Thursday, March 25, 2010

Γλυκόπικρος αισθησιασμός

Με την αίσθηση του αρώματος του Τομ Φορντ, "Black orchid", με άφησε η ταινία του "Ένας άνδρας μόνος". Πολυτελές και βαρύ, δύσκολα ταιριάζει με το δέρμα, αλλά όταν αυτό συμβεί, γίνεται δεύτερη αύρα σου (το φορούσα κάποτε, αλλά το απαρνήθηκα για κάτι πιο ευφορικό, είναι ωραίο τα αρώματα να θυμίζουν εποχές στη ζωή μας), όσον αφορά το αισθητικό κομμάτι αυτά της ταινίας, από τη σκηνογραφία μέχρι το ντύσιμο τον πρωταγωνιστών. Αργόσυρτο σενάριο, θα ήθελε να είναι ένα κομψοτέχνημα κινηματογραφικό για το συναισθηματισμό μας, τουλάχιστον αυτό φαίνεται να επιδιώκει ο σκηνοθέτης του, Τομ Φορντ, αλλά μάλλον μοιάζει να πνίγεται ο ίδιος στο δικό του αίσθημα και τελικά δεν κατορθώνει να απορροφήσει το θεατή του. Βαριέσαι και σχολιάζεις τα πάντα από το κινηματογραφικό κάδρο.
Λαμπερή εξαίρεση ο Κόλιν Φερθ, καταφέρνει να προσδώσει με την ερμηνεία του και το παράστημά του (όπως λέει και η Χ., "αχ, αυτό το παράστημα") την όποια τραγικότητα και δραματικότητα στο έργο. Βγήκαμε έξω και γελούσαμε λυτρωτικά ως αντίβαρο σ' αυτό που έπαθε ο πρωταγωνιστής. Το πικρό εξουδετερώνεται με λίγη ζωή και γέλιο.

Tuesday, March 23, 2010

Αμείλικτη άνοιξη

Παρακολουθώντας το αστυνομικό δελτίο, τις τελευταίες ημέρες διαπιστώνει κανείς ότι μόλις "άνοιξε" ο καιρός, αρκετοί αποφάσισαν να ξεπεράσουν τα όριά τους και να θέσουν τέλος στη ζωή τους. Μια "επιδημία" αυτοκτονιών. Και το προηγούμενο βήμα, πριν το τελειωτικό, είναι το σημείωμα του αυτόχειρα. Ό,τι ήθελε να πει ο καθένας και δεν μπόρεσε προηγουμένως. Ο κάθε άνθρωπος είναι μια ξεχωριστή υπόθεση, αλλά το κοινό τους σημείο είναι αυτό το σημείωμα. Ο τελευταίος τους λόγος. Αυτός που δεν μπόρεσαν να αρθρώσουν και μετά να συνεχίσουν να ζουν. Ύστατη προσπάθεια να κατανοηθούν. Από τους άλλους, αλλά χωρίς τους άλλους.
Γράφω πρώτα και μετά φεύγω. Ακόμη κι αν δεν έχω γράψει ποτέ στη ζωή μου πέρα από τη λίστα για τα ψώνια. Γράφω και "λέω" το θάνατό μου, τον αφηγούμαι. Ίσως γιατί δεν αφηγήθηκα τη ζωή μου. Σκέφτομαι πόσο σωτήριο είναι να μιλάς στους άλλους, να ανοίγεσαι, να προσπαθείς συνεχώς να μην φοβάσαι.Όσο αφηγείται κανείς τη ζωή του, τον εαυτόν του, τόσο αλαφραίνει, τόσο φαίνονται όλα ανούσια και ασήμαντα μπροστά στη σκέτη, στην από μόνη της ζωή. Έξω η άνοιξη έχει χύσει τις μυρωδιές της και τελικά θέλει γενναιότητα να αντικρίζεις την ομορφιά, πολύ περισσότερο να την απολαμβάνεις. Να την διαβά-ζεις. Κάτι που προϋποθέτει συμμετοχή. Αλλά είναι μια συμμετοχή που γίνεται σχεδόν ερήμην σου. Σε έχει επιλέξει αυτή η άνοιξη και φέτος να την βιώσεις. Εσένα έχει αυτή η άνοιξη, αλλιώς δεν θα υπάρχει από μόνη της. Αυτό σου λέει με τους χυμούς, τα αρώματά της, την αμείλικτη ομορφιά των χρωμάτων της.
Άκουσέ την και μίλα της κι εσύ. Εκείνη έχει την ορμητικότητα και τη φρεσκάδα της που μπορεί να σε κάνει να νιώθεις ντροπή για τους φόβους σου, μπορεί να σε αιφνιδιάζει με την απόλυτη ομορφιά της, αλλά τόλμα και μίλα. Είναι ο λόγος σου απέναντι στο δικό της. Τόλμα να τον πεις. Τόλμα να πιστέψεις ότι έχεις λόγο. Λόγο για να ζεις, λόγο για να πεις, λόγο για να είσαι. Ακόμα ακόμα και λόγο για να φοβάσαι. Όλοι φοβόμαστε. Αλλά όχι την άνοιξη. Τη δική μας άνοιξη. Τότε που ανοιγόμαστε στους άλλους...

Thursday, March 18, 2010

Ατενίζοντας την ανθρωπιά από …ψηλά τον ουρανό

«…Μιας κι ήταν λεύτερος, κάτεχε τα βασικά αγαθά, το δικαίωμα να τον αγαπούν το δικαίωμα να βαδίζει προς τα βόρεια ή τα νότια, το δικαίωμα να κερδίζει με τη δουλειά του το ψωμί του. Τι τα ‘θελε λοιπόν αυτά τα λεφτά… αφού δοκίμαζε μέσα του, σάμπως μια πείνα βαθιά, την ανάγκη να είναι άνθρωπος ανάμεσα στους ανθρώπους, την ανάγκη να δεθεί με τους ανθρώπους…» (Απόσπασμα από το βιβλίο «Γη των ανθρώπων», εκδόσεις γράμματα, σε μετάφραση από το Φώντα Κονδύλη).


