Friday, January 28, 2011

Της αξιοπρέπειας ...ήλιε νοητέ

 «...Το αίσθημα δικαίου, η ικανοποίηση να έχεις δίκιο, η χαρά της αυτοεκτίμησης, αγαπητέ κύριε, είναι ισχυρά ελατήρια για να μας κρατήσουν όρθιους και να μας κάνουν να πάμε μπροστά. Αν, αλήθεια, τα στερήσετε από τους ανθρώπους, τους κάνετε λυσσασμένους σκύλους...», έγραφε ο Αλμπέρ Καμύ το 1956 στο έργο του «Η πτώση». Διαβάζεις αυτά τα λόγια και σκέφτεσαι τον εαυτόν σου μέσα στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Εκ προοιμίου θεωρείσαι ένοχος, συχνά ανυπεράσπιστος. Και όχι με την έννοια της ευθύνης που στο ίδιο βιβλίο του ο Καμύ έγραφε ότι «όταν θα είμαστε όλοι ένοχοι, θα έχουμε δημοκρατία”.

Να ξεκινήσουμε από πάνω προς τα κάτω: καταρχάς σου λένε ότι τα φάγατε μαζί. Πολύ απλουστευτικό. Οι ξένοι ίσως το πιστεύουν κιόλας, σε θεωρούν ήδη «απατεωνίσκο» που θέτεις σε κίνδυνο την οικονομική τους σταθερότητα, ιδίως όταν είσαι εταίρος τους. Να προχωρήσουμε στα πιο μέσα και προς τα κάτω: για το Δημόσιο είσαι σίγουρα ένας που θέλεις να το ξεγελάσεις, από τους γιατρούς του που πρέπει να τους πείσεις ότι δεν είσαι κατά φαντασίαν ασθενής και πήγες να παίξεις με τα νεύρα τους, ενώ εσύ βγάζεις τα σωθικά σου από τη γρίπη και τη βρογχίτιδα και τον πυρετό καταφανώς· μέχρι την εφορία και κάθε είδους υπηρεσία στην οποία πρέπει να δώσεις μάχη για να επιβιώσεις με απώλειες από τη συνδιαλλαγή μαζί της. Ας πούμε πηγαίνεις στην αστυνομία να καταγγείλεις μια απόπειρα διάρρηξης και σου φέρονται σαν να είσαι εσύ ο κλέφτης.

Πώς να πας μπροστά έτσι; Αφού πρέπει να επαναδιαπραγματεύεσαι το πιο απλό κάθε φορά, το αυτονόητο, το προφανές. Ότι δεν είσαι ελέφαντας. Χρειάζεσαι σφραγίδα εγκεκριμένη από τον αρμόδιο. Χάνεις χρόνο για να αποδεικνύεις στην εκάστοτε περίπτωση το δίκιο σου. Πόση αντοχή θέλει αυτό; Πόσα δίχτυα ασφαλείας να στήνεις στην αυτοεκτίμησή σου για να μην αυτοκτονεί, κάθε που έχεις να αντιμετωπίσεις μια συμπεριφορά που σε μειώνει ως προσωπικότητα, που σου στερεί αυτή τη ρημάδα την αξιοπρέπεια. Από τα μικρά ζητήματα της καθημερινής τριβής, μέχρι τα πιο μεγαλόσχημα της πολιτικής σκηνής.

Δεν είναι προσβολή της δημοσίας αιδούς, να ακούς και να βλέπεις να υποτιμούν τη νοημοσύνη σου; Από το θέμα της Siemens μέχρι τους μετανάστες στη Νομική. Μια συνεχής ξεδιαντροπιά που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια σου κι εσύ να γνέφεις συγκαταβατικά, προτού γίνεις «λυσσασμένος σκύλος».

Οι αιματηρές αναταραχές στην Τυνησία, την Αλβανία, την Αίγυπτο, ο αναβρασμός στην Αλγερία είναι γεγονότα που συμβαίνουν από ανθρώπους που παραγκωνίστηκαν, που πλήττεται η ζωή και κυρίως η αξιοπρέπειά τους για δεκαετίες.

