Monday, May 31, 2010

Ποιο χέρι τρέμει πιο πολύ;

Τι να περνάει από το νου εκείνου που θα γίνει δολοφόνος;
Κι εκείνου που σφαγιάζεται την ίδια ώρα;
Ποιο χέρι τρέμει πιο πολύ;
Ποιανού το φυλλοκάρδι σκίζεται για πάντα;

Κι εσύ που θα πατήσεις τα αίματα και τα κομμένα κορμιά
με τις λερωμένες πατούσες, πού θα πας;
Ποια μάνα θα σου πλύνει τα πόδια;
Ποια θα στα σκουπίσει με τα μαλλιά της;

Μια άλλη, δική σου κι εκείνη
μάνα
θα σε κοιτά απ' το σκοτάδι
με παγωμένο
δάκρυ.

Στέρεψε.

Για το παιδί που της πήρες.

Στέρεψε ο κόσμος.
Για σένα που έφυγες μακριά της.

Κι αγάπη άλλη πού να δεις;

Ποια γάζα να σε τυλίξει;
Πληγωμένο κουφάρι.
Χωρίς ψυχή.
Εσύ.
Που έσκισες τη Γάζα
και φασκιώθηκες
για πάντα
τη μούμια
του θανάτου
που έσπειρες.

Όχι μόνον εδώ.
Όχι μόνο για τώρα.




"Τα λογιστικά και η ηθική της Ευρώπης"



Διαβάστε κι εδώ


και αυτό



Thursday, May 27, 2010

"Οι λέξεις, όπως σώζουν, μπορούν και να σκοτώσουν"

"...εμένα πάντα με ενδιαφέρει το καινούριο, το εγκαταλειμμένο, το επικείμενο, αυτό που ποτέ δεν θα υπάρξει...".

