Wednesday, March 17, 2010

"...Ζωή είναι όσα μπορεί ν’ αντέξει ο νους σου... Πάντοτε η μόνη δυνατότητά μας είναι η εμπλοκή..."

"...Απονενοημένο: Η τραγωδία είναι μια διαδρομή από το νόημα σε μια πράξη μετά το νόημα. Αυτό ας προσεχτεί: η τραγική βούληση δεν είναι μια επιστροφή στο ενστικτώδες κάλεσμα – είναι μια προσχώρηση στο μετα-λογικό, στον συναισθηματικό όλεθρο, στην ελευθερία...", γράφει ο Θανάσης Τριαρίδης στο δοκίμιό του για την τραγωδία και την τραγική μολυνση "η επερχόμενη πείνα".
Πρόκειται για ένα κείμενο που αναποδογυρίζει ό,τι έχουμε ή είχαμε στο μυαλό μας όχι μόνο για την τραγωδία αλλά και για το μύθο. Ένα δοκίμιο που επιχειρεί να "διαβάσει", να ερμηνεύσει το τραγικό μέσα από το προσωπικό πρίσμα του συγγραφέα. Ένα βιβλίο για την ελευθερία, τουλάχιστον έτσι θα το αισθανθούν όσοι ψάχνουν στο κείμενο να βρουν τα δικά τους ίχνη είτε για να δικαιολογηθούν στον εαυτό τους είτε για να απενοχοποιηθούν είτε για να ενοχοποιηθούν περισσότερο. Το ζητούμενο δεν είναι τίποτα απ' όλα αυτά. Παρά μόνον η ελευθερία. Ή έστω η αναζήτησή της.
Ο φόβος, η ύπαρξη, η σκιά της, εντέλει η πείνα μας για τον εαυτόν μας και ουδέποτε για τον άλλον. Ο Τριαρίδης για ακόμη μια φορά τραβάει το χαλάκι κάτω από τα πόδια του αναγνώστη του και τον παρασέρνει σε έναν φιλοσοφικό αγώνα, με την έννοια της αγωνίας, με τον ίδιο του τον εαυτό. Με όχημα την κοσμοθεωρία του, έναν πολιορκητικό κριό φτιαγμένο από την αμφιβολία με λέξεις στην άκρη του όπως "αγάπη", "ελπίδα", "Άλλος" και φυσικά "ελευθερία", ανατέμνει την τραγωδία με το δικό του λογοτεχνικό ύφος και παραδίδει ένα δοκίμιο που εξυπηρετεί στην εντέλεια ένα στόχο: να ταράξει λιμνάζοντα μυαλά.
Αυτό που διακρίνει τη γραφή του, ακόμα και στο δοκιμιακό λόγο, είναι ο βιωματικός τρόπος που κατορθώνει να εμπλέξει τον αναγνώστη του όχι μόνο στο “νόημα”, τη νοηματοδότηση του κειμένου -ποια είναι άλλωστε αυτή; ο καθένας είναι ελεύθερος, μην πω και είναι υποχρεωμένος να είναι ελεύθερος να την επιλέξει- αλλά και στην απολύτως δική του ιδιοσυγκρασιακή φόρμα που δίνει στο λόγο του, από τη γλώσσα που χρησιμοποιεί μέχρι τα τυπογραφικά-ψηφιακά στοιχεία που επιλέγει να αρθρώσει τις λέξεις του. Ασκεί τη λογοτεχνική του γοητεία ακόμα και σε ένα δοκίμιο -ιδίως σε ένα δοκίμιο, αυτό είναι το εντυπωσιακό-, φτιάχνοντας ένα δικό του είδος, συγκινησιακά φορτισμένο, χειμαρρώδες, ελλειπτικό και πλεονάζον μαζί, ποιητικό και ιδιότυπα “συστηματικό”, τέλος πάντων ένα ακόμα παθιασμένο βιβλίο με απόλυτο κέντρο του τον άνθρωπο.