Saturday, February 27, 2010

Κρέας από σταφύλι

Μια μάνα δυνάστρια. Ο γιος της, βαθιά πληγωμένος από κείνη. Εξαφανίζεται. Δυο κορίτσια με το κενό του πατέρα που έφυγε μακριά. Ένας νέος δον Ζουάν, ο οποίος ερωτεύεται το κορίτσι που δεν του ζητάει τίποτα. Και μια μικρούλα, παρατημένη στους δρόμους, μ' ένα παράφωνο ακορντεόν, γίνεται ο καταλύτης της σύνδεσής τους. Κρέας από σταφύλι. Μια ιστορία σε μαύρο φόντο, η οποία αφηγείται με πικρία, θυμό και σαρκασμό τα καθημερινά εγκλήματα που διαπράττουμε με πρόσχημα την αγάπη. Μια ιστορία ωμοφαγίας και ομοφαγίας για το πόσο πεινάμε, πώς χορταίνουμε, και πώς η λήθη τρώει το μυαλό για να συνεχιστεί η ζωή. Στο τέλος, ποιος θα φαγωθεί;

 


Wednesday, February 24, 2010

«Υπάρχω σημαίνει πίνω χωρίς να διψάω»

«…Η αφθονία των πραγμάτων έκρυβε τη σπανιότητα των ιδεών και τη φθορά της πίστης… Η εποχή των παιδιών έπαιρνε τη θέση της εποχής των νεκρών… Το επιχειρείν ήταν ο φυσικός νόμος, ο νεωτερισμός, η ευφυΐα, αυτό θα έσωζε τον κόσμο… Ζούσαμε μέσα σε αποκαθαρμένους λόγους… Η πολιτική ελαφρότητα της ζωής εξαφανιζόταν… Τώρα ξέραμε πως όλα όσα είχαμε δεν αρκούσαν για να μας κάνουν ευτυχισμένους… Ο νεωτερισμός δεν προκαλούσε πια πολεμικές ούτε ενθουσιασμό, ούτε και στοίχειωνε το φαντασιακό. Ήταν το φυσιολογικό πλαίσιο της ζωής… Με την ψηφιακή εικόνα εξαντλούσαμε την πραγματικότητα… Από πού να ‘ρθει η εξέγερση;»
Μια ακτινογραφία του κόσμου ανάμεσα στο 1940 και το αμείλικτα ρευστό παρόν παραδίδει η Αννί Ερνώ (Annie Ernaux) στο τελευταίο μυθιστόρημά της, με τίτλο «Τα χρόνια» που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις εκδόσεις Πάπυρος σε μετάφραση της Ρίτας Κολαΐτη. Η κοινωνία και ο άνθρωπος και οι κατακτήσεις του και οι ταυτόχρονες απώλειές του, ειδωμένα μέσα από το προσωπικό πρίσμα της ίδιας της ζωής της συγγραφέως.
Η εφηβεία της, η ενηλικίωσή της, ο γάμος της, τα παιδιά της, το διαζύγιό της, οι ερωτικές της σχέσεις, η σύνταξη, η εμμηνόπαυση, ο καρκίνος στο στήθος, οι θάνατοι των γονιών, του άντρα, των φίλων, των διανοουμένων, των φιλοσόφων, των τραγουδιστών, των συγγραφέων. Και ταυτόχρονα να ξεδιπλώνεται στην ιδιόρρυθμη αφήγηση της Ερνώ, η μεταπολεμική Γαλλία, οι πόλεμοι στην Αλγερία και την Ινδοκίνα, ο Μάης του ’68, η διάλυση της ΕΣΣΔ, η Καταιγίδα της Ερήμου, η φετφά εναντίον του Σάλμαν Ρούσντι, η 11η Σεπτεμβρίου· και από το παραπέτασμα της εξωτερικής πραγματικότητας και της απολύτως ατομικής υπόθεσης αντίληψης του κόσμου, να ξεπροβάλλουν οι φιγούρες του Ντε Γκωλ, του Ζισκάρ Ντ’ Εστέν, του Φρανσουά Μιτεράν, του Λεπέν, του Σιράκ, του Σαρκοζί. Από τη δολοφονία του Άλντο Μόρο μέχρι το ξέσπασμα των ταραχών στα προάστια της Γαλλίας. «…Ο Μάης έγινε μέτρο κατάταξης των ανθρώπων· όταν συναντούσαμε κάποιον αναρωτιόμασταν από ποια πλευρά βρισκόταν στη διάρκεια των γεγονότων…».
Η Ερνώ με μια οπτική που ακροβατεί ανάμεσα στο γυναικείο συναισθηματισμό –με την έννοια απλώς της έκφρασης της προσωπικής αλήθειας, χωρίς τη λογοκρισία του φόβου- και έναν ρεαλισμό, πολύ κοντά στον κυνισμό ομολογουμένως, δεν περιγράφει απλώς τον κόσμο, αλλά επιχειρεί κιόλας να τον ερμηνεύσεις, χρησιμοποιώντας ένα πολύ αποτελεσματικό εργαλείο: την αμφιβολία. Η συγγραφέας αποδύεται σε έναν αγώνα να παρακολουθήσει τον εαυτόν της και τη γενιά της και τις ιστορικές εξελίξεις. Μιλάει για το «εγώ» της, αναφερόμενη σε «εκείνη». Παίρνει την απόσταση, αυτή που επιβάλλει η μυθιστορηματική γραφή, για να αντέξει να «περισώσει κάτι από το χρόνο, όταν εκείνη πια δεν θα υπάρχει».
