Tuesday, March 29, 2011

Το μέλλον

 "...Το να ελπίζεις σε δύσκολους καιρούς δεν είναι ανόητος ρομαντισμός. Βασίζεται στο γεγονός οτι η ιστορία του ανθρώπου δεν είναι μόνο μια ιστορία σκληρότητας, αλλά και συμπόνιας, θυσίας, θάρρους, ευγένειας.
Ό,τι επιλέξουμε να υπογραμμίσουμουμε σε τούτη την περίπλοκη ιστορία, αυτό θα καθορίσει τη ζωή μας. Αν δούμε μόνο το χειρότερο, αυτό θα καταστρέψει την ικανότητά μας να κάνουμε οτιδήποτε. Αν θυμηθούμε τους τόπους και τους χρόνους -και είναι τόσοι πολλοί- που οι άνθρωποι έδειξαν μεγαλείο, αυτό θα μας δώσει την ενέργεια για να δράσουμε και τη δυνατότητα να στείλουμε αυτή τη σβούρα -τον κόσμο μας- σε μια διαφορετική κατεύθυνση.
Και, αν δράσουμε, σε οσοδήποτε μικρή κλίμακα, δεν χρειάζεται να περιμένουμε κάποιο μεγάλο, ουτοπικό μέλλον. Το μέλλον είναι μια άπειρη διαδοχή από παρόντα και το να ζούμε σήμερα όπως πιστεύουμε ότι πρέπει να ζουν οι άνθρωποι, αψηφώντας όλα τα άσχημα γύρω μας, αποτελεί από μόνο του μια θαυμαστή νίκη."



Howard Zinn, "Αυτοβιογραφία: Δεν μπορείς να είσαι ουδέτερος σ' ένα τρένο που κινείται", μετάφραση Νίκος Σταμπάκης, Εκδόσεις Αιώρα


photo: scalidi


Monday, March 28, 2011

Αθήναιος




Συγκεντρωμένοι

photo: scalidi

"Να είστε απόλυτα συγκεντρωμένοι σε κάθε κατάσταση", μας έδινε συμβουλή πριν από 13 χρόνια ο Δάσκαλος. Μιλούσε για τη δουλειά. Αλλά η μεγάλη αξία της κουβέντας του αφορούσε την ίδια τη ζωή, ολόκληρη τη ζωή, με τα αποσπάσματά της, τα σπαράγματά της, τα όλα και τα λίγα της, το τίποτά της, το άπαν της.
Θα του το χρωστάω. Μαζί και άλλοι πολλοί. Η ευτυχία μας συνίσταται στη συγκέντρωση που είμαστε διατεθειμένοι να δείξουμε στα επιμέρους που φτιάχνουν ένα όλον δικό μας. Μόνο δικό μας. Αυτό σκεφτόμουν βλέποντας χθες το "Μαμούθ" με το Ζεράρ Ντεπαρντιέ.
Ο ολοκληρωτικός τρόπος που θα ζήσουμε ό,τι γυρέψουμε και ό,τι δεν φανταστήκαμε ποτέ. Ως επί το πλείστον βρίσκουμε ό,τι ψάχνουμε. Συγκεντρωμένοι σε ανθρώπους, σε καταστάσεις, σε συνθήκες, σε ομορφιές, σε ιδέες, σε σκέψεις, συγκεντρωμένοι στο μέσα και το έξω του κόσμου μας, τουλάχιστον ας λάβουμε την ικανοποίηση ότι βρεθήκαμε στο κέντρο, το ρευστό πυρήνα αυτού που υπήρξαμε.