Από τα στενά του Μαγγελάνου, την Αργεντινή και την Ανταρκτική μέχρι τη γραμμή Καζαμπλάνκα-Ντακάρ. Μαρόκο και Μαρακές. Από τις αλατολίμνες της Μαυριτανίας και τα απέραντα αμμώδη τοπία της Σαχάρας μέχρι το Νείλο και τα ασφαλή οροπέδια της σωτηρίας τα οποία για έναν αεροπόρο είναι η δική του όαση. Με βουτιές από τον ουρανό στη γη. Στη «Γη των ανθρώπων» (εκδόσεις γράμματα-μετάφραση Φώντας Κονδύλης). Πρόκειται για το πασίγνωστο βιβλίο του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ (1900-1944). Ένα ταξιδιωτικό και υπαρξιακό «μανιφέστο» ανθρωπισμού από έναν πιλότο που χάθηκε κι ο ίδιος στα ταξίδια του.
Από τους αιθέρες που σχίζουν οι αεροπόροι με τα μηχανικά τους φτερά, ο συγγραφέας του αριστουργηματικού «Μικρού Πρίγκιπα» μιλάει για την ψυχή μας και τους ανθρώπους, αποτίοντας φόρο τιμής στους χαμένους του φίλους και συναδέλφους. «…Έτσι είν’ η ζωή. Στην αρχή πλουταίνουμε. Χρόνια ολάκερα φυτεύουμε. Μα φτάνουν άσχημοι καιροί που ο χρόνος χαλάει το έργο αυτό κι αρχίζει να ξεριζώνει. Το δάσος αποψιλώνεται. Οι φίλοι μας, ένας ένας, αποσύρουνε τη σκιά τους. Και μες στο πένθος μας κατασταλάζει σιγά σιγά ο κρυφός καημός ότι γερνάμε… Το μεγαλείο μιας τέχνης μπορεί να είναι πάνω απ’ όλα, να ενώνει ανθρώπους: δεν υπάρχει παρά μονάχα μια αληθινή πολυτέλεια, αυτή των ανθρώπινων σχέσεων…».
Το σπινθηροβόλο πνεύμα του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ λάμπει μέσα σε ένα βιβλίο φωτεινό και απαστράπτον. «…Είμαι άνθρωπος, σημαίνει είμαι υπεύθυνος. Σημαίνει πως ντρέπομαι μπροστά σε μιαν αθλιότητα, που δεν φαινόταν να εξαρτάται από μένα…». Το διαβάζεις και πλημμυρίζεις από συγκίνηση, αισιοδοξία και νιώθεις την ανάταση εκείνη που μπορεί να σου προσφέρει μια πραγματική πτήση στον ουρανό. Η περιπετειώδης αλλά τόσο σύντομη ζωή του έχει μετουσιωθεί σε ένα έργο βαθιά ανθρωπιστικό. Ο συγγραφέας περιγράφει από τη δική του περιπέτεια στην έρημο μέχρι την απελευθέρωση ενός σκλάβου. Η επιβίωση ως πνευματικό επίτευγμα, ως εξερεύνηση και ανακάλυψη του ίδιου του εαυτού του. «…Μόνο το Πνεύμα, όταν εμφυσείται στη λάσπη, μπορεί να δημιουργήσει τον Άνθρωπο…». Ο ίδιος πιστεύει ότι το βασίλειο του ανθρώπου βρίσκεται μέσα του και το αποδεικνύει με την ακατάβλητη αφήγησή του. «Πιο πολύ κι απ’ όλα τα βιβλία, η γη είναι αυτή που μας γνωστοποιεί τον εαυτό μας. Επειδή ακριβώς μας αντιστέκεται. Ο άνθρωπος ανακαλύπτει τον εαυτό του, μόλις έρθει αντιμέτωπος με το εμπόδιο…».
Τα ρεαλιστικά εμπόδια του Εξυπερύ στην καθημερινότητά του ως πιλότου ήταν φυσικές χαράδρες και οροσειρές, καιρικά φαινόμενα και αδυναμίες των ίδιων των τεχνικών μέσων. Ο ίδιος είχε αναρωτηθεί και σκεφτεί σοβαρά για το ρόλο των τεχνικών μέσων στη ζωή μας. Όπως έλεγε, «Μου φαίνεται πως αυτοί που μπερδεύουν το σκοπό με το μέσο, είναι εκείνοι που φοβούνται υπερβολικά απ’ τις τεχνικές μας προόδους». Πόσο ταιριάζει στο σήμερα το συμπέρασμά του, τώρα που τα μέσα έχουν κυριαρχήσει τω σκοπών και τους έχουν κλέψει την παράσταση, με τρανό παράδειγμα τα μέσα επικοινωνίας. Είναι πια μεγαλύτερη είδηση τα ίδια τα μέσα από το στόχο που καλούνται να εξυπηρετήσουν.