Η ζωή της Αννί κατακερματισμένη σε στιγμές, όπως και η σύγχρονη Ιστορία. Απομονωμένοι σταθμοί που ενώνονται από το νήμα της και συνιστούν την ολοκληρωμένη εικόνα μιας πορείας που δεν μπορεί κανείς άλλος να συνδέσει στη δική της ξεχωριστή αλληλουχία. «…Η εποχή έλεγαν οι άνθρωποι, δεν είναι ίδια για όλους…». Η συναισθηματική της μνήμη, η μοναδική αίσθηση του χρόνου –στη νεότητα ιλιγγιώδεις ρυθμοί και μετά η επικράτηση μιας ανατριχιαστικής επιβράδυνσης μέχρι σε σημείο ακινητοποίησης-, οι ταινίες που είδε, τα βιβλία που διάβασε, η μουσική και τα τραγούδια που άκουσε. «…Ήταν η εποχή του Κάφκα, του Ντοστογιέφσκι, της Βιρτζίνια Γουλφ, του Λόρενς Ντάρελ. Ανακαλύπταμε το «Νέο Μυθιστόρημα»… θέλαμε να το αγαπήσουμε αλλά δεν βρίσκαμε σε αυτό αρκετή από τη συμπαράσταση που ζητούσαμε…». Η κουλτούρα της Ερνώ αποτελεί το φίλτρο εκείνο που της επιτρέπει να διυλίσει τον κόσμο από τη σκοπιά που επιλέγει: του ανθρώπου που δεν φοράει παρωπίδες και δεν φοβάται να παραδεχτεί την κινούμενη άμμο της πραγματικότητας, κοινωνικής και προσωπικής.
Ο αυτοβιογραφικός δρόμος που έχει διαλέξει από νωρίς η Ερνώ στα βιβλία της, της δίνει εκτός από το προσόν της αμεσότητας και ένα άλλο σοβαρό πλεονέκτημα –ίσως το σημαντικότερο- αυτό της ειλικρίνειας. Μιας ειλικρίνειας που δεν φοβάται να τεμαχίσει τον κόσμο και να τον ανασκάψει, προκειμένου να επιχειρήσει η συγγραφέας να «αποτυπώσει στην οθόνη της ατομικής μνήμης την αντανάκλαση της συλλογικής ιστορίας». Και το πετυχαίνει. Με ένταση.
Ξεκινάει από τα παιδικά της χρόνια –έχει γεννηθεί το 1940 η Ερνώ- που ορίζονταν τότε η θέση της στον κόσμο από τη μνήμη των άλλων, από το πλαίσιο του καθολικισμού ως ρυθμιστή του χρόνου και περνάει στις τελετές ενηλικίωσης, καταγράφοντας παράλληλα τον τρόπο που οι άνθρωποι άρχισαν να αποθεώνουν τα υλικά αγαθά στη ζωή τους. «…Οι άνθρωποι καλυτέρευαν τη ζωή τους χάρη στα υλικά αγαθά. Ανάλογα με τις δυνατότητές τους, αντικαθιστούσαν την κουζίνα με κάρβουνα με μια άλλη γκαζιού, το καλυμμένο με μουσαμά ξύλινο τραπέζι με ένα αντίστοιχο φορμάικα, το Σιτροέν 4CV με ένα Ρενό Ντοφίν, το μηχανικό ξυράφι και το μαντεμένιο σίδερο με τα αντίστοιχά τους ηλεκτρικά, τα μεταλλικά σκεύη με πλαστικά. Το πιο ζηλευτό και ακριβό αντικείμενο ήταν το αυτοκίνητο, συνώνυμο της ελευθερίας, του απόλυτου ελέγχου των αποστάσεων και, κατά κάποιον τρόπο, του κόσμου…». Τότε που η διαφήμιση και η βιομηχανία κράτησαν τα σκήπτρα της καθημερινότητας και τα παρέδωσαν με επιτυχία στην τηλεόραση και την ψηφιακή εποχή. «…Ο νέος τρόπος να υπάρχουμε στον κόσμο ήταν το «βολικό», να τα ‘χεις καλά με τον εαυτό σου, ένα κράμα αυτοπεποίθησης και αδιαφορίας προς τους άλλους…».
Η τρομοκρατία, το AIDS, η αντισύλληψη, η ανορεξία και η βουλιμία, η σεξουαλική απελευθέρωση, ο φεμινισμός. Ο Σαρτρ, η Σιμόν ντε Μποβουάρ και ο Πιερ Μπουρντιέ. Όλοι και όλα τίθενται στο στόχαστρο της Αννί Ερνώ. «…ζούσαμε στην «εξελιγμένη φιλελεύθερη κοινωνία». Τίποτα δεν ήταν πολιτικό ή κοινωνικό, ήταν απλά μοντέρνο ή μη. Όλα ήταν θέμα μοντερνισμού…». Εκείνο που καταφέρνει η συγγραφέας είναι να κάνει τον αναγνώστη να αναλογιστεί τη δική του θέση μέσα σ’ αυτό το κοινωνικό και ιστορικό γίγνεσθαι που ξεδιπλώνει μπροστά στα μάτια του. Τον βάζει να σκεφτεί για το ποια είναι η δική του ερμηνεία του κόσμου. Τον θέτει αντιμέτωπο με τον εαυτό του, υπενθυμίζοντάς του ότι έχει παραδοθεί άνευ όρων στον παρόν.