Friday, March 25, 2011

Οικο-λογική απειλή


Κι εκεί που φοβόμασταν ότι η οικονομία της Ιαπωνίας μπορεί να υπέκυπτε σε κάποιον συστημικό κίνδυνο του διεθνούς οικονομικού στερεώματος ή ακόμα και στο δικό της εσωτερικό βραχνά του αποπληθωρισμού που μάστιζε την οικονομία της για δεκαετίες, η φύση είχε τη δική της βούληση. Μπορεί η οικονομική διασύνδεση να εξαπλώνεται ως κανόνας στο παγκόσμιο σκηνικό και να υποβάλλει τον καθένα μας στον κίνδυνο μιας δυσλειτουργίας διεθνούς εμβέλειας, ωστόσο ο αστάθμητος παράγοντας του Κακού χτύπησε πέρα από κάθε οικονομική λογική.
Η κυβέρνηση της Ιαπωνίας εκτιμά προς το παρόν ότι το κόστος από το σεισμό, το τσουνάμι και τον πυρηνικό όλεθρο που καραδοκεί, θα ανέλθει περίπου στα 309 δισεκατομμύρια δολάρια. Σαν να την χτύπησαν, λέει, τέσσερις τυφώνες «Κατρίνα» τη χώρα. Αλλά φυσικά κανένας δεν μπορεί να εκτιμήσει το πλήγμα που έχει επέλθει στην ψυχή αυτού του τόσο αντιφατικού λαού, με την τεράστια πειθαρχία -στα όρια της υποδούλωσης στα δικά μας μάτια- και την ακόμα πιο ακραία και ιδιότυπη αξιοπρέπειά του. Μπροστά σε μια τέτοια καταστροφή με προς στιγμήν καταμετρημένους 9.700 νεκρούς και 16.500 αγνοούμενος από κύμα τσουνάμι 23,6 μέτρων και τη ραδιενέργεια να απειλεί τους επιζήσαντες, πώς να αντιδράσει ο άνθρωπος; Πού να ξαναβρεί τη δύναμη να ξαναμπεί στο τριπάκι αυτής της αέναης ανάπτυξης;
Η επιτυχία του «ιαπωνικού θαύματος» -που φυσικά το μιμήθηκε με ακόμα πιο κραυγαλέο τρόπο η Κίνα, ελέω 1,5 δισ. κατοίκων- σε μεγάλο βαθμό βασίστηκε στο ρόλο που διαδραμάτισε το κράτος ως εγγυητής του δημοσίου καλού, εξασφαλίζοντας παιδεία, δημόσια υγεία και δικαιοσύνη. Ακόμη και τώρα, στην κατάσταση αυτή εκτάκτου ανάγκης, αμέσως έδρασε η κεντρική τράπεζα της Ιαπωνίας με ισχυρές ενέσεις ρευστότητας για να μην καταρρεύσει η οικονομία της και κινήθηκαν οι μηχανισμοί των εθνικών υποδομών της, στο βαθμό που ήταν εφικτό πλέον, κάτι που μοιάζει αδιανόητο στην Ελλάδα, αλλά και στη Δύση που μάλλον αποδιοργανώνεται από το απρόσμενο και το εκτός του πλαισίου διαχείρισης. Βέβαια, αυτή τη στιγμή η Ιαπωνία έχει να διαχειριστεί τη ραδιενέργεια και το θάνατο. Όσο για την οικονομία της, σπεύδουν οι διεθνείς γκουρού σαν τον Γουόρεν Μπάφετ, να ποντάρουν στην ανάπτυξή της λόγω ανοικοδόμησης.
Στο μακρινό παρελθόν τεράστιοι πολιτισμοί χρωστούν την εξαφάνισή τους στη φύση και την ανεξάντλητη εκμετάλλευσή της, όπως οι Σουμέριοι και οι Μάγιας. Κάτι που φαίνεται ότι δεν μπορεί με τίποτα να διδάξει το σημερινό άνθρωπο που δεν φροντίζει να εξασφαλίσει τα του οίκου του, επί της ουσίας. Οίκος του είναι το μέρος που ζει, ο πλανήτης που τελικά έχει όλη τη δύναμη στα χέρια του ακόμη και για να εκφράσει τη δυσαρέσκειά του.
Όσο κι αν έχει προχωρήσει η επιστήμη και η τεχνολογία, είναι φοβερό ότι ακόμα ο Εγκέλαδος φέρει το μυθικό του όνομα και φυσικά τις ιδιότητες του ανεξερεύνητου, υπενθυμίζοντας στον άνθρωπο την αρχέγονη αδυναμία του να ελέγξει το σύμπαν. Τουλάχιστον από την Άπω Ανατολή που φέρει στα κύτταρά της τη φιλοσοφία της αρμονίας, της ολιστικής αντιμετώπισης των ζητημάτων που αφορούν τον άνθρωπο, περιμένει κανείς να επιστρέψει λίγο στις ρίζες της, όχι σαν μόδα, αλλά ουσιαστικά και επίκαιρα, μοντέρνα, για το καλό του σύγχρονου ανθρώπου. Αν βρει η Ιαπωνία τη δύναμη να εξισορροπήσει την ανάπτυξη με την ίδια της την ύπαρξη, τότε υπάρχει ελπίδα.

