Thursday, December 31, 2009

Monday, December 28, 2009

Soul kitchen


Μια ταινία που τα αξίζει τα αστεράκια της. Μην τη χάσετε. Διασκεδαστική, ψυχαγωγική, με τη φοβερή οπτική του τόσο ταλαντούχου σκηνοθέτη Φατίχ Ακίν που θαυμάζω ήδη από το καταιγιστικό δράμα "Μαζί ποτέ". Μια κωμωδία σφριγηλή που στήνει αυτί στην κουζίνα της ψυχής. Εξαιρετικός ο Άνταμ Μπουσδούκος στο ρόλο του Ζήνου Καζαντζάκη.
Ευχάριστη έκπληξη το σάουντρακ της ταινίας.

Wednesday, December 23, 2009

Καλές γιορτές



κι ας ξεφοβηθούμε λιγάκι τον εαυτόν μας,

γιατί όπως λέει κι ο συγγραφέας,

"αγάπη είναι
όταν βάζεις την αγάπη των άλλων
πάνω από τη δική σου".



Monday, December 21, 2009

'Ενα χεράκι που χωράει όλον τον κόσμο


Είναι η πρώτη χρονιά φέτος που μετά τα παιδικά  μου χρόνια, αποφάσισα να νικήσω τη μελαγχολία των εορτών. Το έκανα με σύστημα. Αν και όσο το Jumbo μετρούσε τις μέρες μέχρι τα Χριστούγεννα, εγώ χλεύαζα και ειρωνευόμουν τις γιορτές, ένα βράδυ στόλισα δέντρο. Και το χάρηκα. Από μόνη μου. Χωρίς να μου το επιβάλλουν οι συνθήκες.

*
Ύστερα, βγήκα νωρίς στους δρόμους, πριν φτάσουν οι απαγορευτικές μέρες και αγόρασα δώρα, πρωτα για μένα και μετά για τους άλλους. Το μεγαλύτερο δώρο που μου έκανα, ήταν να συγχωρήσω τον εαυτόν  μου. Σε ό,τι με ενόχλησε. Και μετά συγχώρησα και μερικούς από τους άλλους. Γύρω μου. Αν και όταν φτάνω στο σημείο να συγχωρώ, έχω ήδη αποχωρήσει, είναι ωραία να φεύγω ανάλαφρη σαν πούπουλο.

*
Είναι η ελαφριά καρδιά που ανοίγει ένα λικεράκι βύσσινο και κεράσι σαν και τούτο που συνοδεύει το παρόν ποστ. Με ελαφρά τη καρδία, λοιπόν, κατάφερα να εγκαθιδρύσω ωραίες σχέσεις φέτος στη ζωή μου. Αυτό είναι το δικό μου βασίλειο. Πολύ ωραίους φίλους. Γοητευτικούς ανθρώπους. Κάποιους τους αποχαιρέτησα, με το δέοντα τρόπο, μελό είμαι το παράκανα, άλλους τους χάρηκα να τους βλέπω να ανοίγουν δρόμους καινούριους, ελεύθερους ορίζοντες στη ζωή τους, σαν τη Γ. και τη Χ. που βρήκαν το θάρρος και ξεφοβήθηκαν λίγο τον εαυτόν τους. Είμαι περήφανη γι' αυτές.

*


Κι όσο αλάφραινα εγώ τόσο αγρίευαν οι άλλοι. Στο δρόμο οι ζητιάνοι πλήθυναν ασύλληπτα. Είδα το πρόσωπο της γυναίκας που επαιτούσε με μαύρα ρούχα σκυμμένη στα γόνατα, χωρίς να κοιτάζει ποτέ τους περαστικούς. Σκληρό πρόσωπο. Είδα το πρόσωπο της βρώμικης πόλης. Σκουπίδια παντού. Χωρίς έλεος οι κάτοικοί της ασελγούν εις βάρος τους. Σκισμένες σακούλες που θα έπρεπε να είχαν όλοι κρατήσει στο μπαλκόνι τους, αλλά τελικά τις πέταξαν στα ίδια τους τα μούτρα. Αδίστακτα. Στο δρόμο δυο μεθυσμένοι κατρακυλούν στα βήματα τους. Πιο πέρα ένα παζάρι φρικτό στον Άγιο Νικόλαο, κάθε Σάββατο μεσημέρι που φτάνει μέχρι το βράδυ. Ήθελα να βγουν όλοι από τα γυαλιστέρα τους τζιπ με τα φιμέ τζάμια και να έρθουν μια βόλτα στο παζάρι, με τα άπλυτα μωρά με τα γυμνά πόδια που μπουσουλάνε στη μέση του δρόμου.
 *



