Thursday, December 30, 2010

"η πλέρια αισιοδοξία μας"

IV

(Ο λυρισμός δεν είναι άλλο παρά η πλέρια αισιοδοξία μας.)

Από τη φύση σου φεύγεις, τώρα που νιώθεις πως υπάρχεις. Τώρα καταλαβαίνεις το φοβερό εμπόδιο του χρόνου, την αναπότρεπτη μικροπρέπεια του θανάτου· και ποθείς την προσήλωση σε τούτη την αλήθεια, σ' αυτό τον εαυτό σου που βγήκε ξαφνικά από το χάος, και γέμισε με την πεποίθησή του σαν ογκώδες φως το κενό, προίκισε μ' ένα μοναδικό παλμό μια καρδιά που πήγαινε να ξεψυχήσει.
Σαν μια σιγή υπήρξες στο παρελθόν· τώρα μετουσιώθηκες, και παρδαλή εικόνα του βίου σου βλέπεις τις χτεσινές αγάπες. Γιατί ο εαυτός σου δεν πλαγιάζει εκεί· τρέχει μπροστά, και αυθόρμητα σηκώνεσαι να τον προφτάσεις, για να είσαι εσύ, να είσαι εσύ πριν σκορπιστεί η πίστη, κάθε πίστη, από το σύμπαν.
Τώρα, δεν έχεις πια καμώματα· δεν κρύβεσαι, δεν οπισθοχωρείς· γιατί στον ανοιχτόν αγώνα η τύχη σου, ο αγώνας η τύχη σου ευγενική συμπεριφορά θ' αναδείξουν. Κι η μοναξιά σου, αν χαθεί η ειδή σου, σαν άγαλμα θα παραμείνει.

Γιώργος Σαραντάρης
"ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΕ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ", (1936)


photo: scalidi

Τέσσερις


photo: scalidi

Monday, December 27, 2010

Το «λευκό» κελί ενός εορταστικού τύπου

photo: scalidi

Είμαι έξαλλος. Κυρίως από τη σχέση μου με τις γυναίκες. Αυτές ευθύνονται που είναι οι νύχτες μου «λευκές» και όχι χριστουγεννιάτικες-αλληλούια. Καταλαβαίνετε τι θέλω να πω. Απευθύνω το κατηγορώ μου. Αυτές έχουν πάρει ψηλά τον αμανέ -λέω αμανέ και θυμήθηκα τη μακρινή τουρκική μου ρίζα, καθότι είμαι βαθύτατα ανατολίτης, ουχί φαλλοκράτης, δεν θέλω ειρωνείες- αυτές, λοιπόν, οι γυναίκες, με είχαν κάποτε στα όπα όπα. Και μην φανταστείτε πολλά χρόνια πίσω. Όχι, καμιά εικοσαριά το πολύ. Με είχανε καμάρι στη ζωή τους, πρώτη μούρη με καλούσαν στις βεγγέρες, όλο το χρόνο στις γιορτές και τις συνάξεις τους. Με πρόσεχαν, με φροντίζανε, με περιποιούνταν. Με τα χεράκια τους, με τον ιδρώτα του κορμιού τους, με την καλή τους την κουβέντα, με ανθόνερο με ραντίζανε. Τα τελευταία χρόνια έχω παράπονα. Σοβαρά παράπονα.
Γιατί εγώ είμαι ένας μη μου άπτου άνθρωπος. Θέλω να είμαι κύριος πάνω απ’ όλα. Με το λευκό μου το «πουκάμισο» ατσαλάκωτο. Είμαι συντηρητικός, βαθύτατα κλασικός, στην ηλικία μου πια. Με μέτρο. Ιδίως αυτό. Χωρίς την κατάλληλη μεταχείριση -δοσολογία στη μεταχείριση θα έλεγα καλύτερα- μπορώ να γίνω στρυφνός, να νιώθω αποτυχημένος και φρικτός, χωρίς μέλλον. Μα ποιο είναι το μέλλον μου, τέλος πάντων; Υπήρξα κάποτε πρωτοποριακός. Νεανίας φίνος. Και τώρα;
Τώρα, νιώθω σαν νούμερο σε επιθεώρηση της παλιάς εποχής. Με έχουνε ρεζιλέψει όσο να πεις. Εμένα τον μετριοπαθή και σοβαρό με έχουνε πάρει στο ψιλό και με έχουν κάνει κλισέ. Μάλιστα, κλισέ. Άκρως εορταστικό τύπο. Μα, είμαι μελαγχολικός, και ολίγον αλκοολικός κατά βάθος. Προτιμώ το ηδύποτο μαστίχας. Είμαι τελευταίος πια στις λίστες τους, αυτό είναι το μαράζι μου. Δεν θέλουν και πολλά πολλά μαζί μου, είμαι ντεμοντέ. Άκου ντεμοντέ.
Εγώ ο άντρας ο σωστός, ο πλήρης, με το βούτυρό μου, με όλα του τα λιπαρά που λένε, αλλά θερίζουν η χοληστερίνη και τα τριγλυκερίδια και οι υγιεινές διατροφές· ο γλυκός, αλλά να μην σε ξελιγώνω, βρε παιδάκι μου, γιατί είμαι και άντρας να κρατάω ένα πρεστίζ· αφράτος αλλά ίσα ίσα να φαίνομαι μυώδης, μην μπουχτίζεις άμα τη εμφανίσει μου· σκεπτόμενος και εμβριθής και πικάντικος σαν τα καβουρντισμένα μου αμύγδαλα, αλλά ανάλαφρος, μην σου πέφτω βαρύς κι έχεις πολλά προβλήματα.
Αλλά τώρα πια που ξέχασαν ότι εγώ προτιμώ το χειροποίητο, με καταντήσανε αγοραστό, μην πω αγοραίο. Σκέτη θλίψη. Τους κοιτάζω μέσα από το θολό γυαλί μου. Βιτρίνα. Έξω στολισμένα. Έχω ξεμείνει μόνος, εδώ. Δεν είμαι του γούστου τους. Μου κλέβουν τη δόξα άλλοι ξενόφερτοι, ως επί το πλείστον, σταρ των εορτών.
Μόλις μπήκε μια νεαρά ύπαρξη στο μαγαζί. Ζητάει από τον υπάλληλο να της γεμίσει κουτιά με κέικ, πουτίγκες, πίτες, σοκολατοειδή, μελομακάρονα και δίπλες. Εκείνος της κάνει τα γλυκά μάτια -ε, τι ζαχαροπλαστείο είμαστε- κι εκείνη με ενόχληση και ολίγον φαντασμένη χροιά του φωνάζει « Άσε μας, ρε παλιοκουραμπιέ!». Τι ήταν να το ακούσω… Ταράχτηκα. Είναι ήδη δύσκολη η ζωή μου ως κουραμπιέ. Αυτό με αποτελείωσε. Το κύρος μου έχει πληγεί ανεπανόρθωτα. Μα, να καταντήσω επιτιμητική βρισιά, εγώ ο κουραμπιές; Τινάζω τη ζάχαρη από το πέτο μου και θολώνω τη γυάλα να μην βλέπω έξω τα εορταστικά λαμπιόνια. Κλείνομαι μόνος στο λευκό μου κελί, μέχρι να καταλήξω στο πιάτο κανενός άξεστου «παλιοκουραμπιέ». Άμα πια!

(Το διήγημα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Ραδιοτηλεόραση", τεύχος 2132, για την εβδομάδα 24-30 Δεκεμβρίου 2010)


(update)*****Α, και ο κουραμπιές τρώγεται πάντα με το κουταλάκι...

Monday, December 20, 2010

Ζωή του μέλλοντος αιώνος, κύριε

Ένας μικρούλης κινέζος, χαριτωμένος, με μια τεράστια τσάντα σχολική στην πλάτη. Μια πιτσιρίκα ινδή ή πακιστανή μ' αυτά τ' αμυγδαλωτά μάτια και το χρώμα καραμέλας. Μαζί κι άλλα «ξενάκια» που γεννήθηκαν εδώ. Τι τα κάνει «ξενάκια», λοιπόν; Ποιος τα κάνει «ξενάκια»; Αφού η πατρίδα τους προς το παρόν είναι ο τόπος που γεννιούνται. Είναι; Αλλά πατρίδα είναι όπου σ’ αγαπούν κι αγαπάς κι εσύ.
Ζουν και περπατούν στην Αχαρνών, κουβαλώντας στις μικρές τους πλάτες πολιτισμούς αιώνων σ' έναν καινούριο τωρινό. Που φτιάχνουν τώρα. Παιδιά. Όμορφα παιδιά που γεμίζουν τις σχολικές αυλές και αίθουσες, τους δρόμους, ακόμη και την ελληνική πρωτοτυπία, τα φροντιστήρια.
Πορεύονται φορτωμένα με τα όνειρά τους στις βαριές σχολικές σάκες. Γελούν κι αστειεύονται, στα ελληνικά. Μαθαίνουν αγγλικά, άλλες γλώσσες. Βρίζουν, στα ελληνικά. Στα λάπτοπ και τα τετράδιά τους γράφουν ελληνικά. Την ίδια ώρα που οι γονείς τους παλεύουν να επιβιώσουν σ' αυτή την ελληνική πραγματικότητα, ως ξένοι.
Άνθρωποι που μαθαίνουν να ονειρεύονται και στα ελληνικά. Αυτά τα πιτσιρίκια φέρουν στους ώμους τους το μέλλον· είναι ο επερχόμενος κόσμος.
Έχουμε πέσει με τα μούτρα στην ύφεση και τη μιζέρια και την απαισιοδοξία για τα φράγκα που χάνουμε, ως ιδιώτες και ως κράτος, και ξεχνάμε να ρίξουμε μια ματιά γύρω μας. Στο βουερό μελίσσι των παιδιών. Εκείνα που δεν θα πάρουν δώρα, εκείνα που θα δουν το γονιό τους δακρυσμένο κι οργισμένο άμα δεν μπορεί ίσως να τα θρέψει. Εκείνα που τριγυρνούν με γράμματα στην πλάτη, παρά τη θλίψη γύρω. Εκείνα που υπόσχονται τούτη την ώρα, παίρνουν όρκο, να προσφέρουν στους δικούς τους γονείς έναν καλύτερο κόσμο. Εκείνα που μπορούν να σε διδάξουν τα πάντα. Έχουν έρθει γνωρίζοντας. Από πάντα. Σου ρίχνουν ένα βλέμμα και σε βάζουν στη θέση σου. Σε πιάνουν από το χέρι και έχεις στο χέρι σου τη ζωή ατόφια, το παρακάτω.
Σκέφτομαι ότι αυτοί οι πιτσιρικάδες που έρχονται από τη Μεσοποταμία, τη Βασόρα, τη Μοσούλη, τη Νιγηρία, την ανατολική Ευρώπη, τέλος πάντων αυτοί που δεν ξέρουν ότι έχουν λάβει μέρος σε ιστορικές ανακατατάξεις παγκοσμίως, σε μετακινήσεις πληθυσμών που δομούν έναν άλλον κόσμο, όχι δεδομένο, αυτοί που ξέρουν τι εστί διωγμός επί της ουσίας, είναι εκείνοι που θα μας οδηγήσουν σε μια νέα πραγματικότητα.
Ζει στα μάτια τους το ύστερα και πλάθεται απ' όλα εκείνα που αντικρίζουν τώρα. Από τον τρόπο που θα τους μιλήσεις, από τον τρόπο που θα τους φερθείς. Είναι στη διακριτική σου ευχέρεια, κύριε, το μέλλον. Το κρατάς στην παλάμη σου, στη χούφτα σου. Μην το πετάς στα σκουπίδια.
Έχει βρέξει. Σωρός τα απορρίμματα έξω από τους κάδους. Σκισμένες σακούλες. Αυτοκίνητα στριμωγμένα να τα πατάνε. Ανάμεσά τους κάποια μικρούλια γυρίζουν από τα σχολεία, χασκογελάνε, ευχαριστημένα, αμέριμνα, συζητάνε ζουζουνίζοντας. Στο απέναντι πεζοδρόμιο ένας άνθρωπος μεσήλικας προσπαθεί να γίνει αόρατη σκιά ανασκαλεύοντας τα σκουπίδια, δίπλα του το δικό παιδί του τον ακολουθεί.
Τι είπατε; Eurogroup, αποφάσεις, ασφαλιστικό, συμβάσεις, εργασιακό, ανάπτυξη, μεγέθυνση, ύφεση, δημοσιονομικά ελλείμματα; Πολύ μελό, κύριε...

