Monday, June 28, 2010

Η πολιτική ορθότητα του αρτιμελούς

Ένα βιβλίο αρτιμελές. Με σπουδαία ιδέα και σημαντικό υλικό προς μυθιστορηματική αξιοποίηση. Με ωραία, ζωντανή γλώσσα. Άρτια πλοκή και δομή. Στέρεους χαρακτήρες. Αρτιμελές, λοιπόν. Πρόκειται για το μυθιστόρημα της Σοφίας Νικολαΐδου, "Απόψε δεν έχουμε φίλους" που κυκλοφορεί από το Μεταίχμιο σε μια  ιδιαίτερα καλαίσθητη έκδοση.
Καλύπτει εξαιρετικά ενδιαφέρουσες χρονικές στιγμές και πτυχές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Έχει όλα τα φόντα της ατμόσφαιρας και σχεδόν τα αποποιείται. Έχει όλα τα υλικά των παθών -κυρίως των πολιτικών παθών που σφυρηλάτησαν γενιές ανθρώπων και "έλιωσαν" ή τέλος πάντων οδήγησαν τις ζωές τους- και  σαν να αποστασιοποιείται κι απ' αυτά. Θέλει να μιλήσει για την επίσημη Ιστορία μέσα από τις "μικρές" ατομικές ιστορίες των ηρώων της η μυθοπλασία, αλλά σαν να φοβάται να αγγίξει τις πληγές πιο βαθιά. Ιστορία σημαίνει νυστέρι και αίμα. Η ιστοριογραφία από την άλλη θέλει "cold blood", ψυχραιμία και απόσταση. Όπως αναφέρεται και στο βιβλίο, "...η Ιστορία είναι υπόθεση προσωπική. Πρώτα κοιτάς πού χύθηκε το αίμα σου και ύστερα διαλέγεις πλευρά...".
Δεν "αχνίζει" το αίμα ανάμεσα στις σελίδες και αυτές είναι ήδη ...αιματοβαμμένες. Και δεν μιλάω φυσικά για φτηνή καταφυγή στο αίμα. Αλλά αισθάνομαι ότι η "αρτιμέλεια" έχει στερήσει από το κείμενο χυμούς. Το αποδίδω στην πολιτική ορθότητα ή ίσως σε μια πιο ακαδημαϊκή θεώρηση των πραγμάτων. Στην ανησυχία να μην ξεπεραστούν τα όρια και το μέτρο, ίσως και να μην ενοχλήσει το βιβλίο. Η λογοτεχνία είναι η δουλειά της να ενοχλεί ή τουλάχιστον μπορεί να ενοχλεί και να της επιρρίπτουν την κατηγορία "λογοτεχνία". Να υποθάλπει τη λοξή ματιά, ίσως και την ανάπηρη.
Στην περίπτωση του "Απόψε δεν έχουμε φίλους", ενός πετυχημένου και έντονου τίτλου, αφού η ίδια του η δήλωση και μόνον ήδη κρύβει υπονοούμενα σημαίνοντα για την ελληνική πραγματικότητα, φοβάμαι ότι η αρτιμέλεια της μορφής αφαίρεσε από το περιεχόμενο μιαν ανάπτυξη πιο ενδιαφέρουσα, πιο λογοτεχνική, μιαν αφήγηση λίγο πιο βαθιά στους συμβολισμούς της. Γιατί οι συμβολισμοί υπήρχαν και οι υπόνοιες και τα υπονοούμενα, αλλά έμειναν μετέωρα. Σαν να φροντίστηκε τόσο το κείμενο για να μην φανεί ψυχική ...εμπλοκή. Κάτι που δεν φοβούνται, ας πούμε για παράδειγμα, ο Μωρίς Αττιά ή ο Γιάσμινα Χάντρα, στα νουάρ πολιτικά τους μυθιστορήματα, για να γίνω πιο κατανοητή, και συνεπαίρνουν τον αναγνώστη τους, ακόμη κι αν δεν έχει  αυτός την παραμικρή υποψία για τα πολιτικά ζητήματα στα οποία θα τον εμπλέξουν τελικά.