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" στις 25 Μαρτίου 2011)

photo: scalidi

Wednesday, March 23, 2011

"Μέσα από τις φλόγες"

Πηγή: Αθηνόραμα
Μια συγκλονιστική ιστορία. Ίσως και πέρα από τα όρια της αρχαίας τραγωδίας. Μια ταινία για την ατέλειωτη βία του πολέμου και τον κύκλο του αίματος που δεν κλείνει ποτέ.
Ο θάνατος παρών. Μια ταινία που δεν αντιλαμβάνεσαι πόσο γρήγορα κυλάει ο χρόνος της προβολής της. Για πρώτη φορά σε κινηματογραφική αίθουσα άκουσα το κοινό να σοκάρεται από την αποκάλυψη της αλήθειας ως προς την κινηματογραφική πλοκή και να αντιδρά με επιφώνημα αποτροπιασμού. Η αλήθεια αμείλικτη.

Monday, March 21, 2011

Ημερολογιακό έαρ

Σπασμένη
στα δυο.
Ακριβοδίκαια.
Μέρα.
Νύχτα.
Χάριν φύσεως.
Η άνοιξη λέει.
Απαιτεί.
Να έρθει στη μάνα της η Περσεφόνη.
Κι ο Άδης μην αντέχοντας άλλο μόνος
ανέρχεται
πρώτα στην Άπω Ανατολή.
Να δει κλαδιά από ανθισμένες κερασιές.
Μα τι ξέρει εκείνος από φως;
Θα τυφλωθεί.
Τυφλός δεν ήταν πάντα;
Υπερίπταται στης Μεσογείου τις κάτω ακτές.
Εκεί που το φως σου σφάζει τα μάτια.
Κάπου ανάμεσα στους αμάχους
να μυρίσει ανθρωπίλα.
Κι αηδιασμένος από τη ζωή
παίρνει το φόρο του
και φεύγει.
Άδικα.
Τα μανιτάρια θάλλουν
θάνατο στην Ανατολή.
Λίγη αιδώ από τον Άδη;
Καμιά.
Το χώμα του ήθελε λίπασμα
Η άνοιξη λέει.
Η άνοιξη.
Κι η Δήμητρα σφίγγει
την κόρης της στην αγκαλιά
και κλαίει με γέλια.
Για όσο την έχει.
Η άνοιξη λέει.
Η άνοιξη.
Όλο το δίκιο,
με το μέρος της.
Η άνοιξη λέει.
Η άνοιξη.
Σπεύδει στο καλοκαίρι
σαρώνοντας με το δρεπάνι της
τους αλαφρούς,
εκείνους που ο ίσκιος τους δεν πέφτει στη γη
και φτάνει η αντηλιά στον Άδη.