Σε κάτι που δεν δίνει σημασία η εκάστοτε πολιτική εξουσία και αποτελεί και το μεδούλι της ύπαρξής της: την τοποθετούν εκεί οι πολίτες για να υπερασπιστεί το δίκιο και την αξιοπρέπειά τους. Ιδίως αυτή. Μπορεί να μην έχεις πολλά λεφτά -όπως δεν είχε η Ελλάδα του 1950-1960 και οι άνθρωποι τότε πάλευαν με αξιοπρέπεια για αξιοπρέπεια- αλλά δεν σου στερεί αυτό το δικαίωμα να «είσαι» και να «είσαι όπως θες». Η αυτοδιάθεση, η αυτονομία σου, η ανεξαρτησία σου. Είναι εκείνος ο νοητός ήλιος η αξιοπρέπεια που φωτίζει την ψυχή, το αίσθημα ότι μπορείς να τα πετύχεις όλα, γιατί «αξίζεις» για τον εαυτόν σου αλλά και στα μάτια των άλλων.

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" στις 28/1/ 2011)

Monday, January 24, 2011

Μικρή πραγματεία ανθεκτικότητας

photo: scalidi
Ο Αλαίν ντε Μποττόν είναι η περίπτωση ενός ανθρώπου ο οποίος έχει στραφεί στη συγγραφή βιβλίων που φέρουν  τη μοναδική του σφραγίδα. Ένα ανάλαφρο, εκλαϊκευμένο στιλ, με χιούμορ και διάθεση σαρκασμού, με στόχο να κάνει τη ζωή του και των υπολοίπων λίγο πιο υποφερτή.  Κάτι σαν μικρές πραγματείες του πώς να αντέξουμε τη ζωή μας, πώς να φανούμε ανθεκτικοί με μας και τον κόσμο γύρω μας. Αυτό εξηγεί και το γιατί έχει μεταφραστεί σε 25 γλώσσες. Την ανάγκη των ανθρώπων να διακρίνουν μια νέα διέξοδο στη θεώρηση των πραγμάτων που τους αφορούν.
Ο Αλαίν ντε Μποττόν έχει πετύχει εκείνο που ίσως ονειρευόταν στην εποχή του ο Σταντάλ (με το "Περί έρωτος"): να γράψει αποτελεσματικά τρόπον τινά εγχειρίδια για πτυχές της καθημερινότητάς μας ή εν γένει της ζωής μας που μας απασχολούν. Η δική του ιδιαιτερότητα είναι ότι στρέφεται στην πρωταρχική φιλοσοφική σκέψη, στην εξελικτική της πορεία στην ιστορική διαδρομή του ανθρώπου, για να διαβάσει το σήμερα μέσα από την εντελώς δική του γοητευτική οπτική. Κι έχει κατηγορηθεί γι' αυτό. Αδιάφορο, αν ο αναγνώστης του επιχειρήσει το ίδιο. Να χρησιμοποιήσει τα ίδια τα όπλα του ντε Μποττόν για να "ξαναδιαβάσει" τη ζωή του, την πραγματικότητα γύρω του, τον εαυτό του σε σχέση με τους άλλους.
"Η παρηγορία της φιλοσοφίας", το βιβλίο του που εξέδωσαν πρόσφατα οι εκδόσεις Πατάκη, προσφέρει την απόλαυση στον αναγνώστη αυτής της στοιχειώδους παραμυθίας: να ξαναδείς τον εαυτό σου αλλιώς, κάτω από άλλο πρίσμα, με τη βοήθεια του Σωκράτη, του Επίκουρου, του Σενέκα, του Μονταίνι, του Σοπενχάουερ, του Νίτσε. Μέσα από τη φιλοσοφία που επικαλείται ο ντε Μποττόν, απλώς έρχεσαι πιο κοντά στην ανθρώπινη ιδιοσυστασία σου. Τοποθετείς νοερά τον εαυτό σου σε κείνη την πλατεία, το δρόμο που ο Νίτσε έσπευσε να αγκαλιάσει ένα αφηνιασμένο άλογο, επιζητώντας απλώς ένα χάδι στη δική του ανθρωπινότητα, μέσα από την τρέλα.