Πιο πέρα, από την  τραβηγμένη κουρτίνα-σεντόνι του υπογείου, ξεπροβάλλει ένα σπίτι ντυμένο στα χαλιά, χωρίς έπιπλα, μόνο ό,τι έχει μαζευτεί από τα σκουπίδια κι ένα ψυγείο σκουριασμένο. Ντράπηκα που κοίταξα. Η γύμνια η δική μου απέναντι στους άλλους. Εγώ θα είμαι στο χωριό, στο ζεστό μου σπίτι, αγκαλιά με τους αγαπημένους μου, τρώγοντας γλυκό ψωμί, κι εκείνοι θα είναι μόνοι αφημένοι εδώ. Τα σκουπίδια μου είναι η ζωή τους. Χωρίς μελό εδώ. Σκέτη αλήθεια. Για όποιον θέλει να την αντικρύζει. Για όποιον. Οι άλλοι, ας μείνουν στα γυαλιστερά τους πάρτι, με τα απαστράπτοντα χαμόγελα και τα κενά βλέμμματα. Εγώ θα χαμογελάω με το μικρούλι που συντροφεύει το μπαμπά του στο δρόμο και ξέρει ότι δεν θα ζητήσει τίποτα για δώρο, γιατί αυτό είναι το δώρο του για τον μπαμπά του.
Ενα χεράκι που χωράει όλον τον κόσμο.

*

Εγώ το ήξερα ότι δεν υπάρχει ο Άγιος Βασίλης και το βαθύ προτοκαλί αυτοκινητάκι που θυμάμαι ως πρώτο χριστουγεννιάτικο δώρο μου το έφεραν ο μπαμπάς και ο παππούς από το Ναύπλιο, αλλά κάθε χρόνο τον συναντάω το γέροντα, με τα λευκά μαλλιά, τα μακριά γένια και το πνεύμα του που λάμπει λοξά στα μάτια του. Κάθε χρόνο τον συναντάω. Στο δρόμο. Μου κλείνει το μάτι η στιγμή κι αυτό είναι το πνεύμα των Χριστουγένων. Αυτό. Σκέτο. Και φέτος τον είδα. Μου έκλεισε το μάτι η αλήθεια και το παραμύθι έλαμψε πιο φλογερό κι από τη χρυσόσκονη όλου του κόσμου. Έσερνε ένα σάκο σκουπίδια. Και κοιμόταν έξω τη νύχτα. Δίπλα σε ένα πάρκο. Έξω από μια τράπεζα. Με μια κουβέρτα. Και χαμογελούσε με χαλασμένα δόντια. Και τα μάτια του άστραφταν, λυπημένα, όσο το σαξόφωνο της πόλης έπαιζε το σκοπό του κι έπαιρνε τη θλίψη και την έκανε να αιωρείται ψηλά, μελωδία. Τάχα μου χριστουγέννιατικη μελαγχολία.