Έχω την αίσθηση ότι οι αμερικανοί συγγραφείς πορεύονται με τις "μεγάλες" τους αφηγήσεις σε όγκο και ποικιλία θεματολογίας, όχι τόσο για να μείνουν πιστοί στο δόγμα του μεγάλου θέματος που φέρουν στη μικραίωνη -και ουχί μακραίωνη- παράδοση της λογοτεχνίας τους, αλλά για να κατορθώσουν να ξεφύγουν από τη μαζικότητα που τους πνίγει, σε επίπεδο χώρας, νοοτροπίας, σκέψης. Το προσωπικό στοιχείο επιχειρείται να γίνει οικουμενικό και η φόρμα που αναπτύσσει ο κάθε δημιουργός, διαθέτει μια ευφάνταστη συνοχή ως προς την κοινή αγωνία: να διασωθεί η ανθρωπινότητα μέσα στη μάζα.
Διαβάζοντας μια τέτοια αφήγηση, από τις λεγόμενες "μεγάλες" και σε μέγεθος αλλά και σε φιλοδοξία να κρατήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, της αμερικανικής λογοτεχνίας, το μυθιστόρημα του Ρίτσαρντ Φορντ που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις εκδόσεις Πατάκη, με τίτλο "Η χώρα, όπως είναι" και σε μετάφραση Σπύρου Τσούγκου, απέκτησα την εντύπωση ότι οι αμερικανοί λογοτέχνες εξασκούνται στην παρενδυσία του συναισθήματος, με την ενοχή μην προδώσουν την πλοκή και την ιστορία. Το ερώτημα μού προέκυψε αντίστροφα: γιατί οι ευρωπαίοι συγγραφείς δεν αγωνιούν τόσο γι' αυτό; Το ενδιαφέρον με τη σύγχρονη αμερικανική λογοτεχνία είναι ότι αρπάζεται τόσο από την κοινωνική ζωή, την οικονομική κατάσταση, το πολιτισμικό ψηφιδωτό, την κατάσταση τέλος πάντων αυτού του κόσμου, προκειμένου να διατυπώσει την ίδια υπαρξιακή αγωνία με την άλλη πλευρά του Ατλαντικού που όμως δεν φαίνεται να την απασχολεί τόσο ο τρόπος που θα πει την αλήθεια της, όσο το να την πει. Σε αντίθεση με την Αμερική. Που σαν να φοβάται να παραδεχτεί το αληθινό της πρόσωπο και γι' αυτό χρησιμοποιεί τα τόσο ανάγλυφα σμιλεμένα με τέχνη και ειρωνεία λογοτεχνικά της προσωπεία. Ευτυχώς. Γιατί γεννά απολαυστικές αφηγήσεις. Με ιδιαίτερο ύφος και προσωπικότητα, προκειμένου να επιζήσουν στον αφανή, μαζικό πολτό αυτής της χώρας, το χωνευτήρι της, να ξεχωρίσουν από τους πολλούς για να υπάρξουν.
*
Ένα ξεχωριστό βιβλίο είναι κι αυτό του Ρίτσαρντ Φορντ. Ο συγγραφέας κατορθώνει να σε κάνει να ταυτιστείς με τον μεσήλικα ήρωά του, που πάσχει από καρκίνο του προστάτη, έχει χάσει ένα γιο σε μικρή ηλικία και ζει την προσωπική του τραγωδία, μέσα από την πληγωμένη του οικογένεια και ψυχή, βιώνοντας αυτή την εξωτερική, αμερικάνικη καθημερινότητα. "Η χώρα, όπως είναι", είναι ένα ακόμα κομμάτι του κόσμου, που τείνει το μεγεθυντικό και παραμορφωτικό του φακό από πάνω ο συγγραφέας, προκειμένου να ανιχνεύσει και εν τέλει να αναδείξει, μη ορατές, μη προφανείς πλευρές αυτού του πλάσματος που είναι ο άνθρωπος και κουβαλά στην πλάτη του ασθμαίνοντας την ύπαρξή του. Ο οδοιπόρος. Ο λυπημένος. Ο απογοητευμένος. Ο ματαιωμένος.
Με το ρόλο του μεσίτη εδώ ο κεντρικός ήρωας αποκαλύπτει το αθέατο που υπάρχει και έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. "...Ο διάβολος, φυσικά, βρίσκεται στις λεπτομέρειες, ακόμα και στις λεπτομέρειες των τρυφερών μας αισθημάτων...". Μια ιστορία που κρατάει την ανάσα του αναγνώστη μέχρι το τέλος. Η αγωνία του Φρανκ Μπάσκομπ γίνεται και αγωνία του αναγνώστη. Μέχρι και τις τελευταίες σελίδες. Πολύ γοητευτικό μυθιστόρημα, με ενδιαφέρουσα οπτική που κατορθώνει να ξυπνήσει στον αναγνώστη τα δικά του ερωτήματα για την κλειδωμένη πόρτα που κρατά με τη δική του οικογενειακή τραγωδία ή απώλεια, με τη δική του υπαρξιακή αγωνία.

Wednesday, May 26, 2010

"ελληνικά ονόματα"


Κυκλοφορεί η συλλογή διηγημάτων με τίτλο "ελληνικά ονόματα" από τις εκδόσεις Κέδρος, με πρόλογο του Μένη Κουμανταρέα.
Η ιδέα και η επιλογή των συγγραφέων ήταν του Βαγγέλη Ραπτόπουλου. Εμφανίζονται με αλφαβητική σειρά, με τις ιστορίες τους οι: 
Βασίλης Αμανατίδης: Ντοκουμέντα από μια τελετή έναρξης (Δημήτρης Παπαϊωάννου)
Νίκος Αδάμ Βουδούρης: Με τα σύμφωνα πάντα φροντισμένα (Βέρα Ζαβιτσιάνου)
Σπύρος Γιανναράς: Βακαλόπουλος συνοδηγός (Χρήστος Βακαλόπουλος)
Δήμητρα Κολλιάκου: Το Νεραντζοφίλημα (Νίκος Σκαλκώτας)
Μαρία Κωτίδου: Ο Εραστής (Μελίνα Μερκούρη)
Δημήτρης Μαμαλούκας: Νίκος Κακλαμανάκης: Με τη λάμψη στα μάτια
Λευτέρης Μαυρόπουλος: Αριστείδης Παγκρατίδης: Ο δράκος του Σέιχ Σου
Παύλος Μεθενίτης: Δισθανής (Άγγελος Σικελιανός)
Κάλλια Παπαδάκη: Ο ληστής Νταβέλης
Σταυρούλα Σκαλίδη: Η Χαμένη Φράση (Νίκος Καζαντζάκης)
Κωνσταντίνος Τζαμιώτης: Αλίκη (Αλίκη Βουγιουκλάκη)
Βάσια Τζανακάρη: Λένα Πλάτωνος: Η Ευτυχισμένη Πριγκίπισσα
Μαρία Φακίνου: Ή έρωτας ή τίποτα (Γεώργιος Βιζυηνός)
Νίκος Χρυσός: Συνάντηση μ’ ένα φύλλο (Γιώργος Μπουζιάνης)