Sunday, June 27, 2010

"Ο άνθρωπος με τον άνθρωπο"


Του προσφέρει ένα τσιγάρο. Ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος στο Μάνο Κατράκη. Σε μια σκηνή από το "Ταξίδι στα Κύθηρα" του Αγγελόπουλου. Συγκινητική. Όταν τείνει το τσιγάρο της συμφιλίωσης, της κοινής πίκρας, του λέει κάπως έτσι: "Μας βάλανε και πολεμήσαμε. Βγάλαμε τα μάτια μας. Χάσαμε κι οι δυο. Ο άνθρωπος με τον άνθρωπο, ο λύκος με το λύκο".
Σκεφτόμουν την αφήγηση που θέλησε να δώσει σ' αυτόν τον τόπο ο σκηνοθέτης. Με τους συμβολισμούς, τα βάθη και τα ύψη του, τους ανοιχτούς ορίζοντες με τη μακρινή προοπτική. Και ανάμεσα στα τοπία μια οδυσσεϊκή φιγούρα να παλεύει να σταθεί, να βηματίσει, να ταξιδέψει, μέχρι να φτάσει το τέλος των τίτλων της ζωής. Και οι στροβιλισμοί της μουσικής. Της Καραϊνδρου. Να υπάρχουν και μετά το "THE END".
Κι από την άλλη η πραγματικότητα. Σήμερα. Ο άνθρωπος να στέλνει στον άνθρωπο φονικά δέματα. Και να τον εξολοθρεύει. Για πάντα. Σε μια φονική "ιλιάδα" για ένα αδειανό πουκάμισο. Και ποιος, κυνηγάει το δέρμα φιδιού, δηλητηριασμένος από τη βία. Κρίμα. Οι ορίζοντες είναι εκεί οι ίδιοι και η μουσική παίζει, αλλά ξεκουφαίνει ένα απαιτητικό εγώ που δεν σκέφτεται, δεν συγκινείται, δεν, δεν, δεν, και σπρώχνει από τους ανθρώπους να βγει και να πάει στις αγέλες των θηρίων. Και ποιος...

Monday, June 21, 2010

Δρόμος, με βρώμικες ελπίδες

Δέκα και μισή το πρωί. Στην Αχαρνών. Σε ένα σκιερό της σημείο, κάτω από τα δέντρα που τα φυσούσε το δροσερό αεράκι. Ένας πατέρας οκλαδόν με τους δυο μικρούς του γιους. Μοιράζονται ένα καρβέλι ψωμί. Κυριολεκτικά. Δεν είναι κινηματογραφικό πικ-νικ στα πάρκα της Νέας Υόρκης. Είναι επιβίωση στα πεζοδρόμια της Αθήνας. Κατευθείαν ξεπήδησαν από μέσα μου οι εικόνες του Κόρμακ ΜακΚάρθι από το "Δρόμο" του. Ο ήρωας και ο μικρός του γιος στην κοσμογονική τους περιπέτεια. Σαν και τούτης της τριάδας στα γκρίζα πλακάκια. Απλωμένες λευκές χαρτοπετσέτες. Ολοκάθαρες. Σαν τις ελπίδες τους. Περιστέρια έτοιμα να φύγουν. Τα χαμόγελα των πιτσιρικιών μπροστά σε ένα μπουκάλι κόκα κόλα.


Sunday, June 20, 2010


"...Το διψαλέο δράμα: Η ζωή
να είναι μέσα μας και έξω από μας!"


