Friday, February 25, 2011

Αφήσαμε τον κόσμο

photo: scalidi

“...Χώρες του ήλιου και δεν μπορείτε ν' αντικρίσετε τον ήλιο.
Χώρες του ανθρώπου και δεν μπορείτε ν' αντικρίσετε τον άνθρωπο...”
, Γιώργος Σεφέρης, (“ΚΙΧΛΗ”, Γ', ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ ΤΗΣ “ΚΙΧΛΗΣ”, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, εκδόσεις Ίκαρος).
Αυτή η λεκάνη του κόσμου, εκεί-εδώ ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή, το Βορρά και το Νότο. Η Μεσόγειος που λούζεται από ένα φως που ζεσταίνει την ψυχή του ανθρώπου, και κρατά απάγκιο με ίσκιο από ελιές, εσπεριδοειδή και φοινικόδεντρα ακόμα. Αυτή η όμορφη μεριά της γης που γεννιέται το μέτρο, η αρμονία, η χάρη και μαζί η υπερβολή και τα πάθη και η ίδια η φρίκη, σ' αυτήν την πλευρά του πλανήτη που εναλλάσσεται το φως και το σκοτάδι με τόση κομψότητα στα ηλιοβασιλέματα του ευρωπαϊκού Νότου και στα παράλια της άγνωρης Αφρικής, παλεύουν μάταια οι άνθρωποι για την επιβολή τους. Άλλος με τα όπλα, την εξουσία, το σκοταδισμό κι άλλος με το λόγο, τον πολιτισμό, τον εξανθρωπισμό γυρεύοντας πάντα, μέχρι το τέλος. Με ένα στόχο στα κύτταρά τους: να επιβιώσουν.
Ο ένας τρώγοντας τις σάρκες, σφάζοντας, καίγοντας, λεηλατώντας. Κι ο άλλος με καρτερία να εργάζεται, να γράφει, να ζωγραφίζει, να μαγειρεύει, να καλλιεργεί κοπιαστικά τη γη. Και στη μέση ένας άλλος κόσμος που έχει προκύψει, εικονικός, άϋλος, για κάποιους ακόμα απροσπέλαστος, πολύ λογικός και παράλογος μαζί, μηχανιστικός, τεχνολογικός. Ένας δίαυλος που μπορεί να ανθίζει στην άκρη του η επικοινωνία ή να σπάζει η σωλήνα του και να μην φτάνει ποτέ στον άνθρωπο ή ακόμα να γίνεται μια υδρορροή που του καταπίνει την ανθρωπιά, εκεί στις απολήξεις του διαδικτύου. Όλα με τη διπλή τους όψη.
Και κατακόρυφα να τέμνει την ψυχή, το φως. Μεσογειακό, ήπιο, καθαρτήριο. Αλλά φως. Πότε φέρνει στην επιφάνεια ομορφιά, αγάπη, ειρήνη, με καλαισθησία, και πότε δείχνει τον άνθρωπο απογυμνωμένο από την ίδια του την ψυχή να κλωτσάει τα κουφάρια των συντρόφων του. Όλα στο όνομα της υπαρκτικότητας. Επιβάλλομαι άρα υπάρχω. Όπως μπορώ, με όποιο μέσο, με όποιο τίμημα. Και η μια άκρη της Μεσογείου μάτωσε.
Κι αφήσαμε τον κόσμο στους δικτάτορες. Κι αφήσαμε τον κόσμο. Κι αφήσαμε. Και το φως ξεβράζει κορμιά σκοτωμένων. Σε όποιον πόλεμο. Το φανερό στη Λιβύη. Τον άλλον τον άδηλο, παντού. Εκείνον που ζουν όσοι δεν έχουν να φάνε, από την Τυνησία και την Αλγερία μέχρι την Αίγυπτο και τη Λιβύη. Από τον Οκτώβριο μέχρι τώρα οι τιμές των τροφίμων ανέβηκαν 15%, καινούριοι φτωχοί 44 εκατομμύρια άνθρωποι, λέει η Παγκόσμια Τράπεζα.
Κι αφήσαμε τον κόσμο στους τεχνοκράτες. Κι αφήσαμε τον κόσμο στους τραπεζίτες. Κι αφήσαμε τον κόσμο δίχως ποιητές. Γιατί ποιητής μπορεί να είναι και ο τεχνοκράτης κι ο τραπεζίτης κι ο επιχειρηματίας, άμα νοιάζεται τα νούμερα κι οι δείκτες του να είναι για του ανθρώπου το καλύτερο. Κι αφήσαμε τον κόσμο χωρίς ποιητές, χωρίς εκείνους που πιάνουν την πέτρα και την κάνουν ψυχή, χωρίς εκείνους που πατάνε τα πλήκτρα της αλήθειας και βγαίνει μουσική. Κι αφήσαμε τον κόσμο χωρίς παρηγοριά κι ελπίδα. Γιατί το φως είναι πάνω μας, φωτίζει τα μαλλιά μας, να πέρναγε και μέχρι το μυαλό...Να 'φτανε και μέχρι την καρδιά...
Κι αφήσαμε τον κόσμο να ματώνει στις οθόνες που φωνασκούν και λεηλατούν το πένθος του. Τον αφήσαμε στο έλεός του. Και παρακολουθούμε που τον αφήσαμε.