Γράφει στον πρόλογό του μεταξύ άλλων ο Μένης Κουμανταρέας: "...Διαβάζοντας τους συγγραφείς αυτού του τόμου, έχω την εντύπωση ότι με το πρόσχημα να μιλήσουν για παλιά και γνωστά πρόσωπα, έχουν να μας πουν νέα και άγνωστα πράγματα, που εγώ τουλάχιστον ως παλαιότερος δεν τα είχα υποπτευθεί..."

 

Friday, May 21, 2010

Ψυχοσάββατο

Με έβαλε να γράψω σε χαρτί τους παπούδες, τους πεθαμένους θείους και θείες. Κι έναν σταυρό πάνω πάνω, να +. Να που κάπου χρησιμεύει η γραφή μου. Να διαβαστούν τα ονόματά τους στην εκκλησία. Να γράφεις πια το ίδιο σου το όνομα. Μόνο που αντιστοιχεί στη γιαγιά. Και ο τάφος του παππού με το όνομά του ανορθόγραφο στην πλάκα. Άμα ήμουν στη θέση του, θα γύρναγα πίσω να το διορθώσω. Της λέω, τι θα τους πας; Τι να τους πάω; και στάζει λεπτή γραμμή μια ειρωνεία στην άκρη των χειλιών της.
Η γιαγιά με είχε μάθει να παίρνουμε καθε σάββατο απόγευμα σβάρνα το νεκροταφείο. Και δη στα ψυχοσάββατα. Πότε βγαίνουν οι ψυχές πότε μπαίνουν λέει πίσω, γυρνάνε στη θέση τους. Ψυχές είναι, ό,τι θέλουν κάνουν. Τώρα, λέει, θα μπουν. Πού; Στην πλάκα;
Η αγαπημένη μου βόλτα ως παιδάκι, λοιπόν, ήταν το νεκροταφείο. Τόση καθαριότητα δεν βρίσκεις ούτε στον παράδεισο. Στα σίγουρα. Φόραγα τα καλά μου, θυμάμαι ένα φουστάνι με τιράντες και πεταλούδες που στριφογύριζα κι ένιωθα σπανιόλα, έπαιρνα τη γιαγιά από το ζαρωμένο της χέρι και πηγαίναμε. Λιβανίζαμε τους τάφους, τρώγαμε νόστιμα μυρωδάτα κόλλυβα -μόνο από τα δικά μου θα τρως έλεγε, τα άλλα μπορεί να είναι ξινισμένα- που τα τοίμαζε μια βδομάδα, με πλύσιμο και άπλωμα σε λευκές καθαρές πετσέτες για τις σταφίδες. Με ρόδια, αχ, τα ρόδια, αυτά διάλεγα στο στάρι και μαϊντανό και κόλιαντρο που κόλλαγε στα δόντια και μύγδαλα και καρύδια. Λιχούδικο παιδί, μια φορά είχα κόψει γιατί το νόμιζα ψωμάκι σκέτο, την τραγανή γωνία από το πρόσφορο και έπαθε κρίση, ακόμα το θυμάμαι. Και πήγαινα στο νεκροταφείο και γύρναγα στος τάφους και διάβαζα δυνατά ονόματα και ημερομηνίες. Και κείνη, άμα είμαστε μόνες μας μου έλεγε την ιστορία του. Άμα. Άμα ήτανε κι άλλες "θείες", με στέλνανε για θελήματα, σύρε να μου φέρεις ένα κερί από μέσα, σύρε να ζητήσεις ένα καρβουνάκι από κει, σύρε, σύρε, σύρε. Πάλι εγώ;
Και το ωραίο μου φουστάνι μου το έπαιρνε ο αέρας. Φυσάει δαιμονισμένα στο νεκροταφείο. Κι έχει και την ωραιότερη δύση του ήλιου. Μια τέτοια ξεπροβοδίσαμε τον παππού, με την καλύτερη θέα. Εκείνη έφυγε σε μια ιλαροτραγωδία. Μετά. Αυτό θα πει να ξέρεις να φεύγεις από τα πράγματα και τους ανθρώπους. Την ώρα που πρέπει. Κι εκείνος ήξερε.
Στα χείλη μου η γεύση από το ψωμάκι με γλυκάνισο της κυρα-Βαγγελιώς για να θυμηθούμε και να συγχωρέσουμε. Ψυχοσάββατο αύριο. Θα φύγουν, λέει, πάλι. Μωρέ, φεύγουν και ποτέ;