Tuesday, December 15, 2009

"πού ΄ναι τα φτερά;"


Μια αφήγηση που θέτει ως καταληκτική ημερομηνία τον Ιανουάριο του 1974. Ας θυμηθεί όποιος έζησε εκείνα τα χρόνια, την ατμόσφαιρά τους κι όποιος δεν υπήρχε, ας ονειρευτεί το παρελθόν με τα δικά του φτερά.
Προσπαθώ να θυμηθώ τον αναβρασμό που κυρίευε τις καρδιές εκείνον τον καιρό και αισθάνομαι ότι η δημιουργός έκλεινε τους λογαριασμούς του παρελθόντος μέσω του λογοτεχνικού κώδικα. Τακτοποιούσε με τη μυθοπλασία έναν κόσμο που περνούσε στο μετά της Μεταπολίτευσης.
Ένας μονόλογος ενός μικρού κοριτσιού που διαθέτει το πείσμα και τα κότσια να περιγράψει τον κόσμο του '50 μέσα από τα μάτια του. Θα μπορούσε να είναι αυτοβιογραφικό το έργο, όπως γράφει η Μάρω Δούκα στο εσώφυλλο της αναθεωρημένης έκδοσης του βιβλίου της "πού 'ναι τα φτερά" που επανακυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη. Ποιο έργο δεν είναι αυτοβιογραφικό για τον εμπνευστή του, από τη στιγμή που ακόμη κι αν δεν περιγράφει τη ζωή του, αποκαλύπτει για κείνον μύχιες πλευρές του εαυτού του; Που ίσως δεν θα ανακάλυπτε και ο ίδιος για τον εαυτό του αν δεν επιχειρούσε να γράψει το εκάστοτε βιβλίο...
Ζωντανή λογοτεχνία, με ειλικρίνεια, ρυθμό και πάθος. Μια νουβέλα που λάμπει με τη γεμάτη χυμούς γλώσσα και την εμμονή αυτού του κοριτσιού να λέει αλήθεια, τη δική του αλήθεια.

*


Θαυμάζω τη λογοτεχνία της Μάρως Δούκα, όπως θαυμάζω τη λογοτεχνία του Σωτήρη Δημητρίου. Απερίφραστα. Όπως γράφουν κι εκείνοι. Και οι δυο τους έχουν έρθει από την επαρχία στην Αθήνα και στα βιβλία τους έχουν ζωντανέψει το δικό τους κόσμο που συγγενεύει με το δικό μου κόσμο. Των ανθρώπων. Και της επαρχίας της δικής μου. Ίσως γι' αυτό να αγαπώ  τα βιβλία τους λίγο παραπάνω. Γιατί καταλαβαίνω λίγα παραπάνω απ' αυτά που  λένε και γι' αυτή την κοφτερή τους ματιά που δεν φοβάται να πει για τον εαυτόν της ότι είναι λοξή.
Στη συλλογή διηγημάτων του Σωτήρη Δημητρίου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη με τον τίτλο "Τα ζύγια του προσώπου", ο αναγνώστης βρίσκει αυτό που περιμένει: τον παιγνιώδη,  άφοβα περιπαικτικό, ευρηματικό διηγηματογράφο. Που δεν φοβάται να τραβάει το χαλάκι κάτω από τα πόδια του αναγνώστη του. "...δεν γίνεται να έχουμε αντανακλαστικά και στην ζωή και στην τέχνη...". Κάποιες ιστορίες του είναι σπαρακτικές. Σε άλλες, "λέει" με τον πιο φυσικό τρόπο τη μεγαλύτερη αγριότητα.
Απόλαυσα το διήγημα με τον τίτλο "Τέσπα", που χρησιμοποιεί την εμπειρία της διόρθωσης  και της επιμέλειας των βιβλίων του για να δώσει λίγη παράταση ζωής ακόμα σε μια λέξη. Ας τη βοηθήσουμε λοιπόν: Τέσπα.
Εκείνο που με εντυπωσιάζει στη γραφή και των δύο δημιουργών είναι τα δικά τους, ολόδικά τους φτερά που παίρνουν τον αναγνώστη επάνω τους και τον ταξιδεύουν μέχρι την ψυχή του. Τον βαραίνουν με αλήθεια και τον αλαφρώνουν πάλι χάρη σ' αυτή. Δαίδαλοι και Ίκαροι. Γιατί τι είναι η λογοτεχνία; Ένα πέταγμα μέχρι τον καυτό ήλιο δεν είναι ή μέχρι ένα σκοτεινό φεγγάρι; Μια τέχνη να ξεγελάσουμε για λίγο τη ματαιότητα, κομψά και με πείσμα.



