Friday, April 30, 2010

Απομεινάρια μιας ζωής

Τα τριαντάφυλλά του είναι ό,τι έχει απομείνει από κείνον. 
Διόλου άσχημα...
Σε πείσμα του καιρού.
Η επιθυμία του ανθίζει.


"Σαν ναυαγός"

Wednesday, April 28, 2010

Παρασιτικές σκέψεις

Η ακινητοποίηση μέσα στη διαρκή εναλλαγή και ταχύτητα και εξέλιξη καμιά φορά παρέχει το δικαίωμα μιας αποστασιοποίησης χρήσιμης για να αποκρυσταλλώσει κανείς μερικές σκέψεις. Τις τελευταίες ημέρες, δεν μπορώ πρακτικά να παρακολουθήσω τους ρυθμούς γύρω μου, παρά μόνον εικονικά και νοερά, εξαιτίας της καθήλωσης από ένα κάταγμα. Στέκομαι λοιπόν και παρατηρώ, χωρίς να μπορώ να έχω και συμμετοχή φυσική. Κλείνω χθες για δύο ώρες το λάπτοπ και βρίσκομαι εκτός σύνδεσης και το Χ.Α. φτάνει σε απώλειες το 6%. Στα όρια του κραχ. Την ίδια ώρα η ελληνική τηλεοπτική πραγματικότητα ήταν βυθισμένη στην αιώνια βλακεία της. Άμα δεν ανοίξω το ίντερνετ, δεν θα μάθω ποτέ τι γίνεται εδώ και στον κόσμο. Ο κόσμος γύρω κινούνταν όπως καθημερινά. Δεν έχει αλλάξει τίποτα. Ε, μπορεί καμιά πορεία στο κέντρο, αλλά τι πιο καθημερινό απ' αυτό. Η συνεχής διαμαρτυρία που δεν σημαίνει τίποτα πια. Εγκλωβίστηκε στη γραφικότητά της.
Τα παιδιά στα σχολεία μαθαίνουν να ζουν και να μην σκέφτονται και να μην δημιουργούν, με τον ίδιο επώδυνο και παράλυτο τρόπο. Οι εκπαιδευτικοί του Δημοσίου παραπονιούνται για τα λίγα αλλά σίγουρα μέχρι τώρα λεφτά τους και βρίσκουν ένα άλλοθι για να μην είναι δάσκαλοι στην ουσία τους. Οι γονείς αγωνιούν για το πώς θα πληρώσουν τα φροντιστήρια για να μην μορφωθούν τα παιδιά τους. Μόνο δουλειά να βρουν. Πού να βρουν δουλειά; Οι 35άρηδες ζουν ακόμη με τους γονείς τους, γιατί δεν βγαίνουν οικονομικά. Δεν βγαίνουν και από το καβούκι τους στην πραγματικότητα. Πίσω από τα λεφτά έχουμε κρύψει ένα μάτσο ανασφάλειες και φόβους και συμπλέγματα, με τη σκούπα τα έχουμε οδηγήσει στη γωνία, πίσω από την πόρτα, μακριά από την κοινή θέα. Και τώρα έχουμε επισκέπτες (τρόικα) που μας βγάζουν στη φόρα τα στραβά μας και με ελευθέρας να μας παρανοήσουν, να μας παρεξηγήσουν.
Σκέφτομαι την κοινωνία ως ένα κάδρο της ενηλικίωσης και της ωριμότητάς μου. Δεν έχουμε κινηθεί σχεδόν ποτέ μαζί. Έχω υπάρξει ερήμην της, έχει υπάρξει ακόμη και εις βάρος μου. Μια παρασιτική σκέψη. Έχω τραβήξει ένα δρόμο που δεν ήταν αυτός της κρατούσας νοοτροπίας -και συνεχίζει να είναι- κι αυτό μου δίνει το δικαίωμα -έτσι αφελώς πιστεύω- να στέκομαι και να την παρατηρώ από μακριά. Μέχρι φαντάζομαι η ανεργία να μου χτυπήσει την πόρτα. Εκεί ίσως συναντηθούμε με την κοινωνία, όχι όμως με τη νοοτροπία.
