Sunday, September 27, 2009

Ταξιδεύοντας στα έγκατα του ανθρώπου

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο, 26/9/2009)

"
...Το χρυσάφι δεν αξίζει τίποτα, δεν πρέπει να το φοβάσαι, είναι σαν τους σκορπιούς που τσιμπούν μονάχα εκείνον που τους φοβάται... Εσείς οι άλλοι, ο κόσμος, πιστεύετε πως το χρυσάφι είναι ό,τι πιο δυνατό και ποθητό, και γι' αυτό πολεμάτε. Ο κόσμος θα πεθάνει παντού για να αποκτήσει χρυσάφι..."






Ένα παιδί αναγκάζεται να ενηλικιωθεί μέσα στον απόηχο της δυτικής αποικιοκρατίας και τους καπνούς του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η προσωπική του περιπλάνηση σημαδεύεται από την αναζήτηση του
“Άγνωστου Κουρσάρου”και του κρυμμένου του θησαυρού. Θα αφιερώσει τριάντα χρόνια από τη ζωή του αναζητώντας το χρυσάφι που υπήρχε μέσα του, στην ψυχή του, στη μοναξιά του, στην αθωότητά του, στην αγάπη του για τους άλλους.
Ο γυρευτής του χρυσού” που κυκλοφορεί από το 1986 στη χώρα μας από τις Εκδόσεις Χατζηνικολή σε μετάφραση της Λήδας Παλλαντίου, είναι ένα μυθιστόρημα που υπηρετεί με απόλυτη ακρίβεια όλα εκείνα που θίγει “Στο δάσος με τα παράδοξα”, το κείμενο της ομιλίας του ο -τιμηθείς με το βραβείο Νόμπελ για το 2008- συγγραφέας J. M. G. Le Clézio (Jean Marie Gustave Le Clézio) προς τη Σουηδική Ακαδημία. Είναι ένα βιβλίο συνεπές με την ουμανιστική πορεία στη λογοτεχνία του δημιουργού του. Ένα βιβλίο με κέντρο του τον άνθρωπο, από τον άνθρωπο και για τον άνθρωπο.
Η μαγευτική αφήγηση του
Le Clézio ξεδιπλώνει ένα ονειρικό ταξίδι στα μύχια της αθωότητας και της παιδικής ηλικίας.“...Η θάλασσα είναι μέσα στο κεφάλι μου κι όταν κλείνω τα μάτια, τη βλέπω και την ακούω καλύτερα, διακρίνω κάθε ρόχθο των κυμάτων που τα χωρίζουν ξέρες κι ύστερα ξανασμίγουν για να σπάσουν στο γιαλό...”. Στον παράδεισο του πυρήνα μιας οικογένειας στο εξωτικό Μπουκάν του Μαυρικίου που χτυπιέται τελικά από έναν τυφώνα, η Λώρα και ο Αλέξης (Αλί), τα παιδιά, έρχονται αντιμέτωπα με τη σκληρή πραγματικότητα. Η πτώση από τον παράδεισο. Τα όνειρα του πατέρα ρημάζονται. “...Τίποτα δεν υπάρχει πια, τίποτα δεν συμβαίνει. Υπάρχει μόνο αυτό, αυτό που νιώθω, αυτό που βλέπω, ο καταγάλανος ουρανός, ο αχός της θάλασσας που λυσσομανά πάνω στις ξέρες και το δροσερό νερό που κυλά γύρω από το δέρμα μου... Όλα όσα νιώθω, όλα όσα βλέπω μου φαίνονται αιώνια. Δεν ξέρω πως σε λίγο θα χαθούν...”. Το τέλος είναι παρόν. Η μητέρα ζωντανή-νεκρή. Η χρεοκοπία συμπαρασύρει για το γιο την ελπίδα και το όνειρο της επίτευξης ενός μεγάλου σκοπού. Του δικού του σκοπού. Και η οδύσσεια αρχινά. Προς τη χίμαιρα. Προς την κατάκτηση της προσωπικής ελευθερίας, προς την πραγμάτωση της ίδιας του της ανθρώπινης υπόστασης. ...υπάρχει ένα θεσπέσιο ουράνιο τόξο... τα ουράνια τόξα είναι οι στράτες της βροχής. Το ουράνιο τόξο είναι δυνατό, στηρίζεται στη δύση, στη βάση των βουνών...”.
Ο συγγραφέας παίρνει στα χέρια του τη “φροντίδα της ψυχής” των ηρώων του, με μαεστρία, γλυκύτητα, αλήθεια, τρυφερότητα και συμπόνια
. Κατορθώνει στο πρώτο μισό της ιστορίας του να μαγέψει τόσο τον αναγνώστη, να τον κερδίσει με τη φαινομενικά απλή πλοκή και την ασύλληπτα γοητευτική αφήγηση που ενώ περιγράφει λυρικά στοιχεία δεν είναι λυρική, με έναν τρόπο ανεπαίσθητο σαν χάδι, ώστε στο δεύτερο μισό του βιβλίου του μπορεί να τον παρασύρει στα πολεμικά χαρακώματα και να τον φέρει αντιμέτωπο με την ίδια την αγριότητα μέσα και γύρω του. “...Ο άνεμος δεν γερνά, η θάλασσα δεν έχει ηλικία. Ο ήλιος κι ο ουρανός είναι αιώνιοι...”.

