Monday, October 26, 2009

Η ψυχεδελική νοσηρότητα της πραγματικότητας

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο, 24/10/2009)

«…Κλείνει τα μάτια και επιχειρεί αρκετά επιτυχημένα να κάνει άνω κάτω τη μνήμη του και ν’ ανασύρει εικόνες της. Ελπίζει πως κατ’ αυτό τον τρόπο θα την εμποδίσει να εξαφανιστεί εντελώς. Βαθιά μέσα του επιθυμεί να την ξαναζωντανέψει. Θυμάται που πήγαινε να τον πάρει απ’ το σχολείο φορώντας ροζ βελουτέ φόρμα, η ομορφότερη απ’ όλες τις μαμάδες, θυμάται που του φρόντιζε τη ματωμένη μύτη μουρμουρίζοντάς του ένα σωρό παρηγορητικά λόγια και παλιότερα νομίζει ότι τη θυμάται να τον χειροκροτεί ενώ εκείνος έκανε ποδήλατο χωρίς χέρια. Θυμάται που του πήρε δώρο την εγκυκλοπαίδεια για τον μοναδικό λόγο ότι «τον αγαπούσε τρελά» και από ακόμα πιο παλιά έχει μια απόμακρη, ξεθωριασμένη ανάμνηση ότι μπουσουλά στο πάτωμα της κουζίνας και αρπάζεται από το μακρύ, απαλό της πόδι, νιώθοντας μια αναπάντεχη δύναμη καθώς εκείνη τον έσερνε τριγύρω…»


Ένας πλασιέ που πουλά δυστυχία από πόρτα σε πόρτα.
«Ελπίδα…ξέρεις…ένα όνειρο. Πρέπει να τους πουλήσεις ένα όνειρο». Ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου. Ο Μπάνι Μανρό. Πουλά τη δική του δυστυχία (εν είδει καλλυντικών), εκείνη που του κληροδότησε ο πατέρας του και με τη σειρά του την παραδίδει ο ίδιος στο δικό του γιο. Πρόκειται για το μυθιστόρημα του Nick Cave με τίτλο «Ο θάνατος του Μπάνι Μανρό» που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις εκδόσεις Τόπος, σε μετάφραση του Αντώνη Καλοκύρη.
Μια πυκνή και εφιαλτική αφήγηση. Με ανάσα που κάνει τον ίδιο τον αναγνώστη να λαχανιάζει και την καρδιά του να σφίγγεται. Είναι η φιγούρα του πρωταγωνιστή που συγκεντρώνει πάνω του την αποτυχία με τρόπο προκλητικό. Ένας σεξομανής άντρας που υπνοβατεί ανάμεσα στην τραυματική του παιδική ηλικία και την αθεράπευτα τραυματισμένη –μέχρι θανάτου, δικού του, αλλά και θανάτου των γύρω του- ενήλικη ζωή του. Το γυναικείο φύλο αντιπροσωπεύει για κείνον τη μοναδική επιθυμία, τη μόνη κινητήρια δύναμη που τελικά γίνεται βασανιστική εμμονή και τον οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην ολική καταστροφή.
Το βιβλίο του
Cave θα μπορούσε να είναι ένα μακρόσυρτο μελοποιημένο ποίημα σαν εκείνα του αγαπημένου του Leonard Cohen που έχει διασκευάσει κιόλας ο ίδιος, που αφηγείται τη μαύρη ιστορία ενός ανθρώπου που έζησε χωρίς αγάπη. Την αρνήθηκε την αγάπη, γιατί ακριβώς δεν (ανα)γνώρισε ποτέ του σχεδόν την αγάπη. Η γυναίκα του, Λίμπι, δεν είναι σε θέση να παρακολουθήσει τη διαρκή του απιστία απέναντί της και το εύθραυστος χαρακτήρας της κατρακυλά στην κατάθλιψη. Για να ξεφύγει από τη ζωή με ένα σάλτο προς το σκοτάδι της αυτοχειρίας.
Τότε θα είναι αργά και για τον άντρα της.
«…Όμως ο Μπάνι συνειδητοποιεί πως κάτι έχει αλλάξει στον τόνο της φωνής της, τα τρυφερά βιολοντσέλα έχουν χαθεί και έχει προστεθεί ένα οξύτονο βιολί, παιγμένο από έναν δραπέτη πίθηκο ή κάτι τέτοιο…». Το μεγάλο θύμα ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο ανθρώπους που κατασπαράζουν τον εαυτόν τους και σκοτώνει ο ένας τον άλλον, είναι το μικρό τους αγόρι, ο Μπάνι Τζούνιορ. Ένα αγοράκι με πονεμένα μάτια που η πάθησή τού επιτρέπει να διαστρεβλώνει την πραγματικότητα (αν και ο αναγνώστης την αντικρίζει κατάματα και κλείνει με τρόμο, θλίψη και συγκίνηση τα μάτια του μπροστά σ’ αυτό το αξιαγάπητο αγοράκι)· η αγάπη που έχει λάβει από τη μητέρα του είναι καταλυτική και τον κάνει ικανό να περιμαζεύει με τον τρόπο του το διαλυμένο πατέρα του· με τα χεράκια του αρπάζεται από την Εγκυκλοπαίδεια το μόνο μαζί με τις αναμνήσεις που του έχει μείνει από τη μητέρα του και η γνώση γίνεται για κείνον η μόνη διαφυγή από το παρόν, η μόνη συνδετική οδός με το επιλεκτικά όμορφο παρελθόν της πρώτης παιδικής του ηλικίας και φυσικά το μοναδικό του στήριγμα για το μέλλον, εάν αυτό ποτέ προκύψει. «…Ουσιαστικά έτσι έχουν τα πράγματα για τον Μπάνι Τζούνιορ. Αγαπά τον μπαμπά του. Πιστεύει ότι δεν υπάρχει καλύτερος, εξυπνότερος ή ικανότερος μπαμπάς, και στέκεται δίπλα του με μια αίσθηση υπερηφάνειας –είναι ο μπαμπάς μου- κι επίσης, όπως είναι φυσικό, στέκεται δίπλα του γιατί δεν έχει πού αλλού να πάει…».