Τα τελευταία έντεκα χρόνια παρακολουθώ καθημερινά τη διεθνή οικονομική πραγματικότητα, όχι με τις γνώσεις οικονομολόγου, αλλά με τη φαντασία του ανθρώπου που θέλει να καταλαβαίνει.Τους τελευταίους μήνες εισέπραξα την εντύπωση ότι αυτή η κρίση (του Νότου όπως τείνει να γίνει) είναι απλώς η βαλβίδα που θα εκτονώσει τα προβλήματα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Στη χύτρα της Ευρώπης. Ο τρόπος να οδηγηθεί το ευρώ χαμηλά, να γίνει ανταγωνιστικό στις αγορές, τέλος πάντων η Γηραιά Ήπειρος να χάσει λίγο από το ισχυρό γόητρό της-ισχυρό ευρώ, προκειμένου να επιβιώσει. Με τις λιγότερες δυνατές απώλειες. Ο απείθαρχος Νότος που δεν φαίνεται να τον νοιάζει και πολύ ο καθωσπρεπεισμός του -αλλιώς τόσα χρόνια θα έμπαινε στον κόπο να περιορίσει αν μη τι άλλο τη διαφθορά που τον κατατρώει- αποτελεί το πρόσφορο έδαφος. Α, και θα είναι και ένας φτηνός τουριστικός προορισμός στη συνέχεια, γιατί έχει πάρει ψηλά τον αμανέ κι έκανε τα λεφτά του τεραστίων διαστάσεων  τζιπ και μεζονέτες που πλήττουν και το τουριστικό τοπίο.
Δεν βλέπω πουθενά εχθρούς ούτε και φίλους βεβαίως. Βλέπω ωραία συμφέροντα. Μεταξύ των χωρών. Και μια καλή ευκαιρία να βγουν τα συμπλέγματά μας στη φόρα. Ούτε κακή Μέρκελ βλέπω ούτε καλό Τρισέ. Ούτε πρόσωπα στο εσωτερικό να επωμιστούν τα βάρη σου και την ανεργία που έρχεται. Βλέπω μια παιδική συμπεριφορά να αναζητούμε σωτήρες. Μια ανώριμη στάση να μην αποδεχθούμε ευθύνες. Μια ελεεινή βαρεμάρα να πάρουμε εμπρός. Έχουμε χαζέψει από μια ψεύτικη ευημερία. Δεν είναι ευημερία να τρως όλη μέρα πλαστικά, να καπνίζεις και να βαρυγκομάς και να μαγειρεύεις όλη μέρα εικονικά στην τηλεόραση, να μην περπατάς καθόλου και να θες να περάσεις με το τζιπ από το στενό δρομάκι του κέντρου. Α, και σε ενοχλούν και οι εξαθλιωμένοι και εξαγριωμένοι μετανάστες. Πόση ευημερία τσέπωσες σε νοιάζει και μην τη χάσεις τώρα, αλλα ήταν αυτό ευημερία; Παχυσαρκία ενός τίποτα για εσωτερική κατανάλωση.
Δεν άνοιξες μια στάλα τα μάτια σου, να διαβάσεις, να ταξιδέψεις, να δεις ότι κάπου κάποτε αρμενίζεις στραβά, να θελήσεις κουλτούρα και να μοχθήσεις γι' αυτή, να θελήσεις παιδεία και να μοχθήσεις επίσης γι' αυτή. Δεν γενικεύω.
Όποιος δεν αναγνωρίζει τον εαυτόν του σ' αυτό το μωσαϊκό που περιγράφω, ας κρατήσει τον εαυτό του απέξω. Δικό του θέμα. Ας έρθει τώρα όμως, να δώσει μια λύση, με το μυαλό του, με την κουλτούρα του, με τις γνώσεις του, με το φωτεινό περιθώριο που έφερε μέσα κι έξω του απ' αυτό που συντελούνταν γύρω του τόσον καιρό. Κι εκείνος τραβούσε άλλο δρόμο. Ας έρθει τώρα. Να πει, παιδιά, με είχατε στην άκρη, γιατί ήμουν μορφωμένος, καλλιεργημένος, με καλές προθέσεις και δουλευταράς και με φτύνατε με αηδία, με παραγκωνίζατε. Ας έρθει τώρα να δείξει στους άλλους πώς δουλεύεις, πώς δημιουργείς, πώς παράγεις, πώς αναπτύσσεις. Ας έρθει. Μην κάτσει στη γωνία και λοιδορεί. Μην κάτσει στο περιθώριό του και αφ' υψηλού να κρίνει αυτά που δεν γίνονται.
Ας γίνει αυτοσχέδιος κόουτς των γύρω του, στο μικρόκοσμό του, δίνοντας το παράδειγμα του ακέραιου που δεν κάμφθηκε από τα γραναζάκια της διαφθοράς. Άμα υπάρχει και είναι. Κάποιος που δεν βαριέται. Κάποιος που έχει τη μεφιστοφελική -για τώρα- σκέψη ότι ξαφνικά η χώρα θα μπορούσε να παράγει πιο γρήγορα κι από την Κίνα και την Ινδία, τον καλύτερο εαυτό της. Ότι θα ήθελε να γίνει ο καλύτερος εαυτός της, μέσα από τη δημιουργική συμβολή του καθενός. Πολύ ρομαντικός για να πεθάνει, έτσι απλώς.