Tuesday, February 23, 2010

Ελπίδες-λεπίδες

Ξέρω ότι το πιο βασανιστικό πράγμα στον κόσμο είναι η ελπίδα. Όταν υπάρχει κι όταν δεν υπάρχει. Το χειρότερο είναι όταν υπάρχει και μετά παύει να υπάρχει. Διαψεύδεται. Πανηγυρικά. Γι' αυτό προσπαθώ να πείσω τον εαυτόν μου να μην βασίζεται σε ελπίδες. Γιατί οι ελπίδες είναι λεπίδες. Ένας απλός αναγραμματισμός.
Και άμα θες να ξαναβρείς τον εαυτόν σου μετά αφού έχεις φάει την διάψευσή σου με το κουτάλι -έστω  με το κουταλάκι του γλυκού για να μην λιγωθείς-, δεν έχεις άλλο δρόμο ύστερα από την απελπισία παρά την ελπίδα. Αδιέξοδο. Αναπόφευκτο. Και πρέπει, ρε παιδάκι μου, να κόψεις φέτες την απελπισία σου με τη λεπίδα της ελπίδας για να αλαφρώσεις και να πειστείς εντέλει ότι και "το κακό και το καλό τρεις μέρες βαστάει", όπως σοφά μου τριβέλιζε  το μυαλό ένα πρωί στο γραφείο η Τ., η καθαρίστρια.

Saturday, February 20, 2010

Κύκλος


από τον Θανάση Τριαρίδη:

Αναζητώντας στον σπαρμένο βάλτο
 
Η ελληνόγλωσση πεζογραφική αφήγηση στον 19o και στον 20ό αιώνα:
ο προγραμματικός αναχρονισμός και οι φυγόκεντρες αποκλίσεις


Στον κύκλο σεμιναρίων θα εξεταστούν πτυχές και τάσεις της ελληνικής πεζογραφικής αφήγησης από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού. Κεντρικός άξονας η αυτοπεριχαράκωση του ελληνικού αφηγηματικού λόγου τα τελευταία διακόσια χρόνια σε έναν προγραμματικό (ηθογραφικό) αναχρονισμό και η συνακόλουθη αδυναμία του να παραγάγει οποιαδήποτε αφηγηματική πρωτοπορία ή έστω να παρακολουθήσει έγκαιρα και γόνιμα τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές νεωτερικές αφηγηματικές απόπειρες και κατακτήσεις.
 
Πιο συγκεκριμένα: Ο ελληνικός ποιητικός λόγος τούς δύο τελευταίους αιώνες, πέρα από τους προφανείς εθνοκεντρικούς αναχρονισμούς, είχε να επιδείξει έναν τουλάχιστον πρωτότυπα νεωτερικό (σε παγκόσμιο επίπεδο) ποιητή (Καβάφης), έναν (το ολιγότερο) update ρομαντικό (Σολωμός), έναν ιδιότυπο όσο και μοναδικό επίγονο του σπληνικού μηδενισμού (Καρυωτάκης) και τουλάχιστον τέσσερις μείζονες ποιητές που μπόρεσαν να παρακολουθήσουν έγκαιρα και εξαιρετικά γόνιμα τις ποιητικές πρωτοπορίες (Σεφέρης, Εμπειρίκος, Εγγονόπουλος, Ελύτης). Το αποτέλεσμα είναι πως το ελληνόγλωσσο ποιητικό σώμα των τελευταίων δύο αιώνων, παρά το ότι σαφώς χειραγωγήθηκε προς τη δημιουργία «εθνικού ποιήματος», «εθνικής ποίησης» και «ελληνικής ποίησης», κατάφερε να δώσει υψηλότατα δείγματα γραφής, ιδίως όταν επέλεξε τις προσωπικές ιστορίες έναντι της καθολικής ιστορίας και τα μεικτά ήδη έναντι της φορμαλιστικής νομιμότητας.
 
          Αντίθετα, ο ελληνικός πεζός λόγος βρέθηκε εξαρχής εγκλωβισμένος σε έναν προγραμματικό ηθογραφικό αναχρονισμό – και, σε αντίθεση με τον ποιητικό λόγο, δεν υπήρξε ένας πραγματικά μείζων νεωτερικός πεζογράφος που να μπορέσει να αλλάξει την κατεύθυνση, ή να καταθέσει με το έργο του μια βιώσιμη αντιπρόταση. Το αποτέλεσμα ήταν η ελληνόγλωσση αφήγηση να μη μπορεί καν να ανεχτεί τις (έτσι κι αλλιώς επισφαλείς) απόπειρες αφηγηματικής πρωτοπορίας. Όπως κάθε θρησκόληπτη, φοβική και βαθιά συντηρητική κοινωνία, η Ελλάδα επικέντρωσε την πεζογραφική της παραγωγή στην ηθογραφία, γυρεύοντας να επιβεβαιώσει την κατασκευασμένη αυτοεικόνα της – και από αυτό το στάδιο δεν ξεκόλλησε ποτέ. Η έλλειψη ουσιαστικής αστικής τάξης (που αναμφίβολα γεννά την ενοποιητική αφήγηση της Δύσης), η ασύνδετη κοινωνία, η έλλειψη ουσιαστικής παιδείας και η υποκατάστασή της από τη θρησκευτική παρα-λογική, η επί αιώνες και δεκαετίες (ή και μέχρι σήμερα) θλιβερή έλλειψη σοβαρών μεταφράσεων μεγάλων αφηγηματικών έργων της δυτικής γραμματείας (ενδεικτικά: Αυγουστίνος, Δάντης, Βοκάκιος, Ραμπελέ, Αρετίνος, Θερβάντες, Σαντ, Πόε, Προυστ, Τζόις), μπορούν να ερμηνεύσουν την πραγματικότητα ετούτου του αναχρονισμού, όχι όμως και να τον δικαιολογήσουν – πόσο μάλλον να τον δικαιώσουν…
 