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" στις 20 Δεκεμβρίου 2010)

photo: scalidi

Sunday, December 19, 2010

"Δακρυγόνα"

Ένας θεατής βγήκε από την αίθουσα με βήχα. Για μια στιγμή. Εκείνον τον ξερό κι ενοχλητικό που εύχεσαι να μην σε πιάσει, όταν είσαι στο θέατρο. Σκέφτηκα ότι τον χτύπησαν κι αυτόν τα Δακρυγόνα. Εμένα μου είχαν στερήσει τον αέρα όλη την ώρα της παράστασης. Στη β' σκηνή της Οδού Κεφαλληνίας. Άκουγα και τους γύρω να βαριανασαίνουν κι έλεγα δεν είσαι μόνο εσύ στον εαυτόν μου.
Διόλου καθησυχαστικό. Όπως η παράσταση. Βαθιά συγκινητική, όπως οι ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών. Σωματοποιημένο σκηνοθετικά όλο το κείμενο, η κάθε ανάσα., η κάθε παύση. Άλλωστε το έργο ξεκινά με ανάσες κι εκμαιεύει την αναπνοή του θεατή του. Αυτή θέλει. Σου τη δίνει πίσω κατά την έξοδο από το θέατρο, καθαρή και βαθιά αναπνοή, διυλισμένη από την πραγματική  θεατρική ψυχαγωγία. Και προσπαθείς μετά να σκεφτείς τι είδες. Γιατί σε όλη τη διάρκεια της παράστασης ακολουθείς την πλοκή που σου τραβάει το χαλί κάτω απ' τα πόδια. Συνεχώς. Και τα δικά σου άγνωρα συναισθήματα που ανασύρουν οι ηθοποιοί Ν. Αρβανίτης και Δ. Παπουτσή, μέσα από τις  κοφτερές λέξεις του Αλέξη Σταμάτη και την καίρια σκηνοθεσία του Άρη Τρουπάκη. Εκ των υστέρων, βρίσκεις αναθεωρημένες μεταφορές και ανακαλύπτεις κι άλλα σημεία αναφοράς. Δικά σου. Ό,τι πιο δυνατό είδα μέχρι στιγμής στο θέατρο για το 2010. Φρέσκο αεράκι που διαπερνά τη φετινή Αθήνα.
photo: scalidi

Friday, December 10, 2010

Η ελπίδα είναι ΑμεΑ και κυκλοφορεί με σίφουνα αμαξίδιο

photo: scalidi
 
 
Τα «άγνωστα» στο χάρτη, για πολιτικούς και υψηλά ιστάμενους γενικά, τα αφιλόξενα και δύστροπα Πατήσια με τα βρώμικα απεριποίητα κυρίως παλιά κτίρια, τα κομμένα δέντρα στο πάρκο και τους δρόμους που μυρίζουν έντονα ούρα. Τα φιλόξενα μόνο για απελπισμένους μετανάστες Πατήσια και για κάθε είδους τελικά απελπισμένους. Αυτός ο τόσο ευλογημένος τόπος με το καλύτερο ίσως μικροκλίμα στην Αθήνα, ακόμα και με την τόση τσιμεντοποίηση. Άμα δεν ζήσεις εκεί, δεν το αναγνωρίζεις. Αυτό το μέρος, κέντρο-απόκεντρο, κοντά και μακριά -μαζί -απ’ όλα, με τους πηγμένους δρόμους από παρκαρισμένα αυτοκίνητα, τα σπασμένα πεζοδρόμια, τα φρεάτια που χάσκουν, τις υδρορροές που φυτρώνουν αναπάντεχα χορταράκια και ανθίζουνε λουλούδια, τα σκουπίδια που πνίγουν τους δρόμους τις τελευταίες μέρες.
Στα Πατήσια, λοιπόν, βλέπεις παππούδες και γιαγιάδες με κόπο να κυκλοφορούν –αλλά κυκλοφορούν- με τα μπαστουνάκια τους, ετοιμόρροποι, αλλά ζωντανοί κι ακμαίοι. Παιδιά σε καροτσάκια σε προσπερνούν σίφουνες δίπλα σου. Με μάτια που πετάνε σπίθες. Η ελπίδα τροχοφόρα. Όσο εχθρικοί κι αν είναι οι δρόμοι, οι άνθρωποι βρίσκουν τη δύναμη να κυκλοφορήσουν σ’ αυτούς. Είναι η μόνη ελπίδα που αισθάνεσαι να σε ζώνει στα ζοφερά Πατήσια, μαζί με τον πιο λαμπρό ήλιο που ανατέλλει και τον πιο αιμάτινο, όταν δύει.
Άκουγα στο ραδιόφωνο, πριν μέρες, από μεγάλο σταθμό της χώρας την εκφωνήτρια με ξύλινη, στα όρια της αγανάκτησης - που δεν διακρίνει την ουσία μιας είδησης, φωνή να αναγγέλλει ότι το κέντρο της Αθήνας είναι κλειστό (μέχρι εδώ πίστεψα ότι επρόκειτο για μια ακόμη υπερβολή μας  ως χώρας στα συλλαλητήρια, και συνέχισε) λόγω της συγκέντρωσης ΑμεΑ. Είναι από τις περιπτώσεις που αξίζει το κέντρο να είναι κλειστό. Χαμογέλασα με ικανοποίηση. Είμαστε όλοι εν δυνάμει ΑμεΑ και αν δεν το συνειδητοποιήσουμε, δεν θα δομήσουμε ποτέ έναν κόσμο φιλικό για μας.
Στα Πατήσια η ελπίδα κυκλοφορεί με τροχοφόρο σίφουνα αμαξίδιο ή με μπαστούνι. Αλλά κυκλοφορεί. Είναι ΑμεΑ. Όπως όλοι είμαστε. Εν δυνάμει. Στις πραγματικά ανοιχτές κοινωνίες, όλα λέγονται με το όνομά τους. Χωρίς ταμπού. Δεν χρειάζεται να καταφεύγει κανείς στην πολιτική ορθότητα.
Στις πραγματικά ανοιχτές κοινωνίες, όμως, μπορείς να κοιτάξεις τον άνθρωπο κατευθείαν στα μάτια, γιατί έχεις κάνει ό,τι καλύτερο μπορείς για κείνον, έχεις μείνει άνθρωπος. Εδώ κάνουμε το παν να αποκλείσουμε τον άλλον στο σπίτι του, επειδή του λείπουν τα πόδια ή μια τέλος πάντων φυσική -αλλά όχι αυτονόητη για όλους- ικανότητα.
Γι’ αυτό φοβόμαστε να τον κοιτάξουμε και αποστρέφουμε το βλέμμα ντροπιασμένοι. Τάχα μου αιφνιδιασμένοι. Τάχα μου αμήχανοι. Ξέρουμε ότι δεν έχουμε κάνει τίποτα για τον εαυτό μας, για τον άλλο. Δεν έχουμε το σθένος να μας δούμε. Μια κοινωνία που εναπόθεσε τις ελπίδες της σε ντοπέ γκανιάν και όχι στους ανθρώπους της, στην ανθρωπιά που παραμένει πιο καθηλωμένη και από ΑμεΑ.

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" της 10ης Δεκεμβρίου 2010)

Wednesday, December 08, 2010

"Ψηλά απ' τη γέφυρα"

photo: scalidi
Το ομώνυμο σπουδαίο θεατρικό του Άρθουρ Μίλερ σε μετάφραση από τον Ερρίκο Μπελιέ. Κλασικό έργο με ανάλογο τρόπο σκηνοθετημένο από το Γρηγόρη Βαλτινό, αξιοπρεπώς και χωρίς εκπλήξεις. Έκπληξη αποτελεί η ίδια η κλιμάκωση του έργου. Το διάλειμμα άμα είχε αποφευχθεί, το αποτέλεσμα για το θεατή θα ήταν ακόμα πιο δυνατό και καίριο. "Ψηλά απ' τη γέφυρα", λοιπόν. Ο Γρηγόρης Βαλτινός στο ρόλο του Έντι και ο Πέτρος Φυσσούν στο ρόλο του δικηγόρου αποδεικνύουν πάνω στο σανίδι για άλλη μια φορά πόσο μεγάλοι ηθοποιοί είναι. Οι γυναικείες ερμηνείες στερούνταν εσωτερικότητας και ειδικού βάρους. Το πάθος που καίει στα μάτια του ηθοποιού, μπορεί να αναδειχθεί ακόμα και σε ένα ρόλο όπως αυτός του Μάρκο που υποδύεται ο Θανάσης Κουρλαμπάς, πέταγε σπίθες το βλέμμα του. Εντυπωσιάστηκα από το ταλέντο του Νίκου Πουρσανίδη, στέκεται αντάξια δίπλα σε τόσο μεγάλους ηθοποιούς, πολύ λαμπερός, πληθωρικός, γεμίζει τη σκηνή και παίζει μ' ένα τρόπο τόσο βαθύ και σημαντικό αυτό το ρόλο. Μια παράσταση που αξίζει τον κόπο, σε χτυπάει μες στην ψυχή η ιστορία και τα θέματα που πραγματεύεται.