photo: scalidi

Sunday, March 20, 2011

Ιχνηλατώντας το βαθύ σκότος

photo: scalidi
Αν μ' αρέσουν και μ' ενδιαφέρουν οι αστυνομικές ιστορίες, είναι γιατί στη βάση τους αποκαλύπτουν αθέατες πτυχές της ανθρώπινης σκέψης και ψυχής. Τουλάχιστον, στα σύγχρονα μυθιστορήματα μυστηρίου, το ψυχολογικό υπόβαθρο διαδραματίζει τον κυρίαρχο ρόλο. Είναι σαν να επιχειρούν  οι συγγραφείς τους να φωτίσουν τα βαθιά σκοτάδια που κρύβει η ανθρώπινη ύπαρξη.
Μόλις κυκλοφόρησε από το Μεταίχμιο το βιβλίο της Ρουθ Ρέντελ με τίτλο "Εμμονή" σε μετάφραση από το Γιώργο Μπαρουξή. Ένας νεαρός αστυνομικός θα βρεθεί αντιμέτωπος με μια σειρά φόνων που τους συνδέει μια κοινή συνισταμένη: ο ίδιος δράστης. Στο πέρασμα του χρόνου θα αποδειχθεί ότι πρόκειται για κατά συρροή δολοφόνο τον οποίο κατόρθωσε να υποψιαστεί, να ψυχανεμιστεί -χωρίς αποδείξεις δυστυχώς- μονάχα ο τόσο συμπαθής επιθεωρητής -πια- Γουέξφορντ. Αλλά, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Η υπόθεση εξαφάνισης μιας κοπέλας από το Πακιστάν δίνει τη δυνατότητα στη συγγραφέα με μαεστρία να περιγράψει μια νέα κοινωνική κατάσταση που βιώνει η ευρωπαϊκή Δύση, αυτή του μεταναστευτικού κύματος και της συνύπαρξης ή και σύγκρουσης πολιτισμών σε καθημερινή βάση. Η ίδια υπόθεση θα αποτελέσει και τη λύση των εγκλημάτων του παρελθόντος. Ατμοσφαιρικό και δυνατό βιβλίο που ανασυνθέτει ένα ολόκληρο μωσαϊκό μέρους της βρετανικής μεταπολεμικής κοινωνίας μέσα στο χρόνο.
*****
Στα όρια του θρίλερ κινείται και η ιστορία του Νάιτζελ ΜακΚρέρι, ενός άλλου βρετανού συγγραφέα ο οποίος έχει διατελέσει και ο ίδιος αστυνομικός. Πρόκειται για το μυθιστόρημα με τίτλο "Κρυφός κήπος" που κυκλοφορεί επίσης από το Μεταίχμιο σε μετάφραση του Ερρίκου Μπαρτζινόπουλου. Ο συναισθητικός επιθεωρητής Λάπσλι (συμπάσχεις στο τέλος μαζί του) βγαίνει από την αδράνεια που τον έχουν βυθίσει τα προβλήματα με τη συναισθησία του, όταν ανακαλύπτεται ένα πτώμα. Οι ιστοί που το συνδέουν με το παρελθόν είναι "δηλητηριώδεις" και θα αναγκαστεί ο αστυνομικός να τους εξερευνήσει και να τους φέρει στην επιφάνεια. Μια γυναίκα δολοφονεί μοναχικές ηλικιωμένες γυναίκες, τους κλέβει την ταυτότητα, την υιοθετεί κάθε φορά και κινείται ανενόχλητα ανάμεσα στο ζωντανό κόσμο. Ένα φρικτό μυστικό είναι η αιτία. Κόβουν την ανάσα οι περιγραφές του ΜακΚρέρι σ' αυτή την τόσο σκοτεινή ιστορία που πραγματικά σε ταράζει.


Wednesday, March 16, 2011

Tuesday, March 15, 2011

"Το αντίθετο του Θανάτου είναι ο Πόθος"

