Sunday, January 31, 2010

Τώρα

που φαλίρισε και το life style,
τι θα ΄χουμε; 
Μήπως 
τη δική 
μας 

Να δω πού τελειώνει ο κανιβαλισμός.
Και πού αρχίζει η ανθρωπιά.
Μια στάλα καρδιά
άμα μας έμεινε
έστω
και
από
glitter
...
Πολύ
αστείο,
ε;



Friday, January 29, 2010

J.D.Salinger

Μπορεί να μην μάθαμε τη ζωή του, αλλά μάθαμε το θάνατό του. Απ' αυτόν δεν ξεφεύγει κανένας. Όσο για τον Χόλντεν Κόλφιλντ, είναι κάπου εκεί έξω και θα βρίζει θεούς και δαίμονες κλωτσώντας χαλικάκια σε κανένα δρόμο του Μανχάταν. Ο φύλακας ζει.



Sunday, January 24, 2010

Δέσμη φωτός

Από ένα αδιερεύνητο ένστικτο, από κάτι αλλοπρόσαλλες εμπνεύσεις, ανακαλύπτω μερικές από τις ωραιότερες ταινίες που έχω δει ποτέ. Σαν το "Ταχααν, το παιδί με τη χειροβομβίδα". Μια ταινία ποίημα. Συγκινητική. Με σασπένς. Με ένα σπιρτόζικο μουτράκι που πρωταγωνιστεί και σε μαγεύει με την παιδική του σαγήνη. Η μουσική και η φωτογραφία σε ταξιδεύουν. Η πλοκή σού κόβει την ανάσα μέχρι την τελευταία στιγμή. Μια ταινία για την αγάπη -ενός γαϊδάρου. Για την αγάπη. Για τη δέσμη φωτός που γίνεται σκοπός στη ζωή μας. Για τη ζωή μας που δεν είναι ανώφελη, όταν η πρόθεσή μας είναι να να μην τη χαραμίσουμε. Για τον πόλεμο. Για το πώς ο πόλεμος επιχειρεί να διαβρώσει ακόμα και την παιδική ψυχούλα, την αθωότητα. Θέλει παιδιά-χειροβομβίδες. Πρώτη φορά πήγα στην αίθουσα του Cine Φιλιπ. Πολύ ωραία ανακαινισμένη, αμφιθεατρική, με ατμόσφαιρα. Συνέβαλε στην καλή προβολή της εξαιρετικής αυτής ταινίας. Πριν πάω την περιέγραφα ως ινδική κοινωνική ταινία. Βγήκα και την είπα απλώς μαγική...

