Monday, November 30, 2009

"Τα χρόνια της αθωότητας"

Η ταινία είναι μία από τις αγαπημένες μου, αξεπέραστη.
Με ερμηνείες αξέχαστες και από τη Μισέλ Φάιφερ και το Ντάνιελ Ντέι Λιούις.


Sunday, November 29, 2009

"Fish tank"


Μια ταινία πραγματικά σκληρή για το πέρασμα από την ήδη σκληρή παιδικότητα -για κείνους που δεν καταφέρνουν να την ζήσουν κανονικά- σε μια ακόμη πιο δύσκολη ενήλικη ζωή. "Fish tank".
Η σκηνοθεσία σε κάνει να ακολουθείς με λαχανιασμένη ανάσα τις αγωνίες της 15χρονης Μία. Η τρυφερότητα κερδισμένη και αναδυόμενη μέσα από τη δυσκολία, το ψέμα, τη φτήνια, την προδοσία, το κακό, εκμαιεύει τη συγκίνηση του θεατή.
Οι αμήχανες στιγμές της ταινίας είναι "ανάσες" από το ήδη συσσωρευμένο δράμα.
Η μουσική του δρόμου βρίσκει την έκφρασή της στην ψυχολογία της κοπελίτσας ηρωίδας, με τη δυνατή ερμηνεία της ηθοποιού. Φεύγεις λυτρωμένος στο τέλος, αν και η οδύσσεια τώρα ξεκινά. Αλλά η ζωή δεν είναι από μόνη της λύτρωση;

Wednesday, November 25, 2009

"Whatever works"

Την Κυριακή, πήγα με παρέα σινεμά. Διάλεξα εγώ ταινία (τι πρωτότυπο!). Είπα κάτι ανάλαφρο, βρε παιδί μου. Είχα δει και το τρέιλερ από τα "Προσεχώς" και ήθελα να δω την τελευταία κωμωδία του Γούντι Άλεν.
Και ξεκίνησε η ταινία. "Βαριέμαι και να βαρεθώ με αυτή την ταινία", ξεστόμισε η παρέα μου. Εγώ ενθάρρυνα ("Κι αν σου κάτσει;"), από δίπλα με καλοσύνες και χαμόγελα ότι είναι ωραία. Δεν έπεσα έξω. Στο διάλειμμα με ευγνωμονούσε που διάλεξα αυτή την ταινία. Μόλις βγήκαμε έξω στο τέλος, γελούσαμε για ώρα μόνοι μας στο δρόμο. Το συμπυκνωμένο χιούμορ του Γούντι μας ταίριαζε γάντι. Τελικά μας έκατσε καλά.


Tuesday, November 24, 2009

Ρετρό




Με τέτοια ποπ πού να είχαν στρες οι άνθρωποι το '60... Μετά από ένα σέικ, τι άγχος να σου έμενε;

Οι χωρίς τέλος πληγές του εμφύλιου πολέμου


(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 21/11/2009)
 

 «…Ο θάνατος, η φτώχεια, η βαναυσότητα είχαν περάσει από μπροστά μου ως ατυχήματα της πραγματικότητας, επεισόδια περαστικά και ξένα προς εμένα, τα οποία έπρεπε να ξεπεράσω το γρηγορότερο δυνατόν. Αντίθετα τώρα έμοιαζαν με ένα αγαθό που μόλις μου είχε αποκαλυφθεί…»






Ένας επιτυχημένος δικηγόρος. Με οικογένεια. Γυναίκα, παιδιά. Μια ευτυχία ερήμην του βασισμένη πάνω στα συντρίμμια της ζωής άλλων πληγωμένων, κατεστραμμένων για πάντα ανθρώπων. Την αταραξία της καθημερινότητάς του υπονομεύει η κρυμμένη αλήθεια των πραγμάτων, η καταχωνιασμένη στα βάθη του παρελθόντος του. Οι αμαρτίες του πατέρα του.
Και ο εμφύλιος πόλεμος που κατέφαγε την πατρίδα του, το Περού, από το 1980 έως το 1992, μετατοπίζεται στην ψυχή του. Ο Αντριάν Ορμάτσε, ο ήρωας του μυθιστορήματος με τίτλο «Η γαλάζια ώρα», που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, στα χέρια του συγγραφέα Αλόνσο Κουέτο γίνεται το εξιλαστήριο θύμα μιας ολόκληρης εποχής. Στο πρόσωπο του Αντριάν και τη δική του ιστορία –αληθινή ιστορία- ο δημιουργός αποτυπώνει όλη εκείνη τη φρίκη του πολέμου στις ζωές των απλών ανθρώπων που επέζησαν καταρρακωμένοι. Ο συγγραφέας ξύνει τις πληγές για να αναθερμάνει τη μνήμη. Να μην ξεχαστεί ο όλεθρος.