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" στις 25 Φεβρουαρίου 2011)

Monday, February 21, 2011

Μαχαίρια

"...Τα μυθιστορήματα είναι μαχαίρια. Ένας ηθοποιός της πένας τα καρφώνει στην κλειστή προσωπικότητα του αναγνώστη. Όσο πιο καλά υπολογίσει τη μαχαιριά και την αντίσταση, τόσο πιο τέλεια διασπασμένο αφήνει πίσω του το άτομο..."

Ελίας Κανέττι, "Η τύφλωση" (1935),
μετάφραση Τζένη Μαστοράκη,
εκδόσεις γράμματα

Friday, February 18, 2011

«Φόλα σε όλα»

photo: scalidi
 
Ένας πατέρας με τους δυο του γιους. Φερμένοι κάπου από τα βάθη της Ασίας, απ’ αυτές τις όμορφες πολιτισμένες χώρες που βουλιάζουν από τη βία, το φανατισμό, την ανέχεια. Τώρα μαζεύει σίδερα στα Πατήσια. Διασχίζει την Αχαρνών μαζί με τα πιτσιρίκια του. Εκείνα τον βοηθάνε με ζέση. Λάμπει το βλέμμα τους μόλις ανακαλύπτουν το «θησαυρό» που θα τους δώσει τροφή, μπορεί και στέγη. Το ένα σέρνει μια παλιά χρωματιστή ηλεκτρική σκούπα, το άλλο κουβαλάει μια σιδερένια σωλήνα από τα σκουπίδια. Στην ηλικία τους άλλα παιδιά σέρνουν καροτσάκια με κούκλες.
Σκέφτομαι ότι απ’ αυτές τις γειτονιές, από τα υπόγεια του δυτικού κόσμου που έρχεται και στοιβάζεται η Ανατολή, από κει θα βγουν κάτι τύποι που θα είναι οι Αλμπέρ Καμύ του μέλλοντος. Διαβάζω το τελευταίο ατελές –και τόσο τέλειο μαζί- χειρόγραφο του νομπελίστα, «Ο πρώτος άνθρωπος» (Εκδόσεις Λιβάνη) και βλέπω τη ζωή ενός παιδιού βυθισμένου στη σιωπή και τη φτώχεια. Ακούω την ανάσα ενός μικρού που έγινε συγγραφέας μέσα από τον κόσμο των παραγκωνισμένων της Αλγερίας.
Θα μου πεις, μας νοιάζει άμα θα βγει ένας Καμύ από τα Πατήσια; Και να ζει τώρα στη γειτονιά, ποιος σκοτίστηκε; Η ζωή είναι αλλού, δεν είναι στα ημιυπόγεια. Δεν καταδέχεται να κατέβει εκεί. Πού είναι η ζωή; Πώς το λέει ο Καμύ, «η φτώχεια δεν διαλέγεται, αλλά μπορεί να διαφυλαχθεί».
Στην απέναντι άκρη του δρόμου, ένας έλληνας ίσως σαλός, μιας κάποιας ηλικίας, αξύριστος, ατημέλητος, φωνάζει «φόλα σε όλα». Το λέει στο κενό, κοιτάζοντας στην άλλη πλευρά, δεν τον βλέπει κανείς. Τον ακούω εγώ. Σέρνει το άστεγο σαρκίο του και συνεχίζει το δρόμο του, έχοντας εκτοξεύσει τα λόγια του στον αέρα των Πατησίων. Κάτι σαν χρησμός από μια σύγχρονη Κασσάνδρα που βλέπει το κακό να έρχεται, αλλά δεν την πιστεύει κανείς, πια. Ποιος καταπίνει τις φόλες κάθε φορά;
Πιο κάτω ένας μπαμπάς αλλοεθνής και τούτος, αλλά ενταγμένος στην κοινωνία πια, με δουλειά, με την άνεση να πηγαίνει βόλτα το πιτσιρίκι του με το πρώτο του ποδηλατάκι του με βοηθητικές ρόδες. Ευτυχισμένοι στη φλεβαριάτικη λιακάδα.
Γι’ αυτή τη «λιακάδα» της ευημερίας ξεκινάνε τόσες χιλιάδες άνθρωποι από Αφρική και Ασία. Παρατάνε τη φυσική λιακάδα του τόπου τους που καταπνίγεται από απολυταρχικά καθεστώτα και πρωτόγνωρη μισαλλοδοξία, για τη λαμπερή δημοκρατία της Δύσης, για τη δουλειά και το σπίτι και τις ανέσεις. Για να αναπνέουν ελευθερία, με ελευθερία. Πού; Στη Δύση που τους «έστυψε», που αναπτύσσεται στην πλάτη τους, απομυζώντας τις πρώτες ύλες, τον φυσικό τους πλούτο. Και συνεχίζει η Δύση να τους υπόσχεται ένα «ευρωπαϊκό όνειρο», για μια χούφτα ευρώ το σύγχρονο εμπόριο ανθρώπων και ψυχών ανθεί κι εκείνοι, απελπισμένοι, μην έχοντας καμία άλλη διέξοδο -ακόμη κι από έναν πνιγμό στα νερά της Μεσογείου- δαγκώνουν το δόλωμα του «ευρωπαϊκού ονείρου», με όποιο κόστος για κείνους, ακόμη και με τίμημα την ίδια τους τη ζωή.

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" στις 18 Φεβρουαρίου 2011)


Sunday, February 13, 2011

"Μια τεράστια έκρηξη"