Πηγή: Αθηνόραμα
Θα ξεκινήσω από το τέλος. Από τα λυτρωτικά δάκρυα, όταν νοητά έπεσε η αυλαία. Όταν τα δάκρυα του κοινού συναντήθηκαν με τα δάκρυα των ηθοποιών. Η στιγμή της μαγείας. Προφανώς, εκείνη που επιβεβαιώνει σε έναν ηθοποιό, γιατί πήρε αυτό το δρόμο στη ζωή του και στο θεατή γιατί αποφάσισε εκείνο το βράδυ να βυθιστεί στο κάθισμά του και να τρέμει ανεπαισθήτως από συγκίνηση.
Μιλάω για το έργο "Λεωφορείο ο Πόθος", ανεβασμένο από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας, στη σκηνή του θεάτρου Ιλίσσια-Ντενίση, σε ουσιαστική και μετρημένη σκηνοθεσία από το Βασίλη Νικολαϊδη. Η μετάφραση του έργου από τον Ερρίκο Μπελιέ. Σκηνικά και κουστούμια από το Γιάννη  Μετζικώφ.
Θέλω κυρίως να γράψω για την αποθέωση της λέξης "ηθοποιός" που ένιωσα το Σάββατο το βράδυ από την Κάτια Γέρου. Απ' αυτό το απαστράπτον πλάσμα που είδα πρώτη φορά στη ζωή μου να κάνει μια σκηνή να ανεβαίνει στον έναστρο ουρανό της ψυχής μας. Είναι πολύ πέρα και πάνω από το θαυμασμό αυτό που θέλω να περιγράψω. Η Μπλανς Ντυμπουά αληθινή. Μπροστά μου. Ενσαρκωμένη η καρδιά του έργου σε όλο της το μεγαλείο. Μου αποκαλύφθηκε ο ίδιος ο Τεννεσσί Ουίλλιαμς . Μόνο τα μέσα και τα έξω δάκρυά μου έχω να καταθέσω απ' αυτή την ιδανική ερμηνεία. Η ψυχή του ανθρώπου, μια τρεμάμενη καρδούλα, στα μάτια της Μπλανς. Όλη η τραγικότητα της ζωής του Τεννεσσί, της ζωής μας. Και στο βάθος της σκηνής το σαξόφωνο να ξεδιπλώνει την αφήγηση του δράματος, μ' ένα λυγμό μουσικής.
Νομίζω ότι και οι συνάδελφοι της πρωταγωνίστριας την κοίταζαν με τον ίδιο θαυμασμό. Εξαιρετικοί οι συντελεστές και καίριοι ακόμη και στον πιο μικρό ρόλο. Θεσπέσια και η Ηλέκτρα Νικολούζου ως Στέλλα Κοβάλσκι. Με εντυπωσίασε και η ερμηνεία του Ιωσήφ Ιωσηφίδη ως Μιτς.
Και θα ξαναπώ για το τέλος. Για τη στιγμή που δεν μπορούσε να χειροκροτήσει άλλο το κοινό σαν να μην το άντεχε, σαν αν μην ήθελε να διαταράξει εκείνη τη μαγεία που είχε ζήσει, σαν να μην το άντεχαν οι ηθοποιοί. Αλήθεια, πότε σταματάς να χειροκροτάς;
Εμένα ακόμα κρατάει αυτό το χειροκρότημα. Μην χάσετε την Κάτια Γέρου με τίποτα σ' αυτό το ανεπανάληπτο έργο του Τεννεσσί Ουίλλιαμς.

Sunday, March 13, 2011

"Οι μάγκες δεν υπάρχουν πια"

Τον είχα δει, με το καπέλο του, να σεργιανίζει στην Πλατεία Αμερικής, κάποτε.
Έτσι θα τον θυμάμαι.
Μου θύμιζε τον Άγιο Νικόλαο στην όψη και τον συνονόματο παππού μου στη θυμοσοφία. 
Όχι, δεν θα γράψω την είδηση. 
Θα αφήσω μόνο τα τραγούδια του.  
Τίποτα δεν θα πάει χαμένο από τους στίχους του. 
"Πες, Μανώλη, την κουβέντα".
 Μεγάλωσα με μια κασέτα χωρίς ετικέτα που είχε μέσα τα τραγούδια του.
Πέντε-έξι χρονών, να ξαναπαίζω και να ξαναπαίζω τούτα τα τραγούδια.
Σ' ένα μαύρο σάνυο μαγνητόφωνο.
Που χαράχτηκαν για πάντα μέσα μου.
Οι λέξεις του.