Ο Αντριάν, λοιπόν, μόλις πεθαίνει η μητέρα του, η γυναίκα που τον μεγάλωσε και της χρωστάει όλη του την ανατροφή, αφού ο στρατιωτικός πατέρας ήταν απών και χωρισμένος με τη μητέρα του, έρχεται αντιμέτωπος με την αποκάλυψη ενός οδυνηρού μυστικού. Η καλογυαλισμένη ζωή του ραγίζει ξαφνικά. «…Η επιτυχία μου ήταν σαν υπνωτικό χάπι. Θα έπρεπε αυτή η κατάσταση να συνεχιστεί έτσι για πάντα. Τα απαστράπτοντα κουστούμια μού τόνωναν την αυτοεκτίμηση στις συναναστροφές μου με τον κόσμο…». Μένει μετέωρος ανάμεσα στο κακό που έχει μπολιάσει τη ζωή του, χωρίς καν ο ίδιος να το υποψιάζεται. Ένα σημείωμα της νεκρής του πια μητέρας που δεν τακτοποιήθηκε από το θάνατο στη λήθη, συμπαρασύρει για τον ίδιο ένα ορυμαγδό εξελίξεων.
Μαθαίνει ότι ο πατέρας του, όταν ήταν διοικητής στρατοπέδου, υπήρξε κύριος υπεύθυνος για εκτελέσεις ανθρώπων, για βιασμούς γυναικών και κάθε είδους αποτρόπαια βασανιστήρια. Η σχεδόν τριανταφυλλένια ζωή του Ορμάτσε αποκτά τις ρωγμές που δεν είχε τολμήσει ο ίδιος να φανταστεί ότι κρύβονταν πίσω από το χωρισμό των γονιών του, όταν ήταν πολύ μικρός, την αφοσίωση της μητέρας του στους γιους της και τη φυσική απομάκρυνση του πατέρα του. «…Το πρόσωπο του πατέρα μου, έτσι όπως το είχαν αναπλάσει στη μνήμη μου από τις λίγες φορές που τον είχα δει, ήταν ένα πετρώδες έδαφος το οποίο δύσκολα μπορούσε κανείς να φανταστεί ότι το είχαν αγγίξει κάποτε τα λεπτεπίλεπτα δάχτυλα της μαμάς…». Οι γεννήτορές του για ολόκληρη τη ζωή τους θα τον κρατήσουν μακριά από το κακό και τη γνώση του, αλλά όχι για πάντα. Και τότε το οικοδόμημα της τακτοποιημένης του ζωής δεν είναι ικανό να τον συγκρατήσει ως δίχτυ ασφαλείας την ώρα της συντριβής του. Η αγάπη της γυναίκας και των δύο λατρεμένων του κοριτσιών δεν του φτάνει για να εξιλεωθεί από τη δυστυχία που έχει προκαλέσει ο πατέρας του. «άραγε ποιος συνέρχεται από οτιδήποτε στη ζωή;».



Αναπόφευκτα θα βουτήξει και ο ίδιος μέσα στο κακό, ακολουθώντας τα ίχνη του πατέρα του και θα αντικρίσει τη φρίκη και το θάνατο με τα ίδια του τα μάτια. Ερωτεύεται τη γυναίκα που ο ίδιος του ο πατέρας είχε βιάσει, είχε ερωτευτεί και εκείνη το είχε σκάσει από το στρατόπεδο, ξεγελώντας τον. «…Τα μάτια της με κοίταζαν από μέσα μου…». Εκείνο που δεν κατάφερε η ταλαιπωρημένη αυτή γυναίκα, η Μίριαμ, ήταν να δραπετεύσει από το κακό που τη σημάδεψε. Ο λυτρωμός της έρχεται με το θάνατο. Η αυτοχειρία είναι ο μόνος τρόπος να ξεφύγει από τους εφιάλτες του εμφύλιου πολέμου που εξολόθρευσε την οικογένειά της, εξαφάνισε την αθωότητά της και το κουράγιο της να θέλει να ζει.
Ο Αλόνσο Κουέτο έχει γράψει ένα δυνατό μυθιστόρημα, έντονο, με ξεκάθαρο και στέρεο ύφος. «…Το μέτρο έχει κι αυτό τις υπερβολές του…». Τολμάει να αγγίξει ένα τόσο δύσκολο θέμα. Ξετυλίγει την ιστορία του με εξαιρετικό τρόπο, κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη και ποντάροντας στο ισχυρό χαρτί της ίδια της πραγματικότητας: την ανατροπή. Ο συγγραφέας κατορθώνει να μεταδώσει στον αναγνώστη τα ψυχικά φορτία του κεντρικού του ήρωα. Εκείνο που αποθεώνεται στο τέλος, είναι η ανθρωπιά. Είναι το κουράγιο ενός παιδιού να ευχαριστήσει τον Αντριάν για τον τρόπο που του στάθηκε. Είναι το θάρρος του να ζήσει ο ίδιος  κουβαλώντας στην ψυχή του όλη τη θλίψη και την απέραντη απελπισία, αν σκεφτεί κανείς ότι η ζωή του η ίδια έχει ξεκινήσει από ένα βιασμό… Στο βιβλίο του Κουέτο τα άμεσα θύματα της Ιστορίας λυτρώνονται με το θάνατο και εκείνοι που κληρονομούν το κακό, έχουν τη δύναμη να αμυνθούν μόνο απομυζώντας την αγάπη των άλλων. Δεν υπάρχει άλλη γιατρειά από την  ανθρωπιά. «…Ο θάνατος είναι πάντα μια καλή δικαιολογία για να αποκτήσει νόημα η ζωή…».
Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τη σύγχρονη πραγματικότητα της ευημερίας και της λήθης για να αναδείξει, μέσα από την αυτονόητη αντιπαραβολή, τη βαρβαρότητα των μαύρων χρόνων της ιστορίας της χώρας του. Συγκινεί ο τρόπος που επιλέγει να αντιμετωπίσει τους ίδιους τους ήρωές του. Τους φωτίζει από όλες τις πλευρές. Δεν βυθίζεται σε κανένα αφελή μανιχαϊσμό. Στη ζωή δεν είναι όλοι πάντα αθώοι ή πάντα ένοχοι. Ο πατέρας του Αντριάν, μέσα στη αγριότητά του, βρέθηκε μια γυναίκα που τον έκανε να είναι τρυφερός απέναντί της. Και μόνον απέναντί της. Η μητέρα του Αντριάν δεν ήταν τόσο αθώα όσο φαινόταν σε όλη της ζωή, έκρυβε την αλήθεια για να μην αντικρίσει την κατακραυγή του κόσμου. Ο ίδιος ο Αντριάν δεν κληροδότησε απλώς τον απόηχο του κακού, θέλησε να το γευτεί κι ο ίδιος. «…Έχεις καταλάβει την αξία που έχουν τα νούμερα; Σκέφτηκα. Το εφτά τρέφει τόσες ελπίδες για τη ζωή, ορθώνεται με κομψότητα ενάντια στο κενό, την ώρα που το εννιά και το έντεκα είναι τόσο μοχθηρά και το δύο τόσο αφελές, που σου έρχεται να το προστατέψεις…».