Το σύμπαν μέσα του

Η γλύκα, η τρυφερότητα, η σοβαρότητα του «Μικρού Πρίγκιπα» διαπερνούν τον τρόπο που έβλεπε τον κόσμο ο Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ και στη «Γη των ανθρώπων». Απογειώνεται και απογειώνει το αναγνώστη του, αλλά χωρίς να χάνει τη δική του γείωση. «…οι άνθρωποι, μιας και μπλεχτούν στην περιπέτεια, δεν τη φοβούνται πια. Μόνο το άγνωστο φοβίζει τους ανθρώπους…». Η απλότητα και η καθαρότητα του ύφους του, η πηγαία του ειλικρίνεια και η δύναμη του να τολμά να εκθέτει τον εαυτό του μέσα από τη λογοτεχνία του, όπως πραγματικά είναι, είναι τα στοιχεία εκείνα που τον κράτησαν δημοφιλή στο μέλλον. Ιδίως στα παιδιά. Αν και ο «Μικρός Πρίγκιπας» δεν είναι ένα παιδικό βιβλίο, είναι ένα κείμενο ενήλικης σκέψης και προβληματισμού που βρίσκει όμως ανταπόκριση στις ανοιχτές ψυχές των παιδιών. «…Το θαύμα μ’ ένα σπίτι δεν είναι διόλου τ’ ότι οι τοίχοι του σου ανήκουν, μα τ’ ότι συγκέντρωσε, αργά, μέσα μας, κείνα τ’ αποθέματα στοργής, τ’ ότι στο βάθος της καρδιάς μας σχηματίζει κείνο το σκούρο όγκο απ’ όπου γεννιόνται, σάμπως νερά πηγής, τα όνειρα…». Ο Εξυπερύ μέσα από τις αδιαπραγμάτευτα ονειρικές του εικόνες είναι ένας ιδεαλιστής που στηρίζει τις ιδέες του πάνω στο οικοδόμημα των εμπειριών που αποκομίζει από το ατελείωτο ταξίδι του. «…Από κει κι έπειτα, νιώσαμε χαμένοι στο χάος, ανάμεσα σ’ εκατό απρόσιτους πλανήτες, αναζητώντας το μόνο αληθινό πλανήτη, το δικό μας, που μόνο αυτός φύλαγε στοργικά τα γνωστά μας τοπία, τα φιλικά μας σπίτια, τις τρυφερές σχέσεις μας. Μόνο αυτός…».

Ο …Οδυσσέας των αιθέρων

Ο πιλότος που χάθηκε στον ορίζοντα με το αεροπλάνο του, ατένιζε την ανθρωπιά μέσα από τα μάτια τον ανθρώπων. Όλα για κείνον ήταν οι άνθρωποι. Όλα αποκτούσαν σημασία μέσα από τους άλλους, τη συναναστροφή μαζί τους, τη συντροφικότητα. Στην πραγματικά συγκλονιστική περιγραφή της περιπέτειας του φίλου του στις χιονισμένες βουνοκορφές των Άνδεων και την διάσωσή του τελικά, αλλά και στην αφήγηση της δικής του πτώσης με το αεροπλάνο στη Σαχάρα και την επιβίωσή του, ο Εξυπερύ εξερευνά τα ανθρώπινα όρια. Οι αντοχές μας ορίζουν και τη φύση μας, τις επιλογές μας. Το ταξίδι του προς ανατολάς –ανατολικά κινήθηκε και ο φίλος του στις Άνδεις και σώθηκε- είναι μια προσωπική οδύσσεια που φτάνει τον ίδιο στην πατρίδα: τη γνωριμία δηλαδή με τον εαυτό του σε όλα τα βάθη και τα πλάτη και τα ύψη που μπορεί. «…Αλήθεια για τον άνθρωπο, σημαίνει το καθετί που τον κάνει άνθρωπο…».



 Πηγή φωτογραφίας: http://www.ambassador-pecs.hu/english/tag/iac

Wednesday, March 17, 2010

"...Ζωή είναι όσα μπορεί ν’ αντέξει ο νους σου... Πάντοτε η μόνη δυνατότητά μας είναι η εμπλοκή..."

"...Απονενοημένο: Η τραγωδία είναι μια διαδρομή από το νόημα σε μια πράξη μετά το νόημα. Αυτό ας προσεχτεί: η τραγική βούληση δεν είναι μια επιστροφή στο ενστικτώδες κάλεσμα – είναι μια προσχώρηση στο μετα-λογικό, στον συναισθηματικό όλεθρο, στην ελευθερία...", γράφει ο Θανάσης Τριαρίδης στο δοκίμιό του για την τραγωδία και την τραγική μολυνση "η επερχόμενη πείνα".
Πρόκειται για ένα κείμενο που αναποδογυρίζει ό,τι έχουμε ή είχαμε στο μυαλό μας όχι μόνο για την τραγωδία αλλά και για το μύθο. Ένα δοκίμιο που επιχειρεί να "διαβάσει", να ερμηνεύσει το τραγικό μέσα από το προσωπικό πρίσμα του συγγραφέα. Ένα βιβλίο για την ελευθερία, τουλάχιστον έτσι θα το αισθανθούν όσοι ψάχνουν στο κείμενο να βρουν τα δικά τους ίχνη είτε για να δικαιολογηθούν στον εαυτό τους είτε για να απενοχοποιηθούν είτε για να ενοχοποιηθούν περισσότερο. Το ζητούμενο δεν είναι τίποτα απ' όλα αυτά. Παρά μόνον η ελευθερία. Ή έστω η αναζήτησή της.
Ο φόβος, η ύπαρξη, η σκιά της, εντέλει η πείνα μας για τον εαυτόν μας και ουδέποτε για τον άλλον. Ο Τριαρίδης για ακόμη μια φορά τραβάει το χαλάκι κάτω από τα πόδια του αναγνώστη του και τον παρασέρνει σε έναν φιλοσοφικό αγώνα, με την έννοια της αγωνίας, με τον ίδιο του τον εαυτό. Με όχημα την κοσμοθεωρία του, έναν πολιορκητικό κριό φτιαγμένο από την αμφιβολία με λέξεις στην άκρη του όπως "αγάπη", "ελπίδα", "Άλλος" και φυσικά "ελευθερία", ανατέμνει την τραγωδία με το δικό του λογοτεχνικό ύφος και παραδίδει ένα δοκίμιο που εξυπηρετεί στην εντέλεια ένα στόχο: να ταράξει λιμνάζοντα μυαλά.
Αυτό που διακρίνει τη γραφή του, ακόμα και στο δοκιμιακό λόγο, είναι ο βιωματικός τρόπος που κατορθώνει να εμπλέξει τον αναγνώστη του όχι μόνο στο “νόημα”, τη νοηματοδότηση του κειμένου -ποια είναι άλλωστε αυτή; ο καθένας είναι ελεύθερος, μην πω και είναι υποχρεωμένος να είναι ελεύθερος να την επιλέξει- αλλά και στην απολύτως δική του ιδιοσυγκρασιακή φόρμα που δίνει στο λόγο του, από τη γλώσσα που χρησιμοποιεί μέχρι τα τυπογραφικά-ψηφιακά στοιχεία που επιλέγει να αρθρώσει τις λέξεις του. Ασκεί τη λογοτεχνική του γοητεία ακόμα και σε ένα δοκίμιο -ιδίως σε ένα δοκίμιο, αυτό είναι το εντυπωσιακό-, φτιάχνοντας ένα δικό του είδος, συγκινησιακά φορτισμένο, χειμαρρώδες, ελλειπτικό και πλεονάζον μαζί, ποιητικό και ιδιότυπα “συστηματικό”, τέλος πάντων ένα ακόμα παθιασμένο βιβλίο με απόλυτο κέντρο του τον άνθρωπο.