Sunday, April 25, 2010

Γ-ραφείον


"...Ποτέ δεν πρέπει να είναι ικανοποιημένος με αυτό που κάνει. Ποτέ δεν είναι όσο καλό μπορεί να γίνει. Πάντα να ονειρεύεσαι και να στοχεύεις ψηλότερα από εκεί που ξέρεις ότι μπορείς να φτάσεις. Μη σε απασχολεί το να γίνεις απλώς καλύτερος από τους σύγχρονους ή τους προγενέστερούς σου. Προσπάθησε να γίνεις καλύτερος από τον εαυτό σου. Ο καλλιτέχνης είναι ένα πλάσμα που το καθοδηγούν οι δαίμονες. Δεν ξέρει γιατί το διαλέγουν και συνήθως έχει τόσα πολλά να κάνει, που δεν του μένει χρόνος να σκεφτεί το γιατί. Είναι πέρα για πέρα αμοραλιστής, με την έννοια ότι θα ληστέψει, θα δανειστεί, θα εκλιπαρήσει ή θα κλέψει από τον οποιονδήποτε και από τον καθένα για να κάνει τη δουλειά του... Η μοναδική ευθύνη που φέρει ο συγγραφέας είναι απέναντι στην τέχνη του..." (Φώκνερ)


Απόσπασμα από το βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τόπος σε μετάφραση Μαρίνας Τουλγαρίδου και με εισαγωγή του Ορχάν Παμούκ. Πρόκειται για τον τίτλο "Η Τέχνη της γραφής" σε επιμέλεια Φίλιπ Γκούρεβιτς και αφορά τις συνεντεύξεις δέκα σπουδαίων δημιουργών στο "Paris Review".
Δεν πιστεύω στις αυθεντίες, στα συνταγοχάρτια και στη δημιουργική γραφή -όσον αφορά το οπισθόφυλλο αυτά', μάλλον στη δημιουργική σκέψη και ζωή και αμφισβήτηση και διαρκή ανάγνωση και αναζήτηση, αλλά η συλλογή αυτών των συνομιλιών αποτελεί μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να απευθυνθεί αυτός που γράφει στον εαυτόν του και να  αφήσει να του ταράξουν λίγο τα νερά ο Μάρκες, ο Χέμινγουέι, ο Καπότε, ο Φώκνερ, ο Έλιοτ, ο Μπέλοου, ο Μπόρχες, ο Γκρην, ο Μπλουμ. Ευχαριστιέται κανείς την ειρωνεία τους, τη σκέψη τους, το λόγο τους. Σε μια συνομιλία μυστική και διαρκή με τους δαίμονες και τους αγγέλους του ο καθένας. Σκέτη απόλαυση.

*****
Διάβασα τη νουβέλα "Η ανάκριση" του Ηλία Μαγκλίνη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος. Εντυπωσιάστηκα. Βρήκα σπουδαία την ιδέα του και το βάθος που κατάφερε να δώσει ο συγγραφέας στην ιστορία του. Μια εξαιρετική συνομιλία με το παρελθόν, με το συλλογικό ασυνείδητο, με την Ιστορία και πώς αυτή εγγράφεται στην προσωπική μνήμη. Επιτέλους κάποιος που τόλμησε να αντιμετωπίσει το παρελθόν με θάρρος και πρωτοτυπία λογοτεχνικά. Εξαιρετική η γραφή του, με ρυθμό και ένταση εξυπηρέτησε στην εντέλεια την υπόθεση, με τις ψυχικές αποχρώσεις και τις φορτίσεις των ηρώων του. Το σύμπλεγμα της Ηλέκτρας, αντίστοιχης εμβέλειας με το Οιδιπόδειο ας πούμε, και πώς αυτό θα μπορούσε να ειδωθεί και ως σύμπτωμα της ίδιας μας της κοινωνίας. Εμβριθής ματιά στη γυναικεία ψυχολογία και την ανδρική ύπαρξη, ταυτόχρονα. Χωρίς "ραφές" ανάμεσα στα επίπεδα της γραφής του-ανάγνωσης από μας, ο δημιουργός αφήνει να πλανάται ωραία ο υπαινιγμός, λέγοντας τσεκουράτα την ιστορία του.

