Friday, December 30, 2011

Καλή Πρωτοχρονιά!

photo: scalidi
Ας αποφασίσουμε τη ζωή μας, τον εαυτό μας, το κράτος μας
κι ας γίνουμε.
Έστω, το 2012.

Η πολιτική του αδιεξόδου

photo: scalidi
Τα αδιέξοδα φτιάχνονται από αδιέξοδους ανθρώπους, συνήθως ανέξοδα. Και είναι πολυέξοδα. Δίνεις πολλά και παίρνεις αέρα. Συνήθως μπαγιάτικο, παρηκμασμένο, θολό. Μόλις λάβεις την πρωτοβουλία και ανοίξεις κάνα παράθυρο, τον αλλάξεις τον αέρα, τον φρεσκάρεις και απορήσεις (α-πόρος) μια στάλα, κάνεις πίσω και δεις τα πράγματα με νέα μάτια από το φως που μπαίνει, βλέπεις ότι δεν υπήρχαν αδιέξοδα, μόνο αδιέξοδοι άνθρωποι. Που τρέφονται από τις αδειανές εξόδους τους και σου τις πουλάνε για απροσπέλαστα τείχη. Τάχα μου, εκείνοι έχουν τη δύναμη να σε βγάλουν. Τάχα μου, εκείνοι νομιμοποιούνται να το κάνουν.
Εσύ βγες, καλού-κακού, από την έξοδο κινδύνου κι άσε να σε κοιτάνε ειρωνικά, δεν πειράζει. Το πολύ πολύ να σε χαρακτηρίσουν γραφικό. Οι ανέξοδα πολυέξοδοι αδιέξοδοι. Θα συνεχίσουν τα ίδια. Εσύ είναι κρίμα να μείνεις εκεί, χωρίς φως και οξυγόνο. Το μόνο που σε σώζει είναι οι απορίες σου, μην τις σταματάς καθόλου. Και οι ερωτήσεις που μοιάζουν αφελείς. Παίρνεις τις πιο αναπάντεχα ειλικρινείς απαντήσεις. Κράτα το μυαλό σου σε εγρήγορση. Ρώτα, μην σταματάς. Ρώτα απλώς, ακόμα κι εκεί που νομίζεις ότι δεν σε παίρνει, ρώτα. Η μισή ντροπή δική σου και η υπόλοιπη δική τους, πολλές φορές είναι ολόκληρη δική τους.
Στον καιρό της αποβλάκωσης που προκαλεί ο φόβος κι αυτή η αδιόρατη διασπορά του ότι δεν θα τα καταφέρεις, ότι κινδυνεύεις, ότι δεν αξίζεις, ότι δεν μπορείς, ότι, ότι, η μόνη υγιής αντίσταση που μπορεί κάποιος να αναπτύξει είναι η απορία, η συνεχής αναρώτηση, η αμφισβήτηση των όσων παραδεχόμασταν μέχρι τώρα. Γιατί δηλαδή να μην είναι κι αλλιώς τα πράγματα; Όλοι έπεσαν έξω με μαθηματική ακρίβεια, γιατί θα έπρεπε, λοιπόν, να τους ακούμε με ευλάβεια; Γιατί χρειαζόμαστε να μας εμπνεύσει εμπιστοσύνη ένας αποδεδειγμένα ανάξιος και δεν ψάχνουμε για λίγη πίστη και δύναμη μέσα μας; Γιατί δεν γινόμαστε εμείς οι εμπνευστές του εαυτού μας; Μερικές παραπάνω ερωτήσεις αρκούν για την αλήθεια του καθενός. Φτάνει να βρίσκει τη δύναμη να της αρθρώνει. Πόσο δύσκολο είναι δα;
Μπορεί να ακούγονται ως new age δηθενιές οι παραπάνω προτροπές, αλλά σκεφτείτε -τώρα που ημερολογιακά ο χρόνος αλλάζει- ο καθένας ξεχωριστά τον εαυτό του μέσα σ' αυτή την κοινωνική πραγματικότητα που βιώνουμε όλοι μαζί. Από πού έρχονται τα αδιέξοδα; Ποιος τα προκαλεί; Όντως ισχύουν; Μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτά; Ποιος έχει όφελος να τροφοδοτεί αυτόν τον τρόμο; Τι χάνουμε εμείς, μόλις υποκύψουμε στα φοβικά σύνδρομα που καλλιεργούνται; Τι κερδίζουμε άμα θελήσουμε να είμαστε διαφορετικοί, απλώς ο εαυτός μας δηλαδή; Δεν λέω να γίνουμε νευρωτικά καχύποπτοι, αλλά τουλάχιστον ας πάψουμε να είμαστε κουτοπόνηρα αφελείς, νομίζοντας ότι εξασφαλίζουμε μοναχά την πάρτη μας. Προς το παρόν κάνει πάρτι μόνο ο φόβος εις βάρος μας.

(Δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" στις 30 Δεκεμβρίου 2011)

Tuesday, December 27, 2011

Άγρια φύση

photo: scalidi

photo: scalidi
στο Αναπλάκι.
Η άλλη του όψη.
Η αγκάθινη.
Κρατάει τα βράχια του όρθια.
Θεματοφύλακες του κάμπου με τους γλυκερούς χυμούς.
Τα σώζει από τη διάβρωση.
Της καλοπέρασης.
Και οξύνει την ομορφιά.

Friday, December 23, 2011

“Φύλα” με ακόμα...

photo: scalidi
Δεν μας φτάνει η κρίση, δεν μας φτάνει που οι άνθρωποι πέφτουν όλο και πιο χαμηλά από το όριο της φτώχειας -υπάρχει άραγε όριο στη φτώχεια;-, δεν μας φτάνει όλο το κακό γύρω μας, δεν μας φτάνει που για να οσμιστείς Χριστούγεννα πρέπει να ψάξεις πολύ βαθιά μέσα σου, έχουμε και τους μικρο-απατεώνες αυτής της εποχής. Όταν έχεις φορτωθεί όλα αυτά τα προκλητικά “πόθεν έσχες” των πολιτικών, τους φόρους που αδυνατείς να εξοφλήσεις, τις οικονομικές υποχρεώσεις που δεν μπορείς να διαχειριστείς, τους πετσοκομμένους μισθούς και τις συντάξεις, αρκεί μια φυσαλίδα ενοχλητικής εξαπάτησης για να εκραγείς. 
Υπάρχουν καταστήματα που καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια να σε πείσουν ότι δεν έχεις ανάγκη την απόδειξη, είναι περιττή και σου κάνει κακό... Κι εσύ δονκιχωτικά επιμένεις, μέχρι που φοβούνται μην είσαι κάνας εφοριακός και σου τη δίνουν την αποδειξούλα με βαριά καρδιά. Υπάρχουν επαίτες με παιδιά στην αγκαλιά που μόλις τους αγοράσεις φαγητό για το παιδί τους και τους το δώσεις, σου λένε δώσε μου λεφτά, δεν τα θέλω αυτά. Υπάρχουν και τα τζιμάνια στα καταστήματα και στις συγκοινωνίες που θα ξαφρίσουν δώρα και μισθούς από τις τσέπες και τα πορτοφόλια. Υπάρχουν γιαγιάδες περιφερόμενες που σε πείθουν να τους ανοίξεις την είσοδο της πολυκατοικία, προφασιζόμενες τις γειτόνισσες και ποντάροντας στην τάχα μου σεβασμιότητα της ηλικίας τους, φτάνουν στο κατώφλι σου και θέλουν να σου πουλήσουν Αγία Γραφή και ό,τι άλλο τους βρίσκεται για παραμύθι. “Μην φοβάσαι, άνοιξε την πόρτα”, επιμένουν έντονα προς το θύμα της εξαπάτησης που νόμιζε ότι θα “περνούσε απέναντι τη γιαγιά από το δρόμο” για να νιώσει καλός και χρήσιμος στην κοινωνία...
Μικρές καθημερινές παραβατικότητες, εξαπατήσεις, ψέματα και δεν θέλει πολύ ο πιεσμένος άνθρωπος. Δεν θέλει πολύ για να σαλτάρει. Να εκτροχιαστεί. Να βγει από τους καλούς του τρόπους, να βγει εκτός εαυτού, να αρχίσει να αφρίζει από τα νεύρα του. Είναι κάτι εποχές που σε κάνουν να νιώθεις ένα περιφερόμενο υποψήφιο θύμα προς εκμετάλλευση, εξαπάτηση, κοροϊδία. Λες κι έχεις ένα στόχο πάνω σου που όλοι είναι πρόθυμοι να σου ρίξουν τα βελάκια τους. Ακάλυπτος χώρος. Όποιος σε πετύχει με λίγο πιο αδρανείς άμυνες, βουρ κατά πάνω σου. Κι ό,τι κερδίσει: λίγο από το χρόνο σου, λίγα από τα λεφτά σου, λίγη από την ηρεμία σου, λίγη από την αίσθηση ό,τι σου την έφερε. Ό,τι και να ναι, απάτη να 'ναι. Κι αυτός θα είναι δυνατότερος, ωραιότερος, εξυπνότερος, σπουδαιότερος, πλουσιότερος. Μήνυμα αγάπης για τον εαυτό σας. Φυλάξτε τον ακόμα. Επιτρέψτε του να ξεσπάσει στις μικρές καθημερινές εξαπατήσεις για να μην καταρρεύσει συνολικώς. Ο φύλακας-άγγελός σας είστε εσείς.

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" στις 23 Δεκεμβρίου 2011)

Friday, December 16, 2011

Η κενή γλώσσα


Δεν ξέρω πώς έγινε η μετάλλαξη. Δεν ξέρω πώς οι λέξεις απέμειναν άδειες από το περιεχόμενό τους. Πήρε τ' αυτί μου λίγη από την ομιλία του Παπανδρέου στο Ελληνοαμερικανικό Επιμελητήριο και έφριξα. Μιλούσε προφανώς για μια εικονική χώρα με ακόμα πιο εικονικούς ανθρώπους, μια εικονική κυβέρνηση, δεν εξηγείται αλλιώς. Η απόλυτη αναντιστοιχία μεταξύ πραγματικότητας και ήχων. Ένα κακοφτιαγμένο τραγούδι παραλόγου με ξύλινες λέξεις, κούφιες. Δεν είναι ο μόνος, βέβαια. Κι αυτό είναι το ακόμα πιο ανησυχητικό. Από κάθε πολιτικό χώρο η ίδια παράσταση. Προφανώς με εξαιρέσεις, αλλά δεν τις βλέπουμε πια. Αν υπάρχουν, ας βγουν στην επιφάνεια να διεκδικήσουν το μερίδιό τους. Είναι η ώρα.
Προσπαθώ να αντιληφθώ αν αυτή η μετάλλαξη ήρθε από πάνω προς τα κάτω ή το αντίστροφο. Αν δηλαδή πρώτα χάσαμε οι πολλοί τις λέξεις μας και μετά αποτυπώθηκε αυτό στον πολιτικό μας καθρέφτη. Καταλήγω ότι έγινε ταυτόχρονα αυτό. Γίναμε τέτοιοι άνθρωποι που αρχίσαμε να μην δίνουμε και πολύ σημασία στον τρόπο, με αποτέλεσμα σιγά σιγά να χάσουμε την ουσία. Βοήθησε η καταρρακωμένη παιδεία, ήρθε και η απόκτηση αγαθών που συμπλήρωνε τα κενά της γλώσσας και της ψυχής, εκεί πάνω που πιστέψαμε ότι η πολιτική ήταν μια πολυτέλεια και τα χάσαμε όλα. Βάλαμε στη θέση των πολιτικών ανθρώπους που ονειρευόμαστε κάποτε να μπούμε στις τάξεις τους: να γεννηθούμε σε μεγάλα τζάκια, να πάμε στα πανεπιστήμια του εξωτερικού και να ζούμε την Ελλάδα και στην Ελλάδα μέσα από το τζάμι της θωρακισμένης μας λιμουζίνας. Α, και της γλώσσας χωρίς αντίκρισμα.Να μην μας αγγίζει τίποτα. Να βλέπουμε το γυάλινο κόσμο μας, από απόσταση, χωρίς ανάγκες. Χωρίς σάρκα και οστά οι λέξεις μας. Το σύμπλεγμα του επαρχιωτισμού μας. Και η συνήθεια να αναγνωρίζουμε στο εντελώς έξω από μας το ευκταίο.
Τώρα που αυτός ο καθρέφτης έσπασε όμως και δεν μας λέει πόσο είμαστε οι καλύτεροι και οι ομορφότεροι του κόσμου, ίσως να ήρθε η ώρα να φανούμε ειλικρινείς. Απέναντι στον εαυτό μας. Α, και στη γλώσσα μας. Να βρούμε τις λέξεις να πούμε την αλήθεια. Να αναγνωρίσουμε τους εαυτούς μας ως ανθρώπους της Μεσογείου. Που φτάνουν σε μας οι επιταγές της Δύσης, αλλά επιλέγουμε ένα δικό μας ζεν εξ Ανατολών για να τις φέρουμε στα μέτρα μας. Γι' αυτό είμαστε σταυροδρόμι. Ο ορθολογισμός και η πίστη για κάτι πέρα και μετά απ' αυτόν είναι η δύναμή μας. Έχουμε το ταξίδι και τη θάλασσα. Δεν μας αξίζει ο βάλτος. Οι ορίζοντες είναι μπροστά μας. Να τους δούμε, όμως.