Sunday, December 05, 2010

Με έναν ...Πάκο αναγνώσεις

photo: scalidi
Αν και αναρωτιέμαι όλο και περισσότερο γιατί η Ελλάδα έχει διαλέξει από νωρίς στα βάθη των αιώνων να πορευτεί με το δυτικό κόσμο, όταν τον απορρίπτει με τέτοιο καταλυτικό τρόπο στη πράξη, διαβάζοντας το βιβλίο του Daniel Cohen "Η ευημερία του κακού- Μια (ανήσυχη) εισαγωγή στην οικονομία" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση του Τάσου Γιαννίτση, αρχίζω να αντιλαμβάνομαι πόσο ο δυτικός κόσμος τελικά έλκεται από το τραγικό στοιχείο που έχει εντοπίσει πρώτη η Ελλάδα για τον εαυτό της. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ανάγνωσμα που συμπυκνώνει ιστορική, ανθρωπολογική και οικονομική γνώση τουλάχιστον της Ευρώπης αλλά και της παγκόσμιας κοινότητας με τρόπο μεστό, συνοπτικό και συγκεντρωτικό που σε βάζει να δεις ολόκληρο το "κάδρο" της σημερινής κατάστασης της διεθνούς οικονομικής σκηνής και Ιστορίας και φυσικά να τοποθετήσεις τον εαυτό σου μέσα σ' αυτό το πλαίσιο. Πού θα πας εσύ παρακάτω; Έχω την αίσθηση ότι ο ορθολογισμός της Δύσης κρύβει μέσα του μια ενστικτώδικη αγάπη για το μεταφυσικό και το "μαγικό" της Ανατολής. Ίσως γι' αυτό υποσυνείδητα βάζει ρότα για την τραγική του πραγμάτωση.
*
Το βιβλίο του Ben Mezrich που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μοντέρνοι Καιροί, "Δισεκατομμυριούχοι κατά τύχη- Η ίδρυση του Facebook" σε μετάφραση Αργυρώς Μαντόγλου, δίνει ένα ακόμη επιχείρημα στην αίσθηση ότι οι ιδιοφυίες που δεν οσμίζεται η Ιστορία με το πρώτο, τελικά κινούν τα νήματά της και αλλάζουν τον κόσμο. Ένας πιτσιρικάς δευτεροετής φοιτητής, ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ, εκεί από τις κυψέλες του Χάρβαρντ, θα αλλάξει για πάντα τον τρόπο επικοινωνίας και προσέγγισης των ανθρώπων μεταξύ τους σε όλον τον πλανήτη. Ένας νεαρός, λοιπόν, φοβερός κομπιουτεράς με σχεδόν αυτιστική αφοσίωση στην αγάπη του- τους υπολογιστές, θα αναζητήσει τρόπο να έρθει κοντά με το άλλο φύλο, με ανορθόδοξο τρόπο, αλλά από κει θα ξεκινήσουν όλα, σύμφωνα με το συγγραφέα του βιβλίου, επίσης απόφοιτο του Χάρβαρντ, ο οποίος δεν μίλησε ποτέ με το Μαρκ Ζάκερμπεργκ για τη δική του εκδοχή της ιστορίας. Και πάλι είναι ενδιαφέρον το πώς το άτυπο "περιθώριο" των συστημάτων οπουδήποτε, ακόμη και στο πιο πολιτικώς ορθό σημείο του κόσμου, είναι εκείνο που αλλάζει την ευθεία γραμμή των πραγμάτων σε μια τεθλασμένη ενδιαφέρουσα της Ιστορίας και γεννιέται το μέλλον από κείνους που μοιάζουν λίγο απίθανοι για να το φέρουν στο φως. Κι όμως. Παίρνει την εκδίκησή του από την απλόχωρη σελίδα που είναι στη διάθεση εκείνων που ακολουθούν την πεπατημένη. Ο δρόμος ανήκει ωστόσο και σε κείνους που τον διασχίζουν κάθετα.
*
Περίμενα το τρίτο μέρος της τριλογίας του Μωρίς Αττιά (Το μαύρο Αλγέρι, Η Κόκκινη Μασαλλία, Παρίσι Μπλουζ). Αγάπησα τον ήρωά του, Πάκο Μαρτίνεθ, πολύ. Και στο "Παρίσι μπλουζ" (εκδόσεις Πόλις, μετάφραση Ρίτα Κολαϊτη) ο αστυνομικό αυτός που ανατέμνει δια του προσωπικού του δράματος τη σύγχρονη ιστορία της Γαλλίας και της Αλγερίας, τη βία που φωλιάζει στις κοινωνίες, τη βουβή βιαιότητα που τρώει τις οικογένειες εκ των έσω, τη μοναξιά που βιώνει εκείνος που νιώθει θύμα της Ιστορίας, θύμα του ίδιου του εαυτού του. Τέλος πάντων, ο προδομένος από ιδεολογίες, από ανθρώπους, από την ίδια του την ύπαρξη. Μια πλοκή που δεν σε αφήνει να ησυχάσεις, συνεχή βάσανα και παγίδες γι' αυτόν τον τόσο υποψιασμένο από τη ζωή και την πραγματικότητα Πάκο. Η Ιρένε του, εκείνη η γυναίκα που φέρει στο κορμί της τα πλήγματα της Ιστορίας, τη βίας, της παράνοιας. Αυτή, το μεγάλο του πάθος, πληγωμένη, κάπου μακριά. Θα συναντηθούν οι δρόμοι τους; Θα βρει δικαίωση, γαλήνη, ειρήνη-Ιρένε, για την αγάπη που έχει χάσει από παιδί ακόμα ο Πάκο; Το νουάρ θα περάσει λίγο στο φως; Η λατρεία του για τον κινηματογράφο παρούσα. Μα, αυτή η τριλογία, θέλει ένα μεγάλο σκηνοθέτη να την κάνει ταινία. Κι ένα μεγάλο ηθοποιό να ενασαρκώσει τον Πάκο και τα φαντάσματα του παρεθόντος του, τους δικούς του νεκρούς, τους σκελετούς στην ψυχή του.
*
Με ζηλευτή μαεστρία, με έναν τρόπο που αφομοιώνει τη βαθιά συναίσθηση της γραφής και της συνάντησής της με την ιστορική πραγματικότητα, η Μάρω Δούκα, η σπουδαία αυτή γυναίκα και συγγραφέας, στο τελευταίο της μυθιστόρημα "Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη, πλέκει το τότε με το τώρα. Την ιδιωτική ζωή, την προσωπικη ματιά, με την Ιστορία. Την οριακή κατάσταση των Χανίων κατά τη γερμανική κατοχή -γιατί τα Χανιά είναι ο μεγάλος πρωταγωνιστής- με τον ψυχισμό μιας φοιτήτριας που ψάχνει το δικό της δρόμο στη ζωή, τον εαυτόν της, χρόνια μετά."...σ' αυτό που δεν έχεις, δηλαδή, ή που θα 'θελες να  'χεις, θα μπορούσες να αναζητήσεις και το δικαίωμά σου απλώς να είσαι...". Ο δεσμός του παρελθόντος με το παρόν και την ελπίδα για το μέλλον. Παραδίδει μαθήματα συγγραφικής τέχνης η Μάρω Δούκα σ' αυτό το βιβλίο. Στην ψυχή μιας κοπελίτσας, κλαράκι έτοιμο να σπάσει, όλη η ιστορία ενός τόπου που δεν παύει να επαναλαμβάνεται αλλιώς, θα σηκώσει το βάρος του δίκιου, αντέχει.


Friday, December 03, 2010

Η αλαζονεία του Εγώ και το φοβισμένο Εμείς

photo: scalidi

Αναζητείται με εμμονή τα τελευταία χρόνια αυτή η περιβόητη ταυτότητα της ελληνικότητας. Αναρωτιέμαι αν ένα στοιχείο της, λοιπόν, και μάλιστα το πιο ισχυρό είναι η στάση που επιδεικνύει αυτή τη στιγμή η ελληνική κοινωνία. Την ώρα που η Ιρλανδία και οι υπόλοιπες χώρες με σοβαρά οικονομικά προβλήματα λόγω της κρίσης βλέπουν τους πολίτες τους να ξεσηκώνονται και να διεκδικούν αν μη τι άλλο διαφάνεια, πάταξη της διαφθοράς και κυρίως δικαιοσύνη, η Ελλάδα μηρυκάζει τις ειδήσεις περί μνημονίου και εν γένει εξελίξεων που την οδηγούν σε μια νέα κοινωνική πραγματικότητα χωρίς στην πράξη να της καίγεται καρφί. Ευτυχώς που βλέπει Λαζόπουλο και ξορκίζει το κακό και συνεχίζει να στρογγυλοκάθεται στον καναπέ, στη θέση δημοσίου λειτουργού, στη μείωση των αποδοχών στον ιδιωτικό τομέα, τέλος πάντων σε ένα φοβισμένο και πολύ μοναχικό κι ανήμπορο εγώ. Ευτυχώς.
Γενιές ολόκληρες ανθρώπων που ταλαιπωρήθηκαν και την περασμένη δεκαετία, αυτοί που δεν συμμετείχαν σε κανένα “πάρτι”: δεν έφαγαν, δεν διεφθάρησαν, δεν καταχράστηκαν, δεν φοροδιέφυγαν, δεν τα χάσανε στο Χρηματιστήριο, αυτοί που απλώς δούλευαν και προσδοκούσαν μια καλύτερη ζωή, μια δικαίωση των κόπων τους, είναι οι σημερινοί προδομένοι. Αυτοί στους οποίους δεν απευθύνεται καμία πολιτική εξουσία. Είναι αυτοί που δεν τα φάγανε μαζί και παραμένουν περίκλειστοι μέσα στο πληγωμένο τους εγώ που δεν έχει βρει τρόπο να γίνει εμείς. Γιατί το εμείς -κατά Πάγκαλον- σημαίνει ότι τα φάγαμε μαζί. Αμ, δε.
Σ' αυτούς τους πολίτες απευθύνεται το αλαζονικό εγώ της εξουσίας, άραγε περιμένει προκοπή παρακάτω απ' αυτούς που τα φάγανε; Έτσι θα ανακάμψει η χώρα; Έτσι θα πάει μπροστά; Μ' αυτόν τον προσεταιρισμό; Λαμπρά. Ο δρόμος είναι ανοιχτός και σπαρμένος με ροδοπέταλα...
Σίγουρα δεν θα προχωρήσει προς την έξοδο από την κρίση και με το αλαζονικό εγώ του πρώην υπουργού που φέρεται να έχει στην κατοχή του 180 ακίνητα μέσω ισάριθμων offshore. Αλήθεια, δεν φοβήθηκε τίποτα; Δεν φοβάται τίποτα; Θα επιβραβευθεί από τον κόσμο που κατάφερε να τον κοροϊδέψει;
Ένας ανθρωπάκος που δουλεύει όλη του τη ζωή και μαζεύει το πολύ 100.000 ευρώ για να αγοράσει ένα δυάρι στο παιδί του -πρώτη κατοικία- πρέπει να καταβάλει το 10% του ποσού της δωρεάς των χρημάτων και να δηλώσει επίσης πού βρήκε τα λεφτά για την αγορά. Και φοβάται και αγωνιά και πληρώνει και μετά βίας μπορεί να πετύχει μια τέτοια συναλλαγή. Αυτός των 180 ακινήτων δεν φοβάται ούτε θεούς ούτες ανθρώπους; Ούτε λαό; Φωνή λαού, οργή θεού, λέγαμε κάποτε. Κι αυτό θα αλλάξει;
Από το Εγώ, το υπερδιογκωμένο και αλαζονικό της εξουσίας και από το άλλο το μοιρολατρικό και ηττημένο του κόσμου πώς να περάσουμε σε ένα αξιοπρεπές κι έντιμο Εμείς ικανό για το καλύτερο, “εμείς οι ωραίοι ως Έλληνες”;