Monday, November 16, 2009

Η μυθιστορηματική αποθέωση της πόλης του Εδιμβούργου

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 14/11/2009)


«…Αναρωτήθηκε τι ποσοστό της παγκόσμιας τέχνης φυλασσόταν σε τραπεζικές θυρίδες και τα σχετικά. Σαν αδιάβαστα βιβλία και άπαιχτη μουσική… Έχει σημασία αν η τέχνη δεν εκτίθεται στον κόσμο;…»

Ψάχνοντας πληροφορίες για το Εδιμβούργο, το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύπωση είναι ότι στα «αξιοθέατα» της πόλης, βρίσκεται και ένας –εν ζωή και πλήρη δημιουργία, παρακαλώ, και όχι μουσειακός- συγγραφέας. Ο ταλαντούχος Ίαν Ράνκιν. Να σκεφτείτε, υπάρχει ειδικός τουριστικός γύρος που φέρει το όνομα του διάσημου και αγαπημένου μυθιστορηματικού ήρωά του, του επιθεωρητή Ρέμπους, αυτού του ρομαντικού πρωταγωνιστή που παλεύει με τις εκδοχές του κακού.
Δεν κατέκτησε εύκολα αυτόν τον τίτλο ο σκοτσέζος συγγραφέας. Χρειάστηκε να γράψει πολλά βιβλία, η επιμονή χρόνων – ο ίδιος έχει γεννηθεί το 1960 στο Φάιφ της Σκοτίας- μέχρι να έρθει η καθιέρωση και μάλιστα τόσο σαρωτική. Ως πρωταγωνιστικό φόντο των ιστοριών του διάλεξε το Εδιμβούργο, αυτήν την πόλη με τα κάστρα και με το θεαματικό συγγραφικό προηγούμενο μεγάλων –παγκοσμίως- κλασικών της αστυνομικής λογοτεχνίας. Φυσικά είναι και ο τόπος που ζει με την οικογένειά του ο Ράνκιν, οπότε κάθε γωνιά που αναφέρεται στα βιβλία του απ’ αυτό το μέρος, βρίσκει αντίκρισμα στη ρεαλιστική θέαση του κόσμου. Γι’ αυτό και οι ιστορίες του εκτυλίσσονται σε πραγματικό χρόνο. Ο θρυλικός ήρωάς του, Ρέμπους, αποσύρθηκε, μάλιστα, στα 60 του χρόνια, όπως συνταξιοδοτούνται κανονικά οι αστυνομικοί επιθεωρητές στο Εδιμβούργο, στο εξαιρετικό μυθιστόρημά του «Τελευταίο τραγούδι για τον Ρέμπους». Έχει αφήσει, ωστόσο, ανοιχτό το τέλος του βιβλίου και δεν αποκλείεται να επιστρέψει ο τόσο γοητευτικός νουάρ πρωταγωνιστής του.
Στο τελευταίο του βιβλίου που κυκλοφόρησε μόλις από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση της Αλεξάνδρας Κονταξάκη, με τίτλο «Με τις πόρτες ανοιχτές», ο Ίαν Ράνκιν δεν ακολουθεί καμία έτοιμη συνταγή αστυνομικού μυθιστορήματος. Πλέκει μια ιστορία που έχει να κάνει με την Τέχνη, την έκθεσή της στο κοινό και φυσικά το εμπόριό της. Ο κεντρικός του πρωταγωνιστής Μάικ Μακένζι, ένας προγραμματιστής που βρέθηκε την κατάλληλη εποχή στη θέση που έπρεπε και απολαμβάνει πια έναν άνευ προηγουμένου για τον ίδιο πλούτο, θα βρεθεί πολύ άσχημα μπλεγμένος, μόνο και μόνο επειδή ενέδωσε στο συλλεκτικό του πάθος του για έναν πίνακα ζωγραφικής. «…Είμαστε κάτι σαν Ομάδα Α για τα περιφρονημένα έργα τέχνης…». Η μορφή που απεικονίζεται στο έργο, μοιάζει με τη γυναίκα που εκείνος έχει ερωτευτεί, αλλά δεν έχει καν τολμήσει να κατακτήσει. Ο ανεκπλήρωτος ερωτικός του πόθος μαζί με τη συλλεκτική απληστία δύο ακόμη φίλων του –και συνεργών του πια- θα τον βάλουν σε μπελάδες, καθώς θα χειραγωγηθεί εν αγνοία του σε μια σειρά εγκληματικών πράξεων, υποκινούμενων τάχα μου από ρομαντισμό για την Τέχνη. «…Επαναπατρισμός κάποιων απ’  τα αιχμάλωτα έργα τέχνης…Θα είμαστε μαχητές της ελευθερίας…». Η αλήθεια απέχει μακράν, φυσικά. Θα το μάθει όταν θα είναι πια αργά. «…Έπειτα υπενθύμισε στον Άλαν ότι στο Εδιμβούργο είχε ανατραφεί ο σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, κι ότι το δημιούργημα του Ντόιλ, ο Σέρλοκ Χολμς, είχε μιλήσει πολύ σωστά όταν είπε ότι, αν απαλείψεις όλα τ’ άλλα, αυτό που μένει, όσο απίστευτο κι αν μοιάζει, δεν μπορεί παρά να είναι η αλήθεια…».