Friday, March 11, 2011

Πεθαίνουμε σαν χώρα*

Δεν έχουμε βυθιστεί ποτέ πάλι σε τέτοια απάθεια. Έστω για το δράμα του διπλανού. Για πρώτη φορά βιώνει ο καθένας αποκομμένος τη δική του ατομική κατάσταση ως υπέρτατο δράμα και αδιαφορεί για τον άλλον. Ανεβάζει την τραγωδία στο μυαλό του, σχεδόν χωρίς θεατές. Το είχαμε μάθει αυτό από τον καιρό της ψευδαίσθησης ότι ακμάζουμε, έχουμε λεφτά, είμαστε σε καλύτερη μοίρα από τους παππούδες και τους πατεράδες μας. Όσο μοναχική ήταν η κορυφή μιας ψευτο-ανόδου τόσο πιο μοναχικός ο πάτος της. Γιατί ταυτίστηκε ο λόγος υπαρξής μας με το “να περνάμε καλά”. Και τίποτα παραπάνω.
Μια κενή φρασούλα, για το τρένο της καλοπέρασης που θέλαμε να προλάβουμε. Κι ας μην μπορεί να μας πάει πουθενά, αφού δεν υπάρχουν ράγες και βαγόνια να προχωρήσει.
Και τώρα, περιμένουμε λίγο οίκτο, λίγη λύπηση, αν γίνεται από την κυρία Μέρκελ με την απόκοσμη οικονομική δύναμή της να μας επιτρέψει να πεθάνουμε, αλλά μέσα στο ευρώ... Σχηματικά και υπαρξιακά μιλάω, γιατί πώς αλλιώς να μιλήσεις για έναν λαό που ήταν αποφασισμένος να κλείνει τα μάτια στην αλήθεια για δεκαετίες, αφημένος στην ιδιότυπη μοιρολατρία του ότι οι άλλοι θα βγάλουν το φίδι από την τρύπα; Οι άλλοι, οι άλλοι, οι άλλοι. Ποιοι άλλοι; Ποιος είναι ο άλλος;
Αυτό που πρωτίστως ζούμε σήμερα στην Ελλάδα είναι μια ανθρωπιστική κρίση. Που ξεκινάει από την παντελή έλλειψη σοβαρής βούλησης να γίνεται το οτιδήποτε, από το πιο μικρό έως το πιο μεγάλο, από την πλήρη απουσία της αίσθησης ότι ο καθένας είναι υπεύθυνος και έχει μερίδιο στην πρωτοβουλία και την απόφαση, και εκτείνεται μέχρι το μαρασμό του συναισθήματος, του ενδιαφέροντος για το διπλανό επί της ουσίας, της αδυναμίας διαρκούς επιβεβαίωσης αυτής τη λέξης «φιλότιμο» από τον καθένα ξεχωριστά, στον τομέα του.
Ένας νεκρός στο λιγοστό χλοερό τόπο του Θησείου. Άστεγος. Κι αλλοδαπός, λέει. Πότε πάλι είχαμε νεκρό από το κρύο; Και τόση αδιαφορία πριν και μετά; Κι έξι καμένοι άνθρωποι στο Αιγάλεω, μέσα σε επιχείρηση με κινέζικα. Ποιος νοιάστηκε; Δεν ανοίγει ρουθούνι, τουλάχιστον από θλίψη για το γεγονός. Μπορεί η λύπη κάποτε να σε οδηγήσει να λάβεις κανένα μέτρο της προκοπής. Μπορεί. Η αδιαφορία απλώς δεν οδηγεί πουθενά. Μόνο να πεθαίνει ο καθένας μόνος του και να σαπίζει.
Η τηλεόραση, σου λέει, πουλάει αβέρτα τραγωδία και προσφέρει ανοσία στο κακό του άλλου, στο θάνατο του άλλου. Και με τον δικό σου θάνατο, τι θα γίνει;
Κι η ανεργία τρέχει μπροστά και θερίζει. Ο εργοδότης δεν διστάζει να απολύσει, ακόμη κι αν που θέλει απλώς να μεγιστοποιήσει το κέρδος του. Θα πεθάνει κι εκείνος μια μέρα μόνος, χωρίς να τον λυπηθεί κανείς.
Φτάσαμε στο σημείο να θεωρούνται μελό οι άνθρωποι που βλέπουν τους αστέγους και θα δείξουν έστω το φιλότιμο να υγρανθεί η ματιά τους. Φτάσαμε στο σημείο να θεωρούνται μελό εκείνοι που μιλούν για τους ανέργους, λες και είναι μακριά ο δρόμος αυτός για τους περισσότερους. Να βολέψει ο καθένας την πάρτη του, μάλιστα, αλλά θα πεθάνει μόνος και δεν θα τον λυπηθεί και κανείς. Και δεν θα χρειαστεί να είναι αλλοδαπός και φτωχός και μόνος. Αρκεί να πεθαίνει σ' αυτή τη χώρα.