Στο θέατρο του Νέου Κόσμου. Πρόκειται για μια κωμωδία διαφορετική. Γραμμένη από το Βασίλη Μαυρογεωργίου. Με πολύ εγκεφαλικό και ψαγμένο χιούμορ, εξαιρετικό κείμενο, έξυπνο, σαρκαστικό και ευθύβολο μιλάει για τη γενιά των 30 και κάτι και την πορεία της να βρει τον εαυτό της. Η σκηνοθεσία των Β. Μαυρογεωργίου και Κ. Γάκη κατορθώνει να κάνει πιο βιωματική και "σωματική"-απτή την αίσθηση του κειμένου, ενώ και οι τρεις πρωταγωνιστές ήταν συγχρονισμένοι, έδεναν μεταξύ τους, συμπλήρωνε ο ένας τον άλλον σε ένα αρμονικό σύνολο, παραμένοντας ταυτόχρονα ο καθένας ξεχωριστός.
Ο Γιώργος Πυρπασόπουλος είναι μια ευχάριστη έκπληξη σε επίπεδο ερμηνείας, ιδίως αν κάποιος έχει στο μυαλό του μόνο την τηλεοπτική ή κινηματογραφική του εικόνα. Πολύ ταλαντούχος και ιδανικός στο ρόλο του. Με φοβερή ενέργεια και οι τρεις ηθοποιοί αποτελούν ένα ξεκαρδιστικό -για το κοινό- τρίο. Η Μαρία Φιλίνη με υποδόρια ειρωνεία και ιδιαίτερη εκφραστικότητα ενισχύει το σαρκασμό του κειμένου, η Κ. Μαυρογεώργη με αισθαντικότητα και χιούμορ τονίζει ένα ιδιότυπο "happy end", την ίδια την αγάπη και την αποδοχή που επιζητούμε όλοι με το δικό μας τρόπο.
Πολύ φρέσκο το τελικό αποτέλεσμα, ευχάριστο και δεν φεύγεις απλώς έχοντας γελάσει -που έχεις γελάσει πολύ- φεύγεις κουβαλώντας μαζί σου ένα δικό σου κομμάτι που έρχεται και ξανάρχεται στο μυαλό σου "μια τεράστια έκρηξη", δική σου, μόνο ανάλαφρα πια, διυλισμένη μέσα από τη θεατρική πράξη.