*****
Ψυχική συγγένεια ως προς τις λογοτεχνικές μου προθέσεις, τουλάχιστον όπως αντιλαμβάνομαι  εγώ τη λογοτεχνία, διαπίστωσα στο βιβλίο του Σπύρου Γιανναρά, "Ο λοξίας", που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίνδικτος. Μου άρεσε η γλώσσα και ο προβληματισμός. Καμιά φορά αυτός ο δεύτερος, ιδίως στη δεύτερη νουβέλα του βιβλίου, λειτούργησε εις βάρος της λογοτεχνικότητας και εντέλει του ίδιου του κειμένου. Μια πολύ καλή αρχή για το συγγραφέα, ωστόσο. Μου άρεσε η ειρωνεία του, θα ήθελα παρακάτω να τολμήσει μια ακόμη πιο λοξή ματιά ευρύτατα στην πραγματικότητα. Πιστεύω ότι μπορεί να το κάνει και βεβαίως διαθέτει τα φόντα για να αφήσει να ακουστεί πιο δυνατά η δική του συγγραφική φωνή, πέρα από τις λογοτεχνικές του επιρροές.




Thursday, April 22, 2010

Πώς είναι η μοναξιά;

Πες μου. Δώσε μου μια εκδοχή της, ρε παιδί μου. Μια τόση δα εκδοχή της. Μια αχνή της εικόνα, να την έχω να πορεύομαι.
Πρωί, λάμπει ο κόσμος από την άνοιξη. Είσαι και χαρούμενη, τρομάρα σου, πας στις δημόσιες υπηρεσίες και χαμογελάς που περιμένεις, τόση ανεδαφικότητα σε δέρνει, ακούς μουσική από τα ακουστικά και χαμογελάς ηλιθίως. Σε έχει πιάσει η άνοιξη, ανυπερθέτως. Ταχυδρομείο. Ουρά. Αναμονή 30 άτομα. Τρία τέταρτα της ώρας χαρισμένα στο ταχυ-δρομείο. Αλλά απτόητη. Χαμογελάς. Ακόμα και τη στιγμή που σου είπαν ότι σχεδόν περίμενες αδίκως τρία τέταρτα τη σειρά σου, δεν ηταν αυτό το σωστό γκισέ για τους κυψελωτούς φακέλους, λαμπρά. Εσύ χαμογελάς. Κάποια στιγμη μια αναμπουμπούλα σε αναγκάζει να βγάλεις το ένα ακουστικό. Όχι ληστεία. Μην τρέχει ο νους σου. Ληστεία της μακαριότητας. Απόπειρα μόνον.
Μοναξιά. Είναι μελό η μοναξιά; Ανάθεμα.  Η ηλικιωμένη γυναίκα, με τα βαμμένα ξανθά μαλλιά, τα όμορφα ταιριασμένα σαν από στυλίστρια -αλλά κάπως αφρόντιστα- ρούχα, τα βαμμένα κόκκινα νύχια  και σουφρωμένα χείλη και το σώμα που τρέμει, δεν μπορεί να σταθεί όρθιο, κάνει την είσοδό της. Σηκώνεται αμέσως μια κοπέλα να καθίσει. Την πιάνει, στην υποστηρίζει, την βαστάζει, την βοηθάει. Άλλη της δίνει χαρτάκι αναμονής. Και η διπλανή μεσόκοπη φρικαρισμένη από τη δική της μοναξιά που την περιμένει, ναι αυτή η άλλη με το κόκκινο κραγιόν και τη μακριά φούστα, γνέφει με μελό συγκατάβαση για το μέλλον που την απειλεί.
"Μοναξιά. Μόνον μοναξιά. Όλα μοναξιά. Όλο μοναξιά", φωνάζει απόκοσμα με τη βραχνή της φωνή η ξανθιά εκδοχή της μοναξιάς. "Μοναξιά, παιδί μου". Και περιμένει με ευχαρίστηση στην ουρά, καθήμενη στη μοναξιά της που μόλις έχει σπάσει. Δηλωμένα.