Η ασύλληπτη αγάπη του Μπάνι Τζούνιορ για τον κατεστραμμένο πατέρα του που βυθίζεται ολοένα και πιο πολύ στο ποτό, τις ωμές ορμές του χωρίς σχεδόν ίχνος συναισθήματος, είναι και το μοναδικό σημείο του βιβλίου που βλέπει κανείς να ξεπροβάλλει μια αχτίδα φωτός, αλλά είναι τόσο έντονη και αθώα και καθαρή και σπουδαία που σε τυφλώνει.
«…Ο Μπάνι έγειρε πάνω απ’ την κούνια. Το παιδί τού έδινε την εντύπωση ότι ήταν τρομακτικό παρόν αλλά και χίλια έτη φωτός μακριά, και τα δύο ταυτόχρονα. Το μωρό είχε κάτι που ο ίδιος δεν μπορούσε να χειριστεί, τόσο γεμάτο απ’ την αγάπη της μητέρας του…».
Ο
Cave παγιδεύει τον αναγνώστη του μέσα στην αφήγησή του, χρησιμοποιώντας τα πιο άγρια υλικά. Τόση βαρβαρότητα που χάνει κανείς τις διαστάσεις γύρω του και βλέπει τον κόσμο να στροβιλίζεται ψυχεδελικά στο μυαλό του. «…Για μια φευγαλέα στιγμή συνειδητοποιεί, κατά τρόπο μυστηριώδη, ότι οι αλλόκοτες φαντασιώσεις και επισκέψεις και εμφανίσεις ήταν τα φαντάσματα της ίδιας του της θλίψης και ότι τον είχαν οδηγήσει στην τρέλα…». Οι εξαντλητικά ακριβείς περιγραφές της νοσηρότητας στις οποίες καταφεύγει, δημιουργούν μια έντονα φορτισμένη ατμόσφαιρα με αποτυχία, θλίψη και έναν ολέθριο κυνισμό για την προσωπική αλήθεια ενός ανθρώπου, όπως είναι ο Μπάνι Μανρό. Ο συγγραφέας νομίζω ότι επιχειρεί και τελικά καταφέρνει να αιχμαλωτίσει το κενό που μπορεί να φωλιάσει στην ψυχή ενός ανθρώπου και ιδίως ενός άνδρα. Ο Cave δεν αφήνει πουθενά καμία υπόνοια. Τα λέει όλα έξω απ’ τα δόντια, χωρίς να διστάζει. Επιτρέπει στον αναγνώστη να δει μια πλευρά του ανδρικού ψυχισμού, σε ακραία κατάσταση και μορφή, πώς είναι δηλαδή κάποιος μακριά από την επήρεια της αγάπης. «…Ουσιαστικά ο μπαμπάς μου με μεγάλωσε μόνος του. Αυτός μου έμαθε όσα ξέρω…».


Sunday, October 25, 2009

Αγαπημένο μου μπλογκ,

αισθάνομαι να σε έχω εγκαταλείψει τον τελευταίο καιρό, αλλά η ζωή σφύζει εκεί έξω κι εγώ όχι ότι τρέχω να προλάβω -αν δεν είναι θέμα επιβίωσης, να σωθώ από κίνδυνο, ας πούμε, όχι δεν τρέχω- αλλά να, είναι που κάτι εποχές συμβαίνουν όλα μαζί και δεν προλαβαίνω να αποκρυσταλλώσω πέντε σκέψεις να σου πω.
Το απογευματάκι, αφού αγόρασα καινούρια καπαρτίνα και μια βροχούλα έβρεξε ο θεός και αφού φόρεσα τις kinky γαλότσες μου που τα παιδιά στο γραφείο λένε ότι όποτε τις φοράω, βγάζει ήλιο, ξεκίνησα για τον καθιερωμένο περίπατο προς το σινεμά, Κυριακή την ώρα που πάει να ξεπροβάλλει η μελαγχολία της εβδομάδας που έμεινε πίσω κι εκείνης που θα έρθει. "Τζούλι και Τζούλια". Χαριτωμένη κομεντί. Την είχα ανάγκη. Να μου θυμίσει τις δικές μου προσπάθειες για όλα και να χαμογελάσω λίγο πιο βαθιά και να αναπνεύσω με ευχαρίστηση, χωρίς να κάνω γιόγκα. Η Μέριλ Στριπ ήταν απολαυστική, όπως πάντα. Τη χάρηκα.
Θυμήθηκα ότι θέλει προσπάθεια να βρίσκεις τον εαυτόν σου, να θέλεις να είσαι αυτός και πάνω απ' όλα να γίνεσαι ο εαυτός σου. Δεν την αλλάζω με τίποτα την αίσθηση του παλεύω για όλα, γιατί γουστάρω τρελά. Γι' αυτό και δεν μπορώ τους βολεμένους με το τίποτα, αυτούς που δηλώνουν βαριεστημένοι κι αξόδευτοι. Δεν μπορώ εκείνους που μιζεριάζουνε για ό,τι δεν έχουν και για ό,τι δεν είναι.
Είμαι με κείνους που φαινομενικά δεν έχουν τα φόντα, τις αντικειμενικές προϋποθέσεις κατά το κοινώς λεγόμενο, για να γίνουν ή να κάνουν κάτι που αγαπούν πολύ, αλλά έχουν το πιο απαραίτητο: τεράστια επιθυμία και τόλμη και μαγκιά και κότσια να αγωνίζονται, χωρίς να τους ενδιαφέρει κανένα αποτέλεσμα. Γιατί αυτή είναι η ζωή. Χωρίς αποτελέσματα. Σωστά ή λάθος. Αρκεί η προσπάθεια για να τη ζήσει κανείς. Όλες οι απαντήσεις είναι δεκτές. Α, όσο για τα φαγητά, το νοστιμότερο δεν κερδίζει πάντα την καρδιά μας, αλλά σίγουρα εκείνο που μαγειρεύτηκε για πάρτη μας με αγάπη.
Στο δρόμο της επιστροφής, τα γιασεμιά μύριζαν βρεγμένα, στάζανε πάνω στα μαλλιά. Η μικρή με το λευκό τσόου τσόου που το είχε βγάλει να κατουρήσει, μην τους βρέξει τα σαλόνια, μου είπε ότι το λέγανε Νέρωνα το ζωντανό. Χαμογέλασα στραβά και συνέχισα για το σπίτι. Με περίμενε η Barbra να φτιάχνει ατμόσφαιρα από το σιντί με την καινούρια deluxe έκδοσή της. "Love is the answer".