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" στις 16 Δεκεμβρίου 2011)

Friday, December 09, 2011

Αφήγηση τρόμου

photo: scalidi
Στην Ευρώπη, λένε, κρίνεται τούτες τις μέρες ο δυτικός κόσμος, όπως τον ξέραμε μέχρι τώρα. Στον πλανήτη ολόκληρο η κρίση δοκιμάζει τις αντοχές της καινοτομίας, αφού εκεί φαίνεται να ξεπροβάλλει η μόνη λύση για την έξοδο από την ύφεση· και δεν μιλάμε για ύφεση μόνο στην οικονομική δραστηριότητα, όχι, αλλά για έναν τοίχο που συνάντησε ο μέχρι πρότινος τρόπος ζωής μας σε όλα τα επίπεδα. Χτυπήσαμε στο κράσπεδο και τώρα πρέπει να κάνουμε πίσω, να μαζέψουμε τα συντρίμμια, να μετρήσουμε τις απώλειες και να βρούμε το κουράγιο να φωνάξουμε την οδική βοήθεια, να φτάσουμε στο νοσοκομείο και στη συνέχεια στο συνεργείο για να φτιάξουμε το σπασμένο όχημα ή και να το αλλάξουμε εντελώς, άμα έχει γίνει χίλια κομμάτια. Εκτός κι αν ανήμπορους μας αφήσουν να ξεψυχήσουμε στο δρόμο. Παίζει κι αυτό το σενάριο. Ιστορία είναι, όπως θέλει, γράφεται.
Όσο αυτά συμβαίνουν, όσο η νέα -και άγνωρη- ζωή έρχεται συνεχώς μπροστά μας, όσο δηλαδή αυτή η μεγάλη εικόνα ξειδιπλώνεται σιγά σιγά, στην Ελλάδα κλεισμένοι στις μικρές μας τοσοδούλικες σημερινές και ασύλληπτα επαναλαμβανόμενες καθημερινές αφηγήσεις, ψάχνουμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη. Τι να δεχτώ κι εγώ; Ότι καθρέφτης μου είναι το χάος στον ΗΣΑΠ και ενίοτε το Μετρό, όταν ο κόσμος συνεχίζει να μπαίνει μέσα στα ασφυκτικά γεμάτα βαγόνια των συρμών, σπρώχνεται, βρίζεται, αλαλάζει, βρυχάται, ουρλιάζει υστερικά; Ας πούμε ότι αυτό είναι ένα στιγμιότυπο της εβδομάδας τούτης. Εκατοντάδες άνθρωποι να βιώνουν μια ατομική και ομαδική υστερία. Όχι μόνο στα τρένα. Αλλά και στη ΔΕΗ, στα υποκαταστήματά της. Χιλιάδες να σπεύδουν να βρουν άκρη με το χαράτσι. Υπάλληλοι και πελάτες σε κρίση. Νευρική. Στο τέλος να λένε μεταξύ τους, δεν φταίτε εσείς, δεν φταίμε κι εμείς. Ποιος μένει; Μάλλον φταίνε οι άλλοι... Ποιοι είναι οι άλλοι;
Προτιμάμε να πάθουμε υστερία, κρίση, νευροπάθεια, δεν ξέρω εγώ τι άλλο, να καταρρεύσουμε μέσα μας, από το να προσπαθήσουμε από μόνοι μας να αντιμετωπίσουμε αλλιώς τον κόσμο, την πραγματικότητα, από το να αλλάξουμε εμείς. Η ανασφάλεια βλέπεις, ο φόβος: μην χάσουμε την ήδη γνωστή κατάσταση που μας προσφέρει θαλπωρή. Ναι, θαλπωρή μας προσφέρει αυτή η μαζική υστερία. Ξέρουμε ότι όλα είναι όπως πάντα. Εμείς σαν τους τρελούς εκτονωνόμαστε στα τρένα, στη ΔΕΗ, όπου βρούμε, αρκεί να μην προσπαθήσουμε μόνοι μας να μεταβάλλουμε τον κόσμο εντός μας. Έχουμε φτιάξει μια μικρή πράσινη θάλασσα ελώδη και δυσώδη και κυλιόμαστε περιχαρείς στις λάσπες της, σε μια διαρκή θαλασσοταραχή φλυτζανιού κι αισθανόμαστε ασφαλείς, μέχρι να σπάσει το φλυτζάνι και να χυθούμε έξω.


(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" στις 9 Δεκεμβρίου 2011) 

Wednesday, December 07, 2011

Αθηναϊκό κέντρο

photo: scalidi
 Ορίζοντας στις φυλλωσιές
έξω από το μετρό Ακρόπολη
photo: scalidi
 Όταν κοιτάς από ψηλά...
photo: scalidi
 Πλατάνι στο Μοναστηράκι
photo: scalidi
 Τροχοφόρα έκπληξη
Δειλινό πάνω από την πόλη και μέσα σ' αυτή

Monday, December 05, 2011

Δρόμοι Ζωής

Μπαζάρ και φέτος.
Μην το χάσουμε...
Δίνει μεγάλη χαρά.
Αξίζει την επίσκεψη.
Και είναι και ωραία βόλτα.

Friday, December 02, 2011

Άνεργοι πολιορκημένοι


Από το Σεπτέμβριο του 1914 μέχρι σήμερα, κύλησε πολύ νερό στ' αυλάκι. Τότε, μαζεύτηκαν μια χούφτα δημοσιογράφοι και για να θάψουν το φτωχό συνάδελφο που δεν είχε λεφτά ούτε για την ταφή του, έκαναν έρανο. Αμέσως μετά, υπέγραψαν οι ίδιοι ένα πρωτόκολλο που αποτέλεσε τη βάση ιδρύσεως της μετέπειτα ΕΣΗΕΑ. Αυτή την ταπεινή κι ανθρώπινη ιστορία, φοβάμαι ότι τη δεκαετία που πέρασε, την είχαμε ξεχάσει. Τώρα έχουμε πολλούς λόγους να την θυμηθούμε. Για την ακρίβεια, δεν θα έπρεπε να την ξεχνάμε ποτέ και να είναι ο κεντρικός καμβάς της σκέψης όλων των ανθρώπων που αποφασίζουν να γράφουν δημοσίως και να βιοπορίζονται απ' αυτό. Στα τέλη της δεκαετίας του '90 και στις αρχές του '00, καλλιεργήθηκε στη συνείδηση του κόσμου -όχι αδίκως, μέχρι ενός σημείου- η εντύπωση ότι οι δημοσιογράφοι είναι πλούσιοι, ευνοημένοι, δεν έχουν απολύτως καμία ανάγκη. Πίστεψαν όλοι ότι η δημοσιογραφία είναι μια λαμπερή παρουσία στην τηλεόραση. Το ξαφνικό και υπέρογκο άνοιγμα του επαγγέλματος -εγώ είμαι ένας από τους ανθρώπους που μπήκαν τότε στη δημοσιογραφία, επισήμως με μισθολόγιο το 2000- σήμαινε τελικά ότι δέκα χρόνια μετά, που κόσμος θα άλλαζε και θα μετατοπίζονταν στην ηλεκτρονική και ψηφιακή πραγματικότητα, εκατοντάδες και χιλιάδες άνθρωποι του Τύπου θα βρίσκονταν χωρίς δουλειά. Άνθρωποι με πείρα. Απολύτως εξειδικευμένοι εργαζόμενοι. Αλλά χωρίς εργασία. Πολλοί απ' αυτούς σοβαροί και αθόρυβοι γραφιάδες. Άλλοι, καλλιτέχνες της εκτύπωσης για να μιλήσουμε και για τους τεχνικούς, άνθρωποι που ξέρουν να μιλούν με γραμματοσειρές και περιθώρια.
Την προηγούμενη δεκαετία, ο κόσμος στην Ελλάδα εν πολλοίς έμαθε να λύνει τα προβλήματά του τα καθημερινά με τη διαμεσολάβηση των δημοσιογράφων των ηλεκτρονικών μέσων ή τουλάχιστον το επιθύμησε, δεν κατάλαβε ποτέ όμως ότι οι δημοσιογράφοι όταν πρόκειται για τον εαυτό τους, είναι το ίδιο ανυπεράσπιστοι με τον καθένα. Όταν πρόκειται για τη δική τους ανεργία, πώς να αμυνθούν; Τι να αντιτάξουν; Ποιος θα μιλήσει για κείνους, όταν οι ίδιοι πια βρίσκονται μακριά, δεν αποτελούν δίαυλο επικοινωνίας; Όταν πρέπει να παλέψουν με την ίδια τους την αξιοπρέπεια για να αρθρώσουν απλώς την παραδοχή ότι είναι άνεργοι. Το διαδίκτυο είναι μια κάποια λύση ως προς την έκφραση αυτών των ανθρώπων, γιατί το να είσαι δημοσιογράφος είναι μια κατάσταση, ένας τρόπος ζωής που δύσκολα αποχωρίζεται κάποιος. Αλλά με το βιοπορισμό τι γίνεται; Οι περισσότεροι, μετά από εξευτελιστικές αναμετρήσεις με θλιβερούς, -τάχα μου- εργοδότες, που λυμαίνονται αυτή την εποχή τον Τύπο, μέσα από μηδαμινής αξιοπιστίας ιντερνετικά μέσα, μένουν στο περιθώριο ή και αναγκάζονται να αλλάξουν πεδίο εργασίας. Άνεργοι. Πολιορκημένοι εκ των έσω.