Saturday, April 17, 2010

"...Αν έχεις γεννηθεί στη φυλή των καλλιτεχνών, είναι χάσιμο χρόνου να προσπαθείς να λειτουργήσεις σαν παπάς. Πρέπει να μείνεις πιστός στην οπτική σου γωνία και την ίδια ώρα ν' αναγνωρίζεις απόλυτα τη μερικότητά της. Είναι ένα είδος τελειοποίησης που πρέπει να κερδηθεί εναρμονίζοντας τον εαυτό με τις δυνατότητές του -σε όλα τα επίπεδα. Αυτό φαντάζομαι πρέπει να είναι κατορθωτό μόνο με αγώνα αλλά και με ψευδαισθήσεις...".

(Σελ. 838, Λόρενς Ντάρελ, "Αλεξανδρινό Κουαρτέτο", εκδόσεις Μεταίχμιο, μετάφραση Μαριάννα Παπουτσοπούλου)


Friday, April 16, 2010

Με απλωμένο δάχτυλο

Κάποιος με χτυπάει με δύναμη στον ώμο. Με το δάχτυλό του. Βράδυ. Μέσα στο μετρό. Από νότια προάστια προς κέντρο. Γυρίζω ή μάλλον έρχεται εκείνος μπροστά μου. Μου δείχνει την παλάμη του και το νόμισμα των δύο ευρώ στη μέση της σαν τρύπα από καρφί. Είναι πιεστικός. Έχει κάτι βίαιο, άγριο. Επιμένει. Με ενοχλεί και πάλι, εισβάλλοντας στον προσωπικό μου χώρο.
Tου κάνω σαφές με το βλέμμα μου -νομίζω ότι αυτό είναι αρκετό- ότι δεν θα ενδώσω. Δεν θα ενδώσω στη βία της επαιτείας του. Στο απλωμένο του δάχτυλο. Δεν θα ενδώσω.
Ενοχλεί έναν έναν όλους τους ανθρώπους μέσα στο βαγόνι. Κι αρχίζει να βγάζει κραυγές. Βράδυ. Κάνει ότι τον πιάνει κρίση. Θέλει να τρομάξει τον κόσμο. Με κάθε τρόπο. Για να βγάλει το νυχτοκάματο. Με τα ξεθωριασμένα του μάτια σου λέει ότι θα πάρει αυτό που θέλει. Τέρμα. Ο πιτσιρικάς που σέρνει μαζί του, ενθουσιάζεται με κάθε νόμισμα και σχολιάζει την μπάζα που κάνανε. Γελάει μαζί του. Σχεδόν με αφέλεια. Γελάει με τις απόκοσμες κραυγές του που θέλουν να ενεργοποιήσουν μέσα σου τα κέντρα του φόβου.
Και μετεπιβίβαση. Στον ΗΣΑΠ. Το ίδιο τροπάρι. Στο ίδιο βαγόνι με το δίδυμο. Χτυπάει την εφημερίδα της κοπέλας, τη δική μου πλάτη, ενοχλεί το νεαρό με την αγέρωχη κορμοστασιά και τα ζεστά μάτια. Ο τελευταίος του γνέφει. Όχι. Κατηγορηματικά.
Απλωμένο δάχτυλο. Μόλις βγαίνουν στην αποβάθρα, γελάνε, κοροϊδεύουν αυτούς που τρόμαξαν. Και χθες ο νεαρός με τα ξανθά μαλλιά και τα μακριά μούσια που πουλάει χαρτομάντηλα και λέει την ιστορία του. Ότι έχει αρχές και αξίες και ζει στο δρόμο. Τον ακούω από τ' αριστερό μου αυτί. Κάποια στιγμή αισθάνομαι ένα απλωμένο δάχτυλο στην πλάτη μου. "Θέλω να περάσω". Με απλωμένο δάχτυλο.