Saturday, October 17, 2009

Η σημασία του αυτονόητου και η διαχείριση του ολέθρου


(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο, 17/10/2009)

«…Κανείς βέβαια δεν μπορεί να κατακρίνει έναν θεραπευτή που πασχίζει να βελτιώσει την τεχνική του. Μου ήρθε όμως μια στενόχωρη σκέψη: τι γίνεται με τα δικαιώματα του ασθενούς; Δεν υπάρχει κάποια διαφορά ανάμεσα σ’ έναν θεραπευτή που ξεπλένει ανάρμοστα αντιμεταβιβαστικά στίγματα και σ’ έναν χορευτή ή σ’ έναν δάσκαλο του ζεν που πασχίζει για την τελειότητα στον δικό του τομέα; Άλλο είναι να βελτιώνει κανείς το σερβίς του κι άλλο να οξύνει τις ικανότητες του εις βάρος ενός εύθραυστου και διαταραγμένου ανθρώπου…»


«Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει δίχως μιαν αέναη εμπιστοσύνη σε κάτι ανώλεθρο εντός του, αν και τόσο το ανώλεθρο στοιχείο όσο και η εμπιστοσύνη παραμένουν γι’ αυτόν αενάως αποκρυμμένα. Ένας από τους τρόπους με τους οποίους εκφράζεται αυτή η διαρκής απόκρυψη είναι η πίστη σ’ έναν προσωπικό θεό» («Αφορισμοί» Φραντς Κάφκα, εκδόσεις Ερατώ).Ο όλεθρος που ζει στην ψυχή του ανθρώπου, ο αυτονόητος αυτός όλεθρος, είναι συνήθως το αντικείμενο και το υποκείμενο -ασυνήθιστα συχνά- της ίδιας της λογοτεχνίας. Το ανώλεθρο στοιχείο που αναφέρει ο Κάφκα και η εμπιστοσύνη προς αυτό, παραμένουν ακόμη ουτοπίες, ενώ κάποτε τη θέση του «προσωπικού θεού» καλείται στη σύγχρονη εποχή να παίξει ο ψυχαναλυτής. Τότε που η ψυχή αδυνατεί να υπάρξει από μόνη της, που καταρρέει μπροστά στον τρόμο που την κατατρέχει. «…Το μοναχικό εγώ που διαλύεται εκστατικά στο εμείς. Πόσες φορές το έχω ακούσει αυτό! Είναι ο κοινός παρονομαστής κάθε μορφής μακάριας ευτυχίας –ρομαντικής, σεξουαλικής, πολιτικής, θρησκευτικής, μυστικιστικής. Όλοι θέλουν και καλωσορίζουν αυτή τη μακάρια συγχώνευση…».

Αυτή την καταφυγή σε έναν έστω «διαχειριστή του ολέθρου» περιγράφει με ιδιαίτερα ζωντανό, πειστικό και γλαφυρό τρόπο ο Irvin D. Yalom στο βιβλίο του «Ο δήμιος του έρωτα και άλλες ιστορίες ψυχοθεραπείας» που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις εκδόσεις Άγρα, σε μετάφραση της Ευαγγελίας Ανδριτσάνου και του Γιάννη Ζέρβα. Με το μανδύα της λογοτεχνικής αφήγησης ο καθηγητής Ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Στάνφορντ των Ηνωμένων Πολιτειών, Irvin D. Yalom, ξεδιπλώνει δέκα ιστορίες ψυχοθεραπείας από την πλευρά και την οπτική του γιατρού. Οι λογοτεχνικές αρετές της γραφής του Yalom δεν είναι το ζητούμενο στα βιβλία του, γιατί το περιεχόμενο αυτών που γράφει, κλέβει έτσι κι αλλιώς την παράσταση. Βρίσκω συγκινητική την πρόθεση ενός επιστήμονα να αποφασίσει να εκλαϊκεύσει τη θεωρία, την πρακτική και την εμπειρία του στην ιατρική που ασκεί, φέρνοντας πιο κοντά στο ευρύ κοινό τη διαδικασία της ψυχανάλυσης και τη λογική της σε αδρές γραμμές, ιδίως όταν παρουσιάζει χωρίς προσπάθεια ωραιοποίησης τα προβλήματα του θεραπευτή, τα αδιέξοδά του, τη ματαιότητα που ελλοχεύει σε κάθε του προσπάθεια. Αποκαθηλώνει με τον τρόπο του την πανάκεια –για κάποιους- της ψυχοθεραπείας, ενώ εκείνο που πετυχαίνει στα σίγουρα είναι να κλονίσει τις βεβαιότητες του ανυποψίαστου αναγνώστη. Τον κάνει να αμφισβητήσει τη δική του οπτική στα πράγματα για εκείνα που θεωρούσε ήδη σίγουρα ή και που ακόμη δεν είχε αναρωτηθεί ποτέ για την ψυχολογική προέλευση συμπεριφορών ή συγκεκριμένων επιλογών.

Είναι απολαυστικός ο σαρκασμός του συγγραφέα, η ανθρώπινη πλευρά του, με τις αδυναμίες του, την ειρωνεία που δεν διστάζει να εξακοντίσει και εναντίον του ίδιου τού εαυτού, που δεν σταματάει ποτέ να πάσχει και να συμπάσχει. Ο Κάφκα («Αφορισμοί», εκδόσεις Ερατώ) το είχε γράψει καλύτερα: «Όλο το πάσχειν γύρω μας, κι εμείς να πάσχουμε πρέπει απ’ αυτό. Δεν έχουμε όλοι μας ένα σώμα, αλλά έχουμε όλοι μας έναν τρόπο ανάπτυξης, και μας οδηγεί μέσα απ’ όλες τις οδύνες, είτε με τούτη είτε με την άλλη μορφή. Όπως ακριβώς το παιδί αναπτύσσεται μέσα από όλα τα στάδια της ζωής ίσαμε τα γεράματα και το θάνατο (και βασικά κάθε στάδιο μοιάζει απροσπέλαστο στο προηγούμενο, είτε επιθυμητό είναι είτε επίφοβο), έτσι επίσης αναπτυσσόμαστε κι εμείς, (όχι λιγότερο στενά συνδεδεμένοι με την ανθρωπότητα απ’ ό,τι με τον ίδιο τον εαυτόν μας) μέσα από όλο το πάσχειν του κόσμου τούτου. Δεν υπάρχει χώρος για τη δικαιοσύνη στο πλαίσιο αυτό, μήτε όμως και για το φόβο του πάσχειν ή για την ερμηνεία του πάσχειν ως αξίας».