Thursday, December 10, 2009

Δρόμοι (updated)


Είναι από τους δρόμους που χαίρεσαι να περπατάς.
Είναι δρόμοι που διασταυρώνεσαι
που συναντάς άλλους ανθρώπους.
Ωραίους ανθρώπους.
Που επιλέγουν τη ζωή.
Και για τους άλλους.
Αν είναι ωραία
στο Μπαζάρ
-που είναι πολύ ωραία-
είναι χάρη στους ανθρώπους του.
Στη ζεστασιά, τη μεγάλη αγκαλιά που ανοίγουν
και κλείνουν μέσα της όσους το χρειάζονται.
Ποιος από μας δεν το χρειάζεται;



*****Προλάβαμε να πάρουμε γλυκό καρυδάκι και μελιτζανάκι, μαρμελάδα φράουλα με πιπέρι  και κανέλλα, λικέρ κεράσι και βύσσινο, ρακόμελο, λικέρ τριαντάφυλλο, πανέμορφα σκουλαρίκια και τέλειο βαζάκι για τα κουμπιά μας με καρφιτσερό, παρακαλώ, στην κορυφή του. Εκείνο που με βασανίζει είναι το ποιος έφτιαξε εκείνα τα θεϊκά μπισκοτάκια  βουτύρου αρωματισμένα με φασκόμηλο... Τα ανοίξαμε στο δρόμο και νομίζω ότι κάπως έτσι είναι η γεύση της ζωής...






Monday, December 07, 2009

Η λογοτεχνία των επιζώντων

Διάβαζα για την πώληση της γραφομηχανής του Cormac McCarthy και σκέφτηκα ότι υπάρχει στην Ελλάδα ένας συγγραφέας που μοιάζει να έχει φτιαχτεί από το ίδιο λογοτεχνικό ορυκτό με κείνον στην άλλη άκρη του Ατλαντικού. Μιλάω για τον Κυριάκο Αθανασιάδη, όπως τον γνωρίζει ο αναγνώστης του μέσα από τις ιστορίες που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις δήγμα με τον τίτλο "Κακορραφίες-Το Έπος". Πρόκειται για μια λογοτεχνία που σημαίνει επιβίωση. Που γράφεται, λες, γι' αυτό. Ο συγγραφέας συλλαμβάνει την πραγματικότητα μέσα από το αρνητικό της. Αρχέγονες σκιές που αναδύονται από το επικίνδυνο μεταίχμιο ασυνείδητου-συνειδητού. Νομίζεις ότι ξυπνάς από έναν εφιάλτη και εκεί στο ανάμεσο του ονείρου -που μαστίζεται από το κακό- και της αφύπνισης, είναι σαν να μετράς τις επικές διαστάσεις του κακού, αφού πια δεν μπορούν να σε καταπιούν, γιατί έχεις σκοπό να ξυπνήσεις.

*
 Όσο σκοτεινά είναι τα κείμενα του Αθανασιάδη, τόσο λάμπει η λογοτεχνία του. "...Ήξερα πως το κλειδί μου δε θ' άνοιγε ποτέ πια αυτή την πόρτα -αυτή την κλειδωμένη πόρτα- κι ατένισα τον ουρανό. Ω, τι μαύρο, τι εβένινο μεγαλείο!...". Απευθύνεται ο συγγραφέας σε ένα αδιερεύνητο ψυχικό σύμπαν που συστέλλεται και διαστέλλεται με έναν και μοναδικό καταλύτη: το κακό. "...Το κακό ξέρει πάντοντε τα πάντα...". Κι εκεί στην απόκοσμη ατμόσφαιρα των ηρώων του, στην παράνοια, το φόβο τους, στην ασφυξία και τον εγκλωβισμό τους που έρχεται και σε πλακώνει στο στήθος, που σου στερεί την ανάσα, που σε καταλαμβάνει η δική τους αγωνία, είναι σαν να πετυχαίνει ο δημιουργός να επανασυγκολλήσει με έναν αλλόκοτο τρόπο τα σκοτεινά νήματα του ίδιου σου του μυαλού. "...χρειάζομαι γιατρό ή μάγο για ν' απαλλαγώ από το πρόσωπό μου;...". Δεν ξέρω πώς μπορεί και αντικρίζει αυτές τις αβύσσους του ανθρωπίνου μυαλού ο Αθανασιάδης και τις κάνει μαζί και μια πυκνή, συνεκτική και περιεκτική λογοτεχνική αφήγηση που ακροβατεί στα ίδια σχοινιά με τους δολοφόνους και τα θύματα των ιστοριών του. Το ενδιαφέρον αυτής της έκδοσης των ιστοριών του είναι ότι, ενώ είναι σκόρπιες και γραμμένες μέσα σε μια εικοσαετία σε διάφορες γραφομηχανές  -νοικιασμένες και δικές του- και στο χέρι και σε υπολογιστή, κάποιες έχουν εκδοθεί πάλι αλλού, συγκροτούν ένα τόσο αρραγές σύνολο. Σπουδαία γραφή που ταράζει κι ας μην έχει αυναίσθηση του τι έχει φτιάξει ο ίδιος της ο δημιουργός, όπως προκύπτει από το σημείωμά του στο βιβλίο.