Tuesday, March 16, 2010

Thursday, March 11, 2010

Ώρες μουσικής

Ο σκύλος μακάρια απλωμένος στη μουσική. Της πόλης. Του ανθρώπου που θέλησε να χαϊδέψει τ' αυτιά μας, χθες βράδυ, στο Μοναστηράκι, στην πλατεία. Κι άφησε κι ένα χάδι να αιωρείται, παλμός καρδιά στον ορίζοντα.
*
Πιο πριν, στην Ακαδημίας ένα αγόρι με σκούφο και απλωμένο το χέρι, έκλαιγε, σπάραζε. Ο θρήνος της πόλης. Το ρέκβιεμ των νέων της που τους κατασπαράζει. Πέρασες λες κι ήσουν θεατής σε ταινία. Δεν ήσουν. Για σένα έκλαιγε. Και τώρα τον μοιρολογάς με λίγες λέξεις. Ντροπή σου.
*
Πιο βαθιά, μέσα στα σπίτια, μια εκκωφαντική σιωπή, η βουβαμάρα της βίας, με μια γενιά από τα 20 μέχρι τα 30 της εγκλωβισμένη σε σπουδές, μεταπτυχιακά, δουλειές που δεν βρίσκονται ή που όταν βρίσκονται δεν φτάνουν τα λεφτά για να ζήσει μόνη της, λέει, φοβισμένη ότι δεν μπορεί να τα καταφέρει μόνη της, εγκλωβισμένη στο δόκανο της οικογένειας.
Και η άλλη γενιά, αυτή των 50 με 60 που πνίγει τα παιδιά της, στις προσδοκίες της, στα ματαιωμένα της όνειρα, τέλος πάντων στην κρόνεια συμπεριφορά της. Σε στραγγαλίζω για να μην ανθίσεις και δω ότι εγώ μαράθηκα. Μια γενιά που δεν δέχεται να καταπιεί τα συμπλέγματά της για χάρη της αγάπης της προς τα παιδιά της. Τι κρίμα. Μια τόση δα θυσία, τόσες υποστηρίζει ότι κάνει. Και ο κύκλος της μιζέριας να απλώνεται. Η αγάπη δεν θέλει θυσίες. Είναι ώρα μουσικής, άμα θες την  ακούς, τη δέχεσαι, την απολαμβάνεις, άμα θες τη φτιάχνεις ο ίδιος. Αλλιώς κλείνεσαι στην ώρα κοινής ησυχίας και βυθίζεσαι στο τέλμα σου. Σουτ.
*
Κι εγώ που σε πιστεύω, που σε εμπιστεύομαι, που σου λέω μη φοβάσαι -όλοι φοβόμαστε, αλλά δεν φτάνει να μας σταματήσει ο φόβος, είναι λίγος, κατάλαβέ το, εμείς είμαστε πιο πολύ, πιο πολλοί- με σταματάς στο δρόμο. Νομίζω η ανόητη ότι θα με ρωτήσεις από πού να πας, πώς να πας ότι θα σου προτείνω, γιατί σταματάω να σου μιλήσω την ίδια γλώσσα τη δική σου, μήπως και χάθηκες φοβάμαι, αλλά εσύ σηκώνεις τα χέρια ψηλά, χάριν αστεϊσμού μού λες ότι δεν είσαι δολοφόνος από το Τέξας -η άγρια Δύση σου σε κατατρέχει, δεν φταίω εγώ που τα πιστεύεις- παίρνεις το ύφος του αθώου που δεν είσαι κι επειδή νόμισες ότι τον βρήκες τον τρελό που δεν σε φοβήθηκε, βγάζεις να του πουλήσεις ένα κενό, άγραφο δισκάκι. Tabula rasa. Σου γνέφω αποδοκιμαστικά. Όταν ρωτάς από πού είμαι, σου δείχνω ότι δεν έχει σημασία, αλλά πού πάω είναι το θέμα. Εσύ δεν πας πουθενά. Είσαι στο δρόμο για να κόβεις τη φόρα, εμποδίζοντας, κλέβοντας μια στιγμή δικής μου μουσικής για να υποκριθείς ότι έχεις καλύτερη να μου πουλήσεις. Τίποτα δεν έχεις. Άδεια χέρια. Παραδέξου του. Είναι πιο τίμιο και σταμάτα να στέκεσαι στη μέση του δρόμου, μ' αυτά τα κενά μπλε μάτια του ωκεανού που δεν παίζουν καμία μουσική και δεν ακούνε. Άκου λίγο.