Friday, January 21, 2011

Ο ...φράχτης της αφροσύνης μας

photo: scalidi
 
"...η σημερινή κοινωνία είναι μέσα στην ύβριν και είναι θεμελιωδώς άφρων...", με αυτή τη φράση έκλεισε ο Κορνήλιος Καστοριάδης τη διάλεξη με τίτλο “Οικολογία και πολιτική” που δόθηκε στις 19 Φεβρουαρίου του 1993 στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, μετά από πρόσκληση του Τμήματος Χημικών Μηχανικών του Α.Π.Θ. (ΚΟΡΝΗΛΙΟΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ, ανθρωπολογία, πολιτική, φιλοσοφία- ΠΕΝΤΕ ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ ΣΤΗ ΒΟΡΕΙΟ ΕΛΛΑΔΑ, εκδόσεις ύψιλον).

Σε κείνη την ομιλία του είχε ιχνηλατήσει το μέλλον, ας πούμε το κοντινό, αυτό του 2011. Πριν από 18 χρόνια. Είχε μιλήσει για τη μετανάστευση προς τη Δυτική Ευρώπη, προτού εκείνη κορυφωθεί, προτού φτάσουμε στους "φράχτες". Είχε μιλήσει για την καταστροφική για την επιβίωση του ανθρώπινου είδους μετεξέλιξη της πόλης, προτού καν το οσμιστούν οι κάτοικοι του Αγίου Παντελεήμονα. Είχε μιλήσει για το αδιέξοδο που οδηγεί η τεχνογραφειοκρατία, μέσα από "το παραλήρημα της απεριόριστης επέκτασης", όταν αυτό που λείπει, είναι η φρόνηση.

Ως μόνη απάντηση ο ίδιος έβλεπε τότε την πραγματική δημοκρατία. Με πολίτες που ασκούν την κρίση τους και είναι ικανοί πλέον να κινηθούν μέσα σε κάθε χώρο που βρίσκονται "με φρόνηση". Τι σπουδαία φράση. Αριστοτελική. "Με φρόνηση". Έχετε ακούσει κανέναν να μιλάει για φρόνηση ή με φρόνηση; Ακούμε μόνο: "ανάπτυξη, άνοδος, αύξηση, επέκταση". Και πότε; Σε μια ουσιαστικά νεοπτωχευμένη κοινωνία. Πώς το έλεγε ο Γιώργος Θεοτοκάς στο "Λεωνή"; Κάπως έτσι.

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης (1922-1997) οροθέτησε τη σημασία της δημοκρατικής κοινωνίας ως αυτόνομης κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που είναι σε θέση να "αυτοπεριορίζεται επίσης όσον αφορά τα έργα της και τους σκοπούς που προτείνει στον εαυτό της". Μιλάμε, λοιπόν, για μια κοινωνία που για να είναι σε θέση να δείξει φρόνηση απέναντι στον ίδιο της τον εαυτό, προϋποθέτει αυτό μια ωριμότητα. Την ενηλικίωση, την επίλυση των εφηβικών της συμπλεγμάτων και το τέλος των συμπτωμάτων των παιδικών ασθενειών της. Τέλος πάντων, να ξέρει τον εαυτόν της. Να αναγνωρίζει τα όριά της και να μπορεί να τα θέσει μόνον εκείνη, χωρίς κηδεμόνες.

Και τώρα ποιος είναι ο εαυτός μας; Αυτός που εμφανίζεται στις τηλεοπτικές οθόνες; Αυτός που διαμορφώνεται στις ηλεκτρονικές ψηφίδες του διαδικτύου; Εκείνος που ζει στον Άγιο Παντελεήμονα; Ο άλλος που μαζεύει πνιγμένους μετανάστες από το Αιγαίο; Ο παράλλος που ζει -ίσως για λίγο ακόμα αμέριμνος- στην επαρχία; Ποιος είναι ο εαυτός μας; Για ποιον θα μιλάμε κάθε φορά; Για τον άλλον ίσως εαυτό που τον έχουμε εκλέξει να μας διοικήσει; Κι εκείνος απλώς μας κλέβει και μας κοροϊδεύει; Ή μήπως ο άλλος που προοδεύει και με αυτοπεποίθηση κάνει το καλύτερο που μπορεί για κείνον και τους γύρω του, αλλά καταπνίγεται η προσπάθειά του μέσα στο βάραθρο της απαισιοδοξίας που έχουμε διαλέξει εδώ και ένα χρόνο να ζούμε ως κοινωνία;