Τα ψυχογραφήματα των ηρώων του Ράνκιν είναι υποδειγματικά και σε πλήρη αρμονία με το ξετύλιγμα της πλοκής στην οποία δεν συμβαίνει τίποτα εις βάρος ή ερήμην της στα έργα του σκοτσέζου συγγραφέα. Στην προκειμένη περίπτωση, απωθημένα από την εφηβική ηλικία του Μακένζι υποσκάπτουν τη συνειδησιακή του ακεραιότητα και τον φέρνουν χωρίς ενδοιασμούς να συνεργάζεται με τον υπόκοσμο, ζητώντας κατά κάποιον τρόπο την αποδοχή από τον κύριο εκφραστή του στο κλειστό τοπικό επίπεδο του Εδιμβούργου, τον Τσιμπ Καλογουέι. Τον τυπά εκείνον που στην εφηβεία τους είχε ξεκινήσει από το να είναι ο νταής του σχολείου τα πρώτα του βήματα προς την εγκληματικότητα. Κι όλα αυτά για να γλιτώσει από την πλήξη του ο Μακένζι, νέος και ωραίος και πλούσιος και δυνατός. Για να νιώσει πιο ζωντανός, υποκύπτοντας σε μια νέα πρόκληση, θα θυσιάσει την ήρεμη και γαλήνια και ακύμαντη ζωή του για μερικές γερές ενέσεις δράσης και έστω αίσθησης της περιπέτειας. «…Το αίμα του έβραζε και το στόμα του είχε τη δυνατή γεύση της αδρεναλίνης. Έτσι, σκέφτηκε, αισθάνεσαι όταν είσαι ζωντανός. Ένιωθες λες και το νευρικό του σύστημα ήταν συνδεδεμένο με υπερσυμπιεστή…».
Και σε αυτό το βιβλίο του ο Ράνκιν μιλάει για κάτι που γνωρίζει καλά: το Εδιμβούργο. Πραγματικά πλέκει το μύθο της πόλης του εδώ και μια εικοσαετία και μάλιστα με τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο: τη λογοτεχνία. «…Δύο Εδιμβούργα μοιράζονται ένα κοινό νευρικό σύστημα…». Διαβάζοντας τα μυθιστορήματά του ο αναγνώστης βυθίζεται στην υποβλητική ατμόσφαιρα που μαεστρικά στήνει ο ίδιος. Οι ήρωές του περιβάλλονται από μια αχλύ που ξεπροβάλει από τους δρόμους του Εδιμβούργου, τις σκοτσέζικες παμπ, τις αποβάθρες του λιμανιού, τα πράσινα πάρκα και την εξωτερική αταραξία της πόλης. «…Και πάλι, όλα πολύ ήρεμα και μεθοδικά… Το Εδιμβούργο ήταν τέτοιου είδους πόλη. Μπορούσες να ζήσεις όλη σου τη ζωή και να μην πάρεις είδηση τι άλλο συνέβαινε ακόμα κι αν συνέβαινε στη διπλανή πόρτα…». Εκεί που φαίνεται ότι δεν μπορεί να συμβεί τίποτα, υπάρχει ένα υπόστρωμα της πόλης –αυτό του υποκόσμου- που κινείται παρασκηνιακά, στο περιθώριο και πάντα κάποιος αναλαμβάνει να ξεκαθαρίσει την κατάσταση. Τα εγκλήματα επιζητούν λύση, αλλά στα μυθιστορήματα του Ράνκιν προέχει η απόλαυση της ιστορίας. Το έγκλημα είναι σαν να μπαίνει κατά κάποιον τρόπο σε δεύτερο πλάνο, προκειμένου να φωτίζονται επαρκώς οι γύρω γύρω συνθήκες, οι κοινωνικές και οικονομικές, καθώς και οι ψυχολογικοί παράμετροι που οδηγούν τους ανθρώπους στην παρανομία. «…Το πρόβλημα με την παρακολούθηση ήταν ότι, ακόμα κι αν ήξερες ότι σε παρακολουθούν, δεν ήταν δυνατό να ξέρεις πάντα ποιοι σε παρακολουθούν…».





Saturday, November 14, 2009

Διάφανοι


στη λιακάδα.
Κάτι μέρες τυχερά λαχεία.
Τραβάς το λαχνό
και βγάζει ανθρώπους.
 