Monday, May 17, 2010

Άγρια χαρά παιδιού

Ο πιτσιρίκος, τεσσάρων-πέντε ετών, θα 'ναι δεν θα 'ναι, σπρώχνει με κόπο το ιδιότυπο πατίνι του στην ανηφόρα. Ήχος από καρότσι. Ούτε καρότσι. Ένα ποδήλατο σχεδόν βρεφικό. Ροζ. Με μόνη λεπτομέρεια τις ρόδες. Το περπατάει το πατίνι. Είναι μεγάλος γι' αυτό. Και μελαμψούλης, σοκολατένιος. Δεν καταλαβαίνω τα λογάκια του. Μόνο η μάνα μου μιλάει μαζί του. Είναι η δική τους γλώσσα. Μαμά εκείνη, παιδί αυτός. "Γεια σου", της λέει, "Τι κάνεις;". Ο μικρούλης. Σπρώχνει ασθμαίνοντας το καρότσι-πατίνι-ποδήλατο. Στην ανηφόρα μου. Δική μου ανηφόρα. Με το άγριο τσιμέντο. Και αφήνεται με άγρια χαρά παιδιού που αλαλάζει την ελευθερία του στην κατηφόρα.  Την κατηφόρα μου. Την κατηφόρα του. Απόλυτη ελευθερία.
Δεν θα την ξαναβρεί πιθανόν παρακάτω. Κι εγώ το ξέρω. Δεν θα του το πω. Εγώ που ανησυχώ, γιατί θα παραμείνει μάλλον νομάς, χωρίς γραπτή γλώσσα, χωρίς σχολείο, ίσως η παραβατικότητα να γίνει προέκταση της τωρινής του ελευθερίας. Ποιος σου ΄πε ότι για να ΄σαι ευτυχισμένος χρειάζεσαι και γλώσσα που τη γράφεις; Ίσως να φτάνει εκείνη που μιλάς και τραγουδάς, που αναπνέεις το σούρουπο στην κατηφόρα μαζί της, σπρώχνοντας τα ρουλεμάν σου, τα ροδάκια σου, τα επικουρικά σου οστάρια....


