Thursday, December 30, 2010

"η πλέρια αισιοδοξία μας"

IV

(Ο λυρισμός δεν είναι άλλο παρά η πλέρια αισιοδοξία μας.)

Από τη φύση σου φεύγεις, τώρα που νιώθεις πως υπάρχεις. Τώρα καταλαβαίνεις το φοβερό εμπόδιο του χρόνου, την αναπότρεπτη μικροπρέπεια του θανάτου· και ποθείς την προσήλωση σε τούτη την αλήθεια, σ' αυτό τον εαυτό σου που βγήκε ξαφνικά από το χάος, και γέμισε με την πεποίθησή του σαν ογκώδες φως το κενό, προίκισε μ' ένα μοναδικό παλμό μια καρδιά που πήγαινε να ξεψυχήσει.
Σαν μια σιγή υπήρξες στο παρελθόν· τώρα μετουσιώθηκες, και παρδαλή εικόνα του βίου σου βλέπεις τις χτεσινές αγάπες. Γιατί ο εαυτός σου δεν πλαγιάζει εκεί· τρέχει μπροστά, και αυθόρμητα σηκώνεσαι να τον προφτάσεις, για να είσαι εσύ, να είσαι εσύ πριν σκορπιστεί η πίστη, κάθε πίστη, από το σύμπαν.
Τώρα, δεν έχεις πια καμώματα· δεν κρύβεσαι, δεν οπισθοχωρείς· γιατί στον ανοιχτόν αγώνα η τύχη σου, ο αγώνας η τύχη σου ευγενική συμπεριφορά θ' αναδείξουν. Κι η μοναξιά σου, αν χαθεί η ειδή σου, σαν άγαλμα θα παραμείνει.

Γιώργος Σαραντάρης
"ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΕ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ", (1936)