 

Monday, November 09, 2009

Ακαδημία Πλάτωνος

Ο Αντώνης Καφετζόπουλος είναι ο αγαπημένος μου ηθοποιός, από την ελληνική πραγματικότητα. Τον παρακολουθούσα πιτσιρίκι -οπότε και έβλεπα μανιωδώς τηλεόραση, εμ τι τζάμπα έχω εφτάμιση βαθμούς μυωπία;- στο "Μινόρε της αυγής" και την "Αστροφεγγιά". Αργότερα στο σίριαλ "Οι τελευταίοι εγγονοί". Έχει ταυτιστεί στο μυαλό μου με τους ρόλους που έχει παίξει. Μυθιστορηματικοί απολύτως.
Χθες βραδάκι, μετά τη δουλειά, κατηφόρισα για το Τριανόν, το αγαπημένο μου σινεμά ever, και είδα την ταινία "Ακαδημία Πλάτωνος".
Σε ένα τρίστρατο, νεοελληνικό πια, η τραγωδία με μια αλαφράδα εξωτερική είναι πιο παρούσα από ποτέ. Μόνο λίγο πιο υπόκωφη, πιο βουβή. Μπορεί να παίζει και κανένα ποδοσφαιράκι να περνάει η ώρα και να σε κάνει να χαμογελάς μαζί της πια. Ζωή είναι και περνάει. Αλλά πώς περνάει; Να πάτε να το δείτε.
Με εντυπωσίασε και πάλι ο Καφετζόπουλος, από τους λίγους που δεν με έχουν απογοητεύσει στο πέρασμα των χρόνων, όπως και όλο το καστ των ηθοποιών που ήταν απολύτως οι κατάλληλοι για το ρόλο.


Sunday, November 08, 2009

«Η ζωή μάς προδίδει και μας εγκαταλείπει»


(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 7/11/2009)

«…Η αφήγηση, παρά την αφέλειά της, γνωρίζει ότι δεν γράφει Ιστορία. Αποτυπώνει ένα ανθρώπινο δράμα στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Ένα στημένο ιστορικό σκηνικό, μια σύμβαση για να ειπωθούν πράγματα πολύ κοντινά σε μας, γύρω μας…»






Το κύκνειο άσμα ενός πολύ σημαντικού έλληνα πεζογράφου. Με τη σφραγίδα της βεβαιότητας του θανάτου. Όχι κάποιου άλλου. Ή γενικώς. Αλλά του δικού του. Θανάτου. Και την ανάγκη να προκληθεί η μνήμη, ακόμη και ελαφρώς να την ειρωνευτεί για τα καπρίτσια της. Ο συγγραφέας. Ο Τάσος Χατζητάτσης στη συλλογή διηγημάτων –γραμμένα ανάμεσα στο 2007 και το 2008- που κυκλοφόρησε μόλις σε μια πολύ φροντισμένη και κομψή έκδοση από τις εκδόσεις Πόλις με το συγκινητικό τίτλο «Ακροτελεύτιοι εσπερινοί», αφήνει το στίγμα ενός λογοτεχνικού αποχαιρετισμού ίσως από μια ολόκληρη γενιά, ιστορικά (τη δική του) και στα σίγουρα από μια πραγματικότητα ειδωμένη με το δικό του οξυδερκές, κοφτερό και τόσο βαθιά ανθρώπινο βλέμμα. 
Αυτό το κείμενο που γράφεται τώρα, δεν είναι αποχαιρετισμός στη γραφή του. Ούτε μνημόσυνο λογοτεχνικό. Ούτε εσπερινός που κλαψουρίζει για την κάθε είδους απώλεια. Αυτό το κείμενο θέλει να στέκεται στο ίδιο ύψος τη γραφής του Χατζητάτση που πιστεύω ότι αφήνει χνάρια δυνατά και στέρεα. Μιας γραφής άξιας που μπορεί να έβαλε νωρίς τελεία πέρυσι τέτοια εποχή, αλλά άφησε ανοιχτό το περιθώριο της λογοτεχνικής μνήμης και ιστορίας να απλώσουν την ισχύ τους. «…Ο θάνατος είναι πάντα στη σκιά μας, μας ακολουθεί, μας αγαπά. Ποτέ δεν μας προδίδει…». Ο Χατζητάτσης με την ιδιαίτερη, ξεχωριστή γραφή του αιχμαλώτισε τη μνήμη μιας ολόκληρης εποχής: την Αριστερά, τη ματαίωση των ελπίδων και των προσδοκιών της, τους άνδρες και τις γυναίκες σε μια εποχή που άρχισαν να επαναδιαπραγματεύονται μεταξύ τούς ρόλου τους και να ανακαλύπτουν τον εαυτόν τους από την αρχή, την Ελλάδα που βγήκε από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και το ζοφερό Εμφύλιο και τη Χούντα, τη μετανάστευση, τα πάθη που δεν ησυχάζουν ό,τι εποχή και να ‘ναι, ό,τι ιστορική συγκυρία και να συντρέχει, την ανθρώπινη φύση που είναι τόσο ευάλωτη και εκτεθειμένη στον καιρό και στον εαυτόν της. «…Οι γυναίκες που κάθονται στη θέση του συνοδηγού. Οι άνδρες, στο τιμόνι, αγέρωχοι. Με ύφος κυνηγού. Στο πορτμπαγκάζ, η θήκη του δίκαννου άδεια, και μια αρμαθιά όνειρα περασμένα στο σύρμα, σκοτωμένα πουλιά. Οι γυναίκες που κάθονται στη θέση του συνοδηγού. Απόμακρες. Κρύβουν το μουσκεμένο μαντίλι στο βάθος της τσάντας σαν απλήρωτο λογαριασμό…». 