Αυτός ο προγραμματικός αναχρονισμός, συνδυασμένος με τον κυρίαρχο εθνικισμό, με τις στρεβλώσεις και τα τέρατα που αυτός γεννά, εγκλώβισαν την ελληνική πεζογραφία στην αυτιστική αγωνία της ανατροφοδοτούμενης αυτοκατάφασης και της αυτοεκπληρούμενης «ελληνικότητας». Είναι χαρακτηριστικό πως η Γενιά τού ’30, προσπαθώντας να δει το παρελθόν του νεοελληνικού πεζού λόγου, δε θέλησε να βάλει στην αφετηρία του την από κάθε άποψη νεωτερική Γυναίκα της Ζάκυθος, αλλά επέλεξε ως προγραμματική αφετηρία την αφόρητη και φτηνής ποιότητας ηθικολογία των απομνημονευμάτων του Μακρυγιάννη.
 
Ο κάθε αναχρονισμός γεννά έναν επόμενο, ακόμη πιο θεριεμένο, που θα επιβεβαιώσει τον προηγούμενο και θα δικαιώσει τις παρωπίδες όσων προσφεύγουν σε αυτόν. Στη νεοελληνική πεζογραφία κυριάρχησε, περίπου ως απαράβατος Κανόνας, η ηθογραφία της αυτοκατάφασης, εξοβελίζοντας από την ελληνόγλωσση λογοτεχνική παραγωγή κάθε μορφή ριζικής φαντασίας. Για την ελληνική λογοτεχνία, δικαιωμένη αφήγηση λογαριάζονταν (και λογαριάζεται ακόμη) ό,τι επιβεβαιώνει την αυτοκατάφαση του αναγνώστη, ό,τι τον νανουρίζει, και επ’ ουδενί αυτό που μπορεί να τον ταράξει και να του χαλάσει τον ύπνο. Αρκεί να σκεφτεί κανείς πως, τον ίδιο καιρό που ο Κάφκα γράφει τη Μεταμόρφωση και τη Δίκη, στην Ελλάδα πεζογραφική πρωτοπορία είναι ο Πατούχας και το Όταν Ήμουν Δάσκαλος (θα μπορούσε να ήταν απλώς κωμικό, αν δεν ήταν πρωτίστως απελπιστικό). Αυτός είναι και ο λόγος που είδη τα οποία ανθούν εδώ και αιώνες στη λογοτεχνία της Δύσης όπως η πορνογραφία, η λογοτεχνία του τρόμου, η λογοτεχνία του φανταστικού, η επιστημονική φαντασία είναι περίπου ανύπαρκτα (ή και υπό διωγμόν) από τους κυρίαρχους κανόνες της υπερσυντηρητικής («αστικής» και «αριστερής») κριτικής.
 
          Έτσι, η υστέρηση (συνδυασμένη συνήθως με τον στείρο και κακοχωνεμένο μιμητισμό) έγινε ο μόνιμος κανόνας του επίσημου Κανόνα της ελληνικής αφήγησης. Ενδεικτικά παραδείγματα: η αστική ηθογραφία του Μπαλζάκ περνάει (όπως και όσο) στην ελληνική πεζογραφία με καθυστέρηση ενός (!) αιώνα, ο νατουραλισμός του Ζολά καταγράφεται μετά από πενήντα χρόνια, ενώ ο μποβαρισμός του Φλομπέρ θα χρειαστεί εβδομήντα (και μόνο για όσο διαπερνά τα πρώτα μυθιστορήματα του Καραγάτση). Την ίδια ώρα ο Πόε θεωρείται παρακμιακός, το ίδιο και ο Ουάιλντ, ο Ντοστογιέφσκι ζωογονεί κάποιες από τις πιο σκοτεινές πτυχές του Παπαδιαμάντη και μετά πέφτει στο κενό (όπως στο κενό έπεσαν και αντίστοιχες παπαδιαμαντικές εξάρσεις, σκεπασμένες από την κοπριά της ηθογραφίας και την αποκρουστική αγιοποίηση), ο Ανατόλ Φραντς, ο Αντρέ Ζιντ, ο Τόμας Μαν είναι ανύπαρκτοι, ο Προυστ παραμένει αδιάβαστος μέχρι τις μέρες μας, και ο Τζόυς φτάνει (όσο φτάνει) στην ελληνόγλωσση αφήγηση με καθυστέρηση σαράντα χρόνων (και μόνο χάρη στην ιδιοφυΐα του Ν. Γ. Πεντζίκη). Κάτι από τον Κάφκα διαβάζουμε μόλις τέσσερις δεκαετίες μετά τον Κάφκα, στις πεζογραφικές δοκιμές του Ε.Χ. Γονατά και του Καχτίτση – για να θεωρηθούν κι αυτές ουσιαστικά «περιθωριακές» και να βρουν συνεχιστές ανάμεσα στους ομοτέχνους τους μόλις στο τέλος του 20ού αιώνα και στις αρχές του 21ου…
 