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" της 3ης Δεκεμβρίου 2010)

Friday, November 26, 2010

«Sky is the limit»

Όπως συμβαίνει με την Ιστορία, να αντιλαμβανόμαστε δηλαδή την ύπαρξή της αφότου συμβεί, αφότου περάσουν από πάνω μας οι ερπύστριές της, έτσι και με την Οικονομία: είμαστε σε θέση να την ερμηνεύσουμε αφότου τα αποτελέσματά της σημαδέψουν τις ζωές των ανθρώπων. Μπορεί διαπρεπείς οικονομολόγοι να διατυπώνουν θεωρίες και προβλέψεις, το πετσί του ανθρώπου όμως είναι εκείνο μόνο που μπορεί να τις επιβεβαιώσει ή να τις διαψεύσει.
Στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης και πέρα, κατέστη μια μεγέθυνση την οποία την «καταλαβαίνουμε» για τα καλά, τη στιγμή μάλλον που λαμβάνει τέλος. Προηγουμένως δεν είχαμε πάρει χαμπάρι, την εισπράτταμε ως μια ξεπεσμένη -ηθικής(!) βάσεως- κατάσταση νεοπλουτισμού στον τρόπο ζωής. Σε ένα ακατανόητο τις περισσότερες φορές, αλλά πάντα στη μόδα, fusion, σε όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητάς μας. Από το ντύσιμο, μέχρι τη μουσική και το φαγητό, από τα αυτοκίνητα μέχρι τη διασκέδαση και την ψυχαγωγία. Πολύ περισσότερο δε έκανε την εμφάνισή του στις ίδιες τις διαπροσωπικές σχέσεις.
Σκέτο μπλέντερ, όλα τα αλέθει ο καλός ο μύλος. Ένα ανακάτεμα φοβερό, μια μίξη όλων με όλα, μια ρήξη των ορίων στο όνομα του υποσυνείδητου «Sky is the limit» (Ο ουρανός είναι το όριο) της ανάπτυξης. Της διόγκωσης, καλύτερα, από το δημόσιο τομέα μέχρι τις τράπεζες, τον κλάδο παροχής υπηρεσιών -νέων υπηρεσιών- και γενικά τη δημιουργία καινούριων αναγκών που δεν τις είχαμε καν υποπτευθεί. Αλήθεια, πώς ζούσαμε πριν, χωρίς «έξυπνο» τηλέφωνο και GPS;
Όμως, «it’s the economy, stupid», και ήρθε η ώρα να διαπιστώσουμε -τι ειρωνεία- ότι το φαλιρισμένο μας μοντέλο αποτελεί τελικά μια οικονομική μεγέθυνση που τώρα υποχωρεί. Αφήνει τα πρώτα της απόνερα, χιλιάδες ανθρώπους χωρίς δουλειά. Τώρα ο καθένας χρειάζεται προσωπικό οργανόγραμμα-εγχειρίδιο αντιμετώπισης της κρίσης από τη μία και από την άλλη ένα σενάριο διαφυγής από έναν αφχάριστο και πλεονέκτη εαυτό, βυθισμένο στον πολτό και πολτοποιό μαζί των τεχνητών αναγκών.
Έβλεπα χθες το πρωί στην ΕΤ1 επανάληψη από το «Μονόγραμμα» αφιερωμένο στον Αντώνη Καλογιάννη και ξαναζωντάνευε μπροστά μου το πώς ήταν η ζωή στη χώρα τα προηγούμενα 40 χρόνια. Τι άλμα έκανε η Ελλάδα προς το κενό-χρήμα, το μόνο που της έλειπε, μαζί με τους θεσμούς που θα της λείπουν πάντα ως φαίνεται. Κι έχασε όλα τ’ άλλα: τον πολιτισμό, το φιλότιμο, την ελπίδα, τη συγκρότηση που προσφέρει η αλήθεια και η απλότητα.
Για μια χούφτα κινητά τηλέφωνα, μεγάλες και επίπεδες τηλεοπτικές οθόνες, για τετρακίνηση μέσα στην ακινησία των αθηναϊκών δρόμων. Για μια χούφτα ξεπεσμό τελικά, αφού η ανάπτυξη ήταν τόσο επισφαλής και επιδερμική, ο σκοπός ήταν μόνο τα λεφτά και μας μένει μόνο ο εαυτός μας, η όποια παιδεία μας, το μυαλό και το γούστο μας, οι επιθυμίες και η αισθητική μας για να επιβιώσουμε. Α, κι αυτός ο γαλάζιος ουρανός μας, απέξω και μέσα μας. Άλλωστε, «Sky is the limit». «Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες», που τραγουδούσε κι ο Καλογιάννης, τώρα πια θα εννοούμε τον εαυτό μας.

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" της 26ης Νοεμβρίου 2010)

photo: scalidi

Tuesday, November 23, 2010

Θεάματα

Μια ταινία που θίγει ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο ζήτημα, αυτό της σύγκρουσης(;) των πολιτισμών και των θρησκειών, της ανατολής και της δύσης, τέλος πάντων το διαφορετικό τρόπο σκέψης όταν η βία έρχεται και καταργεί τα πάντα στο πέρασμά της. Μαζί και το θέμα του καθήκοντος, της προσωπικής πίστης και διάθεσης. Πρόκειται για το φιλμ "Ενώπιον θεών και ανθρώπων". Συγκινητική ταινία, βαθιά ανθρώπινη με εξαιρετικές ερμηνείες από τους ηθοποιούς. Δίκαια βραβευμένη.
*
Και μια θεατρική παράσταση. "Η γυνή να φοβήται τον άνδρα". Καταπληκτική. Με καλοκουρδισμένους ηθοποιούς και σκηνοθεσία. Με ερμηνείες αυθύπαρκτες που δεν τις καταπίνει η πασίγνωστη ομώνυμη κινηματογραφική ταινία. Πήγα να δω μια ανάλαφρη κωμωδιούλα κι έφυγα έχοντας δακρύσει, γελάσει, φχαριστηθεί, ψυχαγωγηθεί, με όλη τη σημασία της λέξεως. Επιτυχημένα σκηνικά και ενδυματολογικές επιλογές. Οι ηθοποιοί σε μια αρμονία μεταξύ τους και χημεία που παρασύρει το κοινό. Από τους πρωταγωνιστές μέχρι το μικρότερο ρόλο όλοι αντιμετωπίζουν με την ίδια βαρύτητα την ολοκληρωμένη ερμηνεία τους. Οι δε μουσικοχορευτικές νότες υπέροχες. Ένα γοητευτικό σύνολο εν γένει. Και ο στόχος της τέχνης επιτυγχάνεται: να νιώσεις την ευφορία εκείνη που μπορεί να εκφράσει του ανθρώπου το πιο ανθρώπινο.
Και η γκρίνια της περίπτωσης: χρειαζόμαστε "παιδονόμους-ταξιθέτες" για να δείχνουμε μια στάλα σεβασμό σε κείνους τους ανθρώπους που δίνουν όλον τους τον εαυτό πάνω στο σανίδι και να μην τρώμε πατατάκια στη μούρη τους... Καλή, κυρία μου, η αυθεντική σου Λουί Βουϊτόν, αλλά όχι για να κρύβεις τα πατατάκια, θα τα φας έξω, κρατήσου όσο μια παράσταση και μπορεί ν' ανασάνει η ψυχούλα σου, κρατήσου. Κρατήσου και μάθε και τη μικρή δίπλα σου ότι θα ζήσει χωρίς τα πατατάκια εκείνη τη στιγμή και τον μικρό ότι μπορεί να ρουφήξει τη γρανίτα του στο διάλειμμα. Πόση θυσία θέλει αυτό;

photo: scalidi
 

Friday, November 19, 2010

"Ο βυθός είναι δίπλα" (updated)


Η ειρωνεία είναι ότι ο άνθρωπος βλέπει μόνο το βυθό του διπλανού του. Όταν έρθει η ώρα να δει το δικό του, είναι πια πολύ αργά για κείνον. Τον έχει ρουφήξει ήδη ο πάτος. Στροβιλίζεται στο σκοτεινό νερό. Πάει, είναι χαμένος. Ο Νίκος Αδάμ Βουδούρης έχει εφοδιαστεί με μπουκάλες οξυγόνου και λογοτεχνικό εξοπλισμό, διηγήματα εν προκειμένω, και βουτάει μαζί με το διπλανό του, να του δείξει το βάθος, το σκοτάδι μέσα του, το κενό στη ζωή του, τη μαύρη τρύπα, το πηγάδι που καιροφυλακτεί να τον δεχτεί στα ενδότερά του, την πληγή του, αυτό που τον τρώει. Με τρόπο συγκινητικό, τρυφερό και υπόγεια άγριο μαζί, δηλαδή “ενοχλητικά” ανθρώπινο. Που σε τραβάει διακριτικά αλλά επίμονα από το μανίκι να δεις. Σου λέει “έλα, έλα, δες”.

Να δεις στον παγωμένο κήπο της πραγματικότητας ότι υπάρχει κάτι σφύζον. Και δεν είναι μόνο ο σκληρόκαρδος γίγαντας. Είναι ο κόσμος που έχει στις γωνίες του, στις στροφές του, μικρά εικονοστάσια, δηλαδή ανθρώπους στην οριακή τους στιγμή. Στο βυθό τους. Την ώρα που βγάζουν μπουρμπουλήθρες. Στην πτώση τους. Τα εικονοστάσια προαναγγέλλουν το κακό στους ελληνικούς δρόμους, συχνά είναι τα ίδια μπαταρισμένα. Κάπως έτσι είναι και με τους ανθρώπους που φεύγουν από τα όρια της λεγόμενης “κοινής”- αποδεκτής λογικής (αλήθεια, πόσο λεπτή είναι η γραμμή;), άνθρωποι που έχουν στρίψει πια από τη γωνία κι έχουν βρεθεί σ' ένα απολύτως δικό τους σύμπαν. Ένα σύμπαν που συχνά δεν μπορούν να το επικοινωνήσουν με κανέναν. Δεν βρίσκουν πρόθυμους αποδέκτες ή δεν είναι οι ίδιοι σε θέση να το πράξουν. Κι όταν το κάνουν είναι τραυματικό είτε για αυτούς είτε για τους άλλους. Είναι σαν να κλείνονται σε μια διάφανη παγωμένη σφαίρα. Ολόδική τους, αποκομμένοι από τους άλλους.

Ο Νίκος Αδάμ Βουδούρης παίρνει την κατάσταση στα χέρια του και καλλιεργεί σ' αυτόν τον έρημο κήπο, άνθη, σπάνια, ιδιαίτερα, μοναδικά, ξεχωριστά και σπάει τον πάγο του κλεισμένου στο περιθώριό του, όποιου είδους περιθώριο και να είναι αυτό. Είτε της λύπης είτε της μοναξιάς είτε της απόρριψης είτε της υπερφίαλης ακόμη δύναμης. Με τις ιστορίες του τραβάει τον αναγνώστη σ' ένα ιδιότυπο ψυχολογικό βάθος, σε μια προοπτική να συναντήσει ο αναγνώστης τον εαυτόν του σε μια ολόδική του περιοχή, μέσα του, που ίσως την ξέρει μόνο αυτός. Άγνωστη περιοχή.