Ο συγγραφέας διατρέχει με τις λιγότερες δυνατές λέξεις, τις πιο εύστοχες και ποιητικές λέξεις, το τελευταίο μισό του 20ου αιώνα. «…Όσο παραμερίζω τα φύλλα και τα κλαδιά της αφήγησης, βλέπω πόσο γρήγορα ξεχνάμε, μέσα στην καθημερινότητα που τρέχει, τις ζοφερές σημασίες λέξεων και καταστάσεων. Κάθε πρωί, ένα μεγάλο κομμάτι λήθης εγκαθίσταται στο μυαλό μας, και τα νεόπλαστα κύτταρα, με μια τρελή ορμή, επικαλύπτουν τις παλιές μνήμες. Τι σημαίνουν, σήμερα, οι λέξεις «δωσίλογοι», «συνταγματάρχες»…». Μεστός λόγος, με χυμούς, με γλώσσα που αποκρυσταλλώνει την ομορφιά, την ανθρωπινότητα. Οι εικόνες ψυχικών τοπίων αδιαπέραστων από οτιδήποτε άλλο παρά μονάχα από τη λογοτεχνία, από την αιχμηρή ματιά του δημιουργού, την ευθύτητά του, την κατά μέτωπο «επίθεσή» του -με τις λέξεις- στο θάνατο, τη λήθη, την ίδια τελικά τη ματαιότητα της ζωής, της ύπαρξης, της δημιουργίας. «…Χάνονται οι νεκροί. Σβήνουν. Απόντες, ξεχνιούνται. Η δικιά μας λήθη είναι η κόλαση. Μόνο σκιές μένουν στις αφηγήσεις μας…». 
Δεν διστάζει να «επιτεθεί» και στην ίδια την αφήγηση. Στην πεπερασμένη της δυνατότητα. Αφήνει ως απόσταγμα τη γεύση στα χείλη ότι το τέλος δεν έχεις άλλο δρόμο παρά να το δεχτείς με αξιοπρέπεια, με γενναιότητα, με την ίδια την επίγνωσή του. «…Ξεχνάμε…για να ζήσουμε…». Ο Χατζητάτσης είχε να πει, είχε ουσία στη σκέψη του και τη θεώρηση τη δική του για τον κόσμο και την κατέθεσε. Με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Με αισθητική, με πραγματική αγάπη για την Τέχνη και για τους λόγους της Τέχνης, τις αιτίες της και πάνω απ’ όλα με μια αιματηρή ειλικρίνεια. Με την προσωπική του αλήθεια να γυρίζει το μαχαίρι στην πληγή, χωρίς φόβο, αλλά με κατανόηση για τον πόνο, για τη θλίψη, για τη μελαγχολία. Ο κόσμος του –αυτός ο κόσμος που είδε εκείνος, που έζησε ο ίδιος και αποτύπωσε στο χαρτί του αναπλασμένο- δεν είναι κανένας νοσταλγικός απαστράπτον, λουστραρισμένος με χρυσόσκονη της λήθης. Είναι ένας δύσκολος κόσμος, αληθινός, πραγματικός, με αίμα που χύνεται και οστά που σπάνε. Με αισθήματα που φθείρονται και δεν φτιασιδώνονται. «…Κίτρινες φρέζες τα λουλούδια της αγάπης…». Με το χρόνο να ανοίγει χαρακιές κι αυλάκια και χάη ανάμεσα στους ανθρώπους. «…Ήταν εποχές που οι άνδρες έπρεπε να παίξουν συγχρόνως τους εραστές, τους συντρόφους, τους πατεράδες, για ν’ αποκτήσουν πάλι την αυτοπεποίθησή τους που σάπιζε στα υπόγεια της προσωπικής τους ζωής…». Με σκέψεις-νυστέρια που ανατέμνουν τις συνθήκες και τους ανθρώπους που τις συγκροτούν. 
Γι’ αυτό γοητεύει η γραφή του Χατζητάτση, γιατί δεν υποκρίνεται πως είναι κάτι άλλο. «…Οι απολαύσεις χάνουν την ηδονή τους όταν φανερώνονται στα μάτια των άλλων…». Είναι αυθεντική, σπουδαία. Αποτυπώνει όλη την ενδότερη απελπισία του ανθρώπου, το σπαραγμό του, με θάρρος και πάθος και οξύτητα, υπηρετώντας το προσωπικό του μέτρο. Αυτό που δίνει το ρυθμό σε όλο του το έργο. Και ξεχωρίζει το δικό του ύφος από των άλλων. «…Πόσο εύκολα χάνεις κάτι που τόσο το θέλεις! Ίσως τόσο εύκολα όσο πιο πολύ το θέλεις, σαν το νερό που κυλά ανάμεσα στις παλάμες και δεν θα το πιεις…». Τα τελευταία του διηγήματα που περιλαμβάνονται στην έκδοση «Ακροτελεύτιοι εσπερινοί», ακριβώς επιβεβαιώνουν αυτή την εμμονή του στο απολύτως αναγκαίο της γλώσσας, χωρίς περιττές παρεκβάσεις, με επιμονή στο ουσιώδες και το σημαντικό, στο γεμάτο με μνήμες και μνήμη λόγο. «…τα χείλη αντέχουν περισσότερο στη λήθη. Δεν ξεχνούν, δεν ξεχνιούνται…».








Saturday, November 07, 2009

Στάλες στα πλήκτρα





Λίγες σταγόνες νερό στο πληκτρολόγιο.
Να περάσουν στις λέξεις μέσα μέσα. 
"...Απόψε μας της έχουνε στημένη...".
Πόσο σ' αρέσουν οι άνθρωποι που βραχυκυκλώνουν.
Που τους διαπερνά το νερό.
Που τους διαπερνά ο απέναντι.
Κι από την άλλη, είναι οι αδιάβροχοι.
Δεν περνάνε το ποτάμι.
Απέναντι.
Σε κοιτάνε από την όχθη
από μακριά
τους φαίνεσαι στεγνός
και δεν βλέπουν τα χιλιάδες μαντίλια που στεγνώνουν στις τσέπες σου

κρυφά.