Friday, February 11, 2011

Η ισχύς της απελπισίας και η τέχνη του ανέφικτου


Αν υπάρχει μια τεράστια κινητήριος δύναμη της Ιστορίας, αυτή είναι η απελπισία. Η αίσθηση ότι δεν έχω να απολέσω τίποτα άλλο, τα έχω χάσει όλα, μαζί και την ελπίδα. Γιατί η ελπίδα είναι το ίδιο ανασταλτικός παράγοντας με το φόβο, κάποτε. Ο Καζαντζάκης το είχε διατυπώσει σαφέστατα στη φράση του περί ελευθερίας. Όταν ελπίζω ότι θα αλλάξουν οι συνθήκες, χωρίς μάλιστα τη συμβολή μου, αυτομάτως βυθίζομαι στη μοιρολατρία και την παραίτηση. Και τα ευχολόγια δίνουν και παίρνουν. Μακάρι αυτό, μακάρι εκείνο, μακάρι το άλλο. Και η ελευθερία στα Τάρταρα.
Όπως όταν φοβάσαι. Κλείνεις τα μάτια να μην βλέπεις τα προβλήματα, γιατί ζητούν επίλυση τα άτιμα. Συσκοτίζεις τον εγκέφαλό σου τεχνητά με τους φόβους σου για να μην μπορείς να κάνεις ένα βήμα μπροστά. Σου φαίνεται ασφαλές. Και πάλι «μακαρισμοί» για όλα. Πλην του πτωχού τω πνεύματι. Εκείνου του αφημένου στη μοίρα του.
Και έρχεται μια μέρα μια έκρηξη φόβου, μια έκρηξη ελπίδας-λεπίδας και φτάνουμε σε εξεγέρσεις λαών, όπως στην Αίγυπτο. Άνθρωποι που αισθάνονται πια ότι δεν έχουν άλλα να χάσουν, άνθρωποι βυθισμένοι στην απώλεια. Και ξεσηκώνονται, απαιτούν. Δεν επαιτούν πια. Με φόρο αίματος. Με φόρο ζωής, προκειμένου να μην ζουν την καθημερινή απώλεια, την αναξιοπρέπεια εφ' όρου ζωής.
Στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή βιώνουμε μια συνεχή τρόπον τινά απώλεια. Ξεκινάει με τις δουλειές, τα λεφτά, τα επιδόματα, τις συντάξεις, την πραγματική ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, την αποδόμηση του κοινωνικού κράτους που πριν από 30 χρόνια ευαγγελιζόταν η πολιτική εξουσία, και εκτείνεται μέχρι την καθημερινή πάλη εκδήλωσης δυσαρέσκειας ανάμεσα στην κάθε εργασιακή ομάδα. Σήμερα απεργούν οι μεν, αύριο οι δε και όλοι αυτοί έρχονται σε αντιπαράθεση με τους άλλους. Και πάει λέγοντας. «Διαίρει και βασίλευε». Διευρυμένο και όπως φαίνεται ακόμα αποτελεσματικό.