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" στις 2 Δεκεμβρίου 2011)

Saturday, November 26, 2011

«…μοίρα του συγγραφέα είναι η σιωπή…» - Γιώργος Χειμωνάς

photo: scalidi
Τουλάχιστον, είμαστε βέβαιοι για την ημέρα γέννησής του, το έτος παραμένει αμφιλεγόμενο. Μια άνοιξη, πάντως, του Μεσοπολέμου στην Καβάλα, ήρθε στον κόσμο ένας άνθρωπος που φλέρταρε με τη ρίζα της λογοτεχνίας, τον υπόγειο ανθό της, με τη γοητεία της να υποσκάπτει φανερές παραδοχές και κατεστημένες αντιλήψεις.
Ο Γιώργος Χειμωνάς, με τις λέξεις του, κύλησε σαν νερό βαθιά στο κέντρο της λογοτεχνίας, ποτίζοντας και τρέφοντάς τη, κι ύστερα σκόρπισε σαν κοσμική σκόνη γύρω από την ουσία της Τέχνης, στεφανώνοντάς την με την αχλύ μιας ιδιαίτερης αρχετυπικής ομορφιάς. Η ανάλυσή του για την Τέχνη είναι εξίσου σπουδαία με τη λογοτεχνία του. «…Μια καλή λογοτεχνία, και να της κόψεις τη γλώσσα ή να την ακρωτηριάσεις, θα παραγάγει οπωσδήποτε έργο. Αν χρειαστεί, και με σήματα Μορς…».
Μια καινούρια οπτική στα πράγματα που τα διαπερνά ως ακτίνα του μέλλοντός τους, του παρόντος και τους παρελθόντος. Ένα αρχέγονο αίσθημα αχρονικότητας κατόρθωσε να διασώσει στο έργο του.
Οι ήρωές του έχουν χαρακτηριστικά τόσο βαθιά και υπερκόσμια και ατόφια που θυμίζουν έναν ακίνητο βράχο που τον τρώει για χιλιετίες το κύμα. Ένα σύμπαν φτιαγμένο εξολοκλήρου από το υλικό του ανθρώπου. «…Η Τέχνη είναι για να παίρνει στα χέρια της το ανεκπλήρωτο όραμα του ανθρώπου, μια φυσική ίσως αθλιότητα, δεν είναι απλά κοινωνική ή περιπτωσιακή. Είναι και αυτά, αλλά μαζί είναι και κάτι άλλο πιο οριστικά αδικημένο. Η Τέχνη είναι για να παίρνει στα χέρια της αυτή την απέραντη στέρηση του ανθρώπου, να τη δουλεύει και να την επιστρέφει πάλι στους ανθρώπους. Αλλά αυτή τη φορά να την παραδίδει μέσα σε μια λαμπερή φαντασμαγορία, τεντωμένη από ένα δίκαιο όσο και συγκινητικό μεγαλείο, μέσα σε μια απέραντη ευφορία…»

(Τα αποσπάσματα είναι από τον τόμο «Γιώργος Χειμωνάς-Πεζογραφήματα», με εισαγωγή, επιμέλεια και χρονολόγιο του Ευριπίδη Γαραντούδη, εκδόσεις Καστανιώτη, δεύτερη έκδοση συμπληρωμένη, έτος 1ης έκδοσης 2005)

Δημοσιεύτηκε στις  6 Σεπτεμβρίου 2010 στο ιστολόγιο του ΕΚΕΒΙ

“Ένας ελεύθερος καλλιτέχνης κι αυτό είναι όλο” - Άντον Τσέχωφ

photo: scalidi
Αυτό ήθελε να είναι. Και ήταν. Ο χρόνος του το αναγνώρισε, μετά θάνατον σε όλον τον κόσμο, αλλά τον κέρδισε επάξια τον τίτλο που με τόση εμμονή επεδίωξε: “ελεύθερος καλλιτέχνης”. Με χιούμορ και τραγωδία. Την τραγωδία της καθημερινότητας, της μικρής ανούσιας και αφανούς ζωής. Απ' αυτό ταλανίζονται οι ήρωές του. Α, κι από έρωτες, κάποτε ανεκπλήρωτους. Αυτά τρώγανε τον ντροπαλό γιατρό που τελικά τον έφαγε η φυματίωση.
Φίνα διηγήματα, κομψές μικρές ιστορίες κι αξεπέραστα θεατρικά, ο απολογισμός. Γιατρέ, πώς με βλέπετε;
Πήγε σχολείο, παιδί όταν ήταν, με ελληνάκια, γι' αυτό έγραφε στο “Θείο Βάνια” για μας σαν να 'ναι τώρα.
Τον 20ο αιώνα, ο Τενεσί Ουίλλιαμς θα είναι ο μεγάλος του θαυμαστής, απ' αυτόν θα εμπνευστεί και θα επηρεαστεί περισσότερο. Με τις μισές του φράσεις, τις παύσεις, τους τονισμούς ενός καθημερινού καθ' όλα διαλόγου, ξεκλείδωνε το σύμπαν ο γιατρός κι έρεε η νοσταλγία και το ανικανοποίητο για την ίδια τη ζωή. Έσφαζε με βαμβάκι κι αντισηπτικό την εποχή του, φάσκιωνε με επιδέσμους και τρυφερά επιθέματα εκείνους τους πληγωμένους από τον ίδιο τους τον εαυτό. “...Ξέρεις τι θα πει ταλέντο; Θάρρος, ελεύθερη σκέψη, ευρύτητα πνεύματος... Φυτεύει ένα δεντράκι κι αμέσως τον απασχολεί τι θα προκύψει απ' αυτό ύστερα από χίλια χρόνια, οραματίζεται την ευτυχία της ανθρωπότητας...”.*

*“Θείος Βάνιας”, Θεατρικά έργα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2007, μετάφραση Βασίλης Ντινόπουλος

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 2010 στο ιστολόγιο του ΕΚΕΒΙ)

Friday, November 25, 2011

Τόπος δηλητήριο

photo: scalidi
Συλλαμβάνουν κάθε μέρα κι από έναν επιχειρηματία. Για χρέη εκατομμυρίων ευρώ προς το Δημόσιο. Πόσο είναι το έλλειμμα; Ποιος θα το πληρώνει κάθε μέρα; Εκείνος που δεν χρωστάει ούτε ευρώ στη ζωή του. Και του κόβουν τα πάντα, τον φορολογούν ανελέητα. Εκείνος που δουλεύει. Εκείνος που παλεύει για την αξιοπρέπειά του. Μπορεί να είναι και υπάλληλος των παραπάνω “επιχειρηματιών”. Χρωστώντας εκατομμύρια στο κράτος όλοι μπορούμε να γίνουμε μεγαλο-επιχειρηματίες.
Αυτοί, λοιπόν, άντε να πληγωθεί ελαφρώς το ήδη διαλυμένο τους γόητρο στους κύκλους των κοσμικών, βγαίνουν έξω κι από τη φυλακή -ούτε προσχηματικά δηλαδή δεν τιμωρούνται, όχι ότι εξυπηρετεί τίποτα πια το πρόσχημα, λεφτά θέλει το κράτος, όχι φυλακισμένους- και συνεχίζουν χρωστώντας εκατομμύρια να ζουν τη ζωή τους. Την ώρα που εκατομμύρια άνθρωποι εκεί έξω έχουν χάσει τη μισή δική τους, παρακολουθώντας να τους παίρνει πίσω αυτό το κράτος τις οικονομίες χρόνων, τις προσπάθειές τους, τη δουλειά τους την ίδια. Μιλάω κάθε μέρα με ανθρώπους χωρίς δουλειά. Ικανούς ανθρώπους, δυναμικούς, έξυπνους. Ανθρώπους που μπορούν να προσφέρουν στον εαυτό τους και στους άλλους. Αλλά δεν έχουν τρόπο. Δεν ξέρουν πού να κατευθύνουν τις δυνάμεις τους. Όταν δουλεύεις για δέκα και είκοσι χρόνια σε έναν τομέα κι αυτός ύστερα σε πετάει απέξω, κλείνει τις προοπτικές σου, πώς να αντιδράσεις; Όταν έχεις μάθει, ας πούμε, να είσαι είκοσι χρόνια δημοσιογράφος τι γίνεσαι μετά; Δύσκολα πράγματα.
Από την άλλη, βλέπω τη ρημαγμένη ύπαιθρο του Μοριά. Ρημαγμένη από τους συνεταιρισμούς, από τις κακές αγροτικές πολιτικές, από τη νοοτροπία να φύγουν όλα τα παιδιά της να γίνουν χαρτογιακάδες, γιατί η γη δεν έχει ψωμί. Και πράγματι, δεν έχει, ιδίως όταν στέκει τσακισμένη από τους τόνους φυτοφαρμάκων που προμήθευσαν ανεξέλεγκτα βιομηχανίες δια των αντιπροσώπων τους, των γεωπόνων, σε χιλιάδες αγρότες που δεν αντιλαμβάνονταν το κακό που ερχόταν. Δηλητηριασμένη γη. Και τώρα της ζητάς να αποδώσει. Τώρα σκέφτεσαι, μήπως η λύση είναι η γη. Μήπως πρέπει να σηκώσεις τα μανίκια και από την ευκολία του γραφείου να βγεις έξω στον ήλιο και στ' αγιάζι και να παλέψεις και πάλι για τη ζωή σου, σκάβοντας το χώμα, φυτεύοντας την ελπίδα. Αν μη τι άλλο, τούτη την ώρα η γη επιφυλάσσει αισιοδοξία, δεν σταματάει ο κύκλος της ζωής εντός της. Κι αυτό είναι μεγάλο πράγμα. Μεγάλο ψυχικό αποκούμπι να βλέπεις τα λαχανικά να φυτρώνουν, τα δέντρα να καρπίζουν, τα λουλούδια να ανθίζουν, ανεξαρτήτως οικονομικών και πολιτικών συνθηκών.

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" στις 25 Νοεμβρίου 2011)

Wednesday, November 23, 2011

Ο θεός, κι ο άνθρωπος, στα μάτια του - Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι

photo: scalidi
“…Όποιος μπορεί να ξεγελάει τον εαυτό του περισσότερο, αυτός περνάει καλύτερα τον καιρό του…”*. Τα λόγια ενός μεγάλου τζογαδόρου που η αδρεναλίνη τον σπρώχνει να μπλοφάρει. Τζόγος η ζωή, Φιοντόρ, μεγάλος τζόγος, όλο να ταρακουνάς τα ζάρια από τα εντόσθια της ψυχής του καθένα που έβγαλες στη φόρα…
Και με το θύμα και με το θύτη. Είχε βρεθεί και στις δύο θέσεις για τα καλά. Την ήξερε την καρέκλα και των μεν και των δε. Καταδίκη σε θάνατο και τελικά καταναγκαστικά έργα στη Σιβηρία για πολιτικούς λόγους κι ένας φημολογούμενος βιασμός ενός νεαρού κοριτσιού, όπως συμπεραίνουν εκ των υστέρων οι μελετητές από τα ίδια του τα κείμενα. Γράφεις ό,τι είσαι; Και είσαι ό,τι γράφεις;
Μόνο η ψυχή του Ρασκόλνικοφ το ξέρει: ο θεός κι ο άνθρωπος στα μάτια του. Αυτούς τους δυο -ή τελικά και έναν αδιαίρετο, όποιον διαλέξει απ’ τους δύο κανείς- αναζητούσε σ’ όλη του τη ζωή και τη γραφή, από τους “Αδερφούς Καραμαζώφ”, μέχρι τους “Δαιμονισμένους” του. Αυτούς είχε βάλει μπροστά στα μάτια του και συνέχιζε τις εξορύξεις πνεύματος με μανία. Όλο έριχνε τα ζάρια, μπας και του φανερωνόταν η αλήθεια. Και ήταν μπροστά στα μάτια του η άτιμη κι έσταζε ζεστό αίμα.
Ανήγαγε τα ματωμένα χέρια σε δρόμο για να συναντήσει τον άνθρωπο και το θεό, εκεί που θα τον καταλάβαιναν μόνο και θα τον κάνανε παρέα η Αντιγόνη, ο Αίαντας, η Μήδεια, η Ιφιγένεια, ο Ορέστης, ο Οιδίποδας.