photo: scalidi

Τέσσερις


photo: scalidi

Monday, December 27, 2010

Το «λευκό» κελί ενός εορταστικού τύπου

photo: scalidi

Είμαι έξαλλος. Κυρίως από τη σχέση μου με τις γυναίκες. Αυτές ευθύνονται που είναι οι νύχτες μου «λευκές» και όχι χριστουγεννιάτικες-αλληλούια. Καταλαβαίνετε τι θέλω να πω. Απευθύνω το κατηγορώ μου. Αυτές έχουν πάρει ψηλά τον αμανέ -λέω αμανέ και θυμήθηκα τη μακρινή τουρκική μου ρίζα, καθότι είμαι βαθύτατα ανατολίτης, ουχί φαλλοκράτης, δεν θέλω ειρωνείες- αυτές, λοιπόν, οι γυναίκες, με είχαν κάποτε στα όπα όπα. Και μην φανταστείτε πολλά χρόνια πίσω. Όχι, καμιά εικοσαριά το πολύ. Με είχανε καμάρι στη ζωή τους, πρώτη μούρη με καλούσαν στις βεγγέρες, όλο το χρόνο στις γιορτές και τις συνάξεις τους. Με πρόσεχαν, με φροντίζανε, με περιποιούνταν. Με τα χεράκια τους, με τον ιδρώτα του κορμιού τους, με την καλή τους την κουβέντα, με ανθόνερο με ραντίζανε. Τα τελευταία χρόνια έχω παράπονα. Σοβαρά παράπονα.
Γιατί εγώ είμαι ένας μη μου άπτου άνθρωπος. Θέλω να είμαι κύριος πάνω απ’ όλα. Με το λευκό μου το «πουκάμισο» ατσαλάκωτο. Είμαι συντηρητικός, βαθύτατα κλασικός, στην ηλικία μου πια. Με μέτρο. Ιδίως αυτό. Χωρίς την κατάλληλη μεταχείριση -δοσολογία στη μεταχείριση θα έλεγα καλύτερα- μπορώ να γίνω στρυφνός, να νιώθω αποτυχημένος και φρικτός, χωρίς μέλλον. Μα ποιο είναι το μέλλον μου, τέλος πάντων; Υπήρξα κάποτε πρωτοποριακός. Νεανίας φίνος. Και τώρα;
Τώρα, νιώθω σαν νούμερο σε επιθεώρηση της παλιάς εποχής. Με έχουνε ρεζιλέψει όσο να πεις. Εμένα τον μετριοπαθή και σοβαρό με έχουνε πάρει στο ψιλό και με έχουν κάνει κλισέ. Μάλιστα, κλισέ. Άκρως εορταστικό τύπο. Μα, είμαι μελαγχολικός, και ολίγον αλκοολικός κατά βάθος. Προτιμώ το ηδύποτο μαστίχας. Είμαι τελευταίος πια στις λίστες τους, αυτό είναι το μαράζι μου. Δεν θέλουν και πολλά πολλά μαζί μου, είμαι ντεμοντέ. Άκου ντεμοντέ.
Εγώ ο άντρας ο σωστός, ο πλήρης, με το βούτυρό μου, με όλα του τα λιπαρά που λένε, αλλά θερίζουν η χοληστερίνη και τα τριγλυκερίδια και οι υγιεινές διατροφές· ο γλυκός, αλλά να μην σε ξελιγώνω, βρε παιδάκι μου, γιατί είμαι και άντρας να κρατάω ένα πρεστίζ· αφράτος αλλά ίσα ίσα να φαίνομαι μυώδης, μην μπουχτίζεις άμα τη εμφανίσει μου· σκεπτόμενος και εμβριθής και πικάντικος σαν τα καβουρντισμένα μου αμύγδαλα, αλλά ανάλαφρος, μην σου πέφτω βαρύς κι έχεις πολλά προβλήματα.
Αλλά τώρα πια που ξέχασαν ότι εγώ προτιμώ το χειροποίητο, με καταντήσανε αγοραστό, μην πω αγοραίο. Σκέτη θλίψη. Τους κοιτάζω μέσα από το θολό γυαλί μου. Βιτρίνα. Έξω στολισμένα. Έχω ξεμείνει μόνος, εδώ. Δεν είμαι του γούστου τους. Μου κλέβουν τη δόξα άλλοι ξενόφερτοι, ως επί το πλείστον, σταρ των εορτών.
Μόλις μπήκε μια νεαρά ύπαρξη στο μαγαζί. Ζητάει από τον υπάλληλο να της γεμίσει κουτιά με κέικ, πουτίγκες, πίτες, σοκολατοειδή, μελομακάρονα και δίπλες. Εκείνος της κάνει τα γλυκά μάτια -ε, τι ζαχαροπλαστείο είμαστε- κι εκείνη με ενόχληση και ολίγον φαντασμένη χροιά του φωνάζει « Άσε μας, ρε παλιοκουραμπιέ!». Τι ήταν να το ακούσω… Ταράχτηκα. Είναι ήδη δύσκολη η ζωή μου ως κουραμπιέ. Αυτό με αποτελείωσε. Το κύρος μου έχει πληγεί ανεπανόρθωτα. Μα, να καταντήσω επιτιμητική βρισιά, εγώ ο κουραμπιές; Τινάζω τη ζάχαρη από το πέτο μου και θολώνω τη γυάλα να μην βλέπω έξω τα εορταστικά λαμπιόνια. Κλείνομαι μόνος στο λευκό μου κελί, μέχρι να καταλήξω στο πιάτο κανενός άξεστου «παλιοκουραμπιέ». Άμα πια!

(Το διήγημα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Ραδιοτηλεόραση", τεύχος 2132, για την εβδομάδα 24-30 Δεκεμβρίου 2010)


(update)*****Α, και ο κουραμπιές τρώγεται πάντα με το κουταλάκι...