Tuesday, March 09, 2010

Μαρτυρία για τη Θεσσαλονίκη του παρελθόντος

Με τη δύναμη της μαρτυρίας, στο βιβλίο «Αναμνήσεις μιας ζωής και ενός κόσμου» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΙΑΝΟΣ, σε έρευνα, καταγραφή, επιμέλεια και επεξεργασία των ντοκουμέντων από τη δημοσιογράφο Σοφία Πακαλίδου, παρουσιάζεται η προσωπική ιστορία του Ανδρέα Λ. Σεφιχά. Μια αφήγηση που φωτίζει από την πλευρά του πρωταγωνιστή της ένα κομμάτι της ευρύτερης εικόνας της σύγχρονης Ιστορίας των ελλήνων εβραίων από τη Θεσσαλονίκη που επέζησαν του Ολοκαυτώματος. Η συγκινητική διάσωση της οικογένειάς του στην Κατοχή από την οικογένεια Τσιαπούρη –μια οικογένεια χριστιανών- στο Άργος. Η ανθρωπιά, η αξιοπρέπεια, ο σεβασμός στη διαφορετικότητα αποτελούν τους αυτονόητους πυλώνες στήριξης του ανοιχτού πνεύματος που όλο και περισσότερο τείνει να χρειάζεται υπεράσπιση στις μέρες μας. Όπως επισημαίνει η Σοφία Πακαλίδου, «Στη Θεσσαλονίκη, πριν από έναν αιώνα, άνθρωποι διαφορετικών εθνών και θρησκειών είχαν βρει τον τρόπο να συμβιώνουν με σεβασμό ο ένας στον  άλλον».




Ανιχνεύοντας τη ζωή και τον κόσμο που έζησε ο Ανδρέας Σεφιχά, αποκαλύπτετε ένα σημαντικό κομμάτι του DNA της Θεσσαλονίκης. Ποια είναι, λοιπόν, τα «υλικά» εκείνα που κατά τη γνώμη σας συνιστούν την ταυτότητα αυτής της πόλης;

Είναι τα «υλικά» που ζυμώθηκαν στην πίτα της πολυπολιτισμικότητας. Τα κομμάτια της μοιράζονται στους λαούς που τη χρησιμοποίησαν ως σταυροδρόμι, αφήνοντας της, στοιχεία του πολιτισμού τους και την ικανότητα να αφομοιώνει, τα χαρακτηριστικά που της ταίριαζαν. Η Θεσσαλονίκη ήταν κοσμοπολίτισσα, χάρη στους ανθρώπους που την αγάπησαν και «έχτισαν» της ζωές τους, «εκμεταλλευόμενοι» με την καλή έννοια του όρου, αυτό το πολυπολιτισμικό περιβάλλον που είχε αποκτήσει τους τελευταίους πέντε αιώνες.

Ποιος είναι για σας ο Ανδρέας Σεφιχά, όπως τον γνωρίσατε μέσα από τις συζητήσεις μαζί του και το ξεδίπλωμα των εμπειριών του;

Ο Ανδρέας Σεφιχά, επιφανές στέλεχος της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης και επί μία οκταετία πρόεδρος της, ήταν ο ορισμός του κοσμοπολίτη. Απόγονος οικογένειας Σεφαραδιτών Εβραίων που μετρούσαν πάνω από πέντε αιώνες παρουσίας  στην πόλη, ήταν φορέας του πολιτισμού  και της καλλιέργειας μίας αριστοκρατικής οικογένειας, αλλά και ως επαγγελματίας αργότερα –στην οικογενειακή επιχείρηση εμπορίας βιομηχανικών ειδών- ένας άνθρωπος που γνώριζε και προσαρμοζόταν στις ανάγκες της «πιάτσας». Άνθρωπος των μεγάλων αποφάσεων, αλλά και των υπερβάσεων. 

Ποιο είναι το στοιχείο εκείνο που σας εντυπωσίασε ιδιαίτερα από την προσωπικότητά του;

Ο Ανδρέας Σεφιχά, ήταν ένας άνθρωπος μίας άλλης εποχής σε σχέση με τη σημερινή πραγματικότητα. Ευγενής, ανοιχτός σε νέες προτάσεις και ρεύματα και απαλλαγμένος από «στεγανά». Έζησε την τραγωδία του Ολοκαυτώματος, στη δύσκολη ηλικία της εφηβείας, κρυμμένος με την οικογένεια του για δύο χρόνια σε ένα αγρόκτημα χριστιανών στο Άργος. Επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου για να αντικρίσει μία πόλη «φάντασμα». Περίπου 50.000 Έλληνες Εβραίοι από τη Θεσσαλονίκη, έχασαν τη ζωή τους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ανάμεσά τους συγγενείς και φίλοι του Ανδρέα. Κι όμως δεν κουβαλούσε «απωθημένα», παρά μόνο την ευθύνη να δικαιώσει την ιστορία αυτών των ανθρώπων και να την αναδείξει.

Τι θέλετε να μείνει από την αφήγηση της ιστορίας του; Ποιος ήταν ο δικός σας στόχος αναλαμβάνοντας την καταγραφή και επεξεργασία του υλικού; Πόσο σας δυσκόλεψε η διαχείρισή του;

Ο στόχος μου ήταν να μείνω προσηλωμένη σ’ αυτό που ήθελε ο Ανδρέας Σεφιχά να αναδειχθεί μέσα από αυτό το βιβλίο. Να διασωθεί η συλλογική μνήμη και να αποδοθεί- μέσα από την προσωπική του μαρτυρία- μία ακόμη πτυχή της «ταυτότητας» της Θεσσαλονίκης. Έγινε μία μεγάλη ιστορική έρευνα σε αρχεία και πηγές, προκειμένου η ιστορία του να εξελίσσεται σε έναν παράλληλο «διάλογο» με τα γεγονότα που σημάδεψαν την ιστορία της πόλης και της Ελλάδας γενικότερα. Όλα αυτά, έπρεπε να γίνουν χωρίς να «αλλοιωθεί» η προσωπικότητα του αφηγητή.