*****Ακούστε κι αυτή τη φρεσκάδα εδώ.


Wednesday, May 12, 2010

Φλου (flu) - Η γρίπη των φλου

Κάποτε εμφανίζονται κάτι-κάποιοι φλου μπροστά μας, μάς κόβουν τη μισή θέα, πείθοντάς μας ότι αποτελούν ολόκληρο το δάσος. Κάποτε. Και αγωνιζόμαστε από τόσο κοντά να τους εξετάσουμε, λες και γίναμε πρεσβύωπες πριν την ώρα μας. Μας ρουφάνε το οπτικό μας πεδίο και μας πείθουν με το μισό προσωπείο που μας εμφανίζουν και φυσικά εμείς διψάμε να το πιστέψουμε, ότι εμείς δεν είμαστε για παραπέρα. Ότι το κοντόφθαλμο και λίγο και μισό μας αξίζει.
Επειδή, όμως, το γονίδιο του μύωπα ζει στην ψυχή μας, από συνήθεια, από περιέργεια, γιατί έτσι μπορούμε, βρε αδερφέ, να δούμε τελικά τον κόσμο, βγάζουμε τα γυαλάκια μας, πλησιάζουμε  για να ψηλαφίσουμε αυτά τα καταραμένα τα φλου, μισοκλείνοντας τα ματάκια μας, και τι να δούμε; (Ναι, βρε, ακόμα βλέπουμε, έστω και με την παραγνωρισμένη μας αφή). Δεν υπάρχουν πια. Κενό. Άπλα. Δρόμος. Μονοπάτι. Λεωφόρος. Αεροδρόμιο για απογείωση. Θάλασσα ανοιχτή για πλεύση.
Τρίβουμε τα μάτια μας με τις γροθιές μας και προσπαθούμε να πιστέψουμε το θαύμα. Το θαύμα της απομάγευσης. Φοράμε τα καθαρά μας γυαλιά ή έστω τους φρέσκους και λαμπερούς φακούς επαφής μας και ναι, μπορούμε πια να δούμε ολόκληρη την εικόνα. Ακόμη κι αν το δάσος είναι πιο μακριά μας. Ακόμη κι αν έχουμε να διασχίσουμε ένα χλοερό και δροσερό και ανοιξιάτικο λιβάδι, έτσι για να ξελαμπικάρουμε πριν ξαναμπούμε στα σκοτάδια του δάσους. Στα ανακουφιστικά του ξέφωτα και στους βαρείς του ίσκιους.
Το δάσος θα μας περιμένει, αλλά ας μπούμε σ' αυτό γνωρίζοντας ότι περάσαμε τη γρίπη των φλου που δεν μας άφησε και ακροαστικά, απλώς μια υγρασία παραπάνω στα μάτια λόγω πεπαλαιωμένου πυρετού. Είναι το φυσικό μας εμβόλιο για παρακάτω. Άμα δεν μπολιαστούμε με το φλου, πώς θα αναγνωρίσουμε το ξεκάθαρο, με τις αδρές του γραμμές και τις πάμπολλές του λεπτομέρειες;



Tuesday, May 11, 2010

Αντιπαραβολή

Έχουμε τίποτα άλλο να αντιπαραβάλλουμε στη μιζέρια και τη σήψη γύρω μας εκτός από την καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας; Τη βούληση να είμαστε ο καλύτερος εαυτός μας ο καθένας ξεχωριστά;



Friday, May 07, 2010

Ο Αχέροντας του αίματος

Στον Θανάση Τριαρίδη

Δεν σε περνάει απέναντι πια ο Ερμής.
Δεν σε περνάει απέναντι με νόμισμα ο Χάροντας στα δόντια ή στην τσέπη. 
Δεν σε περνάει.
Ποτάμια αίματος σε πάνε στο σκοτάδι.
Ποτάμια.
Από φωτιά.
Που σιγοκαίει.
Γιατί;
Και φουντώνει
με μια βόμβα στα Πατήσια εδώ,
με δυο μπουκάλια στη Σταδίου εκεί.
Κι ο Αχέροντας δεν έχει τελειωμό.
Δεν είναι πράσινες οι όχθες που αφήνεις, 
είναι μαύρες άβυσσοι
με στάχτη 
που κάθεται στα πλεμόνια
και σε πνίγει.
Το αίμα σου σκορπισμένο
στα τσιμέντα
γίνεται άνθη που αφήνουν οι μουγγοί.
Και μυρίζουν καμένη σάρκα.
Τους πήρε τη μιλιά
η φωτιά.
Κι ο Αχέροντας του αίματος
ρέει.
Και παίρνουν την άμμο του
και χτίζουν πλίθινα οχυρά
για να σωριαστούν
και να πλακώσουν κι άλλους.
Κάτω από το αίμα.
Πέρα από το αίμα.
Τι υπάρχει εκεί;
Πέρα από την καρδιά που στάζει στάχτη
τι είναι;
Ποιος μικρός και ποιος μεγάλος;
Ποιος άνθρωπος και ποιος θεός;
Κάτω από το αίμα.
Κι ο Αχέροντας κυλάει.