Monday, December 20, 2010

Ζωή του μέλλοντος αιώνος, κύριε

Ένας μικρούλης κινέζος, χαριτωμένος, με μια τεράστια τσάντα σχολική στην πλάτη. Μια πιτσιρίκα ινδή ή πακιστανή μ' αυτά τ' αμυγδαλωτά μάτια και το χρώμα καραμέλας. Μαζί κι άλλα «ξενάκια» που γεννήθηκαν εδώ. Τι τα κάνει «ξενάκια», λοιπόν; Ποιος τα κάνει «ξενάκια»; Αφού η πατρίδα τους προς το παρόν είναι ο τόπος που γεννιούνται. Είναι; Αλλά πατρίδα είναι όπου σ’ αγαπούν κι αγαπάς κι εσύ.
Ζουν και περπατούν στην Αχαρνών, κουβαλώντας στις μικρές τους πλάτες πολιτισμούς αιώνων σ' έναν καινούριο τωρινό. Που φτιάχνουν τώρα. Παιδιά. Όμορφα παιδιά που γεμίζουν τις σχολικές αυλές και αίθουσες, τους δρόμους, ακόμη και την ελληνική πρωτοτυπία, τα φροντιστήρια.
Πορεύονται φορτωμένα με τα όνειρά τους στις βαριές σχολικές σάκες. Γελούν κι αστειεύονται, στα ελληνικά. Μαθαίνουν αγγλικά, άλλες γλώσσες. Βρίζουν, στα ελληνικά. Στα λάπτοπ και τα τετράδιά τους γράφουν ελληνικά. Την ίδια ώρα που οι γονείς τους παλεύουν να επιβιώσουν σ' αυτή την ελληνική πραγματικότητα, ως ξένοι.
Άνθρωποι που μαθαίνουν να ονειρεύονται και στα ελληνικά. Αυτά τα πιτσιρίκια φέρουν στους ώμους τους το μέλλον· είναι ο επερχόμενος κόσμος.
Έχουμε πέσει με τα μούτρα στην ύφεση και τη μιζέρια και την απαισιοδοξία για τα φράγκα που χάνουμε, ως ιδιώτες και ως κράτος, και ξεχνάμε να ρίξουμε μια ματιά γύρω μας. Στο βουερό μελίσσι των παιδιών. Εκείνα που δεν θα πάρουν δώρα, εκείνα που θα δουν το γονιό τους δακρυσμένο κι οργισμένο άμα δεν μπορεί ίσως να τα θρέψει. Εκείνα που τριγυρνούν με γράμματα στην πλάτη, παρά τη θλίψη γύρω. Εκείνα που υπόσχονται τούτη την ώρα, παίρνουν όρκο, να προσφέρουν στους δικούς τους γονείς έναν καλύτερο κόσμο. Εκείνα που μπορούν να σε διδάξουν τα πάντα. Έχουν έρθει γνωρίζοντας. Από πάντα. Σου ρίχνουν ένα βλέμμα και σε βάζουν στη θέση σου. Σε πιάνουν από το χέρι και έχεις στο χέρι σου τη ζωή ατόφια, το παρακάτω.
Σκέφτομαι ότι αυτοί οι πιτσιρικάδες που έρχονται από τη Μεσοποταμία, τη Βασόρα, τη Μοσούλη, τη Νιγηρία, την ανατολική Ευρώπη, τέλος πάντων αυτοί που δεν ξέρουν ότι έχουν λάβει μέρος σε ιστορικές ανακατατάξεις παγκοσμίως, σε μετακινήσεις πληθυσμών που δομούν έναν άλλον κόσμο, όχι δεδομένο, αυτοί που ξέρουν τι εστί διωγμός επί της ουσίας, είναι εκείνοι που θα μας οδηγήσουν σε μια νέα πραγματικότητα.
Ζει στα μάτια τους το ύστερα και πλάθεται απ' όλα εκείνα που αντικρίζουν τώρα. Από τον τρόπο που θα τους μιλήσεις, από τον τρόπο που θα τους φερθείς. Είναι στη διακριτική σου ευχέρεια, κύριε, το μέλλον. Το κρατάς στην παλάμη σου, στη χούφτα σου. Μην το πετάς στα σκουπίδια.
Έχει βρέξει. Σωρός τα απορρίμματα έξω από τους κάδους. Σκισμένες σακούλες. Αυτοκίνητα στριμωγμένα να τα πατάνε. Ανάμεσά τους κάποια μικρούλια γυρίζουν από τα σχολεία, χασκογελάνε, ευχαριστημένα, αμέριμνα, συζητάνε ζουζουνίζοντας. Στο απέναντι πεζοδρόμιο ένας άνθρωπος μεσήλικας προσπαθεί να γίνει αόρατη σκιά ανασκαλεύοντας τα σκουπίδια, δίπλα του το δικό παιδί του τον ακολουθεί.
Τι είπατε; Eurogroup, αποφάσεις, ασφαλιστικό, συμβάσεις, εργασιακό, ανάπτυξη, μεγέθυνση, ύφεση, δημοσιονομικά ελλείμματα; Πολύ μελό, κύριε...