Είμαι από κείνους που δεν καταλαβαίνουν αυτή την απαισιοδοξία. Τη θεωρώ εντελώς τεχνητή και έξωθεν κληροδοτημένη. Δεν πιστεύω ότι είχαμε κερδίσει τίποτα την περασμένη δεκαετία για να το χάσουμε τώρα. Δηλαδή, δεν είναι χασούρα τα τζιπ και οι μεζονέτες. Οι παππούδες μας και οι γονείς μας έζησαν και έζησαν καλά, χωρίς αυτά. Έζησαν με φρόνηση, με ψυχή, με ανθρώπους στη ζωή τους, όχι με λαμαρίνες και μπετά. Τεράστια απώλεια, όμως, σ' αυτό το αρνητικό κλίμα, είναι οι δουλειές των ανθρώπων, η αξιοπρέπειά τους και η αυτοπεποίθησή τους, στο βωμό του ...φράχτη της αφροσύνης μας.


(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" στις 21/1/2011)

Monday, January 17, 2011

Η φυλακή της αλαζονείας

'Εβλεπα χθες βράδυ τους "Πρωταγωνιστές" με το Σταύρο Θεοδωράκη. Έβλεπα τον ανοιχτό κι ανθρώπινο τρόπο που προσέγγιζε κάθε γυναίκα, μέσα στη φυλακή. Αφουγκραζόμουν την αλήθεια της κάθε μιας. Από απόσταση, θα πεις. Εκ του ασφαλούς, θα πεις. Να πεις.
Και σκεφτόμουν ότι ζούμε ερήμην μας σε μια φυλακή μέσα μας: τη φυλακή της αλαζονείας. Εκείνης της ιδεοληψίας που δεν μας αφήνει να φανταστούμε τον εαυτό μας στη φυλακή, τον εαυτό μας σε μια οριακή κατάσταση, τον εαυτό μας σε ανάγκη των άλλων. Παρατηρώ και βλέπω ότι οι θεσμοί, οι νόμοι, οι "κανονικότητες" είναι θεσπισμένα όλα από ανθρώπους που πίστεψαν ότι δεν τους αφορά. Με τον ίδιο τρόπο είναι δομημένη και η καθημερινότητά μας. Σαν να μην μας αφορά. Πρώτα ο εαυτός μας και μετά οι άλλοι.
Βλέπω τους ανθρώπους εκείνους που εισηγούνται για τη "μοίρα" των υπόλοιπων να κοιτούν από  μια ψυχρή απόσταση. Για την κοινωνία, για την οικονομία, για την πολιτική κατάσταση. Είναι άνθρωποι που σκέφτονται, μιλούν, πράττουν, αφ' υψηλού. Δεν τους αγγίζει τίποτα στα "χρυσά κλουβιά" τους που δεν περνάει η φτώχεια, η δυστυχία, η ανέχεια, η μοναξιά. Κι αυτοί, λέει, φτιάχνουν το μέλλον ή τουλάχιστον  το εισηγούνται... Βλέποντας όλους εμάς μέσα από το κελί της αλαζονείας τους.
photo: scalidi


Friday, January 14, 2011

Ο μανιχαϊσμός της αθηναϊκής καθημερινότητας

photo: scalidi
Βγαίνω εκτός εαυτού από το ένα ταξί, από το ένα μαγαζί, από το ένα φαρμακείο, από τη μία συνδιαλλαγή. Η αιτία: οι μη επαγγελματίες. Η παντελής έλλειψη στοιχειώδους πειθαρχίας και καθήκοντος. Και μπαίνω με βαθιά περίσκεψη μετά στο άλλο ταξί, στο άλλο μαγαζί, στο άλλο φαρμακείο, στην άλλη συναλλαγή με τον απέναντι: η εντελώς άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Ο επαγγελματισμός στο αποκορύφωμά του.