Σήμερα δεν έχει τρένα, αύριο δεν έχει λεωφορεία, μεθαύριο μετρό, δεν έχει γιατρούς, φαρμακεία, φορτηγατζήδες και σκουπιδιάρικα πιο πριν και έχει αυξημένα εισιτήρια, διόδια και όλα τα δεινά. Δεν λειτουργεί, όποτε δεν απεργεί, κανονικά ο ΗΣΑΠ, κομμένος εδώ και δυο χρόνια να βασανίζεται ο κόσμος. Πολύ ταλαιπωρία όμως. Ένας λόγος να απελπιστεί κάποιος, να χάσει την αυτοσυγκράτησή του. Όχι ασύνηθες φαινόμενο, απλώς ακόμα μεμονωμένο.
Και αγανάκτηση. Μόνο που δεν είναι λαϊκίστικα δημοσιογραφικά κλισέ πια. Είναι μια πραγματικότητα-πυριτιδαποθήκη ανοιχτή. Και πίεση. Ο φόβος να πολλαπλασιάζεται και η ελπίδα να συρρικνώνεται. Κάτι που δεν φαίνεται να λαμβάνουν υπόψη τους διόλου οι ασκούντες την τέχνη του εφικτού. Αν και στην ελληνική πρωτοτυπία είναι η τέχνη του ανέφικτου η πολιτική. Όλα όσα δεν γίνονται. Τροφοδοτούν μόνο με ένα συνεχές ρεύμα φόβου και απελπισίας το λαό, την ίδια στιγμή που εκείνοι στη ζωή τους δεν έχουν καμία επίπτωση. Πιστεύουν άραγε χωρίς συνέπειες και συνέχειες, οδηγούν την κοινή γνώμη όλο και βαθύτερα σ' αυτή την αίσθηση απελπισίας-ανελευθερίας;
Για πόσο ο ανθρωπάκος του πλήθους θα αργοπεθαίνει μέσα στους μικρομέγαλους φόβους και τις ελπίδες του; Τι θα έχουν να του υποσχεθούν; Να τον σώσουν; Από τι;
Ο ίδιος δεν είναι άμοιρος ευθυνών και όσο έχει την αίσθηση ότι η δύναμη της δημοκρατίας είναι στα χέρια του, κάθε φορά που βρίσκεται μπροστά στην κάλπη, κάτι γίνεται. Όταν χάνει αυτή την ελπίδα της δημοκρατίας όμως, ότι η ψήφος του είναι ο φόβος του πολιτικού και φυλάει τα έρημα, τότε τι γίνεται;

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" στις 11 Φεβρουαρίου 2011)