Στάζεις ολόκληρος μετά την καταιγίδα
με τη σπασμένη ομπρέλα στα πόδια σου
εκείνη την κόκκινη την αναποδογυρισμένη
κακή τύχη να μένει ανοιχτή
στον κλειστό μέσα σου τόπο

κι ένας ήλιος σπάει πλάκα
να λιώνει τις σταγόνες
που κυλάνε απαλά
στα μάτια σου.

Ενδιαμέσως στα πλήκτρα

στάλες

βραχύ
κύκλωμα

Monday, November 02, 2009

"Photo diary"





Τα άνθη του αιμάτινου τρόμου

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 31/10/2009)



 O K. Π. Kαβάφης, σε αχρονολόγητο σχέδιο από τον Γιάννη Kεφαλληνό, από τον επίσημο δικτυακό τόπο του αρχείου Καβάφη (http://www.kavafis.gr/)




Ως αφηγήσεις τρόμου χαρακτηρίζει τα 31 ποιήματα του Κ.Π. Καβάφη που βάζει στη σειρά ο Πέτρο Μπόλε (πίσω από το ψευδώνυμο- δάνειο από δολοφόνο του 19ου αιώνα βρίσκεται ο συγγραφέας Θανάσης Τριαρίδης) σε μια ιδιότυπη ανθολογία με τον τίτλο «κ.π. καβάφης*Αυτό το αιματωμένο πράγμα» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις διάπυρον. Πρόκειται για έντεκα κρυμμένα, εννέα ατελή, τρία αποκηρυγμένα και οχτώ από τα αναγνωρισμένα ποιήματα του Καβάφη, τα οποία υπάρχουν και στον επίσημο δικτυακό τόπο του αρχείου του ποιητή.
Ο Τριαρίδης σε παλαιότερο κείμενό του για τα ποιήματα του Καβάφη εντοπίζει ένα σπουδαίο χαρακτηριστικό της γραφής του: το μικροδράμα, όπως το ονομάζει. Με αυτή τη λέξη περιγράφει τη θεατρική δομή των δημιουργημάτων του, αλλά όχι μόνον αυτή. Στην ουσία, αποδίδει στην εντέλεια την τραγικότητα των ιστοριών που στήνει ποιητικά ο Καβάφης, όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Τριαρίδης στο ίδιο κείμενό του για τον ποιητή: «…Ο Καβάφης δεν είναι μια πορεία μέσα στην ποίηση – είναι μια πορεία μέσα στο δράμα…».



Κοινό σημείο όλων των ποιημάτων που παρατίθενται στην εν λόγω ανθολογία είναι η ειρωνεία του ποιητή που καταλήγει σε ένα σχεδόν μειδίαμα που αφήνει στον αναγνώστη μια γεύση του ατελέσφορου. Δεν έχει χαρακτήρα διδακτικό, δεν θέλει να φτάσει σε κάποιο συμπέρασμα βαθύ και σπουδαίο, δεν λέει την ιστορία του ο Καβάφης με προφανή σκοπό. Στα υποστρώματα της σκέψης του ίσως αχνοπροβάλλει –με τη δική μας μετέπειτα ερμηνεία- ο αποκλεισμός του από την εποχή του λόγω της ιδιαίτερης προσωπικότητάς του και ο εγκλωβισμός του σαν έντομο μέσα σε κεχριμπάρι σε ένα παρελθόν που βρίθει από προσωπικά αδιέξοδα ηγετών, στρατηγών, αυτοκρατόρων, μυθικών θεών και μυθικών προσώπων.
Συνδετικός κρίκος αυτών των ιστοριών που αφηγούνται τα 31 «μικροδράματα» του Καβάφη, σύμφωνα με τον αιμοσταγή Πέτρο Μπόλε, είναι η «αιμοφιλία» του δημιουργού τους. Αυτό που καταλαβαίνω εγώ, είναι ότι ο ποιητής κάτω από τις τραγικές ποιητικές του ιστορίες αναδομεί το δικό του υπαρξιακό αδιέξοδο και τη ματαιότητά του –και του κάθε ανθρώπου εντέλει, γι’ αυτό παραμένει τόσο σύγχρονος και τώρα ο Καβάφης- με θραύσματα λέξεων, με ειρωνείες και υπόνοιες, τέλος πάντων με το τακτ της ποίησης που τρέφεται από την αποτυχία, τη ματαίωση, το αίμα που βράζει, το αίμα που έχει χυθεί:
"Αιμιλιανός Μονάη, Αλεξανδρεύς, 628-655 μ.Χ.


Με λόγια, με φυσιογνωμία, και με τρόπους
μια εξαίρετη θα κάμω πανοπλία· 
και θ’ αντικρύζω έτσι τους κακούς ανθρώπους
χωρίς να έχω φόβον ή αδυναμία.