*
"...Ήθελε στις σελίδες που έγραφε τ' απογεύματα να τρέχει αίμα, και να κυλάνε δάκρυα από απόγνωση, λύτρωση κι αυτό έμοιαζε να είναι παραδοχή...". Στις ιστορίες του τον Αθανασιάδη τον απασχολεί και η γραφή από μόνη της, ως πράξη ελευθερίας θα έλεγα εγώ. Εκείνος αφήνει να υπονοηθεί  ότι πρόκειται για μια δράση υπέρτατης σκλαβιάς και ματαιότητας. Το κείμενό του με τίτλο "Σήματα λυγρά" είναι μία ιστορία που αγάπησα και αισθάνομαι ότι δικαιώνει με την ομορφιά της την ίδια τη λογοτεχνία. "...η ευτυχία θέλει μια ικανή δόση δυστυχίας για να ευδοκιμήσει στην καρδιά σου...".


Thursday, December 03, 2009

Συμβιβασμοί


Έχω ένα μεγάλο κακό, ένα πολύ μεγάλο κακό: μόλις συναντήσω έναν άνθρωπο, αλλά να τον συναντήσω πραγματικά, λέμε, μόλις τον καταλάβω, τον αγαπήσω, τον πιστέψω γι' αυτό που είναι, βλέπω να απλώνονται μπροστά του οι καλύτερες πλευρές, οι μεγάλες δυνατότητες αυτού που είναι και μέχρι ένα σημείο κι εκείνος για να μην με απογοητεύσει με αφήνει να πιστέψω ότι θα τους ακολουθήσει αυτούς τους ορίζοντες. Πρώτος συμβιβασμός.
*
Το να επιδιώξει δηλαδή την καλύτερη εκδοχή του εαυτού του. Δεν με ενδιαφέρει να πετύχει, με ενδιαφέρει να μείνει πιστός στον εαυτόν του. Ποιος είναι όμως ο εαυτός του; Αυτός που ήταν πριν τον δω εγώ με τα δικά μου μάτια ή αυτός που είδα τελικά εγώ; Επιτυχία ή ευτυχία; Γιατί συνδεόνται αυτά τα δύο; Επί και ευ, αποθεμένα στην τύχη.
*
Πολύ μεγάλες απαιτήσεις, όμως. Πολύ μεγάλες. "Δεν είσαι κι εσύ εύκολος άνθρωπος, Σταυρούλα", λέει η φίλη μου η Δ. Κι έρχεται η ώρα που ο άλλος αποφασίζει να γυρίσει πίσω. Γιατί δεν μπορεί άλλο να υπηρετήσει το ψεματάκι που ξεκίνησε για μια στάλα αποδοχή. Λογικό, ανθρώπινο. Μακριά από τις προσδοκίες που με έχει κάνει να πιστέψω ότι ήταν δικές του, γιατί προφανώς δεν ήταν. Δικές μου ήταν και δεν είχα το δικαίωμα, βέβαια. Και τότε κανονικά εγώ θα έπρεπε να κάνω το δικό μου συμβιβασμό, το δεύτερο στη σειρά, για να μείνει ένα συν από τη συνάντησή μας. Αλλά εγώ αρνούμαι να τον κάνω τον συμβιβασμούλη που φαίνεται αρχικά ότι δεν μου κοστίζει και πολύ να τον κάνω, μάλλον μου κοστίζει περισσότερο να μην τον κάνω. Και το συν γίνεται ένα ωραιότατο, μονό και μόνο του, πλην. Από τη συνάντηση αποσύρω το συν, που κανονικά θα έπρεπε να το προσθέσω σε ένα συμβιβασμό.