Sunday, February 06, 2011

Ο έρωτας που φοβάται η εξουσία

photo: scalidi
Για τον Ναντίμ Ασλάμ (Nadeem Aslam) έχω ξαναγράψει. Με θαυμασμό για τη γραφή του. Στο μαγευτικό βιβλίο του που κυκλοφόρησε το 2010 από τις εκδόσεις Τόπος, "Ο χάρτης των χαμένων εραστών" σε μετάφραση της Αγγελικής Τσιρούνη, ο ίδιος μέσα από έναν αισθησιακό λυρισμό ξεμπροστιάζει τη βία. Είναι ένα βιβλίο γραμμένο με μιαν ερωτική ματιά για τον κόσμο όλο γύρω του, για τους ανθρώπους, τη ζωή, την ομορφιά, την αγάπη και κυρίως τον ίδιο τον έρωτα.
Τον έρωτα που διώκεται από κάθε είδους εξουσία. Ιδίως τη θρησκευτική. Στο φόντο ο εξωτισμός του Πακιστάν και της Ινδίας. Στο επίκεντρο, οι άνθρωποι που δεσμεύονται από τις προκαταλήψεις, που καταδυναστεύονται από την παράδοσή τους ή καλύτερα τη βίαιη ερμηνεία της από τωρινούς "υπερασπιστές" της που σκοτώνουν ανθρώπους στο όνομα του ισλάμ. Ο συγγραφέας δεν επιλέγει τον εύκολο τρόπο των αφορισμών ούτε των εμβόλιμων πολιτικών αναλύσεων και κηρυγμάτων. Αντίθετα, πλέκει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιστορία, στήνει μια αγωνιώδη πλοκή και μιλάει διεξοδικά για τα ανθρώπινα -και τα άλλα- τοπία που κουβαλούν οι μετανάστες της Ανατολής στη Δύση. Μέσα στον αμφορέα της ψυχής τους. Και αποκαλύπτει όλα τα προβλήματα, τα κοινωνικά, τα πολιτικά, τις πολιτισμικές διαφορές -τη μαγεία τους και τον όλεθρο που σκορπούν όταν ορθώνονται ανάμεσα στους ανθρώπους.
Στήνει ένα χάρτη εραστών κι ερωτευμένων γύρω από το ματωμένο θησαυρό του έρωτα, το σημειωμένο με κόκκινο "x" της απαγόρευσης. Πρόκειται για τη δολοφονία ενός ερωτευμένου ζευγαριού που δεν "πληρούσε" τους όρους που του έθετε η μικρή κλειστή κοινωνία των μεταναστών από το Πακιστάν και την Ινδία στην Αγγλία. Η βία στο απόγειό της. Ο έρωτας που γίνεται η αιτία (;), η αφορμή ενός αποτροπιαστικού εγκλήματος. Οι δεσμοί αίματος που γίνονται θηλιές και πνίγουν εκείνους που επιλέγουν να παραμείνουν άνθρωποι. Εκπληκτικής ομορφιάς ανάγνωσμα, γραμμένο με γνώση και ευαισθησία, με αλήθεια καταιγιστική, κεντημένο με τα χρώματα, τα αρώματα, τις υφές, τον έρωτα και το πένθος της Ανατολής. Σε ταξιδεύει στο δικό του πολύχρωμο σύμπαν ο συγγραφέας, γι' αυτό κατορθώνει να φέρει μαζί του τον αναγνώστη του στην καρδιά, στην ουσία, στο κέντρο μιας πραγματικότητας που βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής.

Friday, February 04, 2011

Το χυμένο αίμα

Αιματοκύλισμα. Στην Αίγυπτο. Αριθμοί -με νεκρούς και για νεκρούς- αναρτημένοι στα διεθνή μέσα. Δημοσιογραφικά κλισέ στην υπηρεσία της ενημέρωσης. Κι αναλύσεις, γεωστρατηγικές, πολιτικές, ισορροπίες δυνάμεων, φόβοι για ντόμινο αποσταθεροποίησης. Πίσω από τις στάνταρ λέξεις όμως, μέσα στα πίξελ της ψηφιακής εποχής, το αίμα ρέει. Σφαγμένοι άνθρωποι. Κοιτάμε τις οθόνες και λέμε «α, σκοτώνονται στην Αίγυπτο» και γυρίζουμε κανάλι. Σφαγμένοι. Άνθρωποι. Σχολιάζουμε και δυο κουβέντες και μετά αποστρέφουμε το κεφάλι. Στους σφαγμένους.

Ο όχλος που γεμίζει τις πλατείες, τα πλήθη που υποκινούνται, άλλος για την υπεράσπιση της δημοκρατίας, του εαυτού του και των άλλων και άλλος για τα συμφέροντά του ή εκείνα που νομίζει συμφέροντά του. Οι δύο όψεις του νομίσματος. Ο αλληλοσπαραγμός. Αλλά, πάντα, όλα να γίνονται γι' αυτό το νόμισμα. Κυλάει σαν το μήλο της έριδος και κάποιος αποφασίζει να το σταματήσει με το χέρι του και να το γυρίσει κατά πως τον βολεύει. Κορώνα ή γράμματα. Κι ας είναι και κίβδηλο νόμισμα. Τη δουλειά του την κάνει. Η ζωώδης επιβίωση, η ανάγκη για επιβολή, για νίκη, να οδηγεί στο χυμένο αίμα. Λες κι είναι μια καρδάρα με γάλα. Κάποιος τη σπρώχνει και γεμίζει ο τόπος. Αίμα.