          Στον κύκλο σεμιναρίων θα προσπαθήσουμε να δούμε την ελληνική αφήγηση από το 1850 μέχρι το 1975 εγκλωβισμένη στο τέλμα του προγραμματικού ηθογραφικού αναχρονισμού. Συνάμα θα επιχειρήσουμε να δούμε τις (συνήθως) ασυναίσθητες και (σχεδόν πάντοτε) τυφλές αφηγηματικές αποκλίσεις της περιόδου αυτής ως σπασμούς νεωτερικής έκφρασης μέσα στον κυρίαρχο αισθητικό και ιδεολογικό Κανόνα. Έτσι, εκφάνσεις (προσοχή στη λέξη: εκφάνσεις και όχι το σύνολο) του έργου του Ροΐδη, του Βιζυηνού, του Μητσάκη, του Παπαδιαμάντη, του Θεοτόκη, του Μυριβήλη, του Καραγάτση, του Δούκα, του Βουτυρά, του Εμπειρίκου, του Πολίτη, του Τσίρκα, του Πεντζίκη, του Μπεράτη, του Φραγκιά, του Καχτίτση, του Γονατά, του Χειμωνά, του Χατζή, του Ταχτσή, του Βασιλικού, του Ιωάννου, του Μπακόλα, του Χάκκα, του Αλεξάνδρου και άλλων θα επισημανθούν ως απόπειρες διαφυγής ή παροχέτευσης – ενδεχομένως και ως βάσιμη ελπίδα.
 
          Έτσι ο συγκεκριμένος κύκλος σεμιναρίων μπορεί να παραλληλιστεί με την περιγραφή (: την ιστορία) ενός βάλτου – αλλά και με το κυνήγι ενός θησαυρού μέσα σε αυτόν.


'Ενα ...σκονισμένο


για την ημέρα

να σου γδέρνει το λαιμό


Friday, February 19, 2010

Θυελλώδης ...αύρα

Η φίλη μου η Αλ. μού εξηγούσε κάποτε ότι φταίει η "ανοιχτή αύρα" μου που μαζεύω γύρω μου κάθε καρυδιάς καρύδι, ιδίως ανεπιθύμητες συναντήσεις και περίεργες καταστάσεις που πρέπει να διαχειριστώ, συνήθως σε δρόμους, δημόσιους χώρους και τέλος πάντων όπου υπάρχουν άνθρωποι. Τα ΚΤΕΛ, λιμάνια, αεροδρόμια, σινεμά, καφετέριες, θέατρα, μετρό προσφέρονται για τις παράξενες συναντήσεις μου με ανθρώπους που χίλια άτομα να υπάρχουν στο χώρο, θα έρθουν μόνο εμένα να ρωτήσουν κάτι, μόνο με μένα να κάνουν ένα οποιοδήποτε επεισόδιο, από χαριτωμένη κουβεντούλα, μέχρι διαπληκτισμό. Έχω ένα ταλέντο, βρε αδερφέ, να τραβάω σαν μαγνήτης το ιδιαίτερο, το παράξενο, το ιδιόμορφο και συχνά το ενοχλητικό. Εγώ έχω απλώς την εντύπωση ότι μου συμβαίνουν  αυτά, γιατί οι άλλοι χρειάζονται έναν αυτόπτη μάρτυρα της απόγνωσής τους, της ταλαιπωρίας του, της λοξής τους πορείας κι εγώ προσφέρομαι γιατί έχω μάτια να τους δω κι αυτιά να τους ακούσω. Τίποτα παραπάνω.
*
Από το σε βλέπω και σε ακούω μέχρι το συμφωνώ μαζί σου βέβαια, η απόσταση καλύπτεται από έτη φωτός. Και η ...ορθολογιστική εξήγηση της Αλ. δεν είναι αρκετή, όπως καταλαβαίνετε. Γι' αυτό έχω φτιάξει μια μικρούλα θεωρία για τις καθημερινές δύσκολες ώρες: οι άλλοι οσμίζονται, όπως τα σκυλιά το φόβο, τους πρόθυμους να επωμιστούν μερικές ευθύνες παραπάνω, ακόμα και την ευθύνη του εαυτού τους (των άλλων), της ίδιας τους της ύπαρξης (των άλλων). Την ενστικτώδικη αυτή συμπεριφορά τους δεν μπορούν να τη φιλτράρουν όμως με τη λογική που τους έδωσε η ανθρώπινη φύση και νομίζουν ότι βρήκαν ωραία θύματα να τους φορτώσουν τα βάρη τους. Από ψυχολογικά, μέχρι πρακτικά. Νομίζουν ότι θα σε πείσουν να κρατήσεις εσύ τον κόσμο στα χέρια σου -και να χάσεις τη ζωή σου- για να συνεχίσουν αυτοί αμέριμνοι τον περίπατό τους στην αναζήτηση θυμάτων.
Τι να σου κάνει κι η αύρα; Δεν θέλει πολύ ούτε για να ανοίξει ούτε για να κλείσει. Δεν είμαι ο Άτλαντας, παιδιά, και δυστυχώς για σας το καταλαβαίνετε τη στιγμή που αφήνω τον κόσμο σας να γκρεμιστεί, όταν γυρίσω, σας κοιτάξω και σας πω την αλήθεια που πιστεύω κατάμουτρα. Δεν είναι πολύ ώριμο αυτό, λένε, αλλά τι να κάνουμε, αυτό διαθέτουμε, α, και την αύρα που ανοιγοκλείνει και τελικά σας πιάνει το χέρι στην πόρτα. Ε, πονάει λιγάκι, αλλά μέχρι να παντρευτείτε (με τη στοιχειώδη λογική, που ούτε φλερτ δεν βλέπω μαζί της ακόμα να τολμάτε) θα γιάνει...