Ο συγγραφέας το κατορθώνει αυτό με την οπτική του, τη λοξή του ματιά, με το να ρίχνει φως στην προσωπική αλήθεια μέσα από ένα πρίσμα που ξαφνιάζει, με το να στρέφει τον καθρέφτη απρόσμενα πάνω σε μια γωνιά που μοιάζει αθέατη στους πολλούς. Κάπως έτσι γεννιέται και ο συγγραφέας. Λέει ο Γιώργος Χειμωνάς στο “Η βιογραφία της όρασής μου”: “...Η ιδιότητά μου του συγγραφέα ζυμώθηκε μ' αυτή την ιδιότητα, έγινε ένα με μια διαρκή, καθημερινή, αυθόρμητη προσοχή, να προσέχω συνέχεια τους ανθρώπους. Από παιδί έβλεπα, έβλεπα συνέχεια τους ανθρώπους. Την έσχατη λεπτομέρεια των σωμάτων, το πρόσωπό τους, το δέρμα τους, τα σκισίματά του, τη στάση τους, την ακινησία τους, την φυσιογνωμία τους, άκουγα την ηχώ των λόγων τους...”.

Ο Νίκος Αδάμ Βουδούρης, λοιπόν, βλέπει. Βλέπει κι ακούει τους ανθρώπους. Τις λεπτομέρειές τους και φτιάχνει και τις ιστορίες του έτσι. Ακολουθώντας μια σπειροειδή, όπως θα την έλεγα εγώ, γραφή. Ξεκινάει από την παρατηρητικότητά του. Βάζει στη σειρά εικόνες και στιγμιότυπα με τέτοιον τρόπο που σιγά σιγά σ' αιχμαλωτίζουν σε μια αφηγηματική δίνη. Εσύ ανυποψίαστος αναγνώστης. Σφίγγουν γύρω σου και σε κλείνουν στο κέντρο αυτής της σπείρας. Στο βυθό, το δικό σου. Αυτό που κρύβεις εσύ μέσα σου. Αυτό που μπορείς εσύ να διαβάσεις για τον εαυτό σου, όταν καθρεφτίζεσαι στο νεράκι από το πηγάδι του άλλου, του διπλανού. Κι αυτό μπορεί να είναι μια εκκωφαντική υπαρξιακή μοναξιά, μπορεί απλώς και μια εκκεντρικότητα το “να είσαι στ' αλήθεια καθιστός και στη σκιά σου όρθιος”, όπως γράφει και ο ίδιος.

Έχει τη δική του φωνή ο Νίκος, όχι εύκολο πράγμα, διαθέτει μια ευφυία στη γραφή του πολύ ιδιαίτερη, με κλιμάκωση, με μια έντονη συνοχή προσηλωμένη στην τελική αίσθηση του κειμένου, στο σκοπό του. Και ποιος είναι αυτός ο σκοπός;

Δεν έχω βρει καλύτερα και πιο κατάλληλα λόγια μέχρι τώρα απ' αυτά του Χειμωνά: “... Πιστεύω πως ο σκοπός της Τέχνης είναι ένα πράγμα πάρα πολύ συγκεκριμένο. Η Τέχνη είναι για να παίρνει στα χέρια της το ανεκπλήρωτο όραμα του ανθρώπου, μια φυσική ίσως αθλιότητα, δεν είναι απλά κοινωνική ή περιπτωσιακή. Είναι και αυτά, αλλά μαζί είναι και κάτι άλλο πιο οριστικά αδικημένο. Η Τέχνη είναι για να παίρνει στα χέρια της αυτή την αθεράπευτη στέρηση του ανθρώπου, να τη δουλεύει και να την επιστρέφει πάλι στους ανθρώπους. Αλλά αυτή τη φορά να την παραδίδει μέσα σε μια λαμπερή φαντασμαγορία, τεντωμένη από ένα δίκαιο όσο και συγκινητικό μεγαλείο, μέσα σε μια απέραντη ευφορία...
Όλα αυτά η Τέχνη δεν τα κάνει φιλάνθρωπα, παρηγορητικά. Γιατί χρωστάει αυτή τη δικαίωση του ανθρώπου. Γιατί κάποιος πρέπει να του την χρωστάει αυτή τη δικαίωση. Γιατί αυτό το μέγα, αυτή η φαντασμαγορία, αυτό το μέγα του Ελύτη, του Αισχύλου, του Ηράκλειτου, αυτό το μέγα υπάρχει πραγματικά στη ζωή των ανθρώπων και η Τέχνη είναι ακριβώς για να το βγάζει στο φως, να το αποκαλύπτει, να το καθαρίζει, να το παρουσιάζει, αργά, επιδεικτικά, στους ανθρώπους, εκθαμβωτικό, πελώριο, εκκωφαντικό...”.

(Το κείμενο διαβάστηκε τη Δευτέρα 22 Νοεμβρίου στη Δημοτική Αγορά Κυψέλης)


Χαμένοι στη διαμεσολάβηση

Δύο γυναίκες. Μεσόκοπες. Στο τρένο. Η μία γαλλίδα ή άλλη ελληνίδα κάτοικος Πατησίων. Άγνωστες μεταξύ τους, τις συνδέει ο κοινός συρμός. Οι δύο πιο κάτω στάσεις. Το ταξίδι.
Η εκ Γαλλίας ορμώμενη υποστηρίζει την κίνηση του Σαρκοζί να «διώξει τους ανθρώπους να γυρίσουν πίσω στη Ρουμανία, καλά έκανε», όπως είπε. Η άλλη της επισημαίνει ότι είναι άνθρωποι όλοι, από τη μία λυπάται τους μετανάστες και ταυτόχρονα δεν μπορεί να ζήσει μαζί τους. Με τους ξένους. Ξένες και οι δυο μεταξύ τους.
Εξηγεί στη Γαλλίδα τι ήταν κάποτε ο Άγιος Παντελεήμονας. Μια αριστοκρατική περιοχή της Αθήνας. Μάλιστα. Τώρα, εκείνη την έκλεψαν έξω από τον Άγιο Ελευθέριο, λίγο πιο κάτω. Της τράβηξαν με αριστοτεχνικό τρόπο την αλυσίδα από το λαιμό κι ευτυχώς δεν την τραυμάτισαν, μόνο της πήραν το χρυσαφικό. Ακαριαία η άλλη αρχίζει να κοιτάζει και να περιεργάζεται με φόβο τα δικά της χρυσά δαχτυλίδια στα χέρια της, τη στιγμή της αφήγησης.
Σε όλο του το μεγαλείο, ενσαρκωμένος ο τρόμος στην αντιμετώπιση του άλλου. Η ανασφάλεια. Η αμηχανία απέναντι στον άγνωστο, στον ξένο, στην ετερότητα. Αυτή η ετερότητα που διαπερνά τη μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Λες και δεν είναι άνθρωπος ο Άλλος. Είναι απλώς… Άλλος. Κι αυτή η εναπόθεση των ελπίδων στην εξουσία, αυτή την εξουσία την απομακρυσμένη από τη ζωή, την αποκομμένη από τη σφύζουσα πραγματικότητα. Δίπλα δίπλα με τη ματαιωμένη όψη της πολιτικής, της επίλυσης των προβλημάτων, της αποτελεσματικότητας.
Κρίμα που δεν μπορούν οι πολιτικοί να ακούσουν τι συζητούν οι πολίτες τους. Ούτε ο Νικολά Σαρκοζί ούτε ο Γιώργος Παπανδρέου. Μπορείς να αντικρίζεις τους άλλους, τους «ξένους», τους πολίτες, μόνο μέσα από φιμέ τζάμια, μέγιστα μέτρα ασφαλείας και μια αποστειρωμένη ζωή κλεισμένη στη γυάλα των υπουργείων, των παρατρεχάμενων, των προαστίων, των ακριβών ξενοδοχείων και των κόκκινων χαλιών; Και να σ’ αντικρίζουν κι εκείνοι μόνο μέσα από το τηλεοπτικό γυαλί και τις παραμορφώσεις του;
Διαμεσολαβημένα όλα φτάνουν σ’ εκείνον που πρέπει να χειριστεί τη ζωή του άλλου, να λάβει αποφάσεις καθοριστικές για την ύπαρξή του. Οι πολιτικοί δεν ζουν στις γειτονιές με τα προβλήματα –περνούν μόνο για καμιά ανούσια, «επικοινωνιακή», προεκλογική χειραψία-, δεν κυκλοφορούν στο δρόμο –μόνο με αστυνομική συνοδεία-, στα ταξί, στο μετρό, στις υπηρεσίες. Έχουν χρισθεί «από μηχανής θεοί», ενώ είναι απλώς άνθρωποι με εκχωρημένη –όχι για πάντα- εξουσία και μάλιστα με ένα τεράστιο έλλειμμα ενημέρωσης για το τι είναι πραγματικότητα και αλήθεια.
Δεν έχουν δει το δράμα των ηλικιωμένων στα Πατήσια, τους ανθρώπους που τρώνε και ζουν από τα σκουπίδια, δεν τους έχει τραβήξει το μανίκι ένας πεινασμένος να τους πει «πεινάω». Πολύ μακρινή εικόνα, ε; Σχεδόν μυθιστορηματική… Άραγε οι δημοσκοπήσεις την περιγράφουν;

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" της 19ης Νοεμβρίου 2010)

photo: scalidi

Thursday, November 18, 2010

Μέρα



*αφιερωμένη στους εορτάζοντες σκορπιούς σήμερα
ένα τραγουδάκι, να σβήσει τη φωτιά τους
εκεί χωμένοι κάτω από τις πέτρες τους,
νεράκι


photo: scalidi

Tuesday, November 16, 2010

Αυτή η νύχτα μένει...

photo: scalidi

Διαβάζω από χθες ένα δράμα για δύο πρόσωπα σε δύο πράξεις. 
Στην πραγματικότητα, ένας λόγος
βουτηγμένος στο αίμα
από το σπαθί
των δύο μονομάχων.
Των αιώνιων μονομάχων,
του εξής ενός ιππότη δηλαδή:
του ανθρώπου.
Απέναντι στον εαυτό του, 
ανάμεσα στον κόσμο.
Με τις συντέλειες και τις ευτέλειές του.
Τις υποτέλειες και τα πεπερασμένα του.
Τις εντέλειες και τις ατέλειές του.
Τα αδιάβροχα 
και μουσκεμένα του μέλη.
Τους ωκεανούς και τους βυθούς του.
Τα αδιέξοδα "σαλονάκια" του
και τη σαρκοφάγα του φύση.
Τη ζούγκλα του πολιτισμένου του εαυτού.
Αυτό το παραδεισένιο ζευγαράκι της πτώσης του.
Διαρκώς μέσα κι απέξω του
να παλεύει.
Να νικήσει.
Να επικρατήσει.
Να ζήσει.
Να γίνει σούσι 
στα σαγόνια της αιωνιότητας,
της στιγμής,
της αβύσσου.
Λίπασμα καλοχωνεμένο
στα χώματα της γης,
κέλυφος θρυμματισμένο
στα ιζήματα του θαλασσίου βάθους.
 
photo: scalidi
 
photo: scalidi



Friday, November 12, 2010

Η βουβή βία του καθημερινού φόβου

photo: scalidi
Το χειρότερο από την απάθεια και την αδιαφορία που εγκαθιδρύεται όλο και πιο βαθιά στην ελληνική κοινωνία, είναι η βία που φωλιάζει μέσα στην ψυχή των πολιτών της. Αυτή που βρίσκει πρόσφορο έδαφος να καλλιεργηθεί και τελικά να εκδηλωθεί στην καθημερινή επαφή των ανθρώπων μεταξύ τους.