Η πόλη του παραλόγου και της υπερβολής η Αθήνα κι ενός φοβερού μανιχαϊσμού, όχι θεωρητικού, αλλά πρακτικού, απτού, πραγματικού. Άσπρο και μαύρο. Το καλό και το κακό στη γνωστή τους μάχη με φόντο τη βουβή αγανάκτηση των πολιτών, το γκρίζο χρώμα της απαισιοδοξίας που κυρίως πλήττει αυτή την πόλη. Μια πόλη που πίστεψε ότι θα αναπτύσσεται για πάντα, χωρίς να παράγει, χωρίς να διαμορφώνει, χωρίς να δημιουργεί. Μόνο θα καταναλώνει. Η πλάνη πέντε και κάτι εκατομμυρίων.

Φτάνω, λοιπόν, μετά τις γιορτές στους “πρόποδες” της πόλης, στα ΚΤΕΛ του Κηφισού. Βλέπω στο σταθμό των ταξί σημαντική παρουσία αστυνομίας που πραγματικά έχει επιβάλλει την τάξη και προς στιγμήν αυταπατώμαι ότι η “μαφία” των μη επαγγελματιών ταξιτζήδων δεν θα κάνει την εμφάνισή της. Περιμένω τη σειρά μου, παίρνω μόνη μου το ταξί που μου αναλογούσε, λέω τον προορισμό μου και την κατά προτίμηση διαδρομή που θα ακολουθήσει και ξεκινάνε τα όργανα.

Το “διαστημικό” ταξί με την ηλιοροφή και τα δερμάτινα μπεζ καθίσματα κάνει πρώτα ένα κύκλο γύρω από τον εαυτό μας, στη συνέχεια, δεν παίρνει το δρόμο που του έχω υποδείξει, γιατί είναι και μάγκας ο “κύριος”, στην πορεία με ρωτάει παραπλανητικά για να με κάνει έναν ακόμη ξεγυρισμένο κύκλο κι άμα δεν είχα τα μάτια μου δεκατέσσερα ακόμα θα γυρίζαμε την πόλη. Γιατί, ναι, δεν ήταν από την Αθήνα, ήταν από την Ελευσίνα, τώρα μάθαινε την πόλη (με τον πλοηγό ανενεργό στο ταμπλό του), λέει, αλλά τις κομπίνες της πόλης μια χαρά τις ήξερε. Δίνει ο θεός και φτάνω στον προορισμό μου, δεν μου δίνει απόδειξη, ούτε ρέστα, θεωρεί ότι τόσο κάνει η διαδρομή. Με κλέβει κανονικά. Του το λέω και το αρνείται φυσικά, αυτός δεν ξέρει δεν είναι από δω...

Στον αντίποδα, αλλοδαπός οδηγός ραδιοταξί -αυτός πραγματικά δεν είναι από δω, αλλά ξέρει να σε πάει παντού και πιο γρήγορα- σε κερνάει τσίχλα κατά την είσοδό σου στο όχημα, σε πηγαίνει στο άψε-σβήσε στον προορισμό σου, με λογικό και σωστό αντίτιμο, ο πλοηγός του λειτουργεί, σου φτιάχνει τη μέρα με την αισιοδοξία και το χιούμορ του. Τελειώνει η βάρδιά του, περιμένει να πάρει τα ψώνια της ημέρας και να γυρίσει με το μεροκάματο στην οικογένειά του.

Το ίδιο μοτίβο σε δύο καταστήματα οπτικών, σε δύο φαρμακεία. Κι εσύ στη μέση να πρέπει να υπερασπίζεσαι συνεχώς τον εαυτό σου, γιατί θα σε φάνε λάχανο... Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Από τη μία η ψυχρολουσία του απαίσιου και από την άλλη η ευφορία του κανονικού, του απλού, του πιο εύκολου. Γιατί, ναι, είναι πιο εύκολο και αποδοτικό, κύριοι, να κάνετε καλά τη δουλειά σας, παρά να ψάχνετε τρόπους να περάσετε από τους δαιδαλώδης λαβυρίνθους της διαφθοράς που -τι κρίμα- τόσο καλά γνωρίζετε. Α, και λιγότερο ψυχοφθόρο. Για όλους.

