο μας. Ωραία, ίσως και φορτωμένοι και με λίγη ενοχή. Αλλά δεν λύνονται τα προβλήματα με στιγμιαίες ενοχές. Λύνονται με την επιθυμία να κρατήσουμε την ανθρωπιά μας.
Το θέαμα τούτης της πραγματικότητας ήταν μια μαγική εικόνα που εξαφανίστηκε στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, πριν από εφτά πια χρόνια. Τότε η πόλη είχε γεμίσει κούρους, κόρες, ελπίδες, φοίβους και αθηνές. Χαμογελαστοί άνθρωποι που γιόρταζαν μέσα στο αθηναϊκό καλοκαίρι που δεν κράτησε πολύ. Μια αφελής μακαριότητα, η νηνεμία πριν από την κρίση. Την επομένη της τελετής λήξης του 2004, είχαν επανέλθει οι άνθρωποι σκιές που ζητούσαν απάγκιο για τη δόση τους. Η εγκληματικότητα στο κέντρο άρχισε να ανθεί και πάλι. Τι είχαν απογίνει τότε οι τοξικομανείς, το ένα της σκέλος; 
Τώρα, τι θα απογίνουν; Με το φτωχό μου μυαλό σκέφτομαι γιατί δεν υπάρχει ένα ανοιχτό θεραπευτικό κέντρο αποτελεσματικό να μπορούν να βρουν άμεση και πραγματική βοήθεια οι τοξικομανείς; Ρομαντική σου λέει η σκέψη. Ανέφικτη. Ουτοπική. Η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού. Γιατί η πολιτική δεν είναι η τέχνη του να κάνουμε εφικτά τα πράγματα;
Και τα ρημαγμένα κορμιά στηρίζονται στο γκρίζο της πόλης, στο σκοτάδι της, στη μαυρίλα που σκεπάζει σαν αχλύ την ψυχή του ιστορικού κέντρου. Πιο θλιβερό από τα ίδια τα ανήμπορα παιδιά είναι η μακάβρια διαπίστωση ότι δεν αφορούν κανέναν. Στρέφουμε το κεφάλι από την άλλη. Και είναι όλοι τους λυπημένα παιδιά που δεν τους δόθηκε λίγο ενήλικο ενδιαφέρον. Ζητιανεύουν λίγη αγάπη με τα σαραβαλιασμένα τους μέλη. Αλλά η «Σάιλωκ» κοινωνία θα τους ζητήσει το φόρο από το κορμί τους, την ίδια τους την καρδιά αφήνοντάς τους να αργοσβήνουν στο κέντρο της πόλης.

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" στις 15 Απριλίου 2011)

photo: scalidi

Monday, April 11, 2011

Είμαστε η αγάπη που μας δόθηκε

Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβάσει κάθε άνθρωπος που έχει μεγαλώσει μέσα στην ελληνική οικογένεια, αλλά και όποιος σκοπεύει να φτιάξει μια οικογένεια.
Σου λύνει απορίες για το γιατί είσαι έτσι και φυσικά σου δημιουργεί καινούριες για τους ανθρώπους που καταλυτικά επηρεάζεις εσύ: με την αγάπη σου. Όπως αποφασίζεις να την βρεις μέσα σου, όπως σου δόθηκε κυρίως από τη μητέρα σου, αλλά κυρίως όπως αποφασίζεις να την δείξεις. Πρόκειται για το βιβλίο του ψυχαναλυτή και ψυχοθεραπευτή, Ματθαίου Γιωσαφάτ, με τίτλο "Μεγαλώνοντας μέσα στην ελληνική οικογένεια-Η ψυχοσεξουαλική ανάπτυξη του παιδιού και ο ρόλος των γονέων: Μια ψυχαναλυτική προσέγγιση" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός.
Με τον εξαιρετικά απλό αλλά τόσο ουσιαστικό τρόπο που επιλέγει ο Ματθαίος Γιωσαφάτ να μιλήσει για τους μικρούς ανθρώπους που έρχονται στη ζωή, κάνει σαφές ότι η αγάπη δεν είναι μια αφηρημένη έννοια, αλλά μια απτή πραγματικότητα.

Wednesday, April 06, 2011

Εικόνες της πόλης

photo: scalidi
Η παιδικότητα ξεχαρβαλωμένη, στα σκουπίδια.

photo: scalidi
Και ο μαρμάρινος Παλαμάς να στηρίζει το κεφάλι του στην τωρινή απελπισία.

photo: scalidi
 Η άνοιξη επιμένει, ανθούσα.

photo: scalidi
Η προοπτική της πόλης εξαντλείται στα καλώδια των τρόλεϊ,
στο βάθος ...Ακρόπολη

photo: scalidi
 και ενίοτε κήπος που φυλλορροεί.



Sunday, April 03, 2011

Ασφόδελοι

photo: scalidi

I wandered lonely as a cloud
That floats on high o'er vales and hills,
When all at once I saw a crowd,
A host, of golden daffodils;
Beside the lake, beneath the trees,
Fluttering and dancing in the breeze.

Continuous as the stars that shine
And twinkle on the milky way,
They stretched in never-ending line
Along the margin of a bay:
Ten thousand saw I at a glance,
Tossing their heads in sprightly dance.