Οι μάγοι του κενού


Ένα πάτημα. Στο κενό. Και μετά στραβοπάτημα. λυγισμένος αστράγαλος στο τέρμα, αλλά δεν έσπασε. Ένα Σάββατο πίσω. Στον πάγο τότε.
Για μια εβδομάδα. Όλα σε αργή κίνηση, ενώ είχες πατήσει το fast forward. Καλό ήταν κι αυτό. Να μπαίνουν όλα στη θέση τους. Κι εσύ. Μαζί. Σαββατόβραδο σπίτι, αν και έχεις ορκιστεί το αντίθετο, αλλά ασθενής και οδοιπόρος, αμαρτία ουκ έχει.Υποθέτεις. Και σκέφτεσαι μια στάλα ότι το καλύτερό σου σημείο είναι το κενό.
Τότε έχουν εμφανιστεί οι πιο ωραίοι άνθρωποι. Στα κενά σου που δημιουργούνται από υπερσυσσώρρευση. Τις ώρες της συμπίεσης έρχονται και σε τραβάνε από το πλήθος που σε λιώνει και μπαίνεις στο δικό σου θάλαμο αποσυμπίεσης. Εκείνο το φωτεινό θάλαμο που προβάλλεις τη ζωή σου, όπως θέλεις. Με φλας που δεν καίνε τις φωτογραφίες, αλλά σε ζεσταίνουν.
*
Πρωί στην Κηφισίας, βρέχει, πρώτη χρονιά στην Αθήνα, θα σπάσει το μακιγιάζ και δεν πρέπει να τρέξει, εσύ δεν έχεις να τρέξεις, στη νησίδα εγκλωβισμένη, μπρος αυτοκίνητα, το ίδιο πίσω, και μια κοπελίτσα σου προσφέρει την ομπρέλα της. Στη μέση του πουθενά. Μια άγνωστη. Σε περνάει απέναντι σου φτιάχνει το κενό που χρειαζόσουν -υπό σκέπην- και σχεδόν σε ευχαριστεί που την άφησες να σε προφυλάξει. Έφτασες σώα εκεί που έπρεπε. Με τα φρένα σου.
*
Όπως τη Δευτέρα το πρωί προς μεσημέρι, χτύπησε το τηλέφωνο. Κάτω από το πάπλωμα είχες βυθιστεί στους εφιάλτες ενός άρρωστου ύπνου από το βαρύ αντιφλεγμονώδες που ποτίστηκες ν' αντέξεις τον πόνο. (Περιττό. Ο μάγος της φυλής του γραφείου σου την επόμενη μέρα θα σου ψελλίσει  τους φθόγγους της μαγικής αλοιφής και θα γιάνεις, καλή ώρα.) Ήταν η ωραία Ζέττα. Ωραία ως άνθρωπος. Τη γνώρισα στην Πάτρα, το Νοέμβριο. Πέρασα μαζί της μερικές ώρες. Μία ραδιοφωνική. Μαγική. Που μου ζήτησε να παίξω αγαπημένα μου τραγούδια. Η φιλόξενη φιγούρα της. Η γνώση της που δεν κραυγάζει. Η ευγένειά της που δεν κρύβεται πίσω από προσχήματα. Με ξύπνησε, λοιπόν, τη Δευτέρα. Ήταν η πρώτη που της είπα για το "Αλεξανδρινό κουαρτέτο". Μου πρότεινε ένα βήμα παραπέρα. "Ακυβέρνητες πολιτείες". Αυτό αγαπώ στους ανθρώπους. Τη διάθεσή τους να συναντηθούν με τους άλλους, μόλις βλέπουν να προβάλλει το κενό τους ή εν ανάγκη τους τραβάνε στην άκρη από τον κόσμο και τους λένε "να, εδώ έχει ένα κενό να σταθείς, άμα θέλεις".


Thursday, January 21, 2010

Στο δρόμο

Τη συναντάω. Συχνά. Στο δρόμο. Κάπου εκεί στη μέση ηλικία. Με παιγνιώδη διάθεση. Από κείνη που σε τρομάζει, γιατί σε βγάζει από τα καθιερωμένα σου. Κάποτε μεθυσμένη από τον εσωτερικό της ρυθμό. Κοιτά τους διαβάτες. Με χλεύη. Ζητάει τσιγάρο καμιά φορά. Είχα ντραπεί που δεν είχα, εκείνη τη μόνη φορά που με είχε σταματήσει. Πυκνά γκρίζα και λευκά μαλλιά. Σέρνει κοντά της αντικείμενα που για τους παρατηρητές της δεν έχουν νόημα. Για κείνη έχουν. Εκείνη ξέρει.
Στ' αλήθεια, αυτή είναι παρατηρητής των άλλων. Τους κοιτάει και δεν τους κοιτάει. Κάτι φορές μέσα μέσα στα μάτια. Και φοβάσαι, αγριεύεις. Μην αγριέψει εκείνη με την αδιαφορία σου. Κάτι φορές τραγουδάει. Χθες έτρωγε κατεψυγμένες πατάτες -που δεν είναι πατάτες- ωμές από ένα σακουλάκι. Εκεί έξω από το τρένο. Που περνάνε όλοι. Σε μετράει κάθε μέρα. Εκείνη μετράει τον κόσμο. Τη βαρύτητα και την ελαφρότητά του. Την αδιαφορία του. Την "ου μπλέξεις" εντολή που σου παραδίδουν οι άγραφοι νόμοι επιβίωσης της πόλης.


Tuesday, January 19, 2010

Ομορφιά

Εδώ και τρία μερόνυχτα με έχει αιχμαλωτίσει στην απέραντη ομορφιά του αυτό το βιβλίο. Ο Λόρενς Ντάρελ... Ποιος τολμάει μετά να λέει ότι είναι συγγραφέας; Ειρωνεία, εμβρίθεια, αισθήσεις στο απόγειο, ατμόσφαιρα, άνθρωποι ξεφλουδισμένοι μέσα μέσα.