Θα θέλουν να με βλάψουν. Αλλά δεν θα ξέρει
κανείς απ’ όσους θα με πλησιάζουν
πού κείνται η πληγές μου, τα τρωτά μου μέρη,
κάτω από τα ψεύδη που θα με σκεπάζουν.-

Ρήματα της καυχήσεως του Αιμιλιανού Μονάη.
Άραγε να ‘καμε ποτέ την πανοπλία αυτή;
Εν πάση περιπτώσει, δεν την φόρεσε πολύ.
Είκοσι επτά χρονώ, στην Σικελία πέθανε.
 (1898;1918)"



«Κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ»


(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 31/10/2009)


«…Το χιόνι σκεπάζει: τα σκουπίδια, τα παλιοσίδερα, τις ακαθαρσίες, την απειλητική κοίτη του ποταμού, τη μυρωδιά από τα γουρουνάδικα, τη φτώχεια, την εξαθλίωση των δύο χιλιάδων Τσιγγάνων. Σκεπάζει ακόμη και τα σκοτωμένα ποντίκια που τις άλλες μέρες προσπερνάμε περπατώντας ανάμεσα από τις παράγκες. Λένε πως για κάθε ποντίκι που βλέπεις υπάρχουν γύρω σου άλλα εκατό. Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ. Το χιόνι σκεπάζει –τον πόλεμο και τις πληγές μας…»

 Είναι μια ιστορία από κείνες που θα τις λέγαμε τραγικές. Και θα συγκινούμασταν. Μπορεί και να δακρύζαμε. Και θα καθαρίζαμε. Θα αισθανόμασταν άνθρωποι. Για λίγο. Αλλά θα ήταν αρκετό αυτό; Μπορεί να έφτανε στο μονόστηλο μιας εφημερίδας ή στο δραματοποιημένο τρίλεπτο ρεπορτάζ ενός δελτίου ειδήσεων. Μπορεί.
Μια αληθινή ιστορία. Του Δεκεμβρίου του 1999, ξημερώματα του νέου αιώνα. Τόσο αληθινή που την έγραψε σαν πικρό παραμύθι ο Θανάσης Τριαρίδης –είχε δημοσιευτεί μάλιστα στην τελική της μορφή σε χριστουγεννιάτικη έκδοση της Φιλολογικής Βραδυνής στις 21/12/2003- όχι για να την ξορκίσει, αλλά για να μην ξεχαστεί.
Πώς να ξεχαστεί κάτι που συμβαίνει ακόμα; Πρόκειται για την ιστορία με τίτλο «Ονειρεύτηκα τα Λευκά Χριστούγεννα» που κυκλοφορεί σε νέα έκδοση από το «διάπυρον» με την ιδανική προσθήκη: ζωγραφιές από την Έλλη Γρίβα. Η σκληρή και άγρια και συγκινητική μαζί εικονογράφηση ή καλύτερα ζωγραφική αναπαράσταση της ιστορίας από την εικαστικό καλλιτέχνη –που διαθέτει στο ενεργητικό της ατομικές εκθέσεις, αλλά και σημαντικές συμμετοχές σε ομαδικές καλλιτεχνικές προσπάθειες- προσθέτει στη φόρτιση του κειμένου όλα εκείνα τα συναισθήματα που οφείλει να νιώσει ένας άνθρωπος. Συνάμα αποτελεί και ένα κριτικό σχόλιο για την ίδια μας την ανθρωπιά και τις διαστάσεις της. Πού εξαντλείται; Πόσο χρήσιμη κρίνεται εκ του αποτελέσματος τελικά; Πόσο ικανή είναι η ανθρωπιά μας να βοηθήσει εκείνους που έχουν ΑΝΑΓΚΗ, τεράστια ανάγκη; Φτάνει η ανθρωπιά για να γίνει ο κόσμος κατά τι καλύτερος;


Οι δημιουργοί της έκδοσης θέλουν να μην περάσει στη λήθη αυτή η Ανάγκη. Δικαίως. Είναι ο όρκος ενός ρομαντικού συγγραφέα και ακτιβιστή και ανθρώπου αυτό το σκληρό αληθινό παραμύθι. Αρκεί; Μιλάμε για ανθρώπους στον τσιγγάνικο μαχαλά στο Γαλλικό ποταμό που ζουν σε άθλιες συνθήκες. Ξεχασμένοι. Κάτω από το πέπλο του χριστουγεννιάτικου χιονιού που τα σκεπάζει όλα και τα κρύβει και τα τυλίγει στην ψύξη για να μείνουν ζωντανά. Η φωτιά μιας ξυλόσομπας σημαδεύει ανεπανόρθωτα τη ζωή ενός μικρού κοριτσιού που κατέστρεψε το πρόσωπό του. Μαζί με το δέρμα που λιώνει, καταρρέει και η μάσκα της υποκρισίας του κόσμου που κάνει ότι δεν γνωρίζει την ύπαρξή του, το δράμα του, τη θλιβερή του ζωή.
Κάτι ικμάδες ανθρωπιάς από λίγους ανθρώπους που νοιάζονται πραγματικά, θα φροντίσουν να κάνει τον αντιτετανικό ορό για να μην πεθάνει από το ατύχημα το κορίτσι. Ένα κορίτσι σχεδόν χωρίς όνομα. Μια Μαρία, ας πούμε. Μέσα στο εορταστικό πνεύμα των Χριστουγέννων, μια χαίνουσα πληγή. Να θυμίζει την ανάγκη των άλλων. «…Γι’ αυτό, μη ρωτήσεις ποιος σκότωσε τους πεινασμένους στα γκέτο, τους μετανάστες στα βουνά, το κορίτσι που θέλησε να ζεσταθεί με τα σπίρτα. Εσύ είσαι –εγώ είμαι. Ω ναι, ανάγκη. Ένα κορίτσι δίχως όνομα κάηκε στη σκουριασμένη σόμπα, σε μια νάιλον παράγκα, στην κοίτη του Γαλλικού, εκείνα τα Λευκά Χριστούγεννα του περασμένου αιώνα…».