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" στις 20 Δεκεμβρίου 2010)

photo: scalidi

Sunday, December 19, 2010

"Δακρυγόνα"

Ένας θεατής βγήκε από την αίθουσα με βήχα. Για μια στιγμή. Εκείνον τον ξερό κι ενοχλητικό που εύχεσαι να μην σε πιάσει, όταν είσαι στο θέατρο. Σκέφτηκα ότι τον χτύπησαν κι αυτόν τα Δακρυγόνα. Εμένα μου είχαν στερήσει τον αέρα όλη την ώρα της παράστασης. Στη β' σκηνή της Οδού Κεφαλληνίας. Άκουγα και τους γύρω να βαριανασαίνουν κι έλεγα δεν είσαι μόνο εσύ στον εαυτόν μου.
Διόλου καθησυχαστικό. Όπως η παράσταση. Βαθιά συγκινητική, όπως οι ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών. Σωματοποιημένο σκηνοθετικά όλο το κείμενο, η κάθε ανάσα., η κάθε παύση. Άλλωστε το έργο ξεκινά με ανάσες κι εκμαιεύει την αναπνοή του θεατή του. Αυτή θέλει. Σου τη δίνει πίσω κατά την έξοδο από το θέατρο, καθαρή και βαθιά αναπνοή, διυλισμένη από την πραγματική  θεατρική ψυχαγωγία. Και προσπαθείς μετά να σκεφτείς τι είδες. Γιατί σε όλη τη διάρκεια της παράστασης ακολουθείς την πλοκή που σου τραβάει το χαλί κάτω απ' τα πόδια. Συνεχώς. Και τα δικά σου άγνωρα συναισθήματα που ανασύρουν οι ηθοποιοί Ν. Αρβανίτης και Δ. Παπουτσή, μέσα από τις  κοφτερές λέξεις του Αλέξη Σταμάτη και την καίρια σκηνοθεσία του Άρη Τρουπάκη. Εκ των υστέρων, βρίσκεις αναθεωρημένες μεταφορές και ανακαλύπτεις κι άλλα σημεία αναφοράς. Δικά σου. Ό,τι πιο δυνατό είδα μέχρι στιγμής στο θέατρο για το 2010. Φρέσκο αεράκι που διαπερνά τη φετινή Αθήνα.
photo: scalidi