Μαγεία.

Ένα εκμαυλιστικό βιβλίο για έναν βιβλιόφιλο. Με έχει συνεπάρει.



"Η τέχνη δεν είναι τέχνη εξόν και απειλεί την ίδια σου την ύπαρξη. Θα μπορούσατε να το επαναλάβετε αυτό, παρακαλώ, και πιο αργά;"



Monday, January 18, 2010

Οδοιπορικό στη μνήμη

"...αυτός ο κακορίζικος πόλεμος ευθύνεται αυτός επήρε και εσένα από κοντά μας αυτός οδήγησε και τον πατέρα σου εις τον θάνατον. Οι άνθρωποι έγιναν θηρία να κατασπαράξουν ο ένας τον άλλον. Πού ήτο κρυμμένο τόσο μίσος..."


Μια μη γραμμική αφήγηση, με μπρος πίσω στο χρόνο, επιχειρεί να φωτίσει μυθιστορηματικά μια γενιά ανθρώπων που πίστεψαν αναπόφευκτα σε ιδεολογίες, αφιέρωσαν τη ζωή τους σ' αυτές και προδόθηκαν. Η απώλεια, η ματαιότητα, η μνήμη, η Ιστορία μέσα από την προσωπική περιπέτεια ενός άνδρα, του Στέργιου Χ.
Πρόκειται για το τελευταίο μυθιστόρημα της Έλενας Χουζούρη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος με τον τίτλο "Πατρίδα από βαμβάκι". Το ιδιότυπο οδοιπορικό στη ζωή του Στέργιου Χ. που επιλέγει η συγγραφέας να ξεδιπλώσει μπροστά στα μάτια μας, από το Γράμμο και τη Θεσσαλονίκη, μέχρι την Τασκένδη, τη Σαμαρκάνδη και τη Μόσχα, δημιουργεί την αίσθηση στον αναγνώστη ότι ταλαντεύεται ανάμεσα στο ντοκουμέντο και τη φαντασία. Η μυθοπλασία ακροπατά σε επιστολές, γράμματα, σημειώματα, ημερολόγια."Όλα τελειώνουν και αρχίζουν ταυτόχρονα, μην τον παρεξηγείς. Ο Μάρτιος είναι ο πιο ανήσυχος μήνας, ο πιο χαρούμενος και ο πιο λυπημένος μαζί, μοιάζει δίβουλος και αναποφάσιστος γιατί όλα και τίποτα παλεύουν μέσα του την ίδια στιγμή, ο έρωτας και ο θάνατος την ίδια στιγμή, υπάρχει πιο μεγάλη δυστυχία αλλά και πιο μεγάλη ευτυχία από αυτό".
*
Συνδετικός ιστός όλων, ο αφηγηματικός ρυθμός που μαγεύει, φορτίζει ψυχικά τα εξωτερικά και τα ανθρώπινα τοπία. Αυτή είναι και η επιτυχία της δημιουργού. Να σε μαγνητίσει σε ένα τέμπο σαν κι εκείνο που θα μπορούσε να κρατά το κουπέ ενός τρένου που διασχίζει την Ευρώπη, την Ασία, το αξεδιάλυτο μεταίχμιο των συναντήσεων των ανθρώπων τους. Γιατί η Ιστορία είναι άνθρωποι. Που πονούν, που αγαπούν, που δακρύζουν, που αποχωρίζονται."...Είμαστε κόκκοι άμμου που ακολουθούμε τα κύματα της Ιστορίας...". Η συγγραφέας  στο ρόλο του αφηγητή εποπτεύει, υποθέτει, τακτοποιεί, αναρωτιέται για το παρελθόν και παρακολουθεί τους ήρωές της με έναν σχεδόν κινηματογραφικό φακό που υποκινείται από μνήμες κι αισθήματα όσο αντικειμενικός παρατηρητής κι αν θέλει να είναι. Από το 1949 μέχρι το 1999, η πορεία ενός κόσμου που ζητάει να αφουγκραστούμε την ψυχή του. Ζωντανεμένες από τη Χουζούρη οι εποχές σε περιμένουν να αποθέσουν πάνω σου τα σπαράγματά τους. Στη δική σου οπτική.