Νίκος Καρούζος,
απόσπασμα από το ποίημα "Διασπάσεις",
συλλογή "Λευκοπλάστης για μικρές και μεγάλες αντινομίες" (1971),
"Τα ποιήματα", Τόμος Α΄ (1961-1978), Ίκαρος

Tuesday, June 15, 2010

Ψυχρολουσία

Κάτι σάπιες σαγιονάρες. Αυτές είδα πρώτα. Κίτρινες, ζητώντας λίγο ήλιο. Όχι άλλο ήλιο. Την έφαγε αυτός στο φανάρι. Ο ήλιος. Καίνε. Τα τσιμέντα κι οι εξατμίσεις. Είδα τη μικρή που κανονικά θα είχε διακοπές από το σχολείο, αλλά δεν πάει σχολείο. Μένει στα φανάρια. Να ρίχνει ένα μπουκάλι νερό στο κεφάλι της. Σε μια σκιερή γωνία. Και να πλένει το πρόσωπό της. Μ' αυτό. Έκλαιγε. Απηυδησμένη. Κι έχυνε το παγωμένο νερό πάνω της. Κι άντε εσύ μετά με πέντε κόλλυβα-λέξεις να ρίξεις νερό στο δικό σου κεφάλι, μπας και δροσιστεί εκείνη. Μάταιη ψυχρολουσία.

Saturday, June 12, 2010

Το δέλτα του λάμδα μου

Είχαμε να τον δούμε πολλά χρόνια. Εγώ να πω την  αλήθεια, δεν τον πρόσεξα ότι πέρασε δίπλα μας, χάζευα κάτι παπούτσια στη βιτρίνα. Έχω καιρό να κυκλοφορήσω έξω και κοιτάω τον κόσμο σαν καινούριο. Η κολλητή μού ψιθύρισε τόσο ανεπαίσθητα το όνομά του που δεν άκουσα. Μας προσπέρασε και προπορευόταν. Ακόμη δεν είχα καταλάβει. Είναι που κοκορευόμουν προηγουμένως για την παρατηρητικότητά μου. Καλά να πάθω. Ήταν αρκετά μακριά μας. Τον χάσαμε από τα μάτια μας. Θυμηθήκαμε όμως μαζί του τα 12-13 χρόνια που έχουν περάσει από τότε. Που έγινα φίλη με την κολλητή μου, τι ρούχα φοράγαμε, πώς είχαμε τα μαλλιά μας. Τι ανοησίες σκεφτόμασταν. Πόσα έχουν γίνει. Πόσα έχουμε ξεχάσει.
Και πηγαίναμε τόσο αμέριμνες που τελικά πήραμε τον ίδιο δρόμο με κείνον και τον φτάσαμε. Άθελά μας. Βρεθήκαμε ξαφνικά δίπλα του. Μιλούσε στο κινητό. Με μια φωνή αγενέστατα -σαν έφηβες- του απευθυνθήκαμε χορωδία. Όπως θα κάναμε στην τάξη πριν τόσα χρόνια, με μια φωνή. Ευτυχώς θυμήθηκα το"ν" στο "γκ" του ονόματός του, είχε φάει τόσα μαθήματα να μάθουμε σωστά την εκφορά. Και η Χ. το θυμήθηκε, την άκουσα. Εκείνος βιάστηκε να κλείσει αλαφιασμένος το τηλέφωνο. Τελικά τολμάς να μιλήσεις στο παρελθόν όταν σε προσπερνάει, έχει προτεραιότητα έναντι του παρόντος.
Ποιες είστε; Ποιες είμαστε; Παιχνιδιάρικα του απαντάς ότι άμα μιλήσω λίγο ακόμα -με καλά επιλεγμένες λέξεις- θα με καταλάβετε. Και ακούς το όνομά σου. Σοκαριστικά. Το ποια ήσουν και είσαι ακόμα. Και να, σε δείχνει με το δάχτυλο. Αυτή είσαι. Αυτή που ξεστόμισε μόλις. Ήταν που μας έλεγε στη σχολή ότι δεν θυμάται -εύλογα- ονόματα μαθητών μετά από χρόνια και κάνει το κολπάκι ρωτώντας το μικρό τους όνομα, τάχα μου ότι θυμόταν το επίθετο, ελπίζοντας να μην φανεί η αδυναμία του. Δεν το έκανε το κολπάκι. Και το περιμέναμε. Ακόμα και το παρελθόν σε εκπλήσσει. Όλα τριγύρω αλλάζουνε...
Θυμήθηκε το μικρό μου. Ακαριαία. Λόγω του δέλτα του λάμδα μου που τον προβλημάτισε δυο χρόνια τότε. Με κοίταξε ανασηκώνοντας τα γυαλιά του όπως παλιά που προσπαθούσε να εξηγήσει αυτή την ιδιομορφία. Ούτε λάμδα Πελοπονήσσου ούτε λάμδα Θεσσαλονίκης. Δικό μου λάμδα. Εκείνος είχε εντοπίσει μέσα λίγο δέλτα.
Σκεφτόμουν ότι δεν έκανα πια τις ασκήσεις να βελτιωθώ. Το δέλτα του λάμδα μου έμεινε. Και πάνε τόσα χρόνια. Μπορεί να έχει απαλυνθεί. Εκείνος  ομως μπορεί να το ακούσει. Και να με αναγνωρίσει. ...κι όλα τα ίδια μένουν. Τουλάχιστον έχω βελτιώσει τους εμφαντικούς τονισμούς, τα μπε, ντε, γκε, αλλά ακόμα προσπαθώ να αποφεύγω τα λι, ακόμα κι από το επώνυμό μου.
Αγωγή του λόγου, όπως λέμε συναισθηματική αγωγή.