Τι πιστεύετε ότι έχει να αποκομίσει ο σύγχρονος αναγνώστης από το βιβλίο «Αναμνήσεις μιας ζωής και ενός κόσμου»;

Σίγουρα μία εικόνα της ιστορίας της Θεσσαλονίκης από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι πρόσφατα. Επίσης –δεν ξέρω αν τα κατάφερα- να αντιληφθεί ότι θέματα που συζητούμε εκτενώς σήμερα, όπως  η μετανάστευση, η προσφυγιά και η διαφορετικότητα στο θρήσκευμα μπορούν να αντιμετωπιστούν με μία διαφορετική προσέγγιση. Πριν από έναν αιώνα, άνθρωποι διαφορετικών εθνών και θρησκειών είχαν βρει τον τρόπο να συμβιώνουν με σεβασμό ο ένας στον  άλλον.

Πώς νιώθετε ότι προσδιορίζεται μέσα από τον βίο και την πολιτεία του Ανδρέα Σεφιχά η ταυτότητα ενός Έλληνα και συγκεκριμένα Θεσσαλονικιού εβραϊκού θρησκεύματος;

Θα απαντήσω με τα λόγια του Ανδρέα Σεφιχά όταν τον ρώτησα γιατί επαναλαμβάνει συνέχεια ότι είναι Έλληνας. «…όσο «ενταγμένος» είσαι σε μία κοινωνία ή στο σύστημα αξιών και πολιτισμού μίας χώρας, υπάρχουν στιγμές που γεννιούνται ερωτηματικά και συνειδητοποιείς ότι είσαι «ο Εβραίος της Διασποράς». Αντιλαμβάνεσαι ότι, οι άλλοι, δεν σε βλέπουν όπως θα ήθελες να σε δουν. Δηλαδή όπως είσαι, όπως αισθάνεσαι...Υπάρχει μία «απόσταση», που οφείλεται στο θέμα της θρησκείας και δεν μπορείς παρά να σκεφτείς, πόσο άδικο είναι αυτό. Ευτυχώς, οι φίλοι μου -στην πλειονότητά τους χριστιανοί- με αποδέχτηκαν, όπως είμαι. Ποτέ, δεν με θεώρησαν, «ξένο».
Αυτό, όμως, δεν ισχύει για πολλούς άλλους…»



Ο βίος και η πολιτεία του Ανδρέα Σεφιχά
Ο Ανδρέας Σεφιχά γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1929. Μοναχοπαίδι του Λάζαρου Σεφιχά και της Νταίζης Ματαλών, σεφαραδιτών Εβραίων, μεγάλωσε σ΄ ένα περιβάλλον που συνδύαζε τις παραδόσεις των Εβραίων, την ελληνική παιδεία και τις κοσμοπολίτικες συνήθεις της αριστοκρατίας της Θεσσαλονίκης των αρχών του 20ου αιώνα. Με την οικογένειά του θα διασωθούν την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής, βρίσκοντας καταφύγιο στο αγρόκτημα μίας οικογένειας χριστιανών στο Άργος. Θα θητεύσει στο Πειραματικό Σχολείο Θεσσαλονίκης και θα σπουδάσει Οικονομικές Επιστήμες στη Λωζάννη από όπου και θα επιστρέψει για να αναλάβει την οικογενειακή επιχείρηση εμπορίας βιομηχανικών ειδών «ΗΦΑΙΣΤΟΣ». Αναμείχθηκε ενεργά με τα θέματα της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης (ΙΚΘ) από το 1975, ενώ την οκταετία 1993-2001 διετέλεσε πρόεδρός της. Η θητεία, σημαδεύτηκε από πρωτοβουλίες (μνημείο των Ελλήνων Εβραίων Θυμάτων του Ολοκαυτώματος, ίδρυση του Εβραϊκού Μουσείου Θεσσαλονίκης) που έδωσαν εικόνα στο όραμά του να αποκατασταθεί η ιστορική μνήμη της πόλης. Ήταν παντρεμένος με τη Νέλλη Καμχή- Σεφιχά με την οποία απέκτησαν την Νταίζη τον Λάρρυ, και τη Βίκυ. Έφυγε από τη ζωή, τον Νοέμβριο του 2007.



 Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Σοφία Πακαλίδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Από το 1991 εργάζεται ως δημοσιογράφος στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο της πόλης. Σήμερα εργάζεται στις εφημερίδες «Αγγελιοφόρος» και «Αγγελιοφόρος της Κυριακής» και στο Γ΄ Πρόγραμμα του Ρ.Σ.Μ της ΕΡΤ3 που εκπέμπει στα βραχέα κύματα, με καθημερινή εκπομπή για τον ελληνισμό της διασποράς.
***Η Σοφία που ήμουν τυχερή να τη γνωρίσω προσωπικά, είναι από τους ανθρώπους εκείνους που χαίρεσαι να αναγνωρίζεις στο βλέμμα και τη συμπεριφορά τους την ανθρωπιά. Μια δημοσιογράφος με ψύχραιμη σκέψη, επαγγελματισμό και μια ζεστασιά που δεν εξαντλείται στην "επικοινωνιακή συμπεριφορά", αλλά αναβλύζει από μια ειλικρίνεια τόσο σπάνια και καλοδεχούμενη.