*“Έγκλημα και τιμωρία”, εκδόσεις γράμματα, 1982, μετάφραση Σωτήρης Πατατζής

(Δημοσιεύτηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 2010 στο ιστολόγιο του ΕΚΕΒΙ)

Tuesday, November 22, 2011

Η αμείλικτη λάμψη της ήττας - Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ

photo: scalidi
Η χολιγουντιανή ασημόσκονη που τόσο τον βασάνισε, έχει πασπαλίσει τις σελίδες του. Για πάντα. Αν κι έγραφε στην κόψη του διαμαντιού. Με τους ήρωές του έτοιμους να κατρακυλήσουν στην επιθυμία τους, ζαλισμένοι από την τρυφερή νύχτα, τα βραδινά απαστράπτοντα φώτα, την παρασιτική κοινωνικότητα, τα μισογεμάτα ποτήρια, τον επικό θρήνο του σαξόφωνου, τις ξεχειλισμένες τσέπες που θα άδειαζαν.
Η ήττα είναι εξαρχής κερδισμένη στο Φιτζέραλντ, ίσως γιατί τη φοβήθηκε πολύ και τελικά την κατέκτησε, βοηθούσης και της Ιστορίας, με την ύφεση του ’29 που χάνει την πρωτοκαθεδρία της από τη δική μας σιγά σιγά.
Η Ζέλντα κι εκείνος φτάνουν να γίνουν οι ίδιοι τους οι ήρωες σ’ αυτό το μυθιστόρημα της ζωής τους που τα είχε όλα: αίγλη, δόξα, απελπισία κυρίως, πτώση, τραγωδία και φυσικά βασανιστική αναζήτηση να πληρώσουν αυτό το απέραντο κενό, να το γεμίσουν.
Μα, ο ορίζοντας αυτού του κοσμοπολίτη σύγχρονου ανθρώπου που διαβαίνει χορεύοντας εμπρός, δεν καταλήγει πουθενά. Sky is the limit. Ο τωρινός homo americanus. Ούτε μια στάση για ξεκούραση, η ζωή είναι μπροστά και την ακολουθούμε μ’ ένα γρήγορο σπορ αμαξάκι -εκεί στη στροφή του Υπερόχου Γκάτσμπυ (και μια ανόσια παράφραση, guts be)- αλλά δεν τη προφταίνουμε ποτέ. Αλήθεια είναι η ζωή εκεί;

(Δημοσιεύτηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 2010 στο ιστολόγιο του ΕΚΕΒΙ)

Monday, November 21, 2011

Η φωτιά χωρίς καπνό του αίματος - Έρνεστ Χέμινγουέι

photo: scalidi
Σ’ ενα μικρό δωμάτιο, κάπου στον κόσμο, να χτυπάει τα πλήκτρα του, της γραφομηχανής τότε, όπου ηχούσε η βουή κι η αντάρα του πολέμου. Βουτηγμένος στη φωτιά του κυνηγιού, του ψαρέματος, των ταυρομαχιών. Να μυρίζει το χυμένο, το καμένο αίμα. Να στραφταλίζει στον πρώτο ήλιο της μέρας το κόκαλο του κήτους που έφτασε στην ακτή πια φαγωμένο. Έτσι δεν έφτασε κι αυτός στο τέλος του; Ρουφηγμένος από τον εαυτόν του, τη δημοσιογραφία, τη λογοτεχνία, τη μαρτυρία και το μαρτύριο του να πει τα πράγματα. Κι όταν δεν είχε άλλο να πει, μπαμ. Κουφάρι στην ακτή.
Bυθίζεσαι στις σελίδες του, γιατί ενώ γράφει τα απολύτως απαραίτητα, χωρίς πολλά πολλά, σε τραβάει μέσα στην ουσία των πραγμάτων, στο μεδούλι του, στο βάρος της ψυχής των ανθρώπων. Το αντίθετο με τον Όσκαρ Ουάιλντ που σε ξεψάχνιζε με αναλύσεις για να σ’ αφήσει στο τέλος αλαφρό και όμορφο, ο Χέμινγουέι ελαφρά και ήσυχα και όμορφα κι ανεπαίσθητα, διόλου ειρηνικά, σε πήγαινε στην πηγή του κακού, να ατενίσεις το βάραθρο της αβύσσου μόνος σου. Καθαρά πράγματα. Επαγγελματική δουλειά. Εκτέλεση χωρίς ίχνη. Η φωτιά να σε κατακάψει, αλλά καπνό δεν θα δεις πουθενά. Δεν το καταδεχόταν. Μην το καταδεχτείς κι εσύ. Κάτι σαν αποχαιρετισμός στα όπλα.
“…”Φάτε το, Γκαλάνος. Κι ονειρευτείτε πως έχετε σκοτώσει έναν άνθρωπο”. Ήξερε πως είχε νικηθεί τελικά. Ξαναγύρισε στην πρύμνη, βρήκε τη σπασμένη λαγουδέρα και την έβαλε στο τιμόνι. Ταίριαξε αρκετά καλά για να μπορεί να κυβερνήσει. Έσιαξε το τσουβάλι γύρω στους ώμους του κι έφερε τη βάρκα στην κανονική της πορεία. Αρμένιζε ήσυχα τώρα, χωρίς σκέψεις και χωρίς συναισθήματα…”.*

*Έρνεστ Χέμινγουέι, “Ο γέρος και η θάλασσα”, εκδόσεις Καστανιώτη, 1996, απόδοση Φώντας Κονδύλης


(Δημοσιεύτηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 2010 στο ιστολόγιο του ΕΚΕΒΙ)

Saturday, November 19, 2011

Ιούλιος Καίσαρ

"Πέμπτη 13 Ιουλίου 2006

Βρήκα τα γράμματα που σ' έμαθα εγώ.
Δεν πέθαναν.
Τα ίχνη σου έχουνε χαθεί.
Δεν τ' άφησες ούτε πάνω στο χαρτί.
Με προσοχή.
Μονόλογος.
Διαρκείας.
Σκισμένο εισιτήριο.
Ένα κρεμασμένο ευχαριστώ πάνω στις λέξεις.
Σκοινιά οι λέξεις
και σ' άπλωσα να στεγνώσεις
από τα δάκρυά σου
φοβισμένο παιδί και μόνο.
Κι εγώ έπαιζα τον ήλιο
για την μπουγάδα.
Με ένα φτυάρι φως.
Μέχρι που ξέβαψες
και ξεράθηκες
κι έλιωσες
πάνω στις λέξεις.
Οι έξεις σου
παραμάνα που σου κρατάει την καρδιά.
Εγώ την κάρφωσα.
Και ξέρω.
Εσύ μόνο έτρωγες το ύφασμα
στις χειμωνιάτικες μέρες που σου ξημέρωσε
κι εγώ το μπάλωνα για χρόνια
μέχρι που το 'χασα απ' τα μάτια
κι εσύ το ύφαινες δικό σου χάδι
κι έλιωσε.
Ιούλιο.
Καίσαρα.
Μηνός αγνώστου.
Ημέρας τυχαίας.
Βδομάδας λαθραίας.
Καιρού ασώτου.
Έως ότου."

Friday, November 18, 2011

Χόρτα χωρίς λάδι

photo: scalidi
Είναι καιρός τώρα που όσο κυκλοφορεί κανείς έξω τόσο πιο πολλά συμβάντα συναντά. Δυσάρεστα. Όχι αυτά τα τυχαία, τα συμπτωματικά. Τα άλλα που γίνονται υφέρποντα καθεστώτα, ενδεικτικά μιας κοινωνικής πραγματικότητας. Αυτά που σου φέρνουν δάκρυα στα μάτια, όχι γιατί είναι μελό, αλλά γιατί υπάρχουν. Από τη μία οι άνθρωποι αυτοί να πορεύονται στην κοινωνία και από την άλλη μια άλλη κοινωνία, αυτή των social media, να φεύγει χωρίς τους προηγούμενους, γιατί δεν έχουν προφίλ στο fb, στο twitter, στο linked in· γιατί δεν έχουν ιστολόγιο, αλλά μπορούν να γίνουν μόνο θέμα σε φιλεύσπλαχνα ή κυνικά μπλογκ, εν είδει αντικειμένου. Περνάμε σε έναν κόσμο υποκειμένων και αντικειμένων. Ποιος είναι ποιος; Διαγκωνίζονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για το ποιος θα πει το πιο έξυπνο. Δεν βλέπω να σπρώχνεται κανείς για να πει ή ακόμα χειρότερα να κάνει το πιο ανθρώπινο. Διαβάζω θεωρίες, ερμηνείες του κόσμου, τσιτάτα, αλλά δεν διαβάζω μια ανθρώπινη κουβέντα. Όλα αντικειμενοποιούνται και αντικειμενικοποιούνται -τι ειρωνεία-σε μια σαρωτική υποκειμενικότητα.
Πού να χωρέσει, λοιπόν, η γιαγιά που ζητιανεύει κοντά στο μετρό του Ευαγγελισμού; Την πλησιάζει μια κοπελίτσα, της δίνει ένα ευρώ και το μήλο που κρύβει στην τσάντα της. Της λέει η ηλικιωμένη ότι τρεις μέρες τρώει χόρτα χωρίς λάδι. Πού να βρει το λάδι; Μετανιώνει η κοπέλα για το μόνο ένα ευρώ που έδωσε. Πιο πέρα πουλάνε κλεμμένα καλλυντικά γνωστής φίρμας. Στο δρόμο. Πιεστικά. Μόλις τους λες πού τα βρήκαν και τι κομπίνες κάνουν, θα τους πιάσει καμιά αστυνομία, κάνουν πίσω λουφάζουν. Μέσα στο σούπερ μάρκετ, μια γυναίκα μεσήλικη, καλοντυμένη στέκεται και κλαίει, κάτω από το άγρυπνο βλέμμα υπαλλήλου του μαγαζιού. Περιμένουν μαζί την αστυνομία για να τη συλλάβει. Έχει κλέψει. Μα, κυρίως έχει χάσει την αξιοπρέπειά της, μπροστά στα μάτια όλων, το σεβασμό της. Και κλαίει. Όχι, για να τη λυπηθούν, μα γιατί λυπάται τον ίδιο της τον εαυτό. «Καληνύχτα, Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δεν θ' αλλάξει ποτέ».
Έχουν ανοίξει, λοιπόν, ανάμεσα στους ανθρώπους κάτι χάσματα ολόκληροι τάφοι που θάβεται εκεί μέσα ο ηττημένος μας εαυτός. Ενταφιάζεται η ανθρωπιά μας, το συναίσθημά μας, η ορθή λογική μας. Δεν ξέρεις πού πατάς και πού βρίσκεσαι. Δεν ξέρεις αν το θύμα και ο θύτης απέχουν πολύ μεταξύ τους. Δεν ξέρεις αν το δίκαιο και το άδικο είναι πια τόσο ξεκάθαρα. Ξέρεις όμως ότι η γιαγιά σου τρώει χόρτα χωρίς λάδι, όσο εσύ ταξιδεύεις στις κυβερνογειτονιές, ακυβέρνητος σαν πολιτεία.