Friday, June 11, 2010

"Acting out"





Οι σπουδαστές του τμήματος
Λογοτεχνικής και Θεατρικής Μετάφρασης
της σχολής «γλωσσολογία» (Μεθώνης 44, Εξάρχεια)
παρουσιάζουν, την Τρίτη 15 Ιουνίου στις 8.30 μ.μ., 
σε επιμέλεια Δέσποινας Λάμπρου,
ένα λογοτεχνικό δρώμενο με τίτλο 
 «Acting οut»

Μια πρόταση ανάγνωσης
της νουβέλας της Σταυρούλας Σκαλίδη
«Κρέας από σταφύλι», Εκδόσεις Πόλις

Friday, June 04, 2010

"Το γράψιμο ως τρόπος επιβίωσης"

"...Ο άνθρωπος δεν θέλει να βλέπει τα ελαττώματα και τα μειονεκτήματά του. Ο άνθρωπος βρίσκει πάντα τρόπο και αυθυποβάλλεται και αυταπατάται. Ο άνθρωπος πιστεύει στα ψέματα που επινοεί και τον βολεύουν, αλλιώς η ζωή μάλλον δεν υποφέρεται. Ο άνθρωπος είναι το δίποδο ον, που έχει την ικανότητα να ξεγελάει τον εαυτό του μέχρι αηδίας..."