Η αξία των ιστοριών του Yalom έγκειται στο ότι επιχειρεί να φωτίσει σκοτεινές πλευρές ή ανοίκεια στιγμιότυπα του ανθρώπινου μυαλού, κάτω από πραγματικές συνθήκες, έχοντας στην υπηρεσία του τα όπλα της ψυχανάλυσης από τη μία –αν και κορυφαία ψυχογραφήματα έχει αποδώσει η παγκόσμια λογοτεχνία- και τον εύστοχο αφηγηματικό του λόγο που μαγνητίζει τον αναγνώστη από την άλλη. «…Τα δημιουργικά μέλη μιας ορθοδοξίας, ξεπερνούν τελικά το δόγμα τους…». Ο συγγραφέας κινείται μακριά και πέρα από δόγματα και αντιλήψεις που περιορίζουν τη σκέψη. Αφυπνίζει τον αναγνώστη να σκεφτεί καλύτερα για τον εαυτό του κυρίως, αλλά και για τους άλλους, εξαίροντας τη σημασία του αυτονόητου. Το ενδιαφέρον είναι ότι πρώτος του θεραπευόμενος είναι ο ίδιος του ο εαυτός και μέσα από την προσωπική του βελτίωση και υπέρβαση, κατορθώνει να οικοδομήσει σχέσεις εμπιστοσύνης με τους άλλους θεραπευόμενους και τελικά να κατακτήσει το ρυθμιστικό ρόλο του «διαχειριστή του ολέθρου». Αν κάτι πετυχαίνει ο αναγνώστης, είναι να διευρύνει τους ορίζοντες της ανοχής, της ανεκτικότητας και κυρίως της αμφιβολίας του. Είναι κέρδος προσωπικό για την αντιμετώπιση της ίδιας του της ζωής, εφόδιο που τον βοηθάει να αναγάγει σε σπουδαία τέχνη το να ζει, όπως επιθυμεί, όσο πιο ελεύθερος και όσο πιο ευτυχισμένος και ικανοποιημένος γίνεται. Όπως λέει και ο ίδιος ο Yalom στον πρόλογό του, «…Ανακάλυψα ότι τέσσερα δεδομένα έχουν ιδιαίτερη συνάφεια με την ψυχοθεραπεία: Το αναπόφευκτο του θανάτου για όλους μας προσωπικά και γι’ αυτούς που αγαπάμε. Η ελευθερία να φτιάξουμε τη ζωή μας όπως τη θέλουμε. Η έσχατη μοναχικότητά μας. Και, τέλος, η απουσία οποιασδήποτε προφανούς σημασίας ή νοήματος στη ζωή. Όσο μελαγχολικά και να φαίνονται αυτά τα δεδομένα, εμπεριέχουν τους σπόρους της σοφίας και της λύτρωσης…».


Thursday, October 15, 2009

Στα σκουπίδια

Παγκόσμια Ημέρα Διατροφής αύριο. Για να γιορτάσουν οι πεινασμένοι μου στα Πατήσια, ονειρεύομαι να γεμίσουν οι κάδοι απορριμάτων με γεύματα τρικούβερτα, πιλάφια και μέλι και σιρόπια να τρέχουν έξω από τους τενεκέδες. Η γη της ανεπάγγελτης αυτεπάγγελτης επαγγελίας.
Τα κανάλια θα δείχνουν εικόνες και οι εφημερίδες φωτογραφίες από την Αφρική, με παιδάκια με πρησμένες κοιλιές από την αφαγία. Τους δικούς μου πεινασμένους δεν θα τους δείξει κανείς. Δεν τους ξέρει κανείς. Κι εγώ που τους βλέπω κάθε μέρα και τους δείχνω με τον τρόπο μου, ε, και; Προϊόν μυθοπλασίας σου λέει. Της δικής σου μυθοπλασίας, όχι της δικής μου. Εμένα είναι η πραγματικότητά μου, ο ρεαλισμός μου, αλλά είμαι ρομαντική λέει κι εσύ τεχνοκράτης και δεν με καταλαβαίνεις. Μάλιστα. Λαμπρά.
Οι της εκάστοτε διακυβερνήσεως-κυβερνήσεως δεν θα φτάσετε ποτέ τη νύχτα στον κάδο μου να δείτε ποιος πεινάει, πώς πεινάει και πώς γυαλίζει το μάτι του από λύπη κατεβασμένο στο βρωμερό πεζοδρόμιο. Για να μην λέτε μετά ότι δεν σας το είπε κανείς, σας το λέω εγώ. Η πείνα είναι και στα Πατήσια και δεν είναι λογοτεχνικό ντεκόρ ούτε παρατραβηγμένος δημοσιογραφικός λαϊκισμός.
Στα σκουπίδια μου άμα αφήσεις ένα σακουλάκι με τρόφιμα, σε ελάχιστο χρόνο έχει εξαφανιστεί. Το ίδιο συμβαίνει και με τα ρούχα και τα παπούτσια και τα έπιπλα και ό,τι χρήσιμο τέλος πάντων υπάρχει. Πεινάνε οι άνθρωποι. Η γιαγιά, ο νεαρός, η μεσήλικη ψάχνουν τα σκουπίδια. Το βράδυ κρυφά, τότε που κατεβάζουν πολλοί τα σκουπίδια τους. Και μέρα μεσημέρι. Μην σοκάρεσαι εσύ με την πρησμένη κοιλιά από το πολύ φαϊ που η κατάθλιψη της άδειας σου και κενής ζωής σε κάνει να τρως για δύο, μπας και προσέξει κανείς το δράμα σου, μπας και δει τη δική σου μοναξιά.
Όλοι μόνοι τους είναι. Αυτό είναι το χειρότερο. Ξέρουν ότι δεν θα έρθει ποτέ κανείς να τους ρωτήσει, αν έχουν να φάνε, αν θέλουν κάτι, αν τέλος πάντων χρειάζονται μια ματιά συμπαράστασης. Δεν θα τους σώσει κανείς. Τελειωμένα πράγματα. Τεχνοκρατικά. Ρεαλιστικά.
Τα παιδιά που πηγαίνουν στο σχολείο, σκοτώνονται να τα καταφέρουν, μήπως και πετύχουν τίποτα καλύτερο στη ζωή τους. Στο φροντιστήριο Αγγλικών φέτος από τα τρία παιδιά της οικογένειας μόνο το ένα θα συνεχίσει τα μαθήματα. Δεν έχει λεφτά η οικογένεια. Θα συνεχίσει μόνο ο μεγαλύτερος που πλησιάζει στο πτυχίο. Για τους άλλους δεν έχει ο θεός.
Γι' αυτό σου λέω, θέλω αύριο να γεμίσουν οι κάδοι φαγητά και να ρέουν οι σάλτσες και οι μυρωδιές και να φάει ο κόσμος, την ώρα που τα κανάλια θα μιλάνε για το μακρινό υποσιτισμό και για την εγχώρια παχυσαρκία.



Tuesday, October 13, 2009

Τι να τις κάνω τις λέξεις σας;

Μέσα τα χαμηλά φώτα μιας φιλολογικής εκδήλωσης. Απέξω μια γυναίκα. Μεσήλικη. Με το χέρι απλωμένο. Γκρίζες τούφες την περιβάλλουν. Τα μαύρα της ρούχα. Και το κλάμα της. Όχι εκείνο του ψεύτικου παρακαλετού. Κλάμα, ρε παιδάκι μου. Κλάμα. Σκέτο. Απόγνωσης. Ξέρεις τι είναι η απόγνωση; Θέλω να της πω, μην κλαις και μην λυπάσαι. Δεν μπορώ με άλλον τρόπο παρά με ένα νόμισμα. Ψυχρό. Στρογγυλό να γλιστράει και να μην αφήνει γωνίες-αγωνίες. Και μέσα οι φιλολογίες. Τα χειροκροτήματα. Τα χαμόγελα. Οι χειραψίες. Κοσμικά βλέμματα.
Απέξω η απόκοσμη ψυχή. Απέξω. Τι να τις κάνω τις λέξεις σας; Δεν παρηγορούνε. Η δική της λέξη που ξεστόμισε, διαφύλαξε τη βραδιά μου. Η δική της ευχή, της απόγνωσης.