Friday, December 10, 2010

Η ελπίδα είναι ΑμεΑ και κυκλοφορεί με σίφουνα αμαξίδιο

photo: scalidi
 
 
Τα «άγνωστα» στο χάρτη, για πολιτικούς και υψηλά ιστάμενους γενικά, τα αφιλόξενα και δύστροπα Πατήσια με τα βρώμικα απεριποίητα κυρίως παλιά κτίρια, τα κομμένα δέντρα στο πάρκο και τους δρόμους που μυρίζουν έντονα ούρα. Τα φιλόξενα μόνο για απελπισμένους μετανάστες Πατήσια και για κάθε είδους τελικά απελπισμένους. Αυτός ο τόσο ευλογημένος τόπος με το καλύτερο ίσως μικροκλίμα στην Αθήνα, ακόμα και με την τόση τσιμεντοποίηση. Άμα δεν ζήσεις εκεί, δεν το αναγνωρίζεις. Αυτό το μέρος, κέντρο-απόκεντρο, κοντά και μακριά -μαζί -απ’ όλα, με τους πηγμένους δρόμους από παρκαρισμένα αυτοκίνητα, τα σπασμένα πεζοδρόμια, τα φρεάτια που χάσκουν, τις υδρορροές που φυτρώνουν αναπάντεχα χορταράκια και ανθίζουνε λουλούδια, τα σκουπίδια που πνίγουν τους δρόμους τις τελευταίες μέρες.
Στα Πατήσια, λοιπόν, βλέπεις παππούδες και γιαγιάδες με κόπο να κυκλοφορούν –αλλά κυκλοφορούν- με τα μπαστουνάκια τους, ετοιμόρροποι, αλλά ζωντανοί κι ακμαίοι. Παιδιά σε καροτσάκια σε προσπερνούν σίφουνες δίπλα σου. Με μάτια που πετάνε σπίθες. Η ελπίδα τροχοφόρα. Όσο εχθρικοί κι αν είναι οι δρόμοι, οι άνθρωποι βρίσκουν τη δύναμη να κυκλοφορήσουν σ’ αυτούς. Είναι η μόνη ελπίδα που αισθάνεσαι να σε ζώνει στα ζοφερά Πατήσια, μαζί με τον πιο λαμπρό ήλιο που ανατέλλει και τον πιο αιμάτινο, όταν δύει.
Άκουγα στο ραδιόφωνο, πριν μέρες, από μεγάλο σταθμό της χώρας την εκφωνήτρια με ξύλινη, στα όρια της αγανάκτησης - που δεν διακρίνει την ουσία μιας είδησης, φωνή να αναγγέλλει ότι το κέντρο της Αθήνας είναι κλειστό (μέχρι εδώ πίστεψα ότι επρόκειτο για μια ακόμη υπερβολή μας  ως χώρας στα συλλαλητήρια, και συνέχισε) λόγω της συγκέντρωσης ΑμεΑ. Είναι από τις περιπτώσεις που αξίζει το κέντρο να είναι κλειστό. Χαμογέλασα με ικανοποίηση. Είμαστε όλοι εν δυνάμει ΑμεΑ και αν δεν το συνειδητοποιήσουμε, δεν θα δομήσουμε ποτέ έναν κόσμο φιλικό για μας.
Στα Πατήσια η ελπίδα κυκλοφορεί με τροχοφόρο σίφουνα αμαξίδιο ή με μπαστούνι. Αλλά κυκλοφορεί. Είναι ΑμεΑ. Όπως όλοι είμαστε. Εν δυνάμει. Στις πραγματικά ανοιχτές κοινωνίες, όλα λέγονται με το όνομά τους. Χωρίς ταμπού. Δεν χρειάζεται να καταφεύγει κανείς στην πολιτική ορθότητα.
Στις πραγματικά ανοιχτές κοινωνίες, όμως, μπορείς να κοιτάξεις τον άνθρωπο κατευθείαν στα μάτια, γιατί έχεις κάνει ό,τι καλύτερο μπορείς για κείνον, έχεις μείνει άνθρωπος. Εδώ κάνουμε το παν να αποκλείσουμε τον άλλον στο σπίτι του, επειδή του λείπουν τα πόδια ή μια τέλος πάντων φυσική -αλλά όχι αυτονόητη για όλους- ικανότητα.
Γι’ αυτό φοβόμαστε να τον κοιτάξουμε και αποστρέφουμε το βλέμμα ντροπιασμένοι. Τάχα μου αιφνιδιασμένοι. Τάχα μου αμήχανοι. Ξέρουμε ότι δεν έχουμε κάνει τίποτα για τον εαυτό μας, για τον άλλο. Δεν έχουμε το σθένος να μας δούμε. Μια κοινωνία που εναπόθεσε τις ελπίδες της σε ντοπέ γκανιάν και όχι στους ανθρώπους της, στην ανθρωπιά που παραμένει πιο καθηλωμένη και από ΑμεΑ.

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" της 10ης Δεκεμβρίου 2010)

Wednesday, December 08, 2010

"Ψηλά απ' τη γέφυρα"

photo: scalidi
Το ομώνυμο σπουδαίο θεατρικό του Άρθουρ Μίλερ σε μετάφραση από τον Ερρίκο Μπελιέ. Κλασικό έργο με ανάλογο τρόπο σκηνοθετημένο από το Γρηγόρη Βαλτινό, αξιοπρεπώς και χωρίς εκπλήξεις. Έκπληξη αποτελεί η ίδια η κλιμάκωση του έργου. Το διάλειμμα άμα είχε αποφευχθεί, το αποτέλεσμα για το θεατή θα ήταν ακόμα πιο δυνατό και καίριο. "Ψηλά απ' τη γέφυρα", λοιπόν. Ο Γρηγόρης Βαλτινός στο ρόλο του Έντι και ο Πέτρος Φυσσούν στο ρόλο του δικηγόρου αποδεικνύουν πάνω στο σανίδι για άλλη μια φορά πόσο μεγάλοι ηθοποιοί είναι. Οι γυναικείες ερμηνείες στερούνταν εσωτερικότητας και ειδικού βάρους. Το πάθος που καίει στα μάτια του ηθοποιού, μπορεί να αναδειχθεί ακόμα και σε ένα ρόλο όπως αυτός του Μάρκο που υποδύεται ο Θανάσης Κουρλαμπάς, πέταγε σπίθες το βλέμμα του. Εντυπωσιάστηκα από το ταλέντο του Νίκου Πουρσανίδη, στέκεται αντάξια δίπλα σε τόσο μεγάλους ηθοποιούς, πολύ λαμπερός, πληθωρικός, γεμίζει τη σκηνή και παίζει μ' ένα τρόπο τόσο βαθύ και σημαντικό αυτό το ρόλο. Μια παράσταση που αξίζει τον κόπο, σε χτυπάει μες στην ψυχή η ιστορία και τα θέματα που πραγματεύεται.