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" στις 18 Νοεμβρίου 2011)

Thursday, November 17, 2011

Ο πρίγκιπας των μπλουζ του νότου μέσα μας - Τενεσί Ουίλλιαμς

photo: scalidi
Κανείς πριν από κείνον δεν είχε σκιαγραφήσει τις γυναίκες με περισσότερο θάρρος, αλήθεια, κατανόηση και εκ βαθέων συμπάθεια: εύθραυστες και δυνατές, ελκυστικές και μοιραίες, τέλος πάντων όπως οι ίδιες έχουν το δικαίωμα να νιώθουν. Και βρέθηκε αυτός ο φτωχός πιτσιρικάς να το κάνει, που του κόλλησαν κοροϊδευτικά στο σχολείο το παρατσούκλι “Tennessee” κι έγινε το όνομά του για πάντα.
Αυτός ο μικρός πρίγκιπας που το δικό του αγαπημένο τριαντάφυλλο, η αδερφή του, η Rose, έστεκε κομμένο -με λοβοτομή η ίδια, πέρασε τη ζωή της έγκλειστη στα ψυχιατρεία. Κι εκείνος να φεύγει για το φεγγάρι, διαβάζοντας τα βιβλία του κι ύστερα γράφοντας τα δικά του. Για να πει για τις ταραγμένες ψυχές, για τον πόνο και τον πόθο που τον βασάνιζαν, ζωντάνεψε στο θέατρο Μάγκυ και Κοβάλσκι και Μπλανς Ντυμπουά, φτιάχνοντας τους πιο ξεχωριστούς χαρακτήρες. “...Οι διαφορετικοί άνθρωποι δεν είναι σαν τους άλλους, αλλά και δεν πρέπει να ντρέπονται γι' αυτή τη μοναδικότητά τους...”, λέει ο Τζιμ στο “Γυάλινο κόσμο”*.
Αυτός λοιπόν που έπνιγε τη μοναδικότητά του στο αλκοόλ, τις αμφεταμίνες και τα βαρβιτουρικά, έδωσε όλες τις αποχρώσεις των blues μέσα μας, του νότου της ψυχής μας, αυτής της ζεστής γωνιάς στην καρδιάς μας.
Στο πικάπ παίζει ένα δισκάκι της Billie Holiday που τη λάτρευε εκείνος. The blues are brewin”.


*“Γυάλινος κόσμος”, εκδόσεις Κέδρος, 2001, μετάφραση Ερρίκος Μπελιές

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 2011 στο ιστολόγιο του ΕΚΕΒΙ)

Tuesday, November 15, 2011

Ο εκ βαθέων επαναστάτης “ma non troppo” της ομορφιάς – Όσκαρ Ουάιλντ

photo: scalidi
Έδεσε προσεκτικά τη σατινένια του γραβάτα μπροστά στον καθρέφτη. Διόρθωσε το φρέσκο λουλούδι της μπουτουνιέρας του στο πέτο, πήρε υπό μάλης την ιδιοφυία του και βγήκε στο 19ο αιώνα να τον σαρώσει. Τους αποστόμωσε όλους. Τους προκάλεσε μέχρι τέλους. Έγινε ο ίδιος το έργο που φιλοτεχνούσε σε όλη του τη ζωή. Κοίταζε πού και πού το πορτρέτο του ήρωά του, Ντόριαν, και ίσιωνε τα δαχτυλίδια στα χέρια του σαν αναγνωριστικό στοιχείο.Σίφουνας τα ευφυολογήματά του κλόνιζαν τις βέβαιες παραδοχές. Ένας επαναστάτης “ma non troppo”. “…Το έσχατο μυστήριο είναι ο ίδιος σου ο εαυτός. Ακόμα και να καταφέρεις να ζυγίσεις τον ήλιο σε ζυγαριά, να μετρήσεις τα βήματα της σελήνης, και να χαρτογραφήσεις τους επτά ουρανούς αστέρι προς αστέρι, πάντα θα σου απομείνει ο εαυτός σου. Ποιος μπορεί να υπολογίσει την τροχιά της ίδιας του της ψυχής;…”*
Αναζήτησε την ομορφιά παντού. Ακόμη και στον εγκλεισμό του στη φυλακή. Κι από κει “De profundis” από το κελί του, έστελνε από τα έγκατα της ψυχής του, της ιδιοσυγκρασίας του, το μήνυμα για το νόημα της θλίψης, για την ομορφιά της. Την ίδια ώρα που αναγνώριζε ότι το μόνο που εκτείνεται μπροστά μας, είναι το παρελθόν.
Και με απόλυτη αφοσίωση χρωμάτιζε την ανάγκη της ελαφρότητάς μας, λίγο πιο πέρα από την πνευματικότητα και τον αισθητισμό, κάπου εκεί που κάποτε θα κατοικούσαν οι θεοί. Και στον κήπο του μοναχικού γίγαντα, άνθισαν τα λουλούδια απ’ τις φωνές και τα γέλια των παιδιών.

*Oscar Wilde: De Profundis (Epistola: In Carcere et Vinculis), εκδόσεις Κάκτος 1996, μετάφραση Ανδρέας Ρικάκης

(Δημοσιεύτηκε στις 2 Σεπτεμβρίου 2010 στο ιστολόγιο του ΕΚΕΒΙ)

Πικρό νουάρ - "Ατέλειωτη βροχή"

Πηγή: Αθηνόραμα
Τη δυσδιάκριτη απόσταση μεταξύ του θύτη και του θύματος διανύει ο θεατής, παραμένοντας εκτεθειμένος στην "Ατέλειωτη βροχή", το θεατρικό έργο του Keith Huff που έκανε πρεμιέρα χθες βράδυ στο θεάτρο "Ροές".
Πρόκειται για μια συνεχή ακροβασία ανάμεσα στην προδοσία και την πίστη, τη φιλία και το αντίθετό της, την "καλοσύνη" και το Κακό. Όπως η ίδια η ζωή. Ένα άγριο έργο, δυνατό και καίριο που δουλεύει υπόγεια στο θεατή και μετά την απομάκρυνσή του από την πλατεία του θεάτρου. Ιδίως τότε. "A steady rain", που πέφτει καταιγιστικά και μουσκεύει μέχρι το κόκκαλο τον καθένα που κρατά καλά κρυμμένο στην εσωτερική του τσέπη, αυτή της καρδιάς, το περίστροφο των ενοχών, έτοιμο να το γυρίσει προς όποιον χρειαστεί.
Στην ελληνική του μεταφορά το έργο σκηνοθετήθηκε εξαιρετικά από τον Αντώνη Καφετζόπουλο, ευρηματικά και με ατμοσφαιρικότητα. Η μετάφραση είναι της Αθ. Καραγιαννοπούλου. Τα σκηνικά και τα κοστούμια είναι της Έλλης Παπαγεωργακοπούλου. Οι δύο πρωταγωνιστές, Δημήτρης Αλεξανδρής και Γιάννης Στάνκογλου, με τις ερμηνείες τους σηκώνουν το βάρος του έργου και το περνάνε στο κοινό με ένταση. Ο μεν Αλεξανδρής σωματοποιεί εντελώς, με εξωστρέφεια, το ρόλο του απρόβλεπτου Ντένι και ο Στάνκογλου βασισμένος στη φωνή του και τη λιτή του παρουσία γίνεται ο Τζόι, η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Το πικρό χιούμορ κυριαρχεί και επιτείνει την τραγικότητα. Σημαντική παράσταση, μην την χάσετε. Αξίζει τον κόπο.

Monday, November 14, 2011

Εκόμισε εις την Τέχνη το δράμα του σώματος – K.Π. Καβάφης

Χειρόγραφο από το αρχείο Καβάφη
Βουλιαγμένος στο βελούδινο κάθισμα του θεάτρου στην Αλεξάνδρεια, με το φίλο του Ίωνα Δραγούμη δίπλα, και στη σκηνή τη Μαρίκα Κοτοπούλη. Περιοδεία. Ο δικός του νους ταξίδευε αλλού. Στα σκοτεινά δρομάκια της πόλης που τον ακολουθεί, σε δωμάτια ημιφωτισμένα από τα περίφημα “Κεριά”, κάπου εκεί που ζουν παραγκωνισμένες οι “Επιθυμίες”. Κι η σάρκα έμαθε να ζει μες στα ποιήματα το δικό της δράμα, δράμα δωματίου για κανά δυο κορμιά και μια κέρινη φλόγα. Το πρωί θα φορέσει πάλι το κουστούμι του ο πόθος, θα γίνει καθωσπρέπει και θα πάει στο γραφείο να δουλέψει πάνω από χαρτιά και τη βουή του δρόμου.
Εκόμισε εις την Τέχνη την ανομολόγητη τραγωδία των αισθήσεων, ένα μισό άγγιγμα, ένα θαμπό βλέμμα. Μια ιστορία ειδωμένη από τα μέσα, τα ενδότερα, τα ξεντυμένα, τα παρασκήνια της ζωής, χωρίς τις περιττές επιστρώσεις. Και χλεύασε την εξουσία από μέσα από την Ιστορία. Κι άφησε στην ποίηση ζωντανά περιγράμματα από σκιές, εκείνες των αισθημάτων και των σωμάτων που λαχταρούσε, “διακόπτοντας το έργο των θεών”, για να μείνουμε όλοι λίγο πιο άνθρωποι μετά απ’ αυτόν, για πάντα “Τρώες”.

Τρώες

Είν’ η προσπάθειές μας, των συφοριασμένων•
είν’ η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
Κομμάτι κατορθώνουμε• κομμάτι
παίρνουμ’ επάνω μας• κι αρχίζουμε
νάχουμε θάρρος και καλές ελπίδες.

Μα πάντα κάτι βγαίνει και μας σταματά.
Ο Aχιλλεύς στην τάφρον εμπροστά μας
βγαίνει και με φωνές μεγάλες μάς τρομάζει.—

Είν’ η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
Θαρρούμε πως με απόφασι και τόλμη
θ’ αλλάξουμε της τύχης την καταφορά,
κ’ έξω στεκόμεθα ν’ αγωνισθούμε.

Aλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,
η τόλμη κι η απόφασίς μας χάνονται•
ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει•
κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε
ζητώντας να γλυτώσουμε με την φυγή.

Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω,
στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος.
Των ημερών μας αναμνήσεις κλαιν κ’ αισθήματα.
Πικρά για μας ο Πρίαμος κ’ η Εκάβη κλαίνε.


Από τον επίσημο δικτυακό τόπο του αρχείου Καβάφη, http://www.kavafis.gr/ . Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984

(Δημοσιεύτηκε την 1η Σεπτεμβρίου 2010 στο ιστολόγιο του ΕΚΕΒΙ)

Saturday, November 12, 2011

Ο μαέστρος της κινούμενης άμμου-Λόρενς Ντάρελ

Η τρύπα που αφήνει το “Αλεξανδρινό Κουαρτέτο” στη βιβλιοθήκη, όταν το βγάλεις από τη θέση του, είναι το ίδιο κενό που θα 'χε το μυθιστόρημα χωρίς αυτόν τον ευφυή ενσαρκωτή του. Θα γελά άμα διαβάζει από κάπου αλλού.
Το χειμώνα που πέρασε, με φώναξε στην Αλεξάνδρειά του, λίγο μετά τον Κ.Π. Καβάφη εποχή, και με παγίδευσε στη γοητεία της γραφής του. Πήρε τους ήρωές του και τους ξεζούμισε στην κυριολεξία, δεν τους λυπήθηκε καθόλου, ψυχή τε και σώματι. Ο στόχος του, που επετεύχθη απολύτως, ήταν να διατρανώσει την ανθρώπινη ύπαρξη, τις πεπερασμένες της διαστάσεις, μέσα από τη σάρκα και το πνεύμα. Μέσα από την πόλη και την έρημο, μέσα από την αλήθεια και το διαρκές ψέμα της. Να πει τον πόνο: από δω μέχρι εκεί φτάνει ο άνθρωπος και το ξέρει, τι μάταιο, κι απλώνει το πόδι του πέρα από τη δρασκελιά του, γι' αυτό είναι άνθρωπος.
Και μόλις ερμήνευε του ανθρώπου τ' ανεξήγητα, έστηνε νέα πλεκτάνη εις βάρος του, με την αγάπη, τον έρωτα, την εξουσία, τον πόλεμο, την ισχύ, την προδοσία, μα κυρίως με την εγκατάλειψη. Μαέστρος της μυθιστορηματικής γραφής, της κινούμενης δηλαδή άμμου, επιχείρησε να χαρτογραφήσει τη γεωστρατηγική της ψυχής, με το τηλέφωνο να χτυπά βουβά σ' ένα διπλωματικό γραφείο, το σούρουπο να πέφτει, κι ένας άντρας σκυμμένος πάνω σ' ένα διάφανο ποτήρι αλκοόλ, μια σπάταλη λευκή κόλλα χαρτί, μελάνι που δεν έχει χυθεί ακόμα και ατέλειωτες άγραφες ζωές με λέξεις ανείπωτες. Η μοναξιά τ' ανθρώπου μοιάζει λίγο μ' εκείνη του γραφιά, εγκαταλελειμμένου από τις λέξεις του, όταν το τηλέφωνο δεν χτυπάει.