*Παράφραση του τίτλου του θεατρικού έργου του Δημήτρη Δημητριάδη «Πεθαίνω σαν χώρα».

photo: scalidi

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" στις 11 Μαρτίου 2011)

Wednesday, March 09, 2011

"Επιδέχεται εξήγηση αυτό που σε ωθεί να γράψεις;"

photo: scalidi
Ένα μυθιστόρημα για κείνους που έχουν με τη λογοτεχνία ανοιχτούς λογαριασμούς. Γι' αυτούς που η ανάγνωση (ή ακόμα και η συγγραφή) ενός μυθιστορήματος συνιστά μια ιστορία αγάπης, με όλα τα παρελκόμενά της. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά καλογραμμένο βιβλίο από τη Λωράνς Κοσέ (Laurence Cossé), με γούστο και καλαισθησία, με τίτλο "Στο καλό μυθιστόρημα" (εκδόσεις Πόλις) μεταφρασμένο ανάλογα από τον Αχιλλέα Κυριακίδη. Mια απολαυστική βουτιά στην καρδιά του μυθιστορήματος.
Δύο άνθρωποι, τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, ο Ιβάν και η Φραντσέσκα, αποφασίζουν να στήσουν ένα βιβλιοπωλείο. Με μια ιδιοτυπία: θα φιλοξενούνται στα ράφια του μόνο καλά μυθιστορήματα. Και ποια είναι τα καλά μυθιστορήματα; Στο ερώτημα αυτό καλούνται να απαντήσουν ορισμένοι πολύ εκλεκτικοί αναγνώστες και συγγραφείς που τους ενώνει το ίδιο πάθος: το μυθιστόρημα. Αυτοί θα αποτελέσουν την "Επιτροπή του καλού μυθιστορήματος" η οποία εκθέτει με άκρα μυστικότητα το αναγνωστικό της γούστο.("Το να έχει κανείς γούστο, σημαίνει ότι έχει το δικό μου γούστο", Κριστιάν Ντιόρ).
Αλλά η απρόσμενη εμπορική επιτυχία του βιβλιοπωλείου θα αλλάξει τα δεδομένα. Αιφνιδίως η αστυνομική πλοκή θα τυλίξει το βιβλίο και ο αναγνώστης περιμένει με αγωνία μέχρι το τέλος να δει τι απογίνονται εκείνοι που αγαπούν τη λογοτεχνία. Γιατί αγαπώ, σημαίνει ότι βλέπω όλα τα στραβά του άλλου και είμαι σε θέση να του τα πω απερίφραστα. Η συγγραφέας θίγει τα κακώς κείμενα των εκδόσεων, της κριτικής, του χώρου των βιβλίων εν γένει, ένας χώρος που δεν έχει καμία σχέση εντέλει με τη λογοτεχνία... Μια ειρωνική ματιά στην εμπορική πλευρά του βιβλίου ως προϊόντος στις μέρες μας. Ταυτόχρονα, ξεδιπλώνει τις ζωές των ηρώων τους, τις ανθρώπινες ιστορίες τους γεμάτες πόνο, αποτυχία, ματαίωση, αλλά και γλύκα και τρυφερότητα και ανθρωπιά. "...Όμως ό,τι κοινότοπο έχουμε, δεν είναι και ό,τι πιο ισχυρό διαθέτουμε;"

Friday, March 04, 2011

Στη ζούγκλα της αγοράς ...ανεργίας

Ανοιγμένη μια εφημερίδα μικρών αγγελιών και σημειωμένες με στυλό λιγοστές καταχωρίσεις. Από πάνω της ο άνθρωπος που ψάχνει. Αυτός που όπως τον συμβουλεύουν οι σύγχρονοι μέντορες της συναισθηματικής νοημοσύνης, οφείλει να αναγάγει την αναζήτηση εργασίας σε full-time δουλειά. Ο άνεργος, λοιπόν, που ψάχνει μια τόση δα ελπίδα για να πιαστεί.