Sunday, December 05, 2010

Με έναν ...Πάκο αναγνώσεις

photo: scalidi
Αν και αναρωτιέμαι όλο και περισσότερο γιατί η Ελλάδα έχει διαλέξει από νωρίς στα βάθη των αιώνων να πορευτεί με το δυτικό κόσμο, όταν τον απορρίπτει με τέτοιο καταλυτικό τρόπο στη πράξη, διαβάζοντας το βιβλίο του Daniel Cohen "Η ευημερία του κακού- Μια (ανήσυχη) εισαγωγή στην οικονομία" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση του Τάσου Γιαννίτση, αρχίζω να αντιλαμβάνομαι πόσο ο δυτικός κόσμος τελικά έλκεται από το τραγικό στοιχείο που έχει εντοπίσει πρώτη η Ελλάδα για τον εαυτό της. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ανάγνωσμα που συμπυκνώνει ιστορική, ανθρωπολογική και οικονομική γνώση τουλάχιστον της Ευρώπης αλλά και της παγκόσμιας κοινότητας με τρόπο μεστό, συνοπτικό και συγκεντρωτικό που σε βάζει να δεις ολόκληρο το "κάδρο" της σημερινής κατάστασης της διεθνούς οικονομικής σκηνής και Ιστορίας και φυσικά να τοποθετήσεις τον εαυτό σου μέσα σ' αυτό το πλαίσιο. Πού θα πας εσύ παρακάτω; Έχω την αίσθηση ότι ο ορθολογισμός της Δύσης κρύβει μέσα του μια ενστικτώδικη αγάπη για το μεταφυσικό και το "μαγικό" της Ανατολής. Ίσως γι' αυτό υποσυνείδητα βάζει ρότα για την τραγική του πραγμάτωση.
*
Το βιβλίο του Ben Mezrich που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μοντέρνοι Καιροί, "Δισεκατομμυριούχοι κατά τύχη- Η ίδρυση του Facebook" σε μετάφραση Αργυρώς Μαντόγλου, δίνει ένα ακόμη επιχείρημα στην αίσθηση ότι οι ιδιοφυίες που δεν οσμίζεται η Ιστορία με το πρώτο, τελικά κινούν τα νήματά της και αλλάζουν τον κόσμο. Ένας πιτσιρικάς δευτεροετής φοιτητής, ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ, εκεί από τις κυψέλες του Χάρβαρντ, θα αλλάξει για πάντα τον τρόπο επικοινωνίας και προσέγγισης των ανθρώπων μεταξύ τους σε όλον τον πλανήτη. Ένας νεαρός, λοιπόν, φοβερός κομπιουτεράς με σχεδόν αυτιστική αφοσίωση στην αγάπη του- τους υπολογιστές, θα αναζητήσει τρόπο να έρθει κοντά με το άλλο φύλο, με ανορθόδοξο τρόπο, αλλά από κει θα ξεκινήσουν όλα, σύμφωνα με το συγγραφέα του βιβλίου, επίσης απόφοιτο του Χάρβαρντ, ο οποίος δεν μίλησε ποτέ με το Μαρκ Ζάκερμπεργκ για τη δική του εκδοχή της ιστορίας. Και πάλι είναι ενδιαφέρον το πώς το άτυπο "περιθώριο" των συστημάτων οπουδήποτε, ακόμη και στο πιο πολιτικώς ορθό σημείο του κόσμου, είναι εκείνο που αλλάζει την ευθεία γραμμή των πραγμάτων σε μια τεθλασμένη ενδιαφέρουσα της Ιστορίας και γεννιέται το μέλλον από κείνους που μοιάζουν λίγο απίθανοι για να το φέρουν στο φως. Κι όμως. Παίρνει την εκδίκησή του από την απλόχωρη σελίδα που είναι στη διάθεση εκείνων που ακολουθούν την πεπατημένη. Ο δρόμος ανήκει ωστόσο και σε κείνους που τον διασχίζουν κάθετα.