(Δημοσιεύτηκε στις 31 Αυγούστου 2010 στο ιστολόγιο του ΕΚΕΒΙ

photo: scalidi

Friday, November 11, 2011

Στο σύθαμπο της βλακείας

Το άσχημο αστείο είναι ότι η πολιτική σκηνή της χώρας έχει στηθεί από ένα κάστινγκ ανθρώπων που στην πραγματική ζωή δεν θα τους εμπιστευόμασταν για τίποτα, πολύ περισσότερο για να μας κυβερνήσουν. Με τις φωτεινές εξαιρέσεις ίσως, που αυτή τη στιγμή κρύβονται από το σύθαμπο της βλακείας. Ωστόσο, εμείς το κάναμε το κάστινγκ, συχνά απέχοντας από την ευθύνη να παίξουμε κι εμείς στο έργο, να πρωταγωνιστήσουμε, ως πολίτες με όλη τη σημασία της λέξης. Το άσχημο αστείο είναι ότι η δική τους κρίση, μια κρίση που ξεκίνησε άνωθεν τάχα μου, διαδικαστικά, προσχηματικά, και απλώνεται προς τα κάτω, ξεμπροστιάζει και την τρεμάμενη δημοσιογραφία μπροστά στο θάνατό της όπως την ξέραμε και στη μετάβασή της σε μια εποχή ηλεκτρονική, αλλιώτικη.
Το άσχημο αστείο είναι ότι όλοι εμείς οι σκηνοθέτες και παραγωγοί αυτής της δημοκρατίας τώρα αναπνέουμε μέσα στην ανασφάλεια και υποκινούμαστε από το φόβο. Τον εχθρό μας τον είδαμε στον καθρέφτη. Δεν είναι άλλος από τον κακό μας εαυτό. Τις ανόητες επιλογές. Την επικίνδυνη ακροβασία με την ανοχή στο τίποτα, στο ανούσιο, στην καταστροφική επιφάνεια χωρίς περιεχόμενο. Σε όλους τους τομείς. Το άσχημο αστείο είναι ότι φτιάξαμε και τους ηγέτες μας από το ίδιο υλικό. Ακούω τους λόγους του Γιώργου Παπανδρέου -και όλων- αυτή τη διετία και ιδίως αυτές τις δύο τελευταίες εβδομάδες και σκέφτομαι ποιος τους γράφει. Χωρίς κανένα αντίκρισμα οι λέξεις του. Κενό. Απόλυτο. (Τι εξυπηρετεί αυτό το κενό; Αν όχι, χώρο για να γεννηθεί το καινούριο;).
Το άσχημο αστείο που παίξαμε στον εαυτό μας, είναι ότι απογυμνώσαμε τις λέξεις από κάθε νόημα. Άδεια όστρακα. Μείναμε σε κενά σχήματα. Και κάπως πρέπει να τα γεμίσουμε τώρα, όπως όπως, γιατί θα γκρεμιστούμε ανάμεσα στα τεράστια χάσματα των κενών γραμμάτων, των κενών χαρακτήρων, των ανύπαρκτων σημείων στίξης. Χάσαμε το νόημα. «...Ένας καινούργιος δρόμος ας βρεθεί έστω και τώρα... Να οδηγεί κάπου να ξέρουμε πως κάπου θα φτάσουμε /Ας μην ξέρουμε πού...» (Τα ποιήματα, Εκδόσεις Παπαζήση), έγραφε ο Αλέκος Παναγούλης με το αίμα του μέσα στη φυλακή, την απομόνωση, 40 χρόνια πριν, σε ξεφτισμένα χαρτάκια, σε ματωμένους επιδέσμους. Αλλά δεν εκτιμήσαμε καμία θυσία, τα πήραμε όλα δεδομένα, θεωρήσαμε άλλοτε δικαίωμα και άλλοτε υποχρέωση το πέρασμα στη βλακεία, γιατί ήταν εύκολο, απλό. Επιλογή, βεβαίως. Εκείνος ο άνθρωπος έλεγε τότε και μαρτυρούσε με σωματικό πόνο ότι ήθελε να νικήσει, αφού δεν μπορούσε να νικηθεί. Κι εμείς νικηθήκαμε απλώς παραδομένοι. «...Γεννήθηκε όμως/ ένα καινούργιο είδος σκλάβων/ Σκλάβοι αμειβόμενοι/ Σκλάβοι χορτάτοι/ Σκλάβοι που γελούν/ Σκλάβοι που θέλουν/ Σκλάβοι να μένουν/ Αυτή είναι η πρόοδος!» (1972, Αλέκος Παναγούλης). Ένα αριστερό κλικ στην καρδιά μας κι ένα δεξί κλικ στο μυαλό μας είναι η επιθυμία και η απόφαση να νικήσουμε τη βλακεία, τον κακό μας εαυτό, να γίνουμε πολίτες και πολιτικά όντα, υπεύθυνοι και άξιοι της μοίρας μας.

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" στις 11/11/2011)

Thursday, November 10, 2011

Ο διαμεσολαβητής του καιρού -Γιώργος Σεφέρης

photo: scalidi
Χρόνια και χρόνια πατούσαμε την ακτή, καραβοτσακισμένοι, αλλά ήρθε αυτός για να μας δείξει την άμμο απ' την αρχή, να μας ξαναπεί τη θάλασσα, να δώσει νόημα στα κουφάρια της, στα δικά μας λείψανα και στ' αποκεφαλισμένα μας αγάλματα. Μας πήγε πίσω, στον Όμηρο και τον Οδυσσέα, για να μυρίσουμε τον καιρό μας. Αυτός μας τον διαμεσολάβησε. Τον καιρό.
Αυτός μας έμπασε ξανά στο καράβι που το λένε Ιστορία. Με την ανταριασμένη τριήρη, τράτα κάποτε για μας, μας αρμένισε ξανά στα μελτέμια του Αιγαίου και τις ιδιοτροπίες της κλειστής μας μεσογειακής λεκάνης, για να θυμηθούμε την προδοσία προς τον εαυτόν μας κάθε φορά.
Αφήνοντας στο αίμα μας να βράσουν τα μποφόρ της μνήμης, μα πάνω απ' όλα η ήττα. Με ποίηση και διπλωματία. Το εγώ έγινε πάλι εμείς, μέχρι εμείς να ρίξουμε το εμείς σε ξέρα και να κατακερματιστούμε στα άπειρα εγώ μας.
Μας πήγε μέχρι το ναυάγιο της “Κίχλης” και μας χάρισε ξύλο λεμονιάς, μας ανέμισε το αδειανό πουκάμισο της Ελένης, γεράσαμε στις φωτιές της Τροίας και τα λατομεία της Σικελίας, τ' αηδόνια δεν μας άφησαν να κοιμηθούμε στις Πλάτρες και μείναμε ν' αφουγκραζόμαστε τα:

ΤΡΙΖΟΝΙΑ

Το σπίτι γέμισε τριζόνια
χτυπούν σαν άρρυθμα ρολόγια
λαχανιασμένα. Και τα χρόνια

που ζούμε σαν αυτά χτυπούν
καθώς οι δίκαιοι σιωπούν
σα να μην είχαν τι να πουν.

Κάποτε τ' άκουσα στο Πήλιο
να σκάβουνε γοργά ένα σπήλαιο
μέσα στη νύχτα. Αλλά το φύλλο

της μοίρας τώρα το γυρίσαμε
και μας γνωρίσατε και σας γνωρίσαμε
από τους υπερβόρειους ίσαμε

τους νέγρους του ισημερινού
που έχουνε σώμα χωρίς νου
και που φωνάζουν σαν πονούν.

Κι εγώ πονώ κι εσείς πονείτε
μα δε φωνάζουμε και μήτε
καν ψιθυρίζουμε, γιατί

η μηχανή είναι βιαστική
στη φρίκη και στην καταφρόνια
στο θάνατο και στη ζωή,

το σπίτι γέμισε τριζόνια.

Πρετόρια, 16 Γενάρη '42”*

*ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ, Β΄, “Γιώργος Σεφέρης-Ποιήματα”, εκδόσεις Ίκαρος, δέκατη ένατη έκδοση, Φεβρουάριος 1998

(Δημοσιεύτηκε στις 30 Αυγούστου 2010 στο ιστολόγιο του ΕΚΕΒΙ)


Η σύζυγος της αβύσσου με “Κ” κεφαλαίο – Μαρία Πολυδούρη

photo: scalidi
Τετραπέρατη. Διαπερατή. Κι από τον αγαπημένο φίλο της. Το θάνατο, το Κενό με “Κ” κεφαλαίο. Κι η φθίση, με “Κ” κεφαλαίο. Κι ο Καρυωτάκης που την παρέσυρε στο παιχνίδι του με τα κλισέ -με “Κ” κεφαλαίο- και την παντρεύτηκε μετά θάνατον για πάντα. Έγινε κάτι σαν το δικό του επώνυμο: Καρυωτάκης-Πολυδούρη. Τι ειρωνεία!
Στο “Σωτηρία” πηγαίναν οι νέοι φερέλπιδες ποιητές και συγγραφείς της μετέπειτα γενιάς του ’30 και μόνο για να οσμιστούν από το μισάνοιγμα της πόρτας τι πλάσμα ήταν. Η Μαρία.
Εκείνη που δεν την τρόμαξαν τα κλισέ και μπροστά από την εποχή της υπήρξε αντισυμβατική κι επαναστάτρια και πρωτοπόρα, χωρίς να απαρνηθεί την απέραντη ευαισθησία της. Νομική, δραματικές σχολές, ηθοποιία, Παρίσια, ραπτική και μετά φθίση. Είκοσι οχτώ χρονών. Κι από πάντα ποιήτρια. Και με το σθένος να αρθρώσει “Εμένα τα τραγούδια μου ήταν μόνο για Κείνον” και “Του Καρυωτάκη”. Και ημερολόγια γραμμένα από μια λογοτέχνη που έντυσε το Κενό, με το “Κ” το κεφαλαίο και το τυλίχτηκε για πάντα:

"ΓΙΑΤΙ Μ’ ΑΓΑΠΗΣΕΣ
Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες
στα περασμένα χρόνια.
Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού, προμάντεμα
και σε βροχή, σε χιόνια,
δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες.
……………………………………………………..
Μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν
με την ψυχή στο βλέμμα,
περήφανα στολίστηκα το υπέρτατο
τής ύπαρξής  μου στέμμα,
μόνο γιατί τα μάτια σου μέ κύτταξαν.
…………………………………………………….
Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες
έζησα, να πληθαίνω
τα ονείρατά σου, ωραίε πουβασίλεψες
κ’ έτσι γλυκά πεθαίνω
μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες."*