 (Το κείμενο δημοσιευτήκε στη "Βραδυνή" στις 14 Ιανουαρίου 2011)

Friday, January 07, 2011

Η υπεράσπιση του αυτονόητου

Μέτρα, μέτρα, μέτρα. Το 2010 ήταν η χρονιά των νέων μέτρων. Μέτρα, σου λέει, για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης και της οικονομικής ύφεσης. Αισθάνεσαι κάπως σαν να σου παίρνουν τα μέτρα για το αιώνιο ταξίδι έτσι και παρακολουθήσεις ειδήσεις στην τηλεόραση, τουλάχιστον στο διαδίκτυο διαβάζοντας τα νέα, δεν ακούς αυτό τον επικήδειο που σε ταράζει. Και αρχίζουμε από την 1η Ιανουαρίου 2011 την ακόμη δυσκολότερη χρονιά. Μάλιστα. Έρχεσαι να σκεφτείς πόσο κενή περιεχομένου είναι η λέξη “μέτρα”, όταν δεν είναι διατεθειμένος κανείς να ακολουθήσει έστω τα στοιχειώδη, τα αυτονόητα.

Ξεκινάμε. Σε καφέ, αρχικά. Μου φέρνουν τα ρέστα, αλλά όχι την απόδειξη. “Ε, συγγνώμη, την αποδειξούλα, ξεχάσατε”, τα πρώτα πεσμένα μούτρα, χρονιάρες μέρες. Μάλλον, με αναγκάζει να ξανασκεφτώ το φιλοδώρημα, κομμάτια να γίνει. Με ενόχληση το γκαρσόνι πετάει την απόδειξη στο τραπεζάκι. Ακολουθεί εστιατόριο, όλα ωραία, καλά τα περάσαμε, πήραμε το λογαριασμό και τα ρέστα μας. “Ε, συγγνώμη, την αποδειξούλα, ξεχάσατε”, όσο πιο γλυκά γίνεται το λέω και με χαμόγελο εκπάγλου αθωότητας. Άλλα μούτρα. Με κοιτάζει από την κορυφή μέχρι τα νύχια, πώς τόλμησα να ζητήσω κάτι τέτοιο; Δεν έχει χτυπήσει τίποτα στην ταμειακή, κάθομαι μπροστά του μπάστακας και περιμένω την απόδειξη. Την αυτονόητη απόδειξη, την πολύτιμη απόδειξη. Έχω αποδυθεί σε κυνήγι αποδείξεων, αλλά εκείνοι δεν θέλουν να την “κόψουν”, τη ρημάδα.

Στα δε ταξί; Ε, εκεί ποιος βλέπει τον κύριο και δεν τον φοβάται... Τον κύριο ταξιτζή, εννοώ. Το φοβερό σφάλμα της ζωής σου να ζητήσεις απόδειξη, αν δεν έχει θελήσει εκείνος να τη δώσει μαζί με τα ρέστα -για να είμαι ειλικρινής κανά δυο συνάντησα συνεπείς πολίτες, νομοταγείς, που έπρατταν το απλό, το αυτονόητο, αυτό που προσπαθούν να επιβάλλουν με χίλια δύο μέτρα. Πρέπει να έχεις οπλιστεί με ιώβεια υπομονή, πειθώ και τέλος πάντων με ένα πρόσωπο που δεν σηκώνει κουβέντα: “ την απόδειξή μου, κύριε”, αλλιώς δεν θα πιάσεις ούτε τις αποδείξεις του αφορολόγητου.

Έχει συνέχεια το πράγμα, στο βενζινάδικο. Αμέ. Σου γεμίζει με αέρα το ρεζερβουάρ και το αντιλαμβάνεσαι όταν είναι πια αργά. Ανάθεμα, μέρες που είναι... Έχεις ζητήσει κι εδώ απόδειξη, άλλη δυσαρέσκεια. Δυσανασχετούν, βαριανασαίνουν, σε καταριούνται από μέσα τους, σε σιχαίνονται, σε διαολοστέλνουν για το καλό, μέρες που είναι...

Όλο μουτρωμένους συναντάς, μόλις ζητήσεις απόδειξη, λες και τους κλέβεις εσύ, ενώ θέλουν τόσο απεγνωσμένα να σε κλέψουν, με κάθε τρόπο. Και νιώθεις κάτι σαν μασκοφόρος εκδικητής που τολμάς να υπερασπιστείς το αυτονόητο, μόλις τους πεις τη λέξη “απόδειξη”. Πόσο σαπισμένη νοοτροπία, πόσο ζυμωμένοι με το κακό, το χειρότερο, το χείριστο. Και κάνουμε μούτρα, σαν θυμωμένα παιδιά που τα επέπληξαν. Μια ολόκληρη κοινωνία κάνει μούτρα, ενοχλείται, αηδιάζει, παθαίνει εμφράγματα και εγκεφαλικά που ακούει για νέα μέτρα και κυρίως, όταν ακούει τη φράση “ε, συγγνώμη, την αποδειξούλα ξεχάσατε”.
 