Saturday, March 06, 2010

Ο αλεξανδρινός Τροπικός της γραφής

«…Δεν είναι η τέχνη κυρίως το θέμα μας, είμαστ’ εμείς. Θα αρκούμαστε πάντα στην αρχαία κονσέρβα της σαλάτας του επιδοτούμενου μυθιστορήματος; Ή το κουρασμένο παγωτό των ποιημάτων, που βγάζουν μάτι πως κοιμούνται στο ψυγείο της μνήμης; Αν μονάχα μπορούσαμε να υιοθετήσουμε ένα πιο τολμηρό μέτρο, έναν γοργότερο ρυθμό, ίσως όλοι ν’ ανασαίναμε πιο ελεύθερα! Τα βιβλία του έρμου Ντάρλι –άραγε θα είναι πάντοτε τέτοιες φιλόπονες περιγραφές των ψυχικών καταστάσεων της …ανθρώπινης ομελέτας; (Η τέχνη εμφανίζεται στο σημείο όπου μια μορφή υποδέχεται τις ειλικρινείς τιμές ενός αφυπνισμένου πνεύματος)…»


Στο Μεσοπόλεμο. Με συντεταγμένες Νότου. Αλεξάνδρεια. Με τον επίκαιρα πολυδιάστατο τρόπο του εκτυλίσσεται το αριστούργημα του Λόρενς Ντάρελ (Lawrence Durrell), το μυθιστόρημα «Αλεξανδρινό Κουαρτέτο» (1957-1960) που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε νέα μετάφραση και επίμετρο από τη Μαριάννα Παπουτσοπούλου. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι υπήρξε το έργο εκείνο που ανανέωσε, επανεφηύρε στην ουσία το μοντέρνο μυθιστόρημα. Σήμερα, αισθάνεται ο αναγνώστης ότι πέρα από τη μαγική αχλύ του πρωταγωνιστικού φορτίου της πόλης, της Αλεξάνδρειας, και την εξονυχιστική καταβύθιση στην ανθρώπινη ψυχή και τα πάθη της που πετυχαίνει ο συγγραφέας, υπάρχει κάτι δυνατότερο στο βιβλίο που το συνδέει με το παρόν. Είναι η σφοδρή αίσθηση της προδοσίας, της εξαπάτησης του ανθρώπου από τον ίδιο του τον εαυτό. Διαχρονικό αίσθημα ενοχής. Μόνο που ο Ντάρελ το έχει φέρει στα σταθμά του σύγχρονου ανθρώπου. Είναι σαν να του έχει “πάρει μέτρα” προτού αυτός παρακμάσει, προτού ενταφιαστεί. Γι' αυτό και είναι τόσο μέσα στο μέσα μας σήμερα ο συγγραφέας.


Μια φαλιρισμένη «εξωτική επαρχία», αναπόφευκτα κοσμοπολίτικη και ιθαγενής μαζί, πνιγμένη στα τρίγωνα και τα τετράγωνα και τα πολύγωνα –όχι απαραίτητα ερωτικά- των ανθρώπων της. Προσδιορισμένη απολύτως από τις αντιφάσεις της που αποτελούν και την ανυπέρβλητη γοητεία της. Δεν θέλει πολύ για να συσχετίσει κανείς αυτή την ατμόσφαιρα της ματαιότητας, της πόλης που κάτω από τα πολλαπλά στρώματά της διαφυλάττει έναν ιδιόμορφο πλούτο, των ηρώων της που δεν είναι παρά άνθρωποι αφημένοι στον εαυτόν τους, με το τραγελαφικό παρόν της κρίσης, ας πούμε και στην Ελλάδα. Γιατί να μην τολμήσουμε μια τέτοια ανάγνωση; Η Ελλάδα, ως άλλη πόλις, ως άλλη Αλεξάνδρεια του Μεσοπολέμου, γιατί όχι “μια φαλιρισμένη «εξωτική επαρχία», αναπόφευκτα κοσμοπολίτικη και ιθαγενής μαζί, πνιγμένη στα τρίγωνα και τα τετράγωνα και τα πολύγωνα –της διαφθοράς- των ανθρώπων της, προσδιορισμένη απολύτως από τις αντιφάσεις της”. Ας το επιχειρήσουμε. Μας το επιτρέπει το πολυεδρικό μυθιστόρημα του Ντάρελ. Που κλονίζει κάθε βεβαιότητα. Το εντυπωσιακό είναι ότι στα τέσσερα βιβλία που αποτελούν το οικοδόμημα του “Αλεξανδρινού Κουαρτέτου”, με τους τίτλους “Τζαστίν”, “Μπαλτάζαρ”, “Μαουντόλιβ” και “Κλέα”, ο αναγνώστης στην αρχή παγιδεύεται σε μια αλήθεια που πλέκεται με έναν ξεχωριστό αισθητισμό και τον τυλίγει από καθε πλευρά σαν ιστός αράχνης. Όσο προχωρούν οι παράλληλες και τεμνόμενες ιστορίες τόσο νιώθεις πιο εγκλωβισμένος σε μια αλήθεια που δεν μπορείς επ' ουδενί να εξιχνιάσεις. Η πλοκή περνά στη σκιά του στυλ του Ντάρελ, αλλά -τι ειρωνεία!- καθορίζει τους χαρακτήρες, τις αντιδράσεις τους, την ίδια την αφήγηση και τελικά διαμορφώνει αυτό το χαμαιλεοντικό του ύφος που δεν φοβάται να ενδυθεί κάθε δυνατό μέσο για να εξυπηρετήσει το στόχο του. Ποιος είναι ο στόχος του; Ίσως να “πει” το θάνατο. Ίσως να “πει” το τέλος. Ίσως. Εξυμνώντας με το δικό του -μείζονα φυσικά- τρόπο τη ζωή, τη σεξουαλικότητα, τη ζωή ειδωμένη μέσα από τη σεξουαλικότητα. Η ψυχανάλυση βρίσκει το μεγάλο της εκφραστή για τον 20ο αιώνα, αλλά με μιαν ενστικτώδικη έκφανση που ταιριάζει περισσότερο και στην ιδιοσυγκρασία του Ντάρελ. Μπορεί οι αγγλικές και ιρλανδικές του ρίζες να τον κατέταξαν στο πάνθεον της αγγλικής λογοτεχνίας, ωστόσο ο ίδιος δεν ήταν μόνον αυτό. Όπως δεν ήταν και η γλώσσα που έγραψε. Είχε ζήσει την “παγκοσμιοποίηση” πριν αυτή έρθει επισήμως. Γι' αυτό τα κείμενά του βρίθουν από γαλλικές, αραβικές, ελληνικές φράσεις και λέξεις. Κοσμοπολίτης λόγω ζωής. Πέρασε τα χρόνια του στην Αγγλία, την Ινδία, την Κέρκυρα, την Αίγυπτο, τη Γιουγκοσλαβία, τη Ρόδο, την Κύπρο, την Προβηγκία.