Friday, January 15, 2010

Αττικά άνθη






 

 
 από το κέντρο της Αθήνας.
Λεφούσι οι μαθητές
εκδρομείς του παρόντος
ξεχύνονταν από Ακρόπολη,
Ηρώδειο, Θησείο.
Με κατεύθυνση το Μουσείο.
Οι πλανόδιοι μουσικοί το σκοπό τους.
Ο ήλιος εκτυφλωτικά υπόκωφος.
Κάποιοι ξένοι με κοντομάνικα
ξαπλωμένοι πάνω στα μάρμαρα.
Γειωμένοι με το παρελθόν.
Απογειωμένοι.
Ξεβραχιονισμένα όνειρα.
Με παιδική λαχτάρα.

Thursday, January 14, 2010

Εγκλεισμός στα κιτάπια της προδοσίας

"...Να θυμάσαι ότι δεν μπορούν να χτυπήσουν τη σκέψη σου. Δεν μπορούν να χτυπήσουν το μυαλό σου, Φίνι. Είσαι η Φίνι. Κι αυτό δεν μπορούν να σου το πάρουν, μικρή μου..."


Μια κοπέλα. Που τη λένε Φίνι. Φυλακισμένη. Στον κλοιό του κάτεργου που δεν διάλεξε εκείνη για τον εαυτό της. Κλεισμένη στη μοίρα που της κληροδοτήθηκε. Θα αναζητήσει την ελευθερία και μάλιστα μέσω της δυσεύρετης αγάπης. Και θα πληρώσει το τίμημα, καθώς η προδοσία ελλοχεύει.
Πρόκειται για το τελευταίο μυθιστόρημα του Δημήτρη Μαμαλούκα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λιβάνη, με τον τίτλο "Κοπέλα που σε λένε Φίνι". Ένα βιβλίο στο οποίο κατά τη γνώμη μου ο δημιουργός ξαναβρίσκει τη συγγραφική του ταυτότητα. Την επανεφεύρει. Με απόλυτη επιτυχία. Ένα κείμενο που θα μπορούσε να είχε γραφεί από ένα συγγραφέα από την Αμερική, την Αγγλία, την Αφρική, την Ιαπωνία, την Αυστραλία, από οπουδήποτε στον κόσμο.
Ο Μαμαλούκας παίρνει το στοιχείο του εγκλεισμού που το συναντάμε σε πολλά από τα βιβλία του και το κάνει ολόκληρο ένα μυθιστόρημα. Δυνατό, έντονο που σε χτυπάει στο στομάχι, σε πιάνει από το λαιμό, σου στερεί την αναπνοή. Με αφήγηση που κυλάει σαν νεράκι, απρόσκοπτα, δεν σκαλώνει πουθενά, σε παρασύρει σε μια ιστορία άγρια. Με επίπεδα ανάγνωσης, χωρίς να χάνει χιλιοστό από το ξετύλιγμα της πλοκής. "...στο νεκροτομείο διαπίστωσα πως οι νεκροί έχουν προσωπικότητα, ιδιοτροπίες, επιθυμίες και δυσκολίες όπως οι άρρωστοι...". Ένα τέλος που σε κολλάει στον τοίχο κυριολεκτικά και σε αφήνει ως αναγνώστη να κυλήσεις κάτω εξουθενωμένος σαν χαλκομανία.
 *
Στο "Κοπέλα που σε λένε Φίνι" κατορθώνει ο συγγραφέας να αξιοποιήσει δυναμικά τις λογοτεχνικές του κατακτήσεις σε ύφος, δομή και χαρακτήρες από το αγαπημένο του αστυνομικό μυθιστόρημα με στοιχεία θρίλερ και να στήσει -χάρη στην τόλμη του να βουτήξει βαθιά στον ψυχισμό και γιατί όχι στη Φιλοσοφία που έχει σπουδάσει- ένα υπαρξιακό μυθιστόρημα. Ο ίδιος καταφέρνει να πάει παρακάτω την ικανότητά του να λέει ιστορίες, δίνοντας βάθος στο εγχείρημά του. Αναμφίβολα είναι ένα από τα καλύτερά του βιβλία, αν όχι το καλύτερό του. Με ειλικρίνεια αφοπλιστική -χωρίς να κρύβεται από τον αναγνώστη του και χωρίς να φοβάται τι έχει να χάσει, έτσι κατάλαβα εγώ- ρισκάρει μ' αυτό το βιβλίο και κερδίζει τον αναγνώστη του. Μ' αρέσει που δεν κινήθηκε εκ του ασφαλούς με μια ακόμα αστυνομική ιστορία και βρήκε κάτι να μας πει. Και κυρίως βρήκε το θάρρος να μοιραστεί τον εγκλεισμό της ηρωίδας του με μια δική μας πλευρά που την καταλαβαίνει, την κατανοεί, τη νιώθει, τέλος πάντων την αναγνωρίζει, χάρη στην ανθρωπιά, τη συμπόνια και την αλήθεια που την περιβάλλει ο ίδιος ο δημιουργός της.