*
Μα, γιατί ρε παιδάκι μου; Πρέπει να είναι ωραίοι οι συμβιβασμοί, πρέπει να είναι πολύ ωραίο πράγμα. Τόσοι καταφέρνουν και τους κάνουν, τόσοι τους απολαμβάνουν, εσύ γιατί λυσσάς να μην βάλεις το συν στο συμβιβασμό; Και καταλήγεις σε ένα υπό του υποβιβασμού μέσα σου του άλλου;
*
Γιατί δεν μπορώ να ζούμε φοβισμένοι από τον ίδιο μας τον εαυτό, γιατί, όπως γράφει ο Γεώργιος Χοιροβοσκός, κι εγώ το αντιστρέφω, δεν "πρέπει να ζήσουμε αναγκεμένοι". Ανάγκη είναι και η αγάπη και η αναγνώριση και η αποδοχή, αλλά, ρε γαμώτο, είναι αγάπη και αναγνώριση και αποδοχή πραγματική, άμα έχουν γίνει με συμβιβασμούς; Είναι;
Κι είναι τόσο μικρή αυτή η ζωή για να είναι πνιγμένη στους συμβιβασμούς. Είναι τόσο μικρή κι εσύ δεν κάνεις τίποτα άλλο από το να προσθέτεις συν  στους συμβιβασμούς σου κι εγώ λυπάμαι,  σωρεύοντας τα δικά μου πλην που γιγαντώνονται σε συν τεράστια, στρέμματα σταυροί, φτιαγμένοι από άπειρα πλην, μονά και μόνα τους.





Tuesday, December 01, 2009

Διαγώνια


η πόλη. Αναζητώντας το καλύτερο μοχίτο. Μόλις έχει βραδιάσει. Μετά βίας. Ένα νεαρό ζευγάρι με ρούχα καθημερινά, πολύ όμορφο ζευγάρι, απλώνει κεράκια σε κύκλο γύρω του. Περνάς φευγαλέα, με απορία τους απομονώνει  η άκρη του ματιού σου. Την επόμενη στιγμή, είναι ντυμένοι με μαύρο κοστούμι αυτός, με φλογερό κατακόκκινο φόρεμα με σκίσιμο στο πλάι εκείνη και χορεύουν tango. Παθιασμένο. Μέσα στον κύκλο τους. Οι απέξω θα παραμείνουν απέξω.

 *
Μεσημέρι. Η μικρή επαναλαμβάνει από το χαμηλό της μπαλκόνι, "Oh, my God!" χωρίς σταματημό. Στο φωνάζει, λες, για να γυρίσεις να την κοιτάξεις. Δεν θα γυρίσεις. Δεν γυρίζεις ποτέ, ακόμη κι αν ακούς το όνομά σου στο δρόμο. Κυρίως όταν ακούς το όνομά σου. Στο δρόμο.