Δεν θα πω για την προφανή βιαιότητα, για τη βιαιοπραγία τη σωματική, αλλά για την άλλη: αυτή της αγένειας, της ψυχρότητας, της αποστασιοποίησης, της αδυναμίας να εκφραστεί η ανθρωπιά. Μιλάω για τη βουβή βία, εκείνη που κρύβεται πίσω από ένα κλειστό στόμα, από σφιγμένα χείλη, από τεταμένο νευρικό σύστημα, από την αποστροφή της κεφαλής μας από το πρόβλημα του άλλου, δηλαδή το δικό μας σε λίγο πρόβλημα. Συλλέγω τέτοια στιγμιότυπα: ανθρώπων που δεν μίλησαν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, ενώ το όφειλαν στη δικαιοσύνη της στιγμής, πολιτών που δεν διαφέντεψαν τα δικαιώματά τους, ενώ μπορούσαν, ατόμων που δεν επέμειναν στην ευγένειά τους, όταν ο απέναντι καταστρατήγησε τη δική τους. Είμαστε οι επιλογές μας και ο τρόπος που αποφασίζουμε να πορευτούμε στα απλά, καθημερινά ζητήματα, είναι εκείνος που προσδιορίζει το ποιοι είμαστε. Την πολιτική μας εντέλει οντότητα.

Η εμμονή να στεκόμαστε στις σκάλες του μετρό στην αριστερή πλευρά και να κόβουμε το δρόμο των συνταξιδιωτών μας. Η επιμονή να σπρώχνουμε τους ανθρώπους στις πόρτες και τις ουρές αναμονής. Η κατ’ εξακολούθηση προσπάθεια να ξεγελάσουμε τον άλλο από τα ρέστα στο μαγαζάκι του δρόμου μέχρι την πιο σοβαρή οικονομική συναλλαγή ή να δεχθούμε να μας ξεγελάσουν. Η αδυναμία μας να σταθούμε σε έναν άνθρωπο που χρειάζεται την έκτακτη βοήθειά μας. Η απροθυμία μας να υπερασπιστούμε το δίκαιο και το αυτονόητο, ιδίως αυτό το αυτονόητο που κινδυνεύει όλο και πιο πολύ στον καθημερινό παραλογισμό.

Δείγματα συμπεριφοράς φοβισμένου πλήθους, ανασφαλών ατόμων που σκύβουν το κεφάλι, εγκλωβίζονται στον περίκλειστο κόσμο τους και προσπαθούν να διασκεδάσουν το προσωπικό τους αδιέξοδο με μικρές καθημερινές «μαγκιές», αγένειες, αγκωνιές, σπρωξίματα, τρικλοποδιές. Φοβούνται να αντικρίσουν την καλύτερη εκδοχή του εαυτού τους γιατί χρειάζεται κόπο, θα πρέπει να τη φτιάξουν οι ίδιοι, γι’ αυτό θέλουν να κλείσουν το δρόμο του διπλανού, τους μοιάζει πιο εύκολο και χωρίς κόστος. Αλήθεια, χωρίς κόστος;

(Δημοσιεύτηκε στη "Βραδυνή" της 11ης Νοεμβρίου 2010)

Tuesday, November 09, 2010

Η σημασία του να είναι κανείς κομψός

photo: scalidi
Στην ανάγνωση προσέρχεσαι με τα κλειδιά που έχεις αποκτήσει ο ίδιος, που έχεις ανακαλύψει άλλοτε σιγά σιγά και βασανιστικά, άλλοτε σου έχουν αποκαλυφθεί τα ίδια απρόσμενα και από νωρίς, αλλά  φυσικά σημασία έχει πώς προσέρχεται σ' αυτή τη διαδικασία και ο συγγραφέας. Άμα θέλει να σου δώσει και τα δικά του κλειδιά, άμα θέλει να σε κάνει συμμέτοχο, κοινωνό του μυστικού του κόσμου, άμα θέλει να διαβάσεις την ιστορία του φιλτραρισμένη μέσα από μια σταλαγματιά του δικού του βλέμματος, καμιά φορά κι από το δάκρυ του, άμα σταθείς εσύ τυχερός αναγνώστης κι εκείνος τυχερός συγγραφέας. Αλλά ακόμα μεγαλύτερη σημασία έχει να το κάνει αυτό ο συγγραφέας κομψά. Να σε ποτίσει την άκρη από το φαρμάκι ή το βάλσαμό του με υποδόρια διαυγή ειλικρίνεια.
Στη ζωή εντυπωσιάζομαι από τις προθέσεις των ανθρώπων. Στη λογοτεχνία από τις προθέσεις των συγγραφέων. Είμαι διατεθειμένη να τους ακολουθήσω στην πιο δαιδαλώδη τους σκοτεινή κι ανεξερεύνητη πτυχή του εαυτού και του έργου τους, άμα νιώσω ότι θέλουν να μου πουν αλήθεια, την αλήθεια τους.
 *****
Ως προϋπόθεση της κομψότητας θέτω την ειλικρίνεια που αποτελεί απλώς στοιχειώδη ευγένεια για μένα. Διαβάζοντας, λοιπόν, την καινούρια νουβέλα του Αχιλλέα Κυριακίδη, "Κωμωδία" (εκδόσεις Πόλις), ένιωσα ο συγγραφέας να μου τείνει το χέρι και να μου αφήνει διακριτικά το δικό του κλειδί, "...ίσως γιατί Ιστορία είναι το πλήγμα, κι ο μύθος έρχεται μετά, με το αίμα...". Κι εγώ απλώς θα έγραφα το "Ι" με μικρό και θα έκανα τη φράση πασπαρτού για την κάθε μυθοπλασία που γεννιέται μετά, αφού το αίμα τρέξει στ' αυλάκι.
*****
Θεατρική κομψότητα διαθέτει η νουβέλα της Βάσως Νικολοπούλου, "Βασιλική" (εκδόσεις Πόλις). Ένας μονόλογος, δύο παράλληλοι βίοι. Η ενοχή και ο εξαγνισμός της. Θα μπορούσα να το δω στη σκηνή ενσαρκωμένο από δυο γυναίκες.


Sunday, November 07, 2010

"Ο Θεός της Σφαγής"

photo: scalidi
Πήγα το Σάββατο και είδα την παράσταση "Ο Θεός της Σφαγής". Ένα έργο της Yasmina Reza. Παίζεται στο θέατρο "Κάτια Δανδουλάκη", σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή και σε μετάφραση Γιώργου Βούρου. Πρωταγωνιστούν ο Γιάννης Φέρτης, η Κάτια Δανδουλάκη, η Κατιάνα Μπαλανίκα και ο Γιάννης Βούρος. Με εντυπωσίασε το έργο, η κλιμάκωσή σου, το πόσο μας αφορά ο λόγος της Reza. Σπουδαίο έργο, ευφυές, μέσα στο πνεύμα της εποχής μας απολύτως.
Νομίζω ότι την παράσταση κλέβει ο Γιάννης Βούρος, με τη λάμψη του στη σκηνή και το μετρημένο τρόπο που χειρίζεται τα εκφραστικά του μέσα. Δεν τον είχα ξαναδεί στο θέατρο και ήταν για μένα μια μεγάλη ευχάριστη έκπληξη. Η φωνή του Γιάννη Φέρτη παραμένει το τεράστιο όπλο του, ήταν εξαιρετικός. Μου άρεσε ο ρυθμός της Κατιάνας Μπαλανίκα, ενώ το δραματικό φινάλε της Δανδουλάκη ήταν καταπληκτικό. Της πάει καλύτερα το δράμα, το αποδίδει πιο ήπια από τα κωμικά στοιχεία που ήταν λίγο παραπάνω "φωναχτά", κραυγαλέα, από το υπέροχο τέλος του έργου.
Η αγένεια της βραδιάς: από τη μέση του έργου και μέχρι το τέλος, μια κυρία από την πίσω σειρά άρχισε να τρίζει στα χέρια της ένα χαρτάκι, μια ζελατίνα. Με εξοργιστικό τρόπο. Στην απόλυτη ησυχία του χώρου έκοβε αυτός ο τριγμός τις ανάσες του κοινού και τα λόγια των ηθοποιών στη μέση. Ευγενικά και άμεσα πήγε αθόρυβα η ταξιθέτρια και της ζήτησε να τη διευκολύνει, να της δώσει να πετάξει εκείνη το χαρτάκι της. Η κυρία αρνήθηκε. Δεν ήθελε. Μου προκάλεσε τόση ένταση αυτός ο θόρυβος της ζελατίνας που παραλίγο να μην αντιληφθώ ότι το έργο τέλειωσε... Με το δικό του τρόπο εκ των υστέρων αυτό το περιστατικό που ζητούσε τη δική μου ανοχή και των υπολοίπων, συμπλήρωσε το έργο της Reza...
Στο θέατρο, για κάποιο λόγο, ως θεατής, αισθάνομαι πριν ξεκινήσει η παράσταση τρακ. Ναι, τρακ. Λες και παίζω εγώ. Αυτή τη φορά το κοινό στην αρχή είχε έναν περίεργο εκνευρισμό, μια ένταση, σαν να ήθελε να χαλαρώσει, αλλά δεν ήρθε στο κατάλληλο μέρος. Μόλις μετά από λίγο οι ηθοποιοί το "πήραν μαζί τους" και το έμπασαν στο έργο, ήταν φοβερό το πώς άλλαξε η ατμόσφαιρα, πώς λύθηκαν οι ηθοποιοί, πώς αφέθηκαν εκείνοι πια στην ανάσα του κοινού.