The waves beside them danced, but they
Out-did the sparkling leaves in glee;
A poet could not be but gay,
In such a jocund company!
I gazed—and gazed—but little thought
What wealth the show to me had brought:

For oft, when on my couch I lie
In vacant or in pensive mood,
They flash upon that inward eye
Which is the bliss of solitude;
And then my heart with pleasure fills,
And dances with the daffodils."




photo: scalidi

photo: scalidi

Friday, April 01, 2011

Γυάλινος κόσμος

«Η απάθεια του θεατή». Κοινωνικό και ψυχολογικό φαινόμενο. Μένεις ανενεργός παρακολουθώντας τον απέναντι να του συμβαίνει κάτι κι εσύ απλώς δεν του παρέχεις το ενδιαφέρον και τη βοήθειά σου. Νομίζω ότι περάσαμε εύκολα ως λαός σ' αυτή την κατάσταση. Βοήθησε και η αποβλακωτική αίσθηση ότι όσο περισσότερα λεφτά θα βγάλεις τόσο πιο ευτυχής θα είσαι και τόσο πιο πολύ η ζωή σου θα μοιάζει με αυτή της «τηλεόρασης». Μια ζωή-τηλεόραση, όμως, σημαίνει εύκολα ότι θα σε παρακολουθούν απαθώς να υποφέρεις και δεν θα σου τείνει κανείς το χέρι ούτε για ένα παρηγορητικό χτύπημα στην πλάτη. Γιατί ανάμεσα σε σένα και τη ζωή θα παρεμβάλλεται ένα ψυχρό κι απόμακρο γυαλί.

Βλέπω τους πολιτικούς να αγωνίζονται να υπάρξουν μ' αυτόν το παλιό τρόπο. Μα απευθύνονται σε ανθρώπους που έχουν φροντίσει να κρατήσουν σε απόσταση. Τους αιφνιδιάζουν τα -κατακριτέα (Άμα σε γιαουρτώνω και σε καθυβρίζω, είσαι σε θέση να με ακούσεις; Δεν νομίζω) και τόσο απολίτιστα- γιαουρτώματα. Χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι ο θεατής προσπαθεί να σπάσει το γυαλί. Στην ουσία τσιμπιέται για να δει αν είναι ακόμα ξύπνιος, ακόμα ζωντανός. Επιχειρεί με ένα γιαούρτι -ολόλευκο σαν το χρώμα της ενδόμυχης ενοχής του που παραδόθηκε μόνος του στην απάθεια- να γεφυρώσει το χάσμα που τον χωρίζει από τον πολιτικό. Όμως το χάσμα δεν είναι με το πρόσωπο, αλλά με την ίδια την πολιτική.

Πώς, λοιπόν, να σπάσεις το γυάλινο κόσμο σου; Τη νοητή διάφανη σφαίρα που έχεις τοποθετήσει τη ζωή σου; Γιατί να τη σπάσεις, καταρχάς; Μα, επειδή πια βλέπεις να σε αφήνουν εσένα αβοήθητο οι υπόλοιποι τηλε-θεατές γύρω σου. Είναι σαν να φωνάζεις μέσα από τα διπλά σου τζάμια για βοήθεια κι οι άλλοι δεν ακούνε καν τον ήχο σου, σε παρακολουθούν ωσάν σίριαλ τηλεοπτικό και τρώνε με απάθεια ποπ κορν. Κι αυτό γίνεται κάθε μέρα, στο σπίτι σου που έχεις χάσει την επικοινωνία με τους δικούς σου, στη δουλειά σου που πάντοτε νοιαζόσουν μόνο για σένα και την ανέλιξή σου και πάταγες επί πτωμάτων, στο δρόμο που κλέβεις ακόμα και τη θέση στάθμευσης του ανάπηρου, στο τρένο που έσπρωχνες το διπλανό, στο λεωφορείο που δεν χτύπαγες εισιτήριο. Κι όλοι εκεί σε άφηναν να τα κάνεις και τους άφηνες κι εσύ. Έτσι άφησες και το βουλευτή να σε κλέψει και τώρα δεν ξέρεις πού χρωστάς. Αμοιβαία απάθεια θεατή.

Κι έρχεται η ώρα -που αντιλαμβάνεσαι ότι η Ιστορία ζει και ζεις κι εσύ- αφού στο σπίτι σου δεν θα σε ανεχτούν ή θα αδιαφορούν, στη δουλειά σου θα σε απολύσουν, στο δρόμο θα σε γράψει η τροχαία ή θα σου επιτεθεί να σε κλέψει ο εγκληματίας, στο τρένο -μην ανησυχείς θα είναι κλειστοί οι σταθμοί- και θα ταλαιπωρείσαι κάθιδρος και δυστυχής, και τα μέσα γενικά, τα νοσοκομεία, οι δημόσιες υπηρεσίες δεν θα λειτουργούν γιατί θα έχουν απεργία. Κι εσύ τόσο θα χτυπιέσαι μέσα στο γυάλινο κόσμο σου και θα ζητάς αντίδοτο στην απελπισία, τουλάχιστον κάποιος να σε ακούσει, να ανταποκριθεί στο κάλεσμά σου. Όπως γράφει ο Howard Zinn στην αυτοβιογραφία του με τίτλο «Δεν μπορείς να είσαι ουδέτερος σ' ένα τρένο που κινείται» (Εκδόσεις Αιώρα, μετάφραση Νίκος Σταμπάκης), «Μόνο η παρέμβαση της ιστορικής προοπτικής μπορεί να απαλύνει τη θλίψη μας... Οι άνθρωποι είναι πρακτικοί. Θέλουν αλλαγή, όμως αισθάνονται αδύναμοι, μόνοι, δεν θέλουν να είναι σαν ένα φυλλαράκι χλόης που εξέχει από τα άλλα και κόβεται. Περιμένουν σήμα από κάποιον άλλο, που θα κάνει την πρώτη ή τη δεύτερη κίνηση».

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή"  την 1η Απριλίου 2011)