Saturday, February 13, 2010

Φελίσα


Φοράω τα “Χουίς Βουητόν” μου. Σε καπελάκι και τσαντάκι μέσης. Παπούτσια αθλητικά μαϊμούδες “Λάικι”. Μπλουζάκι “Βγενετόν” και παντελόνι τζιν “Βρωμάτσε”. Πουλάω τσάντες “Pendi” και “Cucci”. Για την κουτσή Μαρία, κατά πως λένε εδώ στο Ελλάντα. “Beautiful Maria of my soul”, παίζει ο διπλανός μου με την κιθάρα και τη γαϊδουρινή φωνή. Δεν θα βγάλει σιντί ποτέ, μόνο δίσκο βγάζει κάθε μέρα στους κακόμοιρους τους περαστικούς που τον ακούνε και του ρίχνουνε ψιλά για να σωπάσει.
Είμαι ψηλός, λιγνός, με κατσαρά χειλάκια –όπως άκουσα ένα κοριτσάκι να λέει στη μαμά του για μένα στο δρόμο-, σγουρά μαλλιά πολύ κοντά κομμένα, δυο μάτια φεγγάρια, γεμάτες σκούρες χάντρες με λίγο ασπράδι στην άκρη που το φοβούνται γύρω μου οι λευκοί τη νύχτα, μαζί με τα ολόασπρα δόντια μου. Γι’ αυτό δεν χαμογελάω τα βράδια. Όχι μόνο γι’ αυτό. Είμαι μαυρούλης, ντε, όπως οι άλλοι δεν είναι, αν και τα καλοκαίρια ξεροψήνονται στον ήλιο για να μου μοιάσουν. Είμαι σπανιότητα εδώ, όπως είναι σπανιότητα οι άλλοι στη χώρα μου. Είμαι γρήγορος και δυνατός, να κουβαλάω το πανί με τις τσάντες μου που το κάνω τσουβάλι. Και τρέχω.
Λες κι εγώ δεν φοβάμαι απ’ αυτούς που είναι τόσο άσπροι από την κορφή μέχρι τα νύχια. Κάποιοι από κείνους κάποτε με κυνηγάνε. Πολιτσία. Και παίρνω τον μπόγο στην πλάτη. Και τρέχω. Μέχρι να φύγουνε. Στήνω την πραμάτεια μου στο δρόμο, κι αυτοί πάλι περνάνε, αγοράζουν, κοιτάνε, πληρώνουν, δεν πληρώνουν καμιά φορά και τρέχω. Εγώ, όχι αυτοί. Όποτε παζαρεύω τις τσάντες με τα κορίτσια, τους γελάω με τα μάτια μου, σουφρώνω τα τεράστια χείλη μου με νάζι, κι εκείνες όλο θέλουν να αγοράζουν. Πεεέντε ευρώ! Δεέκα ευρώ! Πααάρε πααάρε πάααρε!
Είμαι αδύνατος από φυσικού μου, αλλά δεν τρώω και πολύ για να μου μένουνε λεφτά και να μένω μόνος μου. Κοιμάμαι σ' ένα μονό τριμμένο στρώμα στο πάτωμα. Έχω ένα γκάζι και μαγειρεύω τα φαγητά απ' την πατρίδα μου. Ένα παλιό μικρό ψυγείο και μια ξεχαρβαλωμένη τηλεόραση. Ακόμα δεν έχω δορυφορικό πιάτο. Το κορίτσι, η Φελίσα, από το απέναντι δεύτερο υπόγειο, τον τελευταίο καιρό όλο με κοιτάει, με χαιρετάει και κάτι βράδια που γυρίζω κουρασμένος, με περιμένει να μου δώσει ένα πιάτο φαΐ. Μπιζέλια. Τ’ αγαπημένα της. Γίνανε και δικά μου. Κοκκινιστά. Με φρέσκια ντομάτα και καρότα. Και κρεμμύδι και μύρισμα. Και πιπέρι μπόλικο. Όποτε έχει φαΐ. Κι εκείνη κοιμάται στο πάτωμα: πολλά χαλιά μαζί από κείνα που πουλάει σε λαϊκές, σε δρόμους και πανηγύρια φτιάχνουν ένα κρεβάτι.
Γι’ αντάλλαγμα έχω ονειρευτεί να της χαρίσω ένα στρώμα. Ολόδικό της. Τότε θα της ζητήσω να το μοιραστούμε. Τότε. Με αγωνία ψάχνω με το βλέμμα μου τους δρόμους, μπας και το δω. Το δικό μας στρώμα. Από τα σκουπίδια. Ένα διπλό. Κάπως καινούριο το θέλω. Αλλά μην έχω απαιτήσεις. Μόνο κατουρημένο να μην είναι από πεθαμένες πια γιαγιάδες που αδειάζουνε τα σπίτια τους και τα πετάνε. Και μυρίζουνε γεροντίλα και θάνατο. Ας είναι από κανένα ζευγάρι που χώρισε, ξαφνικά, γιατί κάποιος απάτησε τον άλλον, κι ο άλλος θέλεις να βάλει φωτιά στο στρώμα και το πετάει έξω στον ντενεκέ, τελικά, με αηδία. Και την ώρα που το αφήνει απάνω στο πεζοδρόμιο, πριν λερωθεί, τρέχω εγώ που περνάω τυχαία, ο Φατίχ, ο μόνος που το βλέπει και το ποθεί τόσο και το προλαβαίνω. Τηλεφωνάω στον Ακίν το φίλο μου από την πατρίδα, να βγει έξω να με βοηθήσει και το κουβαλάμε μαζί στην γκαρσονιέρα μου. Και γελάμε γουργουριστά όσο τραβάμε να το κατεβάσουμε στο υπόγειο. Γελάμε.
Kαι τότε, μόλις το διπλό στρώμα γίνει δικό μου και νιώθω πρίγκιπας απ’ τη χαρά μου, θα φωνάξω την αγαπημένη μου, θα της κλείσω τα μάτια με την παλάμη πριν μπούμε στο δωμάτιό μου για να της κάνω έκπληξη και θα ξαπλώσουμε μαζί για πάντα. Εκείνη θα μου μαγειρεύει μπιζέλια και θα είναι η πριγκίπισσά μου. Αργότερα, θα βρούμε κι ένα στρώμα μικρό απ’ τα σκουπίδια να ξαπλώνει το παιδί μας. Αχ, το καλύτερό μου όνειρο σημαίνει στρώματα. Αυτά επιθυμώ. Γι’ αυτά αντέχω ακόμα. Κλείνω τα μάτια και φαντάζομαι να βρίσκω τα καινούρια στρώματα, πεταρίζει η ψυχή μου από χαρά, γιατί θα είμαι πια ο πρίγκιπας των μπιζελιών. Κάτι βράδια, με κρύο που σέρνω τα βήματά μου στο δρόμο και η ανάσα μου είναι ένα ζεστό σύννεφο που προχωράει μπροστά μου, σκέφτομαι ότι το στρώμα της Φελίσα, εκείνο που υπόσχομαι να βρω, είναι φτιαγμένο απ’ τα μπιζέλια που μου φέρνει. Οι τσέπες μου είναι γεμάτες μπιζέλια. Η καρδιά μου είναι γεμάτη μπιζέλια. Μόνο μη μου σκορπίσουνε και φύγουν και χαθούν ή τα πατήσω και τα λιώσω ή μη γλιστρήσουμε και πέσουμε κάτω, προτού προλάβω να βρω το στρώμα, Φελίσα.
Όλοι λένε ότι άμα δεν έχουν φαΐ και νερό, πεθαίνουν. Εγώ λέω ότι πρέπει να έχεις πάντα ένα στρώμα, έστω για να πεθάνεις πάνω του. Κάπου να αναπαύεσαι, όταν γυρίζεις όλη μέρα στους δρόμους. Κάπου να ακουμπάς το κορμί σου. Έστω πάνω σε μπιζέλια, άμα αυτά είναι η Φελίσα, ευτυχία σου.