Δεν αρκούν οι λέξεις, είναι φτωχές, είναι λίγες, είναι λαϊκισμός ή μελό. Για να «πουν» τον αποτροπιασμό. Και η βία συνεχίζει. Κάνει τη δουλειά της. Μετά τους σκοτωμένους ανθρώπους, στρέφεται στην Τέχνη τους, στις αρχαιότητές τους, στον πολιτισμό που τους απέτρεπε απ' αυτή την κτηνωδία ή στον πολιτισμό που την έβγαζε στη φόρα τη θηριωδία. Οι Αιγύπτιοι φρουρούν τα βιβλία τους. Τη μνημειώδη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Γιατί ξέρουν ότι ο επόμενος στόχος από τους ανθρώπους είναι οι λέξεις τους. Οι γραμμένες λέξεις τους που υπερασπίζονται την ανθρωπιά και την ανθρωπινότητα σαν την Τέχνη. Το καταφύγιο της ανθρωπιάς, όταν η ζωή του ανθρώπου εκμηδενίζεται, είναι η Τέχνη, σε όλες της τις μορφές. «...Οι επιγραφές τού ψιθύριζαν πάνω στα μάρμαρα του Μουσείου καθώς περνούσε, σαν να ζωντάνευαν τα χείλη των ανθρώπων που τις έγραψαν...» («Αλεξανδρινό Κουαρτέτο», Λόρενς Ντάρελ, μετάφραση Μαριάννα Παπουτσοπούλου, εκδόσεις Μεταίχμιο).

Α, και οι λέξεις, οι λέξεις που έχουν τόση δύναμη ώρες-ώρες. Οι λέξεις που μπορούν να σφάξουν πιο πολύ κι από τον μπαλτά κάποτε, γιατί μετά το αίμα και το θάνατο το πιο φοβερό πράμα είναι να τον «πεις» τον θάνατο και το ακόμα χειρότερό του, του θανάτου, είναι να τον κάνεις ζωή, μέσα από τις λέξεις. Και οι άνθρωποι συνεχίζουν να σκοτώνονται.

Φαίνεται λες και δεν έχει αλλάξει τίποτα από το “Αλεξανδρινό Κουαρτέτο” (1957-1960) του Λόρενς Ντάρελ, όσον αφορά την πολιτική, τη διπλωματία, τα συμφέροντα, την εξουσία. Μόνο εκείνη η υγρασία της Αλεξάνδρειας του Ντάρελ, ο αέρας κι ο ουρανός της Αιγύπτου ποτίζονται από τη φωτιά κι από τις πνοές των ανθρώπων που σβήνουν. Ένας κόσμος που συνεχίζει να στρέφεται εναντίον του ίδιου του εαυτού, με τραγικούς ήρωες τα άτομα που συνεχίζουν να τροφοδοτούν με τις μικρές δικές τους δραματικές ιστορίες το μύλο που αλέθει αδιακρίτως, που χωνεύει το παρόν μέσα στο παρελθόν και υποθηκεύει το μέλλον να παραμένει υπόλογο στην ατέλειωτη βία. Το μύλο της μεγάλης Ιστορίας. 
Τη στιγμή που γραφόταν αυτό το κείμενο, γινόταν γνωστό ότι τραυματίστηκαν από επίθεση που δέχτηκαν στην Αίγυπτο, οι δημοσιογράφοι, Πέτρος Παπακωνσταντίνου, απεσταλμένος της «Καθημερινής» και ο φωτορεπόρτερ, Γιώργος Μουτάφης.

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" της 4ης Φεβρουαρίου 2011)