*Το απόσπασμα του ποιήματος από τα “Άπαντα Κ. Καρυωτάκη-Μ. Πολυδούρη”, εκδόσεις Πάπυρος, 1995

(Δημοσιεύτηκε στις 28 Αυγούστου 2010 στο ιστολόγιο του ΕΚΕΒΙ)

Tuesday, November 08, 2011

Η μείζων ειρωνεία του ρομαντισμού – Κ. Καρυωτάκης

photo: scalidi
Εκείνη η τελευταία του πράξη τον καταδίκασε να κουβαλά τον τίτλο του βασιλιά της απαισιοδοξίας. Τον καταδίκασε σ’ ένα κλισέ μελαγχολίας, ακόμη και γι’ αυτούς που δεν τον διάβασαν και δεν θα τον διαβάσουν ποτέ. Μα εκείνος έγραφε από την αρχή λέξεις-σφαίρες, ακύρωνε μάταιες ελπίδες με φράσεις λεπίδες. Θάρρος ήταν αυτό, όχι παραίτηση.
Θάρρος να φέρει στην ποιητική του φαρέτρα την ειρωνεία και το σαρκασμό, στρέφοντάς τα πρώτα στο πρόσωπο του ποιητή. Το ίδιο περίστροφο θα γύρναγε μια μέρα εναντίον του. Δικό του θέμα. Τον ανήγαγε σε μύθο. Πρέβεζα, κάργες, ιδανικοί αυτόχειρες. Θα ήταν μεγάλος και χωρίς τούτο το ντεκόρ. Χωρίς τη θεαματική έξοδο. Μακάρι να το ‘ξερε από τότε. Αλλά και πάλι θα το ‘χε κάνει.
Ένας τελεσίδικος οπτιμισμός που βγαίνει από τα έγκατα της ματαιότητας, από το μη περαιτέρω, γλυκαίνει τα ποιήματά του. Αυτή είναι η υπέρτατη ειρωνεία του. Μ’ αυτή ξεγέλασε τους πάντες. Γι’ αυτό θα πάταγε τη σκανδάλη έτσι κι αλλιώς. Γι’ αυτό παίζει το παιχνίδι με τα κλισέ, ώστε να γίνει προσιτός σ’ όποιον θα τον δει πέρα από την παγίδα της γραφικότητας που του ‘χει στήσει. “Ωχρά σπειροχαίτη”, “Υποθήκαι”, “Σταδιοδρομία”, “Μίσθια δουλειά”, “Ανδρείκελα”, “Είμαστε κάτι…(ξεχαρβαλωμένες κιθάρες)”.
Κάποιοι ακόμα τον λένε ελάσσονα, γιατί τόλμησε να γράψει μόνο για τη ζωή και το θάνατο. Το πιο δίκοπο μαχαίρι. Και το ‘κανε μ’ αγάπη. Άλλο δίκοπο μαχαίρι. Προτίμησε την εμβληματική ελάσσονα φιγούρα της μείζονος αισθαντικότητας του Μεσοπολέμου -ειρωνικά κι αυτό- από το μείζονα ελεγειακό ξεπεσμό του έπους.
Γι’ αυτό ζει και βασιλεύει ακόμα. Να θυμηθώ να το πω στη Μαρία που ρωτά για κείνον, αν και της είχε απαντήσει πρώτος δια παντός:

"ΥΣΤΕΡΟΦΗΜΙΑ


Το θάνατό μας χρειάζεται η άμετρη γύρω φύση
και τόν ζητούν τα πορφυρά στόματα των ανθών.
Αν έρθει πάλιν η άνοιξη, πάλι θα μας αφήσει,
κι ύστερα πια μήτε σκιές δεν είμεθα σκιών.
Το θάνατό μας καρτερεί το λαμπρό φως του ηλίου.
Τέτοια θα δούμε ακόμη μια δύση θριαμβική,
κι ύστερα φεύγουμεν από τα βράδια τού Απριλίου,
στα σκοτεινά πηγαίνοντας βασίλεια πέρα κει.
Μόνο μπορεί να μείνουνε κατόπι μας οι στίχοι,
δέκα μονάχα στίχοι μας να μείνουνε, καθώς
τα περιστέρια που σκορπούν οι ναυαγοί στην τύχη,
κι όταν φέρουν το μήνυμα δεν είναι πια καιρός.”

(Το ποίημα από τα “Άπαντα Κ. Καρυωτάκη-Μ. Πολυδούρη”, εκδόσεις Πάπυρος, 1995)

(Δημοσιεύτηκε στις 27 Αυγούστου 2010 στο ιστολόγιο του ΕΚΕΒΙ)


«επλάσθη όμοιος προς τον βαθύν ωκεανόν» – Γεώργιος Βιζυηνός

photo: scalidi
Είναι εκείνος που θέλησε να πει “διατί η μηλιά δεν έγινε μηλέα”, γιατί οι γενικές και τα απαρέμφατα θα ταλανίζουν αυτή τη χώρα που αρνείται να δείξει, να διδάξει στα παιδιά της τη φύση των πραγμάτων, αλλά μια χαρά ακόμα βολεύεται με την πνευματική ασιτία.
Αυτός ήτο μικρό ραφτόπουλο εις την Πόλη για να μάθει γράμματα κι έφτασε να σπουδάζει φιλοσοφία και ψυχολογία. Στις Ευρώπες. Δυο αιώνες πριν. Γύρισε πίσω, στο χωνευτήρι της αττικής γης κι εισέπραξε τη χλεύη και το περιθώριο. Κι έμεινε απολύτως μόνος μια μέρα, στους τοίχους του Δρομοκαΐτειου. Άραγε να ‘χε εκεί μια μηλιά να κάθεται στον ίσκιο της;
Το μοναχικό του ταξίδι ανάμεσα στους ανθρώπους έμεινε χαραγμένο στις λέξεις του. Στα τρυφερά του ποιήματα που λένε μεγάλες ιστορίες και στις μικρές του ιστορίες που χρειάστηκε να περάσουν κι εκατό χρόνια για να καταλάβουν οι άλλοι ότι ήτανε ποιήματα μεγάλα.
Η ηγεμών Γεώργιος εκ Δυτικής Βιζύης, Ανατολικής Θράκης, στ’ ανάμεσο Ανατολής και Δύσης κατεδύθηκε μέσα μέσα στις ψυχές των ηρώων του, μέχρι τον πάτο το δικό του, καταβάλοντας τίμημα: τη δική του ψυχή, μέχρι την ψίχα της. Γιατί φαίνεται
«επλάσθη όμοιος προς τον βαθύν ωκεανόν,
όστις συνθραύει τα δεσμά τ’ ωσεί αράχνης νήματα,
κι αλέθει μετά βρυχηθμών ηπείρους εις συντρίμματα,
παν όριον βροτόθετον αγέρωχος περιφρονών.», όπως έγραφε στα «Σονέττα Προς νέον Έλληνα ποιητήν (Εξ αλληλογραφίας 1876-1879)»*.
Ποιος να ήταν εκείνος ο ποιητής και τι να έγινε;

*Αποσπάσματα από «Άπαντα τα πεζά» και «Άπαντα τα ποιήματα» του Γεωργίου Βιζυηνού, εκδόσεις Πάπυρος, 1996

(Δημοσιεύτηκε στις 26 Αυγούστου 2010 στο ιστολόγιο του ΕΚΕΒΙ)

Monday, November 07, 2011

Η ποιητική φωταψία του ανθρώπου-Νίκος Καρούζος

photo: scalidi
Το γρανιτένιο του πρόσωπο στα μαλακά εξώφυλλα του Ίκαρου. Και το υγρό βλέμμα που πνίγεται εντός του ο λυγμός του κόσμου. Κοιτάζει δώθε, από τα πέτρινα σκαλοπάτια του Παλαμηδιού τις κοπέλες τ' Αναπλιού, κείθε στις πορτοκαλιές που γίνανε μανταρινιές, της Ασίνης, γυρεύοντας το βασιλιά του σύμπαντου. Το σύμπαν ήταν δικό του. Κι οι δορυφόροι αργούν. Ετερόφωτοι.
Ένα ποτήρι αλκοόλ αδειανό και μια χαρτοπετσέτα, με δώρο το χρησμό της στιγμής. Ποιητική αδεία. Καίει μανουάλι σε ξωκλήσι δικό του, Μεγάλη Εβδομάδα, και το κόκκινο της επΑνάστασης, δεν ανέστησε τον κόσμο. Γεμάτο το ποτήρι με δάκρυα. Και αίμα. Κάνει το σταυρό του πάνω από τις κοφτερές λέξεις, λεπίδες ανοιγμένες να τεμαχίζουν τον καιρό, το χρόνο, την ύπαρξη. Το μαντιλοφορεμένο σκοτάδι της αβύσσου.
Κι η φωνή της μάνας του, καπνός τσιγάρου που τον τυλίγει. Η δική σου αναμμένη φωτιά. Η υπόγεια διαδρομή του στις φλέβες της ποίησης κι οι δρόμοι της, στενά σοκάκια του Ναυπλίου κι ανοιχτή αττική λεωφόρος. Η δική του “φωταψία” των ανθρώπων.

“Ο ποιητής έχει ένα βέβαιο δρόμο

Γεννιέται ο άνθρωπος κι ο ήλιος γίνετ' αμέσως πάθος
ο ποιητής έχει ένα δρόμο σαν όνειρο μαύρο χαμογελαστό
έχει ένα βέβαιο δρόμο
τόπους-τόπους αγκάθια
τόπους-τόπους ωραία χαλιά
π' ο άτυχος τα ματώνει.
Κι όταν ο ήλιος πέσει στις θνητές κορφές
αρχίζουν τ' άστρα. Εκεί του δρόμου η τέλεψη
πάλι μια γέννα μας προσμένει.”

Νίκος Καρούζος, “Η έλαφος των άστρων” (1962), “Τα ποιήματα”, Τόμος Α΄ (1961-1978), Ίκαρος

 (Δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο του ΕΚΕΒΙ στις 25 Αυγούστου 2010)