Monday, October 12, 2009

«Τα μάτια σου δεν είναι δραπέτες»*

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 10/10/2009)

«…Ο πραγματικός κυνικός γελοιοποιεί και υποτιμά τις ανθρώπινες φιλοδοξίες. Παραδείγματος χάρη, δεν είναι κυνικό να μην πιστεύεις στον έρωτα. Απλώς είναι ανόητο. Κυνικό είναι να μην πιστεύεις ότι ο έρωτας φέρνει κάτι καλό, ότι μας κάνει καλύτερους και ούτω καθεξής. Ο κυνικός φοβάται να μην τον γελάσουν. Ο ρομαντικός το ελπίζει και ο φανατικός δεν μπορεί καν να το διανοηθεί…»


Εκείνος είναι ένας μεσήλικας που χάνει τη γη κάτω από τα πόδια του, όταν η επί τριάντα χρόνια σύζυγός του πεθαίνει. Το μυστικό που του έκρυβε κατά την κοινή τους ζωή, θα τον καταρρακώσει από τη μία, αλλά από την άλλη θα τον ξαναβάλει στο παιχνίδι της ζωής. Τότε εμφανίζεται εκείνη, μια νεότερη αλλά ώριμη γυναίκα. Θα του σώσει, κυριολεκτικά, τη ζωή δύο φορές και μετά θα αποφασίσουν σιωπηλά οι δυο τους να σώζει εκ περιτροπής ο ένας τον άλλον όποτε χρειάζεται. «…Εκείνος ήθελε να τον κοιτάζουν κι εκείνη ήθελε να κοιτάζει, ταίριαξαν αμέσως…».
Πρόκειται για το μυθιστόρημα του Θοδωρή Καλλιφατίδη με τον τίτλο «Φίλοι και εραστές» που κυκλοφόρησε φέτος στις χώρας μας από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη. Μια χορταστική ιστορία σχέσεων και πώς η πορεία μας καθορίζεται τελικά και από τις σχέσεις της ζωής μας. «…Συνήθως δεν είμαστε παρά μόνο ένα μέρος του εαυτού μας. Κάποιες φορές στη ζωή είμαστε ολόκληροι…». Τις ερωτικές και τις φιλικές, ως επί το πλείστον. Πώς οι ερωτικοί μας σύντροφοι, αλλά και οι φίλοι μας είναι ακριβώς αυτό που γυρεύουμε για να καταφέρουμε να επιβιώσουμε και φυσικά να ανακαλύψουμε τη χαρά και τον πόνο της ζωής. «…χωρίς το θάνατο η ζωή δεν έχει νόημα…». Οι άνθρωποι της ζωής μάς δίνουν τη μεγαλύτερη ευτυχία και απόλαυση και είναι οι ίδιοι που μπορούν να μας πληγώσουν ανεξίτηλα. «…Γιατί οι άνθρωποι κάνουν ένα σωρό τατουάζ, όταν η λύπη και ο χρόνος κάνουν τατουάζ στην ψυχή μας;…».
Ο Θοδωρής Καλλιφατίδης, μια εξαιρετική περίπτωση συγγραφέα που άρχισε να εκδίδει το έργο του όχι στη μητρική του γλώσσα πρώτα, αλλά τη δεύτερη, τα Σουηδικά, στο βιβλίο του αυτό παρουσιάζει τη χώρα που ζει από το 1964, με το σύγχρονο κοινωνικό της ψηφιδωτό («…Το παλιό ερώτημα πώς να φτιάξουμε μια δίκαιη κοινωνία, παρέμεινε αναπάντητο, με τη διαφορά ότι κανείς δεν νοιαζόταν πια…»), αλλά και το ειδυλλιακό της γεωγραφικό τοπίο. Πραγματικά, μαγεύει τον αναγνώστη του και αν μη τι άλλο του εξάπτει την περιέργεια γι’ αυτή τη χώρα, αν δεν την έχει γνωρίσει από κοντά. «…Εσείς οι Ευρωπαίοι είσαστε καλοί στις μεγάλες ιδέες, εμείς οι Σκανδιναβοί στις μικρές…».

Ο κεντρικός ήρωας, ο Γκέοργκ, έρχεται αντιμέτωπος με το πένθος του. «…Τα βλέφαρά της έπεσαν σαν γρίλιες πάνω από το τελευταίο βλέμμα της…». Για τη γυναίκα του που χάθηκε, αλλά κυρίως για τη ζωή του που έχει περάσει πια στο παρελθόντα χρόνο. Για να ξαναγυρίσει ο ίδιος στο παρόν θα χρειαστεί να τον ταρακουνήσει ένας νέος έρωτας για να ξυπνήσει από τον ψυχικό του λήθαργο και τη λύπη του. «…Η σημασία του αποχωρισμού δεν είναι να γυρίσεις τη σελίδα του βιβλίου της ζωής, αλλά να την ξαναδιαβάσεις…». Μαζί με τη δική του επιστροφή στη ζωή, βλέπει και το φίλο του το Μίλαν, τον Τσέχο κατατρεγμένο από το παλιό καθεστώς της χώρας του, να γυρίζει στην πατρίδα του και ουσιαστικά να συμφιλιώνεται με τις καινούριες συνθήκες του κόσμου που έχει τόσο αλλάξει. Η φιλία του με το Μίλαν θα στηρίξει τον Γκέοργκ στα δύσκολα. Θα είναι ο στυλοβάτης της καθημερινότητάς του που κατέρρευσε απρόσμενα και πρέπει να την επανεφεύρει και να τη στήσει από την αρχή και φυσικά το συναισθηματικό του αποκούμπι, ο άνθρωπος που μπορεί να τηλεφωνήσει μέσα στη νύχτα και να του πει τον πόνο του («…η πραγματικότητα δεν υπάρχει αν δεν την περιγράψεις…»), παρόλο που στην αρχή θα τον φλομώσει στα ψέματα, γιατί ούτε ο ίδιος έχει τη δύναμη να αντιμετωπίσει τη σκληρή αλήθεια. «…Χωρίς φίλους δεν είσαι μόνος –δεν είσαι καν άνθρωπος, και αυτό είναι ακόμα χειρότερο…».
Το μόνο που τους σώζει, είναι η αγάπη. «…Η πραγματική εξορία είναι να ζεις χωρίς αγάπη…». Ο ένας, ο Μίλαν, έχει να ξεπεράσει τη μοναξιά των παλαιών του δεινών, της εξορίας του και του χειρότερου πλήγματος της ανδρικής του φύσης και ο άλλος, ο Γκέοργκ, έχει να ανακαλύψει το πάθος, την άνευ όρων παράδοση στη ζωή και στην καινούρια γυναίκα απέναντί του. «…Όποιος φοβάται την πυρκαγιά, δε θα έχει ποτέ του μια φωτιά να ζεσταθεί…». Και οι δύο είναι αναγκασμένοι να ξεβολευτούν, να αποδράσουν από τις συμβατικότητες που έχουν χτίσει για τον εαυτόν τους και την καθημερινότητά τους. Το μόνο που έχουν, είναι να κοιτάξουν κατάματα τη ζωή, να την κερδίσουν από την αρχή και να είναι ικανοί πια να δουν ότι «…Ομορφιά και σοφία είναι ό,τι διαρκεί…».
Το θάρρος τους να είναι φίλοι και εραστές, είναι αυτό που θα τους κρατήσει ζωντανούς. Όποιος δεν χρειάζεται να αποστρέφει το βλέμμα του από τον άλλον με την ενοχή του δραπέτη, είναι εκείνος που θα κατακτήσει την ολοκληρωτική χαρά να του δοθεί η ευτυχία, απλώς και μόνον επειδή είχε τα κότσια να τη διεκδικήσει. «…Μπορεί να βρεις την ευτυχία εκεί που δεν το περιμένεις. Αυτό ήταν το νόημα. Πρέπει όμως να τολμήσεις να τη δεχτείς –σακατεμένος ή όχι…».