Μια αφήγηση που μπορεί στην εντέλεια να "εξηγήσει" στο σημερινό αναγνώστη, γιατί η Ελλάδα προτού βιώσει την τωρινή οικονομική και δημοσιονομική της κρίση, προηγουμένως είχε καθρεφτιστεί σε ένα κατακερματισμένο κάτοπτρο, αναζητώντας την ταυτότητά της. Τη νεοελληνική της υπόσταση. Αυτή την αμφιλεγόμενη και σκανδαλώδη ύπαρξη που βυθίζεται στην  ευτέλεια και την ευκολία.
Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που είχε κυκλοφορήσει πριν από εφτά χρόνια. Η επανέκδοσή του τώρα πιο καίρια από ποτέ θυμίζει πού κοιτάξαμε τον εαυτόν μας την προηγούμενη δεκαετία και πώς σχηματίσαμε την εντύπωση για το ποιοι είμαστε. Αλήθεια, ποιοι είμαστε;
"Η επινόηση της πραγματικότητας" του Βαγγέλη Ραπτόπουλου από τις εκδόσεις Κέδρος. Δεν θα γράψω λέξη για την υπόθεση του βιβλίου. Είναι αρκετά έντονη και ιντριγκαδόρικα απλωμένη από το δημιουργό της, ώστε σε 671 σελίδες να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, αν και μοιάζει ότι δεν θα μπορούσε να τον ενδιαφέρει με τίποτα, παρά με τη μορφή αυτής της ισχυρότατης ειρωνείας που επιστρατεύει ο Ραπτόπουλος για να πει ό,τι τον πνίγει, ό,τι τον ερεθίζει, ό,τι τον ενοχλεί, ό,τι τον αφήνει έκπληκτο απ' αυτό το κομφούζιο της ελληνικής καθημερινότητας. Παίρνει το νυστέρι και σημαδεύει, κόβει τόσο ώστε να φτιάξει χαρακιές εθισμένου στον αυτοτραυματισμό αρρώστου. Γιατί αυτό κάνει: μας δείχνει την πληγωμένη πλευρά αυτού του νεοελληνικού κόσμου -προτού καταλάβουμε μόνοι μας πόσο πληγωμένοι είμαστε-, φτιάχνοντάς μας φουτουριστικά αφηγηματικά σχέδια πάνω στο πετσί μας. "...Να επινοήσω μια νεολληνική πραγματικότητα, μέσα στην οποία θα μπορώ εν συνεχεία να ζήσω. Το γράψιμο ως τρόπος επιβίωσης, υπό κάθε έννοια... Με την έννοια του να κερδίζεις, όχι τα προς το ζην, αλλά το ίδιο το ζην. Να γράφω για να ζω και να ζω για να γράφω...".
Το ενδιαφέρον είναι ότι το μυθιστόρημα έχει βασιστεί σε πάσης φύσεως υλικά και όχι σε ένα τεράστιο θέμα, όπως υπαινίσσεται με την κάθε είδους λογοτεχνική διακειμενικότητα που θέλει να πλέξει. Πρόκειται για μια λογοτεχνία εξωστρεφή. (Οπως λέει και ο Σωτήρης Δημητρίου, "η ποίηση μας εσωστρέφει και η πεζογραφία μας εξωστρέφει").  Που θέλει να μιλήσει με τον αναγνώστη της και το επιδιώκει αυτό παντοιοτρόπως. Με τον μπαϊλντισμένο από το "Νεοελληνιστάν", έχει να του εξιστορήσει τα κοινά τους προβλήματα. Με τον απλό παρατηρητή του φαινομένου, έχει να μοιραστεί την αποστασιοποιημένη ειρωνεία. Με το συγγραφέα ή λογοτεχνίζοντα ή τέλος πάντων επί των λογοτεχνικών αναρωτώμενο, έχει να τον τσιγκλίσει με συγγραφείς και φόρμες και νοήματα και διαστάσεις και κοινή αγωνία. Με κείνον που θέλει απλώς να διαβάσει μια ιστορία, έχει να του την πει και μάλιστα στο έπακρο, με εξουσία, βία, σεξ και αγωνία.
Και ακροβατεί: ανάμεσα σ' αυτό το νεοελληνικό υβριδικό κόσμο που έχει ως υλικό του το βιβλίο και την αμερικάνικη μεγάλη αφήγηση που θέλει να φέρει στα μέτρα της και να την οικειοποιηθεί. Εδώ υπάρχει και το κρίσιμο μεταίχμιο. Μπορούν να συναντηθούν ποτέ αυτές οι επιδιώξεις; Η χρυσή τους τομή υφίσταται; Με προβλημάτισε το βιβλίο ακριβώς πάνω σ' αυτό. Η συγγραφική περσόνα που κάνει την εμφάνισή της ως ήρωας της υπόθεσης του μυθιστορήματος προσπαθεί να ανταλλάξει ...την Ελλάδα που του αναλογεί, για λίγη Αϊόβα...
Η δύναμη του βιβλίου του Ραπτόπουλου που το θεωρώ το καλύτερό του από τα υπόλοιπα μυθιστορήματα που εξέδωσε την επταετία που μας πέρασε, είναι τα ερωτηματικά που θέτει σ' αυτόν που θέλει να ερμηνεύσει τη νεοελληνική πραγματικότητα αλλά και τη σύγχρονη γραμματεία, κατά κάποιον τρόπο. Ψάχνει να εντοπίσει τις συνδέσεις. Ο μοναχικός πλανήτης αυτού του συγγραφέα είναι το ενδιαφέρον ότι βρίσκεται ανάμεσα στο πλήθος, τροφοδοτείται απ' αυτό και καγχάζει ότι δεν υπάρχει κανένα νόημα πάρα το "απλό, γελοιωδώς απλό: πεθαίνεις στο τέλος".