*****Η παραπάνω ιστορία δημοσιεύτηκε με τον τίτλο "Η πριγκίπισσα και το μπιζέλι" στο τεύχος 5-Χειμώνας 2010 της τριμηνιαίας περιοδικής έκδοσης "Μητροπολιτικές Ιστορίες" που κυκλοφορεί ελεύθερη στην πόλη. Η θεματική του τεύχους ήταν ένα κλασικό παραμύθι διασκευασμένο και μεταφερμένο στη σύγχρονη αθηναϊκή πραγματικότητα.


Friday, February 12, 2010

Χωρίς παραμύθι

Μετά τα τριάντα αρχίζω να ρέπω προς έναν ιδιότυπο κυνισμό. Τον αποδίδω στην ηλικία. Στην αρχή πίστεψα ότι ήταν ένα απλό ξεκαθάρισμα του τοπίου. Ότι οξύνθηκε η μέσα όραση λίγο παραπάνω και έβλεπα τους ανθρώπους όπως ήταν (πώς ήταν και πώς είναι;) πια και έλεγα φυσικά τις καταστάσεις με το όνομά τους. Ποιο είναι το όνομά τους;
Ας πούμε "απο γοήτευση". Δεν μένει τίποτα πια από την αχλύ της γοητείας των άλλων. Κι ενώ παλιά έψαχνα το μύθο, τώρα ψάχνω πίσω απ' αυτόν. Φυσικά για να στήσω το παραμύθι του χωρίς μύθο ανθρώπου. Με συγκινούν οι άνθρωποι που δεν θέλουν να πουλήσουν ένα μύθο ούτε να πουλήσουν ότι δεν έχουν. Γενικώς αυτοί που δεν θέλουν να πουλήσουν.
Συνήθιζα να λέω ότι δεν έχω να "πουλήσω" στους άλλους -όποιοι κι αν είναι αυτοί- ένα παραμύθι. Θα αρχίσω να το κόβω κι αυτό. Η αφαίρεση προφανώς είναι το απόκτημα του χρόνου που έχει ήδη παρέλθει. Η αφαίρεση ακόμα και ως μορφή απώλειας. Μπορεί να έχουμε πέσει στην παγίδα να μας "πουληθεί" τόσα χρόνια η απώλεια ως ένας μύθος του Κακού. Μπορεί να μην είναι. Μπορεί η απώλεια να είναι απλώς το γοητευτικό παραμύθι από το μέλλον. Μπορεί.
Όπως λέει κι ένας φίλος μου για να μπορείς να συνομιλείς με κάποιους ανθρώπους (π.χ. αυτούς που έχουν τη διάθεση να σου αφηγηθούν τη ζωή τους χωρίς παραμύθια) χάνεις συχνά το "δικαίωμα" να μιλάς με κάποιους άλλους (π.χ. αυτούς που τα πουλάνε όλα σαν παραμύθι και περιμένουν να τα χάφτεις). Χάνεις το δικαίωμα... εννοώ δεν μπορείς να ανεχτείς πια το μύθο ως παρενδυσία της απλής, σύντομης, προσωπικής αλήθειας που για μένα πια ίσως να είναι ο ισχυρότερος μύθος. Και σου λένε  μετά ότι με τα χρόνια πια γίνεσαι πιο ανεχτικός... Μύθος!