*Απόσπασμα από το μυθιστόρημα "Φίλοι και εραστές"
, εκδόσεις Γαβριηλίδη



Friday, October 09, 2009

"Η κακοκαιρία των προσχημάτων

Το ανέβαλες. Κακοκαιρία μεγάλη, πέσανε χιόνια
κλείσανε οι δρόμοι, πάγοι, μεγάλη ολισθηρότης.
Καλά έκανες. Εάν δεν είναι ολισθηρή η επιθυμία
προς τι να έρθει;"

Κική Δημουλά,
"ΠΟΙΗΜΑΤΑ", Εκδόσεις Ίκαρος

Wednesday, October 07, 2009

"Τι θέλεις να κάνω τώρα;"

Άκουσα αυτή τη φράση να περνάει σα σφαίρα δίπλα μου στο δρόμο. Δεν γύρισα να κοιτάξω. Είχα καταλάβει. Βλέπω με μεγάλη διαύγεια αυτή την εποχή τον κόσμο, σαν πλυμένο μετά από βροχή, μέσα από τις αιχμές μου. Οι παλιότερες αμυχές έχουν επουλωθεί και έχω αφήσει τα όπλα μου στο σπίτι. Δεν μου χρειάζονται. Πέρασε εκείνη η εποχή που κυκλοφορούσα αρματωμένη σαν αστακός.
Είχα καταλάβει: ένας ακόμη που ζητάει να του υπαγορεύσει ο απέναντί του την επιθυμία του, ξεκάθαρα, απλά, τίμια. Νέτα σκέτα. Και με ταρακούνησε η φράση του που την απηύθυνε τυχαίως προς την κοπέλα του μάλλον.
Έχω βαρεθεί να συναντώ ανθρώπους που με κάνουν να πιστέψω ότι δεν έχουν καν επιθυμίες ή δεν μπαίνουν στον κόπο να τις υπερασπιστούν και να τις διεκδικήσουν και εν τέλει να τις κατακτήσουν. Παροτρύνω τον τάδε να ψάξει να βρει τη δουλειά που του αρέσει, το δείνα να ακολουθήσει τις σπουδές που θέλει, τον παραδίπλα να αναζητήσει τον έρωτα της ζωής του, τον πιο πέρα να πάει να ζήσει όπου θέλει, τον πιο κει να κάνει εκείνο που αγαπάει περισσότερο. Τους λέω τι θέλω εγώ, με λίγα λόγια.
Σημασία δεν έχει τι θέλω εγώ γι' αυτούς, γιατί εγώ θέλω αυτό που θέλουν οι ίδιοι. Θέλω να θέλεις κι εσύ που λέει και το τραγουδάκι του καλοκαιριού. Γι' αυτό σου λέω τι θέλεις να κάνω τώρα;
Θα σε ακούσω. Όπως πάντα. Κι άμα δεν συγκρούονται οι επιθυμίες μας, ξέρεις ότι εγώ μπορώ και να τα βάλω με εχθρούς ανεμόμυλους, να επιπλεύσω μέσα στην κοιλιά μιας φάλαινας και να σε μεταμορφώσω από ξύλινο ανθρωπάκι σε σάρκινο, να μαζέψω τα ψιχουλάκια που ρίχνεις ολόκληρα χρόνια στο διάβα σου για να τα βρω και να σε γυρίσω στο σπίτι.

Νέος κύκλος

Ο Θανάσης Τριαρίδης, αυτός ο άνθρωπος με την αστείρευτη λογοτεχνική ζωτικότητα, ανοίγει ένα νέο κύκλο σεμιναρίων στη Θεσσαλονίκη. Όποιος ενδιαφέρεται, μπορεί να λάβει πληροφορίες εδώ. Με το Θανάση ισχύει αυτό που συμβαίνει με τα μικρά παιδιά: όσο δεν ακούς νέα του, όσο νομίζεις ότι είναι (αν)ήσυχος στην πόλη του, αυτός μανιωδώς γράφει και διαβάζει και δημιουργεί. Αυτό που με εντυπωσιάζει όμως περισσότερο από οτιδήποτε, είναι ότι ενθαρρύνει κι άλλους να δημιουργήσουν. Τους εμπνέει να ακολουθήσουν τουλάχιστον την επιθυμία τους προς τη δημιουργία ή τη ζωή. Για ένα σοβαρό λόγο: με τη συγγραφική του υπόσταση ενδιαφέρεται κυρίως για τον άνθρωπο, για το μέσα μέσα του ανθρώπου και όχι για το θαμπό ή λαμπερό περιτύλιγμά του.
Χαίρομαι γιατί στην περίπτωσή του, ακολουθώντας σαφέστατα ένα μοναχικό δρόμο -που ίσως τελικά να μην είναι και τόσο μοναχικός- αλλά ουσιαστικό, έχει καταφέρει μέχρι στιγμής κάτι σπουδαίο: από "γίγαντας" δεν χρειάζεται να γίνει νάνος για να μετρήσει στην εποχή μας -παραφράζοντας μια φράση του συγγραφέα Θοδωρή Καλλιφατίδη.