Μια γυναίκα-τρόπαιο στα άδυτα της ανδρικής πολεμικής ψυχής


«…Θυμάμαι τα λόγια του Αινεία όπως και τα λόγια του ποιητή. Θυμάμαι την κάθε λέξη, γιατί αυτές είναι το ύφασμα της ζωής μου, το στημόνι με το οποίο έχω υφανθεί. Όλη μου η ζωή μετά τον θάνατο του Αινεία μοιάζει, θαρρείς, με υφαντό που το τράβηξαν βίαια από τον αργαλειό μισοτελειωμένο, ένα άμορφο κουβάρι από κλωστές που δεν έχει καμία χρήση –αλλά δεν είναι έτσι. Γιατί το μυαλό μου επιστρέφει πάντα στην αρχή, όπως η σαΐτα, βρίσκει το σχέδιο, το συνεχίζει. Ήμουν γνέστρα όχι υφάντρα, αλλά έμαθα να υφαίνω…»


Ανάμεσα σε σακατεμένα πρόσωπα, αγριεμένα μυαλά από τον πόλεμο, κορμιά διαμελισμένα, ψυχές διασαλευμένες, η συγγραφέας Ούρσουλα Κρέμπερ Λε Γκεν επιλέγει να τοποθετήσει μια γυναικεία φιγούρα να ξεπροβάλλει, στο ομώνυμο μυθιστόρημά της με τίτλο «Λαβίνια» που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Τόπος σε μετάφραση της Μαρίνας Τουλγαρίδου. Η Λαβίνια είναι μια γυναίκα-τρόπαιο στην κυριολεξία. Κόρη του βασιλιά, την διεκδικούν μνηστήρες που επιβουλεύονται την επικράτεια του βασιλείου του. Η ζωή της συνδέεται άρρηκτα με την εύθραυστη διατήρηση της ειρήνης ή το ξέσπασμα ενός πολέμου με αφορμή την επιλογή συζύγου της. Η ζωή της είναι μια πολιτική πράξη. Σε κάθε της έκφανση.


Η Λαβίνια είναι ο χαρακτήρας εκείνος που κατέχει στο έπος της Αινειάδας του Βιργιλίου μια θέση που σύμφωνα με την Ούρσουλα Κρέμπερ Λε Γκεν δεν της αρκεί, δεν της αρμόζει, δεν καλύπτει το εύρος της προσωπικότητάς της, της εμβέλειάς της στα ιστορικά –ή μυθικά μέχρι ενός σημείου- γεγονότα. Η κόρη του βασιλιά, λοιπόν, έχει το χάρισμα να ακούει τη φωνή του Αινεία μέσα από το ποίημα του Βιργιλίου, ξέρει το μέλλον της, δεν μπορεί να το αποφύγει, αλλά είναι εκεί ως αυτόπτης μάρτυρας να καταγράψει την αλήθεια, όπως τη διακρίνει εκείνη. Μέσα από τα δικά της μάτια δικαιώνονται ή απαξιώνονται άρχοντες. «…δεν είναι ο θάνατος που μας επιτρέπει να καταλαβαινόμαστε, αλλά η ποίηση…».


Ως αγαπημένη κόρη του πατέρα της και αποδιωγμένη από την τρέλα της μάνας της, από νωρίς η Λαβίνια συνειδητοποιεί την κρισιμότητα του ρόλου της, των επιλογών της, ακόμη και στην καθημερινότητά της. Δεν είναι μια πριγκιποπούλα που την απασχολούν μόνο τα πέπλα της, τα τυπικά καθήκοντά της και η λατρεία των θεών. Στο μυαλό της δουλεύεται το πεπρωμένο που αναγκάζεται να πάρει στα χέρια της. Ο χρησμός που τη θέλει να παντρεύεται έναν ξένο, τον Αινεία που καταφθάνει αποδεκατισμένος στη σημερινή ιταλική χερσόνησο, επαληθεύεται. «…"Αυτό που επιφυλάσσει το μέλλον είναι κυρίως πόλεμος λοιπόν", λέω, ψάχνοντας να ξεχωρίσω κάποιες σκηνές που να μην είναι πολεμικές, κάποιον δίχως περικεφαλαία. Βλέπω μαζικούς βιασμούς, γυναίκες να στριγγλίζουν και να αντιστέκονται καθώς τις σέρνουν πολεμιστές. Βλέπω μεγάλα, πανέμορφα πλοία, με σειρές κουπιά στις πλευρές τους, όλα να πολεμούν και μερικά να καίγονται. Φωτιά και καπνός υψώνονται πάνω από το νερό…». Η συγγραφέας με υποδειγματική οικονομία ξεδιπλώνει την ψυχοσύνθεση της ηρωίδας της μέσα από τις πολεμικές ιαχές που σφραγίζουν την πορεία της. «…Δίχως πόλεμο δεν υπάρχουν ήρωες…». Η Λε Γκεν αντιπαραβάλλει την ήρεμη καθημερινή ζωή με τις συγκρούσεις που δεν αποφέρουν τίποτα άλλο παρά μόνο θύματα. «…Από όλους τους θεούς, φοβάμαι περισσότερο εκείνον που ξεπερνά τα όρια, εκείνον που βάζει το κριάρι απέναντι στην προβατίνα, και τον ταύρο απέναντι στη δαμάλα, κι οπλίζει το χέρι του χωρικού με το σπαθί, τον Άρη…».