(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" της 7ης Ιανουαρίου 2011)
 
photo: scalidi

Thursday, January 06, 2011

Το μανιασμένο πεύκο

photo: scalidi
Είχε ορκιστεί ότι σιγά σιγά μια μέρα θα έφτανε στη θάλασσα. Κι ας στέκονταν φρέσκο, καταπράσινο πεύκο στην πλαγιά κι ατένιζε το πέλαγος. Και ψιθύριζε τα μεσημέρια κάνοντας σεγόντο στα τζιτζίκια. Είχε ορκιστεί ότι θα έπεφτε στο νερό. Θα έγερνε τόσο και θα γίνονταν ένα μ' αυτό. Τόσο το είχε μαγέψει η πλανεύτρα θάλασσα. Όχι, δεν ήθελε από ναρκισσισμό να καθρεφτίζεται στα νερά της. Όχι. Ήξερε την ομορφιά του. Και την αξία του. Το άκουγε το καλοκαίρι απ΄ τους περαστικούς που ξαπόσταιναν στον ίσκιο του κι έπιναν νερό στο όνομά του, στη δροσεράδα του, στις παχιές του παιχνιδιάρικες πευκοβελόνες. Ήθελε να γίνει νερό. Αυτό ήταν το όνειρό του. Γιατί το νερό απλώνονταν παντού, αυτό το έτρεφε μέρα νύχτα, αυτό κυλούσε μέσα στους μυστικούς του χυμούς.
Κάθε που έτρεχε ρετσίνι από τις φλέβες του, εκείνο ονειρεύονταν ότι έρχονταν με τα δάκρυά του λίγο πιο κοντά σ΄ αυτό που λέμε για νερό κι ας μην ήταν. Κι έγερνε. Κι έγερνε. Κι έγειρε τόσο που το φως πια δεν το έβλεπε και μαράθηκαν οι βελόνες του και ξεράθηκαν τα κλαδιά του και το νερό λιγοστό έφτανε στις ρίζες του. Κι ένα λιόγερμα, κάποιος πέρασε και το είδε να το τραβοτανάει τόσο ο αέρας που λες, θα ακούμπαγε στη θάλασσα. Αλλά ως ξερό πεύκο. Μανιασμένο. Κι έμεινε σκιά του εαυτού του να ορέγεται το πέλαγος, ζωντανό νεκρό. Κι ας μην άκουγε πια τον παφλασμό του κύματος. Κι ας μην έβλεπε τους κυματισμούς του. Έγερνε. Με ελπίδα την τελική του πτώση.
Κάποιος να το σπρώξει, να γίνει νερό, ο εαυτός που οραματίστηκε, η ψυχή που πέρασε για δική του. Κι ακόμα στέκει εκεί ξερό. Χωρίς νερό. Χωρίς αλάτι. Χωρίς γη. Χωρίς ρίζα. Και δεν είναι πια ούτε πεύκο. Έτσι γίνονται λέει οι μανιασμένοι, κάτι άλλο, δικό τους, στ΄ ανάμεσο που ποθούσαν.
Φτιάχνουν τα βρύα πάνω του αποικίες κι εκείνο βογγά, να φτάσει το νερό. Μια μέρα.

 Στον Κώστα, ως αντίδωρο

Wednesday, January 05, 2011

Χειμερινή θάλασσα

photo: scalidi
κι ουρανός
κάπου στη μέση του κόσμου
ο άνθρωπος
σαν ποτέ
σαν πάντα.
Σαν τίποτα.
Μόνο σαν ένα με την ψυχή του.
Σαν όλα.


Monday, January 03, 2011

Καλή χρονιά

photo: scalidi

με ένα φρέσκο κι εξωτικό "λαδερό", ιδιότροπο και κάπως απαιτητικό