Tuesday, January 12, 2010

Η κερδισμένη άνοιξη και η συνάντηση με το κρίμα





"...Σαν ένιωσα την αφή του κρύου ξύλου επάνω στο τρυφερό μου στέρνο, έξαφνα κατάλαβα πόσο, μα πόσο μεγάλη απελπισία χρειάζεται για να θερμάνεις μια ξύλινη καρδιά, να την κάνεις να μαλακώσει, να φουσκώσει με το αίμα και να πάλλεται στο γνώριμο ρυθμό της, κι έπειτα να πονέσει, όπως πονά η καρδιά του κάθε ανθρώπου... θα πρέπει να έχεις φτάσει στο μη περαιτέρω, εκεί όπου το λογικό, η θέληση, η πίστη δεν έχουν καμιά δύναμη και μόνη σου ελπίδα πια είναι η μαυρίλα ολόγυρά σου, η μοναξιά του λυσσασμένου σκύλου, η γαλήνη στις ρυτίδες των δολοφόνων* μόνο τότε ξεριζώνεις την καρδιά σου και τη μοιράζεις, όπως εκείνος, και στη θέση της βάζεις ένα ξερό κούτσουρο...".



Το βιβλίο το είχα διαβάσει δύο καλοκαίρια πίσω. Με είχε υποβάλει τόσο η ατμόσφαιρά του, με είχε ρουφήξει ο φόβος που ανέδυε -ο αρχέγονος φόβος που δεν τελειώνει ποτέ στη ζωή μας- τόσο που έχασα πτυχές του. Τις βρήκα τώρα που ήμουν και πιο ώριμη να καταλάβω πέντε πράγματα παραπάνω. Για μένα."...τα λόγια είναι ένας τρόπος παράφρασης της μικρής ασήμαντης αλήθειaς μας...". H επανακυκλοφορία του βιβλίου σε αναθεωρημένη μορφή από τις εκδόσεις δήγμα, εγχείρημα του ίδιου του συγγραφέα απολύτως επιτυχημένο αισθητικά κατά τη γνώμη μου, στάθηκε αφορμή να το ξαναδιαβάσω.
Οι φίλοι μου, και ιδίως οι λογοτεχνικοί, με έχουν ακούσει να μιλάω πολλές φορές με ενθουσιασμό   για το μυθιστόρημα "Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα". Κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 2000 από τις εκδόσεις Πατάκη. Κλείνοντας η δεκαετία, θα έλεγα ότι ήταν ένα από τα σπουδαιότερα βιβλία της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνικής δημιουργίας. Ανεπιφύλακτα.
Στις γραμμές του εγώ διάβασα μια αλληγορία για τη λογοτεχνία και τη ζωή, την επιθυμία και την κάπως ξεχασμένη πια λαχτάρα. Για την αποτυχία και τη ματαιότητα. Για την κερδισμένη άνοιξη που υπόσχεται το παρόν. Για τη συνάντηση με τα πιο προσωπικά κρίματα του καθενός. Από ένα ματαιωμένο έρωτα μέχρι μια εντελώς ανώφελη ζωή. "Οι λέξεις είναι μια χυδαία απάτη". Δεν θα πω την ιστορία. Δεν έχει καμιά σημασία άλλωστε, ένα πρόσχημα είναι για να στηριχθούν οι πολλαπλές επιστρώσεις της αφήγησης. Αν και η πλοκή είναι το πρώτο ικανό επίπεδο για να κρατήσει τον αναγνώστη. Και τον μαγεύει. Με αγριότητα και γλυκύτητα. Αναταράζοντας τα δεδομένα.