Friday, November 05, 2010

Ο Κομφούκιος και το κομφούζιό μας

Στο νεοελληνικό σκηνικό της σήψης και της διαφθοράς, φανταστείτε μια μέρα να έσκαγε μύτη ο Κομφούκιος. Ναι, αυτός ο φτωχός κινέζος γραφειοκράτης που έζησε τον 6ο αιώνα π.Χ., διατύπωσε μια φιλοσοφική θεωρία που άπτονταν της κοινωνικής πραγματικότητας και κατάφερε ο ίδιος χάρη στη φιλομάθεια και την εργατικότητά του να αναρριχηθεί μέχρι τη θέση του υπουργού Δικαιοσύνης.
Αυτός που είπε ότι το παν είναι η εντιμότητα, σε ελεύθερη απόδοση. Ότι ο άνθρωπος κάνει τη θέση και όχι η θέση τον άνθρωπο. Φανταστείτε τι σοκ θα υφίστατο ο δύσμοιρος, άμα επισκέπτονταν ένα δημόσιο φορέα στο ...Ελλαδιστάν. Άμα μιλούσε με ανέργους που σου λένε ότι δεν βρίσκουν δουλειά επειδή δεν έχουν μέσον. Άμα αντίκριζε «ευσυνείδητους» πολίτες που θα ψηφίσουν την Κυριακή στις Δημοτικές-Περιφερειακές Εκλογές με μοναδικό τους κριτήριο το αν ο τάδε υποψήφιος τους υποσχέθηκε να τους …διορίσει τα παιδιά. Ιδίως το τελευταίο –απορίας άξιο πώς ακόμη σε αυτές τις συνθήκες που έχει περιέλθει η χώρα- εξακολουθεί να ανθεί. Το «βαθύ κράτος» μας είναι αυτό. Ο παραλογισμός μας.
Αναρωτιέσαι πια για το ΙQ αυτού του λαού, για το πώς η νοοτροπία έχει υποσκάψει την ίδια του τη σκέψη, την αμφιβολία, την ευρηματικότητα, τη δημιουργία εντέλει.
Φανταστείτε –καθαρά υπόθεση εργασίας, πολύ φοβάμαι- ο καθένας από την πλευρά του να έδινε τον καλύτερό του εαυτό. Να ήταν για μια φορά το στοίχημα όλων η συνέπεια. Ουτοπία. Σ’ αυτή την απομαγευμένη εποχή μας, που τα οράματα δείχνουν τόσο μακρινά και ξένα προς το σύγχρονο άνθρωπο που μένει έρμαιο μιας σάπιας αποχαύνωσης, μιας άνευ όρων παράδοσης στο χειρότερο εαυτό του, μάλλον ένας αντίστοιχος Κομφούκιος δεν θα μπορούσε να μας σώσει. Ούτε καν οι επενδύσεις στη χώρα μας από τους αεικίνητους οικονομικά κινέζους δεν είναι αρκετές.
Θα χρειαστούμε καμιά δεκαριά εκατομμύρια «μικρούς» Κομφούκιους –όσοι είμαστε- που να κάνουν πράξη το γνωστό ρητό του φιλοσόφου, «με την αλήθεια αλλάζεις τον εαυτό σου, με την αγάπη αλλάζεις τους άλλους και με τη σκέψη αλλάζεις τον κόσμο όλο». Ας αλλάξουμε με την αλήθεια τον εαυτό μας πρώτα και για τα άλλα βλέπουμε…
photo: scalidi
*****"...Υπάρχει μια σκοτεινή πλευρά στην ψυχή του ανθρώπου όπου ούτε η Εκκλησία ουτε ο βασιλιάς έχουν εξουσία, μια πλευρά που τίποτα δεν μπορεί να σε κάνει να τη λησμονήσεις, και μπορείς να τη σβήσεις μόνο αν τη διασχίσεις μόνος σου... Διαφορετικά, θα είναι πάντα εκεί, να σε βασανίζει όταν δεν το περιμένεις, να σε κάνει να ανατριχιάζεις από έναν τρόμο δίχως όνομα και δίχως γιατρειά... Είμαστε ηθοποιοί που υποδύονται επ' άπειρον έναν προδιαγεγραμμένο ρόλο. Ελευθερία είναι να αλλάξουμε το ρόλο που μας αναλογεί, να τον ξαναγράψουμε με τις δικές μας δυνάμεις...", απόσπασμα από το ξεχωριστό (για κείνους που η αναζήτηση της ελευθερίας  δεν είναι γραφικός ρομαντισμός, αλλά ευκαιρία να συνειδητοποιήσουν την ανελευθερία τους, άρα να κάνουν  ένα βήμα προς την ελευθερία) μυθιστόρημα "Σκλάβοι της ελευθερίας" του Giuseppe Conte (εκδόσεις Πόλις), σε μετάφραση -και βραβευμένης μετάφρασης πια από το ΕΚΕΜΕΛ- της Δήμητρας Δότση.




Saturday, October 30, 2010

Εποχικοί ορίζοντες

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi
αλλά ορίζοντες.
Είναι πιο ενδιαφέροντες από το τέρμα τους,
αν υπάρχει ποτέ αυτό.
Και ακόμη πιο προκλητικοί οι δρόμοι τους.
Άλλοι με αγκάθια στα πλάγια
να σε κρατούν μες στη μέση.
Άλλοι εύφοροι, μέσα σε ασφαλείς κοιλάδες,
γεμάτοι καρπούς και ελαιώνες αντιοξειδωτικούς.
Άλλοι ξεροί και μόνοι,
χωρίς διαβάτες.
Άλλοι χόρτινοι,
παπλωματένια πράσινα σύννεφα
να ξεκουράσεις το κορμί σου
και να το παραδώσεις στην υγρασία.
Άλλοι απλώς μακρινοί.
Ορίζοντες των ονείρων.
Αυτοί που ολοένα σου υπόσχονται.
Κι άλλοι, ταπεινοί,
ήσυχοι να απολαύσεις ένα γλυκό περίπατο
μέσα στις πορτοκαλιές
και τα κυκλάμινα,
τα μυστικά μανιτάρια,
εκείνοι οι μύκητες κρυμμένοι κάτω από τα δέντρα
και σπαραγγιές τρυφερές
μπερδεμένες με πικρούνες.
Ορίζοντες με λουίζα και μυρτιά σπαρμένοι
να σε κρατήσουν για πάντα δικό τους
αιχμάλωτο των αρωμάτων τους.
Κι άλλοι βαρείς 
κι ασήκωτοι
να τους ζυγώνει η συννεφιά
κι η καταιγίδα
και να τους σβήνει.
Μα εκείνοι είναι εκεί
πίσω από την κουρτίνα της βροχής,
έξω από την άχνη της ομίχλης,
πίσω από τις στάλες της πρωινής δροσιάς,
έξω από τους στροβιλισμούς του ανέμου.



Friday, October 29, 2010

Thursday, October 28, 2010

Μετά τη βροχή

photo: scalidi

photo: scalidi
Τα ρόδα μετά τη βροχή σκύβουν ευλαβικά το κεφάλι.
Να στεγνώσουν οι δροσοσταλίδες τους.
Να αποτινάξουν από τα βελούδινα πέταλά τους το νερό
και να αντικρίσουν τον ήλιο φρεσκοπλυμένα
και διαυγή.


Wednesday, October 27, 2010

Αντιοξειδωτική κάθοδος

photo: scalidi

Η Περσεφόνη έχει πάρει το δρόμο για τον Κάτω Κόσμο. Τέτοια εποχή. Απομακρύνεται όλο και πιο πολύ από τα ρημαγμένα στάχυα της Δήμητρας, από τα στυμμένα σταφύλια που αχνίζουν στα βαρέλια και ξεκουράζονται μέσα στις μουσταλευριές παρέα με το σουσάμι και την κανέλα.
Στα χέρια της ανοίγει ρόδια, κρακ, κρακ, κρακ. Τρέχουνε οι σπόροι και της βάφουνε τα χέρια. Να μην ξεχάσει να γυρίσει πίσω, από Μάρτη μήνα θα αρχίσει την ανάβαση. Τα ρόδια θα της δείξουν το δρόμο, τον αντιοξειδωτικό της δρόμο στο αέναο ταξίδι της. Γιατί ολοένα πρέπει να διαλέγει από ποιο μονοπάτι θα πάει, με ποιους θα πορευτεί και ποιους θα αφήσει. Ολοένα.


*****Update: Κι ένα αντίστροφο ταξίδι, ανάτασης και μόνον, ξεκινάει στις διαδρομές μιας "άγνωστης πέτρας"... Μια υπόσχεση για το σημερινό απομαγευμένο εαυτό μας να βουτήξει σε αχαρτογράφητα μονοπάτια μέσα του.

Monday, October 25, 2010

"Δεύτερη ζωή δεν έχει"

Το σενάριό της υποδειγματικό. Το ζήλεψα. Γιατί δεν μπορεί μια ελληνική ταινία να έχει τέτοια πλοκή, ευαισθησία, ανθρωπινότητα; Η φωτογραφία σε μαγνητίζει. Τα χρώματα επί της οθόνης, εκείνα που αποκαλύπτουν τη λάμψη στα μάτια, εκείνα που ξεσκεπάζουν τα μυστικά μιας ζωής που δεν βιώθηκε, από κακό συγχρονισμό, από φόβο, από αναστολή, από αναβολή. Σε πλήρη αντι-παράθεση με τη βία που δεν αποσοβείται. Συμβαίνει. Σε αντίθεση με το καλό, την  αγάπη, τον έρωτα που κρατιούνται επτασφράγιστο μυστικό, προφανές και γι' αυτό ακόμα πιο αδήριτο. Οι ερμηνείες είναι αυτές που θα είχαν πρωταγωνιστές από τη ζωή την ίδια. " Το μυστικό στα μάτια της". Μην την χάσετε αυτή την ταινία. Εγώ την έχασα πέρυσι. Αλλά φέτος την ξαναβρήκα. Υπάρχει η δεύτερη ευκαιρία, κάποτε. Να την δίνουμε στον εαυτό μας, πάντα αξίζει τον κόπο. Δεν νομίζω ότι μιλάω πια για την ταινία. Μα, η ταινία μιλάει κυρίως γι' αυτό. Α, και τα βλέμματα δεν κάνουν ποτέ λάθος, τα μάτια μπορεί, αλλά τα βλέμματα όχι.



Sunday, October 24, 2010

Έδιωξε τα σύννεφα


με το Νέο Κύμα

κι έφυγε για τον ουρανό


για πάντα

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi


photo:scalidi












photo: scalidi



photo: scalidi

Friday, October 22, 2010

Αναγνωστική άνοιξη

photo: scalidi
εξαιρετικό ιστολόγιο για κείνους που αγαπούν στ' αλήθεια τη λογοτεχνία
και δεν φοβούνται να το δείχνουν
αλλά και να την υπερασπίζονται,
τη λογοτεχνία

Friday, October 15, 2010

Μαρτυρία από το πύρινο μέτωπο

photo: scalidi


"...Το χαρτί γράφει ό,τι του πεις. Μα τα κρατάει όλα για τον εαυτό του. Τα δίνει στους άλλους. Σε σένα πίσω, τίποτα..."