Δεν σε περνάει απέναντι πια ο Ερμής.
Δεν σε περνάει απέναντι με νόμισμα ο Χάροντας στα δόντια ή στην τσέπη. 
Δεν σε περνάει.
Ποτάμια αίματος σε πάνε στο σκοτάδι.


Thursday, May 06, 2010

Tuesday, May 04, 2010

"Riders to the sea"


Έχει πέσει στα χέρια μου το πρόγραμμα του θεάτρου Σφενδόνη για το θεατρικό έργο "Καβαλάρηδες στη θάλασσα" του Τζων Μίλλινγκτον Συνγκ, σε επιμέλεια της Δέσποινας Λάμπρου. Με εντυπωσίασε που ένα θεατρικό πρόγραμμα θέλει και μπορεί να αποτελεί μια τόσο καλαίσθητη αυτονομη έκδοση. Ένα βιβλίο που δίνει το έναυσμα σε κάποιον να γνωρίσει το συγγραφέα, να μάθει την επίδραση που είχε στους μεταγενέστερους από κείνον, τέλος πάντων να οσμιστεί κάτι από το έργο και την ύπαρξή του, αυτό το "κάτι" που έμεινε από κείνον. Εξαιρετική δουλειά, φροντισμένη και με ουσία.
Δεν έχω προλάβει να δω την παράσταση. Χαίρομαι όμως που διάβασα σπουδαία πράγματα γι' αυτήν εδώ. Και μόνον η έκδοση είναι ένα σπουδαίο υλικό, με φωτογραφίες, αποσπάσματα έργων, το ίδιο το θεατρικό και στην πρωτότυπη εκδοχή του αλλά και μεταφρασμένο. Απομονώνω απόσπασμα του Γ. Μπ. Γέητς για το θάνατο του Συνγκ: "...Δε νιώθεις ότι ο θάνατος είναι κακός όταν τον συναντάς -κακός, εννοώ, γι' αυτόν που πεθαίνει. Το δαιμόνιό μας είναι σιωπηλό καθώς εκείνο το άλλο πριν από το θάνατο του Σωκράτη. Ο πόνος είναι πιο πικρός που σου έρχεται στη σκέψη του θανάτου ..."θα περάσουν χρόνια και χρόνια και κανείς ποτέ ξανά δε θ' αντικρίσει τούτη την ευγένεια, τούτη την ομορφιά". Τι άλλο είναι αυτό απ' το να λυπάσαι τους ζωντανούς και να μακαρίζεις τους πεθαμένους;..." (Γ. Μπ. Γέητς, Ο Θάνατος του Συνγκ, Το Ροδακιό, 1993, μετάφραση Δημήτρης Χουλιαράκης).
Ο ίδιος ο Συνγκ για τον εαυτόν του στην Αυτοβιογραφία του: "... Δεν υπάρχει καμιά αμιβολία ότι ήμουν επιρρεπής στην ομορφιά, αλλά μπορούσα να διακρίνω μόνο τις δυνάμεις που με έλκυαν ή με απωθούσαν..." (μετάφραση Δέσποινα Λάμπρου). Με τη σειρά μου, νομίζω ότι αυτό είναι το χαρακτηριστικό του καλλιτέχνη, του ποιητή, του δημιουργού.
Ο Μπέκετ -ο ίδιος το είχε παραδεχτεί ότι χρωστούσε πολλά σε κείνον-, ο Ευγένιος Ο' Νηλ, ο Μπρεχτ, ο Λόρκα έχουν επιρροές στα έργα τους από το Συνγκ (J. M. Synge, 1871-1909).