Φτιάχνει το ψυχογράφημα ενός σπάνια δυνατού ανθρώπου. «…Οι αδύναμοι είναι άσπλαχνοι…». Μιας γυναίκας ώριμης, σοφής, συμπονετικής που ανακαλύπτει όλες τις εκδοχές του εαυτού της μέσα από τις δυσκολίες που συναντά στον κόσμο εκείνο που κυβερνούν άντρες. «…Είμαστε όλοι γεννήματα των περιστάσεων…». Άντρες φτιαγμένοι από το υλικό εκείνο που η ίδια η κοινωνία της εποχής τούς κληροδότησε για να εξασφαλίσει την επιβίωσή της: τη σκληρότητα, τη ροπή προς την σύρραξη ως μοναδική διέξοδο στα προβλήματα. «…Το να θαυμάζεις τον άνδρα που σκότωσες είναι, άραγε, εκδήλωση αυτοθαυμασμού;…».
«…Ήμουν γυναίκα, επομένως δεν έπρεπε ποτέ να με εμπιστευτεί, ποτέ δεν υποτάχθηκα. Ήμουν άξια περιφρόνησης ή καθυπόταξης…». Η Λαβίνια αν και ξέρει ότι ο γάμος ήταν το καθήκον και το πεπρωμένο της, αν και γνωρίζει ότι την «τάζουν ως μέρος συμφωνίας, ως ανταλλάξιμο αντικείμενο, όπως ένα κύπελλο ή ένα κομμάτι ύφασμα», μια μέγιστη προσβολή σε ανθρώπινη ψυχή, εκείνη κατορθώνει να διαφοροποιήσει τον εαυτόν της. Να ερωτευτεί σφοδρά τον Αινεία, εκείνον που οραματιζόταν πριν ακόμα εκείνος εμφανιστεί μπροστά της και να αντιτεθεί στη βούληση των μνηστήρων, της μητέρας της, ακόμη και του ίδιου του χειραγωγημένου λαού της. Λειτουργεί, βέβαια, προς όφελος αυτού του λαού. Αναδεικνύεται σε ένα πολιτικό ον που θα το ζηλεύαμε σήμερα να υπάρχει. «…Ο αγγελιαφόρος δεν παύει να είναι υποχρεωμένος να μιλήσει, ο βασιλιάς να ακούσει, η κόρη του βασιλιά να ακολουθήσει το πεπρωμένο της…». Η Λε Γκεν βρίσκεται σε ένα συνεχή διάλογο με την Αινειάδα, χωρίς να χάνει τη λεπτότητα, την απλότητα και κομψότητα στη γραφή της. Διαλέγεται μέσω της ποίησης, αλλά ακολουθώντας τα μονοπάτια του πεζού λόγου. Είναι τα διλήμματα της πρωταγωνίστριάς της, η αδιάλειπτη αμφιβολία της για όλα, που υπαγορεύουν στο κείμενο να είναι ένα μυθιστόρημα το οποίο κάνει τον αναγνώστη να σκεφτεί για τη διαφορετικότητα ανάμεσα στην ανδρική και τη γυναικεία ψυχολογία που αποτυπώνεται ανάγλυφα στη θεώρηση του κόσμου, όπως προκύπτει στο πέρας της Ιστορίας.