Μπορεί να γράφονται μαρτυρίες, να εκδίδονται ντοκουμέντα, να τυπώνονται ημερολόγια που αφορούν την επιβίωση του ανθρώπου από μεγάλα συμβάντα, από φυσικές καταστροφές, από περιπέτειες πρωτόγνωρες, τέλος πάντων από οριακές συνθήκες και καταστάσεις, όμως για τη ζωή του ανθρώπου μετά το θάνατο -όχι τον άμεσο δικό του, αλλά του πιο αγαπημένου του άλλου που φτάνει σε σημείο να γίνει ο εαυτός του- γράφεται μόνο λογοτεχνία. Ίσως γιατί το πένθος είναι τόσο βαρύ, ο φόβος τόσο ανερμήνευτος και η απώλεια τόσο μεγάλη που ο άνθρωπος που γράφει, χρειάζεται να ενδυθεί έναν μανδύα για να μην βγει με τις λέξεις του έξω γυμνός στο λευκό χαρτί και καεί απροστάτευτος από τον πάγο της μοναξιάς του.
Στο βιβλίο του Βασίλη Βασιλικού που επανεκδόθηκε μετά από 32 χρόνια από τον "Τόπο", με τον τίτλο "Foco d' amor" (Φλόγα της αγάπης), αποθεώνεται η αγάπη βαθιά κι ανεξίτηλα. Μέσα από το θάνατο μιας σπουδαίας για έναν άντρα γυναίκας. Εκείνος αποφασίζει να τη διασώσει, μήπως σωθεί κι ο ίδιος, με τις λέξεις του. Τις βουβές του λέξεις. Τις ανίσχυρες λέξεις του. Τη θλίψη του, την απώλειά του, το κενό του, την απουσία της. Και γίνονται οι λέξεις του σπαθιά που μπήγονται στην ψυχή του αναγνώστη και αναμοχλεύουν τις πληγές του, γίνονται οι λέξεις του δακρύροο βάλσαμο και σταλάζονται στην καρδιά, να την παρηγορήσουν, να την αναταράξουν, να την αφυπνίσουν, τελικά να την κρατήσουν ζωντανή. "...Εκείνη δεν καταλάβαινε από δυσκολίες. Δεν υπήρχαν δυσκολίες γι' αυτήν. Όταν πίστευε κάτι, έπρεπε να το φέρει σε πέρας...".
Το βιβλίο είναι ένα προσκύνημα στο παρελθόν, μιας κοινής ζωής φυσικής διάρκειας είκοσι ετών, ψυχικής διάρκειας αέναης. Ο ήρωας γυρίζει πίσω και αποτυπώνοντας τις μικρές αλήθειες που μας συνιστούν, τις λεπτομέρειες της καθημερινότητας στη συμβίωσή μας με τους δικούς μας ανθρώπους οι οποίες μας κάνουν ό,τι είμαστε, αποτίει φόρο τιμής, φόρο κεφαλικό, φόρο αίματος στην ίδια την αγάπη. Να, γιατί οι λέξεις του συγγραφέα αποτελούν μια μαρτυρία από την κατάβαση στη μεγαλύτερη λύπη, ίσως στη σκοτεινότερη άβυσσο, στο πύρινο μέτωπο της αγάπης που το ορίζει  πια ο θάνατος. Τότε που το μέτωπο καίει τ' ανθρώπου από χαμό.
Δεν θα ξεχάσω τον "Τρομερό μήνα Αύγουστο" ούτε τις πυρετώδεις συνθήκες που το διάβασα. Τα βιβλία είναι ζωντανά και πορεύονται παράλληλα με τη ζωή μας, διασταυρώνονται κάποτε και την τέμνουν με τέχνη. "...Μόνο ο χρόνος περνά. Βουλώνω τις νεκρές τρύπες του με βιβλία...". Γράφοντας για την ομοούσια, αδιαίρετη και μοναδική αγάπη, ο συγγραφέας ξετυλίγει και το φόντο μιας εποχής που ναι μεν έχει παρέλθει, ωστόσο κρύβει στα ιστορικά της κύτταρα όλα εκείνα να σπέρματα του δικού μας παρόντος σε μια εξέλιξη που πια μάλλον δεν ξαφνιάζει. "... κι η Τράπεζα που ρούφηξε τη ζωή και το αίμα τους, τους  έστειλε τελικά εκεί που τους είδα χτες, τέσσερις κλειδωνιές στο χώμα, εδώ δεν τιμούνε τους νεκρούς, μόνο τους ζωντανούς όσο τους δουλεύουν για ν' αυγατίζουν τα αποθεματικά τους κεφάλαια οι τράπεζες κι οι μεγαλοεπιχειρήσεις, από τους ζωντανούς μόνο για τους σακάτηδες νοιάζονται από κακοχωνεμένο χριστιανισμό... Αμέρικα, Αμέρικα...".




Monday, October 11, 2010

Ευφορία και απόλαυση

Είδα "Τα οπωροφόρα της Αθήνας" του Νίκου Παναγιωτόπουλου, μια ταινία που όταν βγεις έξω από την αίθουσα, πιάνεις τον εαυτό σου να γελάει, να χαμογελάει στο δρόμο. Μια ταινία για την ανθρωπιά των ανθρώπων της Αθήνας. Σου προκαλεί μιαν ευφορία, μιαν ευχάριστη διάθεση, μια ελαφράδα, δύσκολο πράγμα για ταινία. Με τον ίδιο τρόπο είχα απολαύσει πριν λίγα χρόνια και το ομώνυμο βιβλίο του Σωτήρη Δημητρίου στο οποίο βασίστηκε η ταινία.
Να κάτι που αγαπώ στην Τέχνη: το να σε φέρνει κοντά στο ανθρώπινο και στον άνθρωπο, να σε ενώνει με τον κόσμο με έναν καινούριο τρόπο.

***
"Eat, pray, love", η άλλη ταινία που παρακολούθησα. Ένα έργο για την απόλαυση, για να το απολαύσει καταρχάς ο θεατής με την όμορφη φωτογραφία του και για να μας θυμίσει να συγχωρούμε τον εαυτό μας, το πιο δύσκολο. Διαπιστώνω πόσο "ενοχοποιούμε" την απόλαυση, την ελαφρότητα, την απλή ευχαρίστηση στη καθημερινή μας ζωή, πόσο τις εξοστρακίζουμε αφοριστικά ξεκινώντας από το τι ταινίες θα δούμε, μέχρι το τι βιβλία θα διαβάσουμε.

Friday, October 08, 2010

αποδόμηση-ΑΝεργία- αναδόμηση

Στις 3 Ιανουαρίου 2000 έπιασα δουλειά. Για πρώτη φορά. Τη γνωστή δημοσιογραφική δουλειά: δεν ξέρεις αν θα πληρωθείς, πότε, αν θα σε βάλουν στο μισθολόγιο. Είσαι υπό δοκιμή. Καλά, υπό δοκιμή είσαι παντού και πάντα, από το πρώτο δευτερόλεπτο που εκτίθεσαι δημοσίως με το λόγο σου.
Είχα ήδη περάσει προηγουμένως την πρώτη "δοκιμή-δοκιμασία" σε ειδησεογραφικό ραδιόφωνο, ντάλα καλοκαίρι να δουλεύεις από το πρωί μέχρι το βράδυ και μια μέρα του Οκτωβρίου να σε ευχαριστούν για τις υπηρεσίες σου, αλλά δεν έχουν σκοπό να σε πληρώσουν, φεύγεις. Τότε βρέθηκε ένας άνθρωπος, χρόνια μετά απέκτησα το δικαίωμα να λέγομαι συνάδελφός του ίσως, που μου είπε μην πάρω τα κομμάτια μου και φύγω, εννοούσε από τη δημοσιογραφία. Από την Αθήνα. Από το χώρο. Από το όνειρό μου, όπως αποκωδικοποίησα εγώ τη φράση του.
3 Ιανουαρίου λοιπόν 2000. Πριν τέσσερις ημέρες πίστευα ότι είχε έρθει το τέλος του κόσμου που δεν είχα βρει ακόμα δουλειά. Την Πρωτοχρονιά -ναι,δουλεύουν την Πρωτοχρονιά οι δημοσιογράφοι- της νέας χιλιετίας, χτύπησε το τηλέφωνό μου και απέκτησα το νέο μου ρόλο: εργαζόμενη. Σε ένα μήνα με είχαν πληρώσει και μάλιστα πάνω από τη συλλογική σύμβαση για να παραμείνω στη θέση μου. Το πρώτο εξάμηνο της δουλειάς μου δεν έχω μνήμη από τη ζωή μου. Έβγαζα λεφτά και αρκετά για άνθρωπο στα 22 του τότε, αλλά δεν είχα πού να πάω να τα ξοδέψω. Δούλευα από τις 9 το πρωί μέχρι τη 1 τη νύχτα. Ο διευθυντής μου με είχε ρωτήσει με περιέργεια αν σηκώνομαι από τη θέση μου για να πιω νερό και να πάω στην τουαλέτα. Δεν με είχε δει ποτέ. Με αυτόν τον τρόπο απέκτησα εγώ μια ταυτότητα, ένα πλαίσιο του τι άλλο είμαι εγώ. Ένας άνθρωπος που δουλεύει, που έχει δουλέψει πολύ για κάτι και δεν μπορεί να ακούει "όχι", "δεν μπορώ", "δεν γίνεται", "δεν ξέρω". Που έμαθε να ψάχνει και να βρίσκει. Το τι είμαι λοιπόν πια καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την εργασία μου, τη δουλειά μου, το γραφείο μου, τον υπολογιστή μου, το στυλό που κρατάω στα χέρια μου, το συρραπτικό που με κοιτάζει απειλητικά ξαπλωμένο στα χαρτιά μου. Η κάρτα της ΕΣΗΕΑ στην τσάντα μου μεταφράζεται για μένα σε ανυπολόγιστο χρόνο αφιερωμένο στη δουλειά μου και μια ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στον ΕΔΟΕΑΠ, προνομιακή σε σχέση με άλλους ασφαλισμένους, που μου είναι πια απαραίτητη μετά από τόση ταλαιπωρία σωματική, πνευματική και ψυχική.
Προφανώς για πολλούς ανθρώπους- αν όχι για όλους-, ιδίως για τις γυναίκες που αποφάσισαν να έχουν την κυριαρχία του εαυτού τους, η εργασία είναι όχι ένα εξωτερικό κουστούμι που φορούν, αλλά ένας τρόπος να δομήσουν την ίδια τους την προσωπικότητα. Και τη ζωή τους. Τουλάχιστον αυτό είναι για μένα. Την τελευταία διετία πολλοί φίλοι και συνάδελφοι έχουν βρεθεί χωρίς δουλειά. Έχει αποδομηθεί η ζωή τους. Κάποιων αναδομείται, κιόλας, -ίσως και με επιτυχία- από την αρχή. Παντρεύονται, χωρίζουν, φεύγουν για το εξωτερικό, φεύγουν για την ελληνική επαρχία. Αλλάζουν.
Δεν φοβάμαι να αλλάξω, άλλωστε μέσα στην τελευταία δεκαετία έχω υπάρξει πολλοί και διαφορετικοί άνθρωποι μαζί, που ίσως δεν είχα καν φανταστεί. Δεν φοβάμαι την αναδόμηση. Με ενοχλεί όμως η καταναγκαστική αποδόμηση, αυτή που καταργεί την προσωπικότητά σου, αυτή που θέλει να την υποβαθμίσει και να την ευτελίσει. Αυτή που δεν είναι για καλό, αυτή που δεν είναι στο χέρι σου να την γυρίσεις σε θετική εξέλιξη της ζωή σου.