*
Περίμενα το τρίτο μέρος της τριλογίας του Μωρίς Αττιά (Το μαύρο Αλγέρι, Η Κόκκινη Μασαλλία, Παρίσι Μπλουζ). Αγάπησα τον ήρωά του, Πάκο Μαρτίνεθ, πολύ. Και στο "Παρίσι μπλουζ" (εκδόσεις Πόλις, μετάφραση Ρίτα Κολαϊτη) ο αστυνομικό αυτός που ανατέμνει δια του προσωπικού του δράματος τη σύγχρονη ιστορία της Γαλλίας και της Αλγερίας, τη βία που φωλιάζει στις κοινωνίες, τη βουβή βιαιότητα που τρώει τις οικογένειες εκ των έσω, τη μοναξιά που βιώνει εκείνος που νιώθει θύμα της Ιστορίας, θύμα του ίδιου του εαυτού του. Τέλος πάντων, ο προδομένος από ιδεολογίες, από ανθρώπους, από την ίδια του την ύπαρξη. Μια πλοκή που δεν σε αφήνει να ησυχάσεις, συνεχή βάσανα και παγίδες γι' αυτόν τον τόσο υποψιασμένο από τη ζωή και την πραγματικότητα Πάκο. Η Ιρένε του, εκείνη η γυναίκα που φέρει στο κορμί της τα πλήγματα της Ιστορίας, τη βίας, της παράνοιας. Αυτή, το μεγάλο του πάθος, πληγωμένη, κάπου μακριά. Θα συναντηθούν οι δρόμοι τους; Θα βρει δικαίωση, γαλήνη, ειρήνη-Ιρένε, για την αγάπη που έχει χάσει από παιδί ακόμα ο Πάκο; Το νουάρ θα περάσει λίγο στο φως; Η λατρεία του για τον κινηματογράφο παρούσα. Μα, αυτή η τριλογία, θέλει ένα μεγάλο σκηνοθέτη να την κάνει ταινία. Κι ένα μεγάλο ηθοποιό να ενασαρκώσει τον Πάκο και τα φαντάσματα του παρεθόντος του, τους δικούς του νεκρούς, τους σκελετούς στην ψυχή του.
*
Με ζηλευτή μαεστρία, με έναν τρόπο που αφομοιώνει τη βαθιά συναίσθηση της γραφής και της συνάντησής της με την ιστορική πραγματικότητα, η Μάρω Δούκα, η σπουδαία αυτή γυναίκα και συγγραφέας, στο τελευταίο της μυθιστόρημα "Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη, πλέκει το τότε με το τώρα. Την ιδιωτική ζωή, την προσωπικη ματιά, με την Ιστορία. Την οριακή κατάσταση των Χανίων κατά τη γερμανική κατοχή -γιατί τα Χανιά είναι ο μεγάλος πρωταγωνιστής- με τον ψυχισμό μιας φοιτήτριας που ψάχνει το δικό της δρόμο στη ζωή, τον εαυτόν της, χρόνια μετά."...σ' αυτό που δεν έχεις, δηλαδή, ή που θα 'θελες να  'χεις, θα μπορούσες να αναζητήσεις και το δικαίωμά σου απλώς να είσαι...". Ο δεσμός του παρελθόντος με το παρόν και την ελπίδα για το μέλλον. Παραδίδει μαθήματα συγγραφικής τέχνης η Μάρω Δούκα σ' αυτό το βιβλίο. Στην ψυχή μιας κοπελίτσας, κλαράκι έτοιμο να σπάσει, όλη η ιστορία ενός τόπου που δεν παύει να επαναλαμβάνεται αλλιώς, θα σηκώσει το βάρος του δίκιου, αντέχει.