Saturday, April 10, 2010

Μεταξένια διαμάντια

"...Κανείς δεν είναι στ' αλήθεια ξεγραμμένος, άμα έχει έτοιμη μια καλή ιστορία και κάποιον για να του τη διηγηθεί...", γράφει ο Alessandro Baricco στον εξαίσιο θεατρικό του μονόλογο "ΧΙΛΙΑΕΝΝΙΑΚΟΣΙΑ" (εκδόσεις Άγρα, μετάφραση Σταύρου Παπασταύρου). Ο συγγραφέας με τις ιστορίες διαμάντια του, απλώνει μεταξένιο κλοιό την αφήγησή του και αιχμαλωτίζει μέσα σε λίγες σελίδες τον αναγνώστη του. Σου λέει μια ιστορία για να μην νιώσεις ξεγραμμένος, ακριβώς επειδή έχει να σου πει μια ιστορία για να μην νιώσει ξεγραμμένος κι εκείνος. Κι ας είμαστε όλοι εξαρχής ξεγραμμένοι με βέβαιο τέλος και ένα μεσοδιάστημα-ζωή στο χέρι μας να το κάνουμε ν' αξίζει ένα θησαυρό ή να μην αξίζει μία, τενεκές αδειανός ριγμένος απομεσήμερο σ' έναν έρημο δρόμο που τον βροντάει ο αέρας και υπάρχει μόνος.
Τα παραμύθια του, οι ιστορίες του δεν σου διδάσκουν τίποτα, παρά σε φέρνουν να αφουγκραστείς κάτι δικό σου, κάτι αδιόρατο, ανεπαίσθητο, κάτι πολύ μέσα σου, ίσως εκείνο που έχει σχέση με την ανθρωπιά σου. Ίσως. "...Ήταν, άλλωστε, από τους ανθρώπους που αγαπούν να παρευρίσκονται στη ζωή τους, θεωρώντας ανάρμοστη οποιαδήποτε φιλοδοξία να τη ζήσουν..."("Μετάξι", εκδόσεις Πατάκη, μετάφραση Λένας Ταχμαζίδου). Ακριβή λογοτεχνία. Για κείνους που αγαπούν τη λογοτεχνία.

Friday, April 09, 2010

Έμπνευση

Θέλω να γράψω για τους ανθρώπους που χωρίς να το επιδιώκουν, γίνονται έμπνευση στη ζωή μας. Απλώς χαράζοντας οι ίδιοι την πορεία τους. Με συνέπεια. Απέναντι στον εαυτόν τους. Και γενναιοδωρία απέναντι στους άλλους. Χωρίς να κραυγάζουν συνθήματα, χωρίς να επιζητούν χειροκροτήματα και φώτα που σε στραβώνουν και τυπικά χτυπήματα στον ώμο και ανούσιες νεκρές χειραψίες, χωρίς να σου μπαίνουν μπροστά να σου κλείσουν το δρόμο, ίσα ίσα. Σου στέλνουν έναν  ψίθυρο για να κρατήσεις το θάρρος σου, το κουράγιο σου.
Όπως λέει η φίλη μου η Δ., να προσπαθήσουμε να γίνουμε καλοί σε ό,τι κάνουμε. Αυτό είναι αντίδοτο στα spread. Γιατί έχουμε γίνει spread στοψωμί  άλλων. Ανέμπνευστο spread. Κι έχει ψωμί η προσπάθεια να μην πνιγούμε στη μιζέρια και το λίγο. Πολύ ψωμί. Ας ζυμώσουμε μια φορά κι εμείς, μην τα περιμένουμε όλα έτοιμα, και την παραμικρή μας σκέψη έτοιμη από αλλού να τη μασήσουμε. Λίγο να βάλουμε τα μηχανάκια του μυαλού μας να δουλέψουνε. Από φιλότιμο.
Με ενοχλεί η παραίτηση. Και βλέπω "τελειωμένους", παραιτημένους και παρατημένους στην ηλικία μου, μια δημιουργική και παραγωγική ηλικία. Σκέτη θλίψη. Για να μην κουραστούν. Χάνουν το πιο ωραίο κομμάτι: την ικανοποίηση ότι κατάφερες κάτι μόνος σου, με τα χέρια σου, με το μυαλό σου, με τις ικανότητές σου. Με ενοχλεί να βλέπω "σβησμένους" ανθρώπους που δεν πήραν ποτέ τελικά μπρος. Απο-γοητευμένους. Λες και δεν θέλουν οι ίδιοι να ασκήσουν την προσωπική τους γοητεία στην ίδια τη ζωή που χαραμίζουν.
Και δεν μιλάω για τίποτα μεγάλες ιδέες, αλλά για τα πιο απλά καθημερινά και ουσιαστικά. Να μπορείς να κάνεις μια ωραία συζήτηση. Να είσαι ικανός. Να μπορείς να μαγειρέψεις ένα φαγητό της προκοπής. Να θέλεις να φροντίζεις τον εαυτόν σου, το σπίτι σου, την  αυλή σου. Δεν πάω μακριά. Στη σημασία του να θέλεις να είσαι ο εαυτός σου. Να βρίσκεις ποιος εαυτός θέλεις να είσαι. Να είσαι σε θέση να υπερασπίζεσαι την καλύτερή σου εκδοχή. Πόση έμπνευση θέλει πια αυτό;