 *
Από εδώ και κάτω απλώνεται ο προβληματισμός που ενέσκηψε από την ανάγνωση του βιβλίου του Ραπτόπουλου και δεν ξέρω αν έχει πια να κάνει με αυτό καθεαυτό.
Έχω την αίσθηση ότι λογοτεχνικά στη μικρή Ελλάδα -τη γεμάτη απέραντες ατομικότητες- επιβιώνει το ξεχωριστό που έχει εισπνεύσει την οικουμενικότητα και την έχει κάνει κτήμα της ύπαρξής του, λόγο της ύπαρξής του, δηλαδή το αρχετυπικό, το αρχέγονο, το υπό μία έννοια μεταφυσικό, το βαθιά υπαρκτικό. Στην καταδυναστευμένη από τη μαζικότητα Αμερική προσπαθεί μέσα από την υιοθέτηση του ξεχωριστού, του ιδιαίτερου, του απολύτως ατομικού να υπάρξει η λογοτεχνική ματιά. Προκειμένου να λάμψει πάνω από τη μάζα. Και να ακουστεί η φωνή της. Και να την τιθασεύει τη μάζα, να κυριαρχήσει πάνω της. Στην Ελλάδα δεν το είχαμε ανάγκη  να το υιοθετήσουμε δημιουργικά -για χρόνια τουλάχιστον- ως ψυχισμός όλο αυτό. Δεν ξέρω παρακάτω. Ως αναγνωστικό κοινό θέλουμε ίσως να ακούσουμε το Ροθ που θα μας πει ότι νομίζει ότι είναι βυζί, αλλά δεν μας ενδιαφέρει (;), δεν μας έχει απασχολήσει και πολύ να σκεφτούμε να γράψουμε σαν κι εκείνον κάτι τόσο τραγελαφικό για να κερδίσουμε το μερίδιο της ...Αϊόβα που μας αναλογεί. Ίσως.
Αντιγράφω τις λέξεις του Γιώργου Χειμωνά από το κείμενο με τίτλο "Η βιογραφία της όρασής μου" (Από τον εξαιρετικά πολύτιμο τόμο με τα "ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ" του Γιώργου Χειμωνά που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη, με εισαγωγή, επίμετρο και χρονολόγιο του Ευριπίδη Γαραντούδη): "...Πιστεύω πως ο σκοπός της Τέχνης είναι ένα πράγμα πάρα πολύ συγκεκριμένο. Η Τέχνη είναι για να παίρνει στα χέρια της το ανεκπλήρωτο όραμα του ανθρώπου, μια φυσική ίσως αθλιότητα, δεν είναι απλά κοινωνική ή περιπτωσιακή. Είναι και αυτά, αλλά μαζί είναι και κάτι άλλο πιο οριστικά αδικημένο. Η Τέχνη είναι για να παίρνει στα χέρια της αυτή την αθεράπευτη στέρηση του ανθρώπου, να τη δουλεύει και να την επιστρέφει πάλι στους ανθρώπους. Αλλά αυτή τη φορά να την παραδίδει μέσα σε μια λαμπερή φαντασμαγορία, τεντωμένη από ένα δίκαιο όσο και συγκινητικό μεγαλείο, μέσα σε μια απέραντη ευφορία...".