Friday, December 03, 2010

Η αλαζονεία του Εγώ και το φοβισμένο Εμείς

photo: scalidi

Αναζητείται με εμμονή τα τελευταία χρόνια αυτή η περιβόητη ταυτότητα της ελληνικότητας. Αναρωτιέμαι αν ένα στοιχείο της, λοιπόν, και μάλιστα το πιο ισχυρό είναι η στάση που επιδεικνύει αυτή τη στιγμή η ελληνική κοινωνία. Την ώρα που η Ιρλανδία και οι υπόλοιπες χώρες με σοβαρά οικονομικά προβλήματα λόγω της κρίσης βλέπουν τους πολίτες τους να ξεσηκώνονται και να διεκδικούν αν μη τι άλλο διαφάνεια, πάταξη της διαφθοράς και κυρίως δικαιοσύνη, η Ελλάδα μηρυκάζει τις ειδήσεις περί μνημονίου και εν γένει εξελίξεων που την οδηγούν σε μια νέα κοινωνική πραγματικότητα χωρίς στην πράξη να της καίγεται καρφί. Ευτυχώς που βλέπει Λαζόπουλο και ξορκίζει το κακό και συνεχίζει να στρογγυλοκάθεται στον καναπέ, στη θέση δημοσίου λειτουργού, στη μείωση των αποδοχών στον ιδιωτικό τομέα, τέλος πάντων σε ένα φοβισμένο και πολύ μοναχικό κι ανήμπορο εγώ. Ευτυχώς.
Γενιές ολόκληρες ανθρώπων που ταλαιπωρήθηκαν και την περασμένη δεκαετία, αυτοί που δεν συμμετείχαν σε κανένα “πάρτι”: δεν έφαγαν, δεν διεφθάρησαν, δεν καταχράστηκαν, δεν φοροδιέφυγαν, δεν τα χάσανε στο Χρηματιστήριο, αυτοί που απλώς δούλευαν και προσδοκούσαν μια καλύτερη ζωή, μια δικαίωση των κόπων τους, είναι οι σημερινοί προδομένοι. Αυτοί στους οποίους δεν απευθύνεται καμία πολιτική εξουσία. Είναι αυτοί που δεν τα φάγανε μαζί και παραμένουν περίκλειστοι μέσα στο πληγωμένο τους εγώ που δεν έχει βρει τρόπο να γίνει εμείς. Γιατί το εμείς -κατά Πάγκαλον- σημαίνει ότι τα φάγαμε μαζί. Αμ, δε.
Σ' αυτούς τους πολίτες απευθύνεται το αλαζονικό εγώ της εξουσίας, άραγε περιμένει προκοπή παρακάτω απ' αυτούς που τα φάγανε; Έτσι θα ανακάμψει η χώρα; Έτσι θα πάει μπροστά; Μ' αυτόν τον προσεταιρισμό; Λαμπρά. Ο δρόμος είναι ανοιχτός και σπαρμένος με ροδοπέταλα...
Σίγουρα δεν θα προχωρήσει προς την έξοδο από την κρίση και με το αλαζονικό εγώ του πρώην υπουργού που φέρεται να έχει στην κατοχή του 180 ακίνητα μέσω ισάριθμων offshore. Αλήθεια, δεν φοβήθηκε τίποτα; Δεν φοβάται τίποτα; Θα επιβραβευθεί από τον κόσμο που κατάφερε να τον κοροϊδέψει;
Ένας ανθρωπάκος που δουλεύει όλη του τη ζωή και μαζεύει το πολύ 100.000 ευρώ για να αγοράσει ένα δυάρι στο παιδί του -πρώτη κατοικία- πρέπει να καταβάλει το 10% του ποσού της δωρεάς των χρημάτων και να δηλώσει επίσης πού βρήκε τα λεφτά για την αγορά. Και φοβάται και αγωνιά και πληρώνει και μετά βίας μπορεί να πετύχει μια τέτοια συναλλαγή. Αυτός των 180 ακινήτων δεν φοβάται ούτε θεούς ούτες ανθρώπους; Ούτε λαό; Φωνή λαού, οργή θεού, λέγαμε κάποτε. Κι αυτό θα αλλάξει;
Από το Εγώ, το υπερδιογκωμένο και αλαζονικό της εξουσίας και από το άλλο το μοιρολατρικό και ηττημένο του κόσμου πώς να περάσουμε σε ένα αξιοπρεπές κι έντιμο Εμείς ικανό για το καλύτερο, “εμείς οι ωραίοι ως Έλληνες”;

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" της 3ης Δεκεμβρίου 2010)