Αυτό το “χωνευτήρι” των εμπειριών του καθόρισε τη σκέψη του. Που σήμερα προβάλλει πιο οξεία και καθαρή και ψύχραιμη από ποτέ. Η παθιασμένη του γραφή που μπορούσε να εξάπτει τη φαντασία του ανθρώπου του μεταπολεμικού ανθρώπου του 20ου αιώνα, φαντάζει σήμερα ένα κατασταλαγμένο φίλτρο που δαμάζει το σκοταδισμό, τη δαιμονοποίηση, το φόβο για τον Άλλο, το δογματισμό. Η διπλωματική του καριέρα τού δίνει τα εφόδια να μιλήσει για την κοινωνία και την πολιτική και τη γεωστρατηγική με έναν υποχθόνια αποτελεσματικό τρόπο για το πώς η ισχύς διαμορφώνει τις ισορροπίες, για το πώς η εξουσία επιβάλλει τους όρους της και για το πώς κατατρώγονται τα θεμέλιά της από την ιδιοσυστασία της τελικά.

Η γοητεία του Ντάρελ είναι επίσης οι ίδιες του οι αντιφάσεις. Ο πλούτος του είναι οι πολλαπλές τόσο ξεχωριστές διαστρωματώσεις των εμπειριών του. Σαν την Αλεξάνδρεια που ιχνηλατεί, ακολουθώντας τα βήματα του Καβάφη -έχει μεταφράσει άλλωστε στα Αγγλικά ποιήματά του-, θαυμάζοντας τον μοντέρνα δραματικό του τρόπο να αποκαλύπτει την ουσία. Από το μέντορά του Χένρυ Μίλλερ μέχρι το μεγάλο Αλεξανδρινό που ακολουθεί στην “Πόλη” του, μέχρι το φίλο του το Σεφέρη. Είναι ο Τροπικός της γραφής του που αγκαλιάζει περιμετρικά το Νότο του πάθους, της μιζέριας, των μεγάλων ανοιχτών αισθημάτων και των μικρών ψυχών, των συνταρακτικών αλλαγών και των περιορισμένης κλίμακας δραμάτων, των ανοιχτών σωμάτων και των κλειστών ζωών, των μεγάλων αισθήσεων και των φυλακισμένων σκέψεων. Τα οράματα -ακόμα κι αυτά τα πνευματικά, τα κοινωνικά, τα βαρύγδουπα ιστορικά, βρε αδερφέ- μοιάζουν φευγαλέο όνειρο της μεσημεριανής καλοκαιρινής σιέστας εδώ μακριά στο Νότο που περισσότερο από ποτέ επιχειρούν να τον ερμηνεύσουν τώρα. Να τον καταλάβουν οι Άλλοι από τη Δύση, της τάξης, της οργάνωσης, των στόχων, των προγραμμάτων. Αλλά επιχειρούν με τα δικά τους όπλα, όχι με τα διαθέσιμα κάτω από το σφοδρό ήλιο της Ανατολής, το κάθετο φως του μεσημεριού και το απαλό ματωμένο ηλιοβασίλεμα της δύσης. Ο Ντάρελ “λέει” το μελαγχολικό και διονυσιακό μαζί τραγούδι του Νότου, αλλά με τη φωνή του τόπου. Και τα υλικά του. Γι' αυτό μαγεύει. Και αποκαλύπτει, όσα δεν μπορούν να δουν οι σημερινοί τεχνοκράτες, ακόμη και του ίδιου του τόπου πια. Και λέει για τον άνθρωπο, μέσα από τη λογοτεχνία αλλά και για τη λογοτεχνία, όσα δεν μπορεί να πει ο ίδιος -ο άνθρωπος- για τον εαυτό του.

Friday, March 05, 2010

Τενοντίτιδα εγκεφάλου

Μαζεύω μέρες τώρα υλικό. Για "έκρηξη" με λέξεις.
*
Σήμερα ξεχείλισε το ποτήρι. Θέλω να γράψω για την τενοντίτιδα, όχι τόσο του πληκτρολογίου που αυτή δεν την αποφεύγω με τίποτα και είναι σε έξαρση αυτή την εποχή, αλλά για την άλλη του εγκεφάλου μας.
*
Που έχει πήξει από την ανοησία και τη βλακεία κι αρχίζει το παράλογο να το "αναγνωρίζει" ως φυσιολογικό, ως κάτι απλό, δεδομένο. Δεν προβληματίζεται και πολύ. Δεν τεντώνονται και πολύ οι νευρώνες του. Μουδιασμένο το κακόμοιρο το μυαλό παρακολουθεί αποσβολωμένο: να κόπτονται για το βίντεο της Τζούλιας, αλλά να μην ξέρουν ποιος είναι ο Μανώλης Γλέζος.
*
Ο απόλυτος ευτελισμός. Ο δε συνειρμός ότι το μαχητικό παρελθόν μας θέλουμε και μπορούμε να το πνίγουμε στα δακρυγόνα και το αφήνουμε τελικά λιπόθυμο στην άσφαλτο, αναπόφευκτος. Τενοντίτιδα εγκεφάλου. Τι μπορεί να λειτουργήσει ως αντιφλεγμονώδες; Αναρωτιέμαι. Καμιά καλή μουσική, κανένα βιβλίο, καμιά παρέα με ωραίους φωτεινούς ανθρώπους που γλιτώνουν την καθημερινή φλεγμονή, γιατί δεν παραδίνονται, δεν καταθέτουν τα όπλα της σκέψης τους, κανένα κοίταγμα ψηλά στον ουρανό, καμιά ανάσα που σου δίνουν τα μάτια του απέναντι που μπορείς να βαστηχτείς πάνω τους. Μάτια ειλικρινή.