Saturday, April 03, 2010

"...καθε μέρα σε πόλεμο"

Φέτος, η επιλογή επιταφίου ατύχησε. Βρέθηκα πιο κοσμικά από συνήθως και τελικά απόκοσμα... Η κατάνυξη που θα πουλάνε σήμερα (πια) τα βίντεο των δελτίων ειδήσεων, θα είναι απλώς εφεύρεση των σπικάζ. Έχασα τα εγκώμια. Η αβίωτη θλίψη. Πού έδυ του το κάλλος; Το γλυκύ έαρ έχει σκορπίσει σε λεκέδες από παπαρούνες. Στην Ιακωβάτων. Ένα παιδικό κορμάκι διαμελίστηκε. Το αγαπημένο του κομμάτι, το φως των οφθαλμών της αδερφής του προς το παρόν σκοτεινό, οι γονείς τραβάνε το γολγοθά τους και μια κοινωνία κοιτάζει (βλέπει;) το κακό. Ο μητροπολίτης ξεκίνησε με ζέση το λόγο του, αναφέροντας ότι θα μιλήσει για την τραγικότητα του πολέμου. Σκέφτηκα ότι θα μιλούσε για τα θανάτω θάνατον Πατήσια. Αμ, δε. Για τον πόλεμο, λέει, που έχουν κηρύξει κάποιοι στην εκκλησία. Λαμπρά. Λαμπρότατα. Νωρίτερα και από τη Λαμπρή. Εκεί έχασα την επαφή. Νόμιζα ότι θα μιλούσε για την τραγικότητα της απώλειας των παιδικών σωμάτων και ψυχών. Όχι, είναι πιο τραγικός φαίνεται ο καθημερινός πόλεμος προς την εκκλησία. Είναι η ίδια εκκλησία που όταν πας να προσφέρεις, ας πούμε τα χειμωνιάτικα ζεστά σου πουλόβερ, γιατί δεν τα βάζεις πια, σου λέει ότι "είναι μικρή ενορία " και δεν μπορούν να δώσουν (πού, βρε παιδιά; στα Πατήσια που ο κόσμος τρώει και ζει από τα σκουπίδια) σε ανθρώπους. Απευθυνθείτε σε άλλη ενορία, μεγαλύτερη. Υπάρχει μεγαλύτερη ενορία από τον εαυτόν μας και τις ευθύνες του; Δεν νομίζω πια. Είναι σαν εκείνον τον οργανισμό που απευθυνόσουν πέρυσι για ένα κοριτσάκι που έπαιζε ακορντεόν στους δρόμους -και παίζει ακόμα, στα Άνω Πατήσια αυτή τη φορά από τα Κάτω Πατήσια πέρυσι- και τελικά δεν βοήθησε ποτέ. Ούτε εσύ βοήθησες. Και οι γυναίκες με τα εμφανή προβλήματα -άλλη γριά, άλλη με ψυχή ταραγμένη, άλλη μόνη- συνεχίζουν να ζητιανεύουν στο δρόμο σου. Και να ψάχνουν τα σκουπίδια σου. Με ένα φόβο παραπάνω. Τον ήδη κηρυγμένο πόλεμο σ' αυτούς. Από παντού. Και κυρίως από σένα. Μην ξεχάσεις να στέλνεις καρτούλες και μηνυματάκια και φέτος για καλή ανάσταση. Μόνο αυτή έμεινε σε κάποιους. Γιατί το εδώ βραχύ και βαρύ. Κι εσύ βραχύς και λίγος. Όπως πάντα. Από πάντα.