Monday, October 05, 2009

Σαμψών

Είχα πάρει το δρόμο για το σινεμά. Κατηφόριζα την Πατησίων, με την Ακρόπολη στο κέντρο του ορίζοντα λουσμένη από το απογευματινό φως. Η άκρη του ματιού μου έπιασε μια γνώριμη φιγούρα. Από την τηλεόραση. Εγώ πού αλλού να τον είχα δει; Ήξερα μόνο τον ψεύτικο Κουταλιανό -από το σχολείο-, όπως μου εξήγησε μετά. Ο Σαμψών. Στα 81 του. Ιωάννης Κεσκελίδης μου τόνισε το πραγματικό του όνομα. Είπα να τον προσπεράσω από ντροπή, αλλά πήγα και του μίλησα, κοιτώντας τον ίσια στα μάτια.
Ζήτησα να αγοράσω ένα από τα ημερολόγιά του. Σκεφτόμουν ότι θα το πήγαινα στην αδερφή μου που κλαίγαμε παρέα ένα απόγευμα -τώρα κοντά- βλέποντας ένα ντοκιμαντέρ της ΕΤ1 για τους λαϊκούς αυτούς ήρωες της δύναμης και της καθαρής ψυχής. Δυσκολεύτηκε όταν του ζήτησα να το αφιερώσει στην αδερφή μου κι εμένα, άμα γίνεται, και όχι στον φίλο μου, όπως ήθελε εκείνος. Τελικά συμφώνησε.
Μου είπε μέσα σε λίγη ώρα ιστορίες απίστευτες. Στο πεζοδρόμιο. Άκουγα τη ρέουσα λαϊκή του σοφία και πλημμύριζε η καρδιά μου. Κοιτούσα τα υγρά του μάτια και έβλεπα τα σημάδια στο κούτελό του από τις πέτρες που έσπαγε πάνω του. Δεν έβαλε, λέει, ποτέ τσιγάρο στο στόμα του και πάντα έτρωγε μικρές ποσότητες και καθαρό λάδι. Θαυμάζω πόσο μικρόσωμος και πόσο μεγάλος μαζί είναι. Η σπονδυλική του στήλη έχει υποστεί καθίζηση. Πήγε να ψηφίσει και τους είπε στο εκλογικό κέντρο ότι Τούρκοι και Γερμανοί δεν την χαλάσανε την Ελλάδα, οι Έλληνες τη χαλάνε.
Πλησίασε ένας νεαρός, μάλλον φοιτητής από την ηλικία κρίνοντας, πανέμορφος με μια γλυκύτητα στην όψη, μια γαλήνη, ένα λαμπερό χαμόγελο, με βυζαντινά χαρακτηριστικά, μακριά μαύρα μαλλιά -Σαμψών κι αυτός- και μια ευγένεια που με ξάφνιασε, κάτι σαν τωρινός Χριστός. Του είπε ότι ήθελε μόνο να τον χαιρετίσει και του έσφιξε με συγκίνηση το χέρι. Μόλις μου είχε διηγηθεί ο Σαμψών την ιστορία της Τασούλας τη δεκαετία του '50 στην Κρήτη. Μέχρι να πω κι εγώ στο Σαμψών ότι θα φύγω, ο νεαρός με χαιρέτισε ανεπαίσθητα αγγίζοντάς με στον αριστερό αγκώνα και χάθηκε. Τον έψαξα με το βλέμμα μου γύρω, αλλά είχε φύγει.
Ο Σαμψών συνέχισε να μου μιλάει για την όμορφη οικογένειά του και τα παιδιά του που τα μεγάλωσε με το σώμα του, τη δύναμή του και τα νούμερα στο δρόμο. Έφυγα με μια καρδιά ελαφριά σαν πούπουλο, δεν πήγα ποτέ στο σινεμά αλλά είχα χορτάσει σαν να είχα παρακολουθήσει δέκα σπουδαίες ταινίες μαζί.



Το δημιουργικό καταφύγιο του κυνισμού

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο, 3/10/2009)


«Κυνικός είναι ο άνθρωπος που ξέρει την τιμή όλων των πραγμάτων αλλά την αξία κανενός», κατά τον Oscar Wilde, αυτόν που διατύπωσε μερικά από τα σημαντικότερα αποφθέγματα που μεταχειριζόμαστε ακόμα και σήμερα. Στη σύγχρονη εποχή που όλα καθορίζονται από την τιμή τους εκτός από ένα: την αξία, ο κυνισμός έχει αποκτήσει μεν μια υλική έκφραση στην καθημερινή πρακτική ως αποτέλεσμα αυτών που επιλέγουν να αντιμετωπίσουν τη ζωή τους έτσι -αναγνωρίζοντας δηλαδή μόνον την τιμή των πραγμάτων, αλλά ως ιδεολογία φαίνεται να προβάλλει συχνά ως η μοναδική διέξοδος να αντέξει κανείς την πραγματικότητα. «Ευκολότερα γίνεται κανείς άγιος παρά σοφός. Είναι πολύ πιο εύκολο να καταπιέσεις τον εαυτό σου παρά να τον αμφισβητήσεις», σύμφωνα με τον Claude Aveline.

Σε μια εξαιρετική αισθητικά έκδοση, «Το λεξικό του απόλυτου κυνισμού», του Roland Jaccard με σχέδια από τον Roland Topor και σε μετάφραση της Ρούλας Τσιτούρη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ποταμός, συγκεντρώνονται ορισμένα από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα αποφθεγματικού λόγου. Όπως γράφει χαρακτηριστικά στον πρόλογό του με τίτλο «Η δημιουργική καχυποψία», ο ανθολόγος Roland Jaccard: «…Μπορούμε να φανταστούμε έναν ηδονιστή, έναν μυστικιστική ή έναν απελπισμένο από έρωτα, έναν κυνικό όμως ποτέ. Και τούτο διότι ο κυνισμός δεν συνιστά ούτε φιλοσοφία, ούτε ηθική, ούτε κάποιο γνώρισμα του χαρακτήρα, αλλά μια ορισμένη συγκρουσιακή σχέση με τη γλώσσα, μια διαρκώς ενεργή, ρητορικά δεινή –στις περισσότερες περιπτώσεις- καχυποψία απέναντι στις λέξεις και στην ιδεολογία που τις έχει επιμολύνει…».Μια επιτυχημένη κυνική ρήση μπορεί με την οξυδέρκεια, τη διαύγεια και την αιχμηρότητά της να καθαρίσει το θολό τοπίο γύρω από σκέψεις, ιδεολογίες, φιλοσοφικές θεωρήσεις. Θυμίζει νυστέρι που κόβει την κακοφορμισμένη πληγή και την απελευθερώνει από το άχρηστο και ανούσιο. Μια κοφτερή σκέψη είναι εκείνη που επαναφέρει σε διανοητικό επίπεδο τη λάμψη της αξίας, της ομορφιάς και της αλήθειας, έστω με το μανδύα του κυνισμού.