Καταρχάς, για να κερδίσει τη χαμένη του εμπιστοσύνη στον ίδιο του τον εαυτό και τις ικανότητές του, ταυτόχρονα με την εξασφάλιση της επιβίωσής του. Αυτή η ιδιαίτερα ευάλωτη θέση του στον κοινωνικό ιστό, όμως, τον κάνει νούμερο ένα στόχο εκείνων που ζουν εις βάρος των άλλων, εκείνων που εφευρίσκουν ολοένα νέους τρόπους να παρασιτούν και φυσικά να παρανομούν. Δεκάδες άνθρωποι καθημερινά περνούν το κατώφλι εταιρειών που απλώς εξαπατούν: πρώτα τους ίδιους και μετά τους υποτιθέμενους πελάτες τους. Σε κεντρικά σημεία της πόλης, όπως η Πλατεία Αττικής και η γύρω περιοχή, καταφθάνουν άνεργοι -κατόπιν τηλεφωνικών ραντεβού από μικρές αγγελίες- σε παρακμιακά κτίρια επανδρωμένα με προσωπικό που φέρει μόνο κατ' επίφαση τίτλους στελεχών (βλέπε «προϊστάμενος» και «προϊσταμένη»). Αντιμετωπίζονται σαν αγέλες ζώων. Το ατομικό ραντεβού που νόμιζε ο καθένας απ' αυτούς ότι είχαν, αποδεικνύεται ομαδικό των σαράντα ατόμων και βάλε την ίδια ώρα. Το «στέλεχος» εμφανίζεται να ενημερώσει αγεληδόν τους απελπισμένους για μια τόσο γενική θέση εργασίας που δεν αντιλαμβάνονται ούτε οι πτυχιούχοι πανεπιστημιακής εκπαίδευσης ανάμεσά τους τι θέλει να πει ο ποιητής- δυνάμει εργοδότης. Γιατί πολλοί μέσα στο σωρό είναι πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Δεν νοιάζεται κανείς γι' αυτό. Ούτε για την προϋπηρεσία τους. Δεν κοιτάει κανείς τα βιογραφικά που φέρνουν μαζί τους. Πολύ περισσότερο δεν θέλει να μάθει κανείς το όνομά τους. Αδιάφορο. Για την εταιρεία εξαπάτησης.

Θα χρειαστεί να περάσουν εξειδικευμένη εκπαίδευση. Πρόκειται για τάχα μου πωλήσεις τηλεφωνικές. Όχι, δεν θα αναφέρουν ποτέ αυτή την έκφραση. Θα το πουν «ενημέρωση πελατών και μη πελατών». Στην ουσία απάτη. Την επόμενη μέρα θα καταφθάσουν να ξεκινήσουν την εκπαίδευσή τους. Στην τέχνη της εξαπάτησης. Την οποία δεν έχουν αντιληφθεί αρχικά ούτε οι ίδιοι. Όσο κι αν ψυλλιάζονται ότι κάτι δεν πάει καλά. Η ελπίδα μιας εργασίας και ενός μισθού τούς κλείνει τα μάτια.

Και ο πίθος των Δαναΐδων καλά κρατεί. Ο πίθος της εξαπάτησης. Αγεληδόν θα προσφέρουν τζάμπα εργασία -όση και η τάχα μου εκπαίδευση- στην «εταιρεία» που πουλάει αέρα τηλεφωνικώς. Φυσικά, θα φύγουν μην αντέχοντας το ψέμα και την αηδία της κατάστασης. Σ' αυτό, άλλωστε, είναι στηριγμένη πάνω η ίδια η «επιχείρηση-κοροϊδία», σ' αυτό ποντάρει από την αρχή. Την επόμενη μέρα θα βρεθούν στην ίδια θέση των εξαπατηθέντων, των θυμάτων άλλες δεκάδες ανθρώπων με την επιθυμία της εργασίας. Για να εξαπατηθούν πάλι.

Σε μια πόλη πέντε και εκατομμυρίων, η ζούγκλα βρίσκει έδαφος να ανθίσει και το άνεργο εργατικό δυναμικό παρασύρεται στη δίνη της εξαπάτησης μόνο και μόνο για να βγει μετά λίγο πιο αποκαρδιωμένο, λίγο πιο αγανακτισμένο, λίγο πιο απελπισμένο. Μπορεί ο απελπισμένος πολίτης χωρίς εργασία να γίνεται εύκολα βορά στα νύχια των επιτήδειων, ο ίδιος όμως φέρει μέσα του τη δύναμη της απελπισίας. Όταν δεν έχει να χάσει τίποτα. Ιδίως όταν του στερούν καθημερινά την αξιοπρέπειά του, όταν υποτιμούν τη νοημοσύνη του, όταν τον αντιμετωπίζουν απάνθρωπα και αγενέστατα, από τις ουρές του ΟΑΕΔ -άμα είναι τυχερός για επίδομα- μέχρι τους πιθανούς εργοδότες που δεν διστάζουν να πατήσουν επί πτωμάτων για μια χούφτα φράγκα


(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" στις 4 Μαρτίου 2011)