Sunday, November 06, 2011

Χορός για 14 φωνές* κι ένα κύμα

photo: scalidi
Είναι το πού θα σε ξεβράσει η θάλασσα. Πού θα σε ρίξει κατάκοπο άνθρωπο να αποθέσεις το σπασμένο σου κουπί, με την ψημένη αρμύρα στο κορμί να γίνεται νερό γλυκό, να ξεδιψάς. Να ξεδιψάνε κι άλλοι.
Βγήκες κι εσύ σε μιαν ακτή, ούτε που πρόλαβες να το ζητήσεις. Κι από μακριά τους είδες. Τους αγνάντεψες. Είχες τη μηχανή κρεμασμένη στο λαιμό, τη σήκωσες κι άρχισες να τους τραβάς. Από το παρελθόν να βγουν, ένας ένας, και να σου γνέφουν κατά πού να πας. Ποιον να πιστέψεις. Ποιος να σε πάρει από το χέρι και να περάσεις λίγη ερημιά παρακάτω. Η ακτή ξερή.
Η ακτή ίσως να ξέρει.
Με άμμο, βράχια και σε μια μεριά ολοστρόγγυλα βότσαλα γυαλιστερά, βρεγμένα. Προχώρησες, κρατώντας στο χέρι ένα κοχύλι που σου ’δωσε για φυλαχτό η θάλασσα τούτη –να τη θυμάσαι όταν θα σε χτυπάνε άλλα κύματα. Κι ανοίχτηκε μπροστά σου ένας δρόμος. Σαν από ευκάλυπτους. Σκιερός και γνώριμος. Τα δέντρα ήτανε Εκείνοι. Έτσι σου φάνηκαν. Εκείνοι. Πανύψηλοι. Αγέρωχοι. Και στο βάθος όλο και κάποιος κυρτωμένος από την προοπτική.
Κι όπως δειλά –και με άγνοια κι έγνοια- πήγες κατά το μέρος τους, ένας ένας σου ψιθύριζε τα δικά του. Αφουγκραζόσουν. Λίγο πριν αποχαιρετήσεις τον καθέναν τους, τράβαγες μια φωτογραφία. Την έδειχνες διαβατήριο στον επόμενο, μαζί με το κοχύλι, κι εκείνος δέχονταν για λίγο –για όσο ήθελε, άντεχε και μπορούσε- να σε συντροφέψει.
Σου μίλαγαν μέσα από κείνο το στρουφιχτό όστρακο και στο τέλος για να σε ξεπροβοδίσουν προτού να φύγεις για το δικό σου ωκεανό, έδωσε ο ένας στον άλλον το σύνθημα, πιάστηκαν σ’ έναν κύκλο –εσύ στη μέση να τους λες αντίο και να μην σ’ ακούνε- άφησαν με μιας τα χέρια και λες και τους τσίμπησε την ίδια στιγμή η ίδια ταραντούλα, χόρεψε ο καθένας από μόνος του μια ταραντέλα, στο έργο του, δηλητηριασμένος από το ίδιο πάθος: τη λογοτεχνία.
Κι έμεινε να κοιτάζει μέσα από ένα γυαλί τους άλλους ο Καρούζος και σημείωνε κλεφτά δυο στίχους να σου χαρίσει εκεί από την άκρη του, όταν κοπείς να βάλεις στην πληγή να γιάνει.
Ο εκ δυτικής Βιζύης ηγεμών της θλίψης, ο Γεώργιος, μ’ εκείνα τα παλιομοδίτικα ρούχα του μονωμένος, του περίγελού του η αφορμή, σ’ έντυνε μ’ ένα μονόλογό του, να φύγεις μ’ αυτόν για πανωφόρι στ’ άγρια κύματα και να θυμάσαι να ζητάς την περιφρόνηση –είναι μεγάλη τύχη.
Έκρυψε μες στην παλάμη σου ένα περίστροφο ο Καρυωτάκης για ώρα ανάγκης: την ειρωνεία του. Ξορκίζοντάς σε πρώτα να το στρέφεις σε σένα και μετά, άμα σου βαστάει, στους άλλους. Όχι απαραίτητα υπό σκιάν πλατάνου.
Η Μαρία σου ζήτησε να της υποσχεθείς ότι εσένα τα τραγούδια σου θα ‘ναι μόνο για Κείνον και σ’ άφησε να φύγεις αφού πρώτα σε ρώτησε: Εκείνος ζει; Ζει, της είπες και την άφησες να βασιλεύει μόνη γοργόνα στην ακτή.
Σε ρώτησε επίμονα με τη βαθιά του φωνή ο Σεφέρης άμα την αναγνωρίζεις τούτη τη θαλασσογραμμή και το νερό σου το γλυφό και το ταξίδι του Οδυσσέα, γιατί είναι και τα δικά του. Κρακ έτριξε δίπλα σου το κουπί.
Ο Darling Ντάρελ σε κοίταζε, όσο μιλούσατε με το φίλο του το Γιώργο, κι έκλεινε ραντεβού αντάμωσης από το μέλλον, στην Αλεξάνδρεια του Αλεξανδρινού.
Ένα δαχτυλίδι σου έβαλε στο χέρι από τα δικά του ο Ουάιλντ, στράβωσε λοξά τα πλούσια χείλη του και σου ’πε κάτι ανάλαφρο, να χεις να σε κρατάει στο δρόμο.
Ο Τενεσί σου έδειξε ψηλά το φεγγάρι που θ’ ανέτειλε σε λίγο και σου ‘πε να πας πρώτα εκεί για να ξέρεις πώς είναι εκείνος που δεν γυρνάει.
Αμίλητος, ο Έρνεστ, σου έδωσε κάτι σύνεργα ψαρέματος, θα σου χρειαστούν και χάιδεψε το γένι του για χαιρετισμό. Ανεπαίσθητα κι οριστικά.
Σε κέρασε ένα ποτήρι σαμπάνια ο Φιτζέραλντ κι άκουσες διαμάντια να στραφταλίζει όλη η λυπημένη τζαζ του κόσμου.
Ο Αλεξανδρινός χάρηκε με το φευγιό σου και σου ευχήθηκε «καλή Ιθάκη». Είδες να θαμπώνουν τα στρογγυλά του γυαλιά και να κυλά λαμπερό ένα δάκρυ για τις Ιθάκες όλων.
Γύρισε έξαφνα και σου είπε ο Φιοντόρ ότι θα κουβαλάς στις αποσκευές σου τις λέξεις όχι μόνο του θύματος, αλλά και του θύτη. Τέρμα. Κι έβγαλε και σε κέρασε έναν άσσο από το μανίκι.
«Στο επανιδείν» σου ευχήθηκε ο Τσέχωφ που στάθηκε διακριτικά στο πλάι και σου άπλωσε το χέρι του.
Και τελευταίος, αινιγματικά σε κοίταξε, για να ρωτήσεις τον εαυτόν σου, άμα το λέει η ψυχή σου να προχωρήσεις, εκείνος που γεννηθήκατε την ίδια μέρα, καταλάβατε ο ένας το χούι του άλλου και αναγνωριστήκατε μ’ ένα μειδίαμα.
Μέχρι να ρίξεις μια ματιά στην άγνωστη θάλασσα εμπρός, γύρισες να τους χαιρετήσεις, κι ήσουνα πια μόνη στην ακτή. Μόνο τα χνάρια τους στην άμμο. Έβαλες το κοχύλι στ’ αυτί και πήρες δρόμο. Στη μηχανή σου μέσα όλα τα ενσταντανέ. Από μνήμης. Κι ο χορός τους για 14 φωνές, δικές σου σειρήνες που σε καλούν να μην δεθείς στο κατάρτι, αλλά να σκύψεις πάνω από τις λέξεις τους, ν’ ακούσεις το χτύπο της καρδιάς τους: ΒΟΟΚ, ΒΟΟΚ… ΒΟΟΚ, ΒΟΟΚ… ΒΟΟΚ, ΒΟΟΚ. Μαζί με τον δικό σου. Απ’ αριστερά ξεκινώντας την αράδα.
* Οι 14 φωνές με σειρά εμφάνισης: Νίκος Καρούζος, Γεώργιος Βιζυηνός, Κ. Καρυωτάκης, Μαρία Πολυδούρη, Γιώργος Σεφέρης, Λόρενς Ντάρελ, Όσκαρ Ουάιλντ, Τενεσί Ουίλλιαμς, Έρνεστ Χέμινγουέι, Φράνσις Φορντ Φιτζέραλντ, Κ.Π. Καβάφης, Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Άντoν Τσέχωφ, Γιώργος Χειμωνάς

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο του ΕΚΕΒΙ στις 24 Αυγούστου 2010)

Saturday, November 05, 2011

Βιβλιοφιλία-We love books

Αυτό το ιστολόγιο μετά τους ανθρώπους αγαπά τα βιβλία.
Καμιά φορά ξεφεύγει και αγαπά πρώτα τα βιβλία...
Με τύψεις για τον εαυτό του.
Αλλά ζει μια χαρά μαζί τους και με τα άνθη του.
Στον κήπο της βιβλιοφιλίας μόλις προστέθηκε ένα λουλουδάκι.
Ρίχνει ρίζες ακόμα.
Και είναι αποφασισμένο να μεγαλώσει και ν' ανθίσει.

Friday, November 04, 2011

Τι “περιθώριο” υπάρχει;

photo: scalidi

Ότι θα μιλήσει ο λαός, θα μιλήσει. Και το θέμα πια είναι τι θα πει. Όχι για το ευρώ και τις απομειώσεις ομολόγων και τη μείωση του χρέους και τα δημοσιονομικά ελλείμματα και όλη αυτή την ορολογία που την αφομείωσε σε χρόνο ρεκόρ η καθημερινή μας γλώσσα. Η καθημερινότητα του κάθε ανθρώπου είναι μακριά ξημερωμένη απ' αυτά. Η καθημερινότητά του το τελευταίο εξάμηνο λέει: χαράτσια, φόρους, χρέη, δεν έχω να πληρώσω, δεν έχω δουλειά. Συχνά γράφει και με κόκκινα γράμματα την αυτοκτονία. Η δε εγκληματικότητα άμα αποδελτιωθεί και αναλυθεί ίσως να έχει να πει πιο πολλά για την κατάσταση της οικονομίας από την καθ' εαυτού οικονομία.
Την ώρα που εξελισσόταν η G20 στις Κάννες και η ελληνική πλευρά έκανε την εμφάνισή της ως «guest star» μείζονος σημασίας, στην καρδιά του αθηναϊκού κέντρου μαύριζε λίγο ακόμα η ψυχή των πολιτών, την ώρα που έκλειναν τα μαγαζιά. Ακόμα και η Κοραή, αυτό το σημείο συνάντησης και διέλευσης χιλιάδων, αυτό το τόσο ζωντανό κομμάτι της πόλης, σκιάζεται από τη δυστυχία. Καταρχάς των αστέγων. Αλλά εκείνοι είναι βουβοί θιασώτες της κρίσης. Παρόντες απόντες στο ολοένα και διευρυνόμενο περιθώριο της κοινωνικής ζωής. Το ίδιο θλιβερή εικόνα οι χρήστες ναρκωτικών που έχουν αλλάξει στέκι και μπαίνουν όλο και πιο βαθιά στον ιστό της πόλης. Μέσα κι έξω από τη σφύζουσα με νεαρόκοσμο και ανθρώπους που απολάμβαναν τη στάση τους στη στοά στην Κοραή, οι χρήστες ναρκωτικών εξαθλιωμένοι εκλιπαρούσαν για 50 λεπτά και οι άστεγοι για λίγο φαγητό. Άμα τους ζητούσες συγγνώμη που δεν είχες πάνω σου λεφτά, σου αντιγύριζαν ακόμα πιο δραματικά τη δική τους συγγνώμη που σε έφεραν σε δύσκολη θέση και δεν ήθελαν, σου ζητούσαν συγγνώμη που δεν είχες λεφτά κι αυτοί σου το υπενθύμισαν. Η ευθιξία και η ευαισθησία έχουν απομείνει να φωλιάζουν σε κάτι τέτοιες ημιφωτισμένες γωνιές στις καρδιές των τάχα μου περιθωριακών που ολοένα και ροκανίζουν το περιθώριο και διεισδύουν στα ενδότερα των τάχα «τακτοποιημένων». Στη γωνία της Σταδίου με την Κοραή -τι ειρωνεία!- τα ΜΑΤ διαφύλασσαν την τάξη, την περιφρουρούσαν. Με το περιθώριο να καραδοκεί και να κερδίζει έδαφος.
Σε λίγο τα όρια αυτά ανάμεσα στους «κανονικούς» και τους «περιθωριακούς» θα είναι ακόμα πιο δυσδιάκριτα από τη φτώχεια. Η μόνη κοινή τους συνισταμένη είναι τα όρια και η αντοχή της αξιοπρέπειάς τους της προσωπικής και της νοημοσύνης τους που προσβάλλεται καθημερινά. Τι «περιθώριο» υπάρχει, λοιπόν; Τι περιθώριο υπάρχει να μην μιλήσει ο λαός; Και κυρίως να μην ακουστεί;

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" την Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2011)