Η κλοπή της επιθυμίας

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο, 3/10/2009)


«…Υπήρχε κάτι σε αυτή την κλοπή που φανέρωνε εξοικείωση. Και τότε πια καταλάβαμε όλοι, έτσι όπως καταλαβαίνει κανείς αυτά τα πράγματα, πως ο κλέφτης βρισκόταν ανάμεσά μας…»




Αν πετυχαίνει κάτι αξιοθαύμαστο ο Tobias Wolff, είναι ότι κατορθώνει στα βιβλία του να δημιουργεί μια ατμόσφαιρα, μέσα από τα ψυχικά τοπία των ηρώων του, που αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη. Στο βιβλίο του «Ο κλέφτης του στρατοπέδου» που έχει τιμηθεί το 1985 με το βραβείο PEN/Faulkner και κυκλοφόρησε μόλις στη χώρα μας από τις εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση του Χρήστου Οικονόμου, αφηγείται μια ιστορία εκ πρώτης όψεως απλή που καταφέρνει, εκτός από τον εσωτερικό κόσμο των πρωταγωνιστών, να αποτυπώσει εναργέστατα και την Αμερική του 1967, με τις συγκρούσεις στο εσωτερικό της, τους ειρηνιστές που διαδήλωναν την αντίθεσή τους στον πόλεμο στο Βιετνάμ κι εκείνους που γίνονταν εθελοντές στο στρατό.
Με γραφή σφριγηλή και αδρή ο Wolff διεισδύει αποτελεσματικά στην ενδοχώρα του ψυχισμού, χρησιμοποιεί την παραβατικότητα και συγκεκριμένα την κλοπή –στο μυθιστόρημά του «Το παλιό σχολείο» είχε επιστρατεύσει τη λογοκλοπή για τον ίδιο λόγο- προκειμένου να ανιχνεύσει μέσα από την ενοχή και τη δαιμονοποίησή της σε αυστηρά ελεγχόμενα κοινωνικά σύνολα, όπως ο στρατός εν προκειμένω, το πώς τα καλά κρυμμένα άνθη του κακού, τα ανομολόγητα, όταν σπαρθούν βγάζουν στην επιφάνεια ένστικτα, επιθυμίες, σκέψεις, αντιδράσεις του ανθρώπου που ίσως να μην έκαναν την εμφάνισή τους κάτω από άλλες συνθήκες.

Ταυτόχρονα, φλερτάρει με το άλλο του «αγαπημένο» θέμα: την αποτυχία που στην αμερικανική κοινωνία της οποίας το ανυπέρβλητο όνειρο είναι ο πλούτος, η ευμάρεια, η καταξίωση, η αποτυχία θεωρείται ακόμα πιο «απόβλητη», ακόμα πιο περιθωριακή, ακόμα πιο ακραία από οπουδήποτε αλλού. «…αναρωτήθηκε για πιο λόγο ένιωθε ικανοποίηση όταν έχανε. Αν συνέχιζε έτσι, η αποτυχία θα του γινόταν συνήθεια, και δεν θα μάθαινε ποτέ να στέκεται στα πόδια του…». Ο Wolff αποδομεί και απομυθοποιεί εκ των έσω την κοινωνική πραγματικότητα, κρατώντας μια χρυσή ισορροπία με το ξετύλιγμα της πλοκής της ιστορίας του, ενώ την ίδια ώρα σπέρνει το σαρκασμό και την ειρωνεία πίσω από τις γραμμές, περιβάλλοντας όμως με κατανόηση, τρυφερότητα και ανθρωπιά τους ήρωές του.
Ένας νεαρός κατατάσσεται στο στρατό, προκειμένου να ξεφύγει από τη σκιά μιας διαλυμένης οικογένειας και να αποκτήσει ο ίδιος ένα σκοπό στη ζωή του, ένα λόγο ύπαρξης. Ο στρατός δεν θα αποδειχθεί και πολύ καλή ιδέα τελικά. «…Ο τύπος που καθόταν απέναντί μου έβαλε τα γέλια. Το ίδιο έκαναν και αρκετοί άλλοι. Εγώ δεν γέλασα, παρότι ένιωσα την παρόρμηση. Ο άνθρωπος που κειτόταν πλάι στον δρόμο ήταν ζωντανός πριν από μία ώρα, και τώρα ήταν πεθαμένος. Γιατί μ’ έκανε αυτό να θέλω να χαμογελάσω;…». Ο παραλογισμός και η σκληρότητα που αναπτύσσεται εντός των συρματοπλεγμάτων του στρατού, εξωθεί τους νεοσύλλεκτους στα όριά τους· είτε να αντιδρούν με τρόπο απρόβλεπτο, θέτοντας σε κίνδυνο ακόμη και τη σωματικής τους ακεραιότητα, μαγνητισμένοι από τις διαταγές των ανωτέρων τους και ανίκανοι να διακρίνουν το λογικό· είτε να ψάχνουν να βρουν διέξοδο για την έκφραση των επιθυμιών και την ικανοποίηση των ενστίκτων τους.

Η επιθυμία –παρά κάθε προσπάθεια να εξοστρακιστεί- θα βρει τρόπο να εισχωρήσει μέσα στα αγκαθωτά σύρματα του στρατοπέδου κι εκείνος που θα καταληφθεί από την ισχύ της –θα επιθυμήσει να κοιμηθεί με μια γυναίκα που οφείλει να πληρώσει και αναζητά απεγνωσμένα τον τρόπο να ικανοποιήσει την ανάγκη του-, θα πληρώσει το τίμημα του αχαλίνωτου «θέλω» του. Η κλοπή είναι το σύμπτωμα που θα αποκαλύψει μια ολόκληρη ψυχοπαθολογία του κόσμου αυτού που περιορίζεται μέσα στα συρματοπλέγματα και περιμένει την αποστολή του στο Βιετνάμ για να νιώσει δικαιωμένος, αφαιρώντας ανθρώπινες ζωές. «…Η όψη του ταραγμένη. Πρώτη φορά αντίκριζα τέτοιο πρόσωπο, γεμάτο με τόση ταπείνωση και τόσο φόβο, και η εικόνα αυτή έμεινε για πάντα χαραγμένη στο μυαλό μου. Το ίδιο πρόσωπο είχαν οι Βιετναμέζοι που ανακρίναμε, στα σπίτια των οποίων κάναμε έρευνες και μερικές φορές τα καίγαμε…».