Tuesday, February 09, 2010

Saturday, February 06, 2010

Κατά παραγγελίαν

 

Στη δουλειά, το πρώτο πράγμα που μαθαίνεις, μόλις μπεις μέσα σε αυτή, είναι ότι γράφεις όπως παίρνει μέτρα η μοδίστρα: κάποτε σου δίνουν θέμα, αλλά πάντοτε σου λένε πόσες λέξεις το θέλουν. Στη ζωή, μόλις μάθουν ότι με κάποιον τρόπο γράφεις, αρχίζουν επίσης να δίνουν παραγγελίες. Μην ξεχάσεις αυτό να το γράψεις στην εφημερίδα, μην παραλείψεις αυτό να το κάνεις βιβλίο, μην τολμήσεις και δεν με βάλεις να πρωταγωνιστώ σε κάποιο βιβλίο, λες κι άμα το έκανες αυτό ποτέ θα το άντεχαν. Τέλος πάντων.
Μόνο στο μπλογκ δεν θέλει κανένας να "πρωταγωνιστήσει" που βρίσκεται στο διάκενο ανάμεσα στη δουλειά και τη ζωή.
Τέλος πάντων.
Έχω μια φίλη όμως που με τριβελίζει καιρό: θέλω να γράψεις κάτι για τους ανθρώπους που δίνουν στους άλλους ό,τι τους ζητήσουν. Μάλιστα. Και συνεχίζει η φίλη, η Τριβέλ: γι' αυτούς που διαθέτουν την αντίληψη να οσμίζονται με την πρώτη τι θέλουν οι απέναντί τους απ' αυτούς και να τους το δίνουν αβέρτα. 
Και για να 'χουμε καλό ρώτημα, Τριβέλ, είσαι σίγουρη ότι θέλεις να γράψω γι' αυτούς;
Τι εννοείς; με ρωτάει με πόζα η γαλλοτραφείσα φιλενάδα μου, ανοιγοκλείνοντας με νάζι τα ματάκια της.
Καλή μου Τριβέλ, μήπως θέλεις να γράψω για τους απέναντι που έρχονται μούρη με μούρη με το φαινόμενο "πάρτε τα όλα, έχω να σας δώσω ατελείωτα αποθέματα"; Νομίζω ότι αυτοί είναι το καλό θεματάκι -με το συμπάθιο κιόλας- για να γράψω δυο κουβέντες στο μπλογκ μου.
Αλήθεια, ΣουΣου ρο; Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ. Έχεις δίκιο. Πράγματι μου προκαλούν τεράστια απορία αυτοί που αιφνιδιάζονται με ό,τι τους δίνει, προσοχή, συμπάθεια, φιλία, είναι τόσο καχύποπτοι και επιφυλακτικοί -και κυρίως στο να δεχτούν αυτή τη συνάντηση- που τελικά φεύγουν με άδεια χέρια, όπως ήρθαν.
Τριβέλ, κι εσύ που έδωσες τα αποθέματα, μήπως ξεμένεις ρέστη και ταπί;
Εγώ, γλυκιά μου, ξέρω πού τα φτιάχνουν, πού τα πουλάνε, πού τα αγοράζουν και δεν ξεμένω ποτέ. Κι άμα έχω πλεόνασμα, τα σκορπάω από το παράθυρο, άμα θέλω. Εμένα με στενοχωρούν αυτοί που προσέρχονται με άδεια καρδιά και φεύγουν με το ίδιο και χειρότερη. 
Τριβέλ, λες να είναι θέμα οικονομίας τελικά; Εσύ αφήνεις τους ανθρώπους ελεύθερους να περνούν, laissez-faire, laissez-passer, αλλά αυτοί περνούν και δεν παίρνουν μυρουδιά. Εσύ φυσικά έχεις έτοιμες τις παραγγελίες... Απόψε έχουμε παρτάκι αποκριάτικο, δεν αφήνουμε τα αποθεματικά; Διανύουμε και περίοδο κρίσης, δεν πάμε να ξεσκάσουμε; Τι θα ντυθείς, Τριβέλ;
Απόθεμα, ΣουΣου ρο. Απόθεμα.



Monday, February 01, 2010