Ο Αλέξης, ο κεντρικός ήρωας και αφηγητής, θα μπαρκάρει στα καράβια για να αναζητήσει το δικό του μυστηριώδη παράδεισο, ακολουθώντας τα χνάρια του Άγνωστου Κουρσάρου.
“... Έτσι, άρχισα να ζω συντροφιά με τον άγνωστο Κουρσάρο, τον Privateer, όπως τον έλεγε ο πατέρας μου. Όλα εκείνα τα χρόνια, αυτόν σκεφτόμουν, αυτόν ονειρευόμουν. Μοιραζόταν τη ζωή μου και τη μοναξιά μου...”. Ο ήρωας ταλαιπωρείται και ανησυχεί μέσα του όχι για το γενικό κακό που πλησιάζει όσο η οσμή του πολέμου αρχίζει να ποτίζει την ατμόσφαιρα, αλλά για το κενό που μένει μέσα του από την απομάκρυνσή του από τους ανθρώπους που αγαπάει και τον αγαπούν. Και από κει που αναγνώστης νόμιζε ότι διάβαζε μια πολύ προσωπική ιστορία, πολύχρωμη, με θαλασσοπόρους, κουρσάρους (“...Άραγε αυτός ο θησαυρός που κυνηγώ μέσα στο όνειρό μου, υπάρχει στην πραγματικότητα; ...”), λιμάνια, θύελλες, ψαρέματα, θησαυρούς, καπετάνιους, κορίτσια, μια αργόσυρτη και σχεδόν τραγουδιστή ιστορία που τον βυθίζει στα δικά του χρόνια της παιδικότητας και της λογοτεχνίας στα σπάργανα, απαλά και με γούστο, ο συγγραφέας του ανακατεύει αλλιώς τα χαρτιά της τράπουλας· του αναποδογυρίζει τα δεδομένα, τον φέρνει αντιμέτωπο με πανανθρώπινα ζητήματα, με την ίδια την Ιστορία και την τροπή της.

Ο Αλέξης θα ανακαλύψει τελικά το δικό του νόημα στη ζωή, βγαίνοντας μπαρουτοκαπνισμένος μέσα και από τις φλόγες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. “... Ο κάματος, η πείνα, ο πυρετός θόλωσαν τη μνήμη μας, έφθειραν το αποτύπωμα των αναμνήσεών μας. Γιατί να 'μαστε σήμερα εδώ; Θαμμένοι μέσα στα χαρακώματα, με το πρόσωπο μαυρισμένο από τον καπνό, με τα ρούχα κουρελιασμένα, δύσκαμπτοι από την ξερή λάσπη, μήνες τώρα μέσα σ' αυτή η μυρωδιά του αποχωρητηρίου και του θανάτου. Ο θάνατος μας έγινε οικείος, αδιάφορος...”. Ο αναγνώστης δεν είναι σίγουρος πια αν διαβάζει μόνο μια ατομική οδύσσεια αναζήτησης του θησαυρού ενός 'Αγνωστου Κουρσάρου. Προφανώς και δεν διαβάζει μόνον αυτό, απλώς ο συγγραφέας δεν θέλησε κραυγαλέα να του πει τα μυστικά του. Προτίμησε να του τα ψιθυρίσει στ' αυτί σαν παραμύθι, μαγεύοντας και απομαγεύοντάς τον. Αυτό είναι λογοτεχνία, του ανθρώπου και όχι της λογοτεχνίας και μόνον.

O J. M. G. Le Clézio απευθύνεται απλά αλλά με μαστοριά και ειλικρίνεια στην ψυχή, στην ολότητα του ανθρώπου, στη λογική, τα αισθήματα και τα ένστικτά του. Τον φέρνει να δει την αδυναμία του και φυσικά την απέραντη ομορφιά της. “...Ζώντας στο χώρο του, πιστεύω πως άρχισα να μοιάζω λιγάκι με τον Κουρσάρο. Μια παρωδία κουρσάρου δίχως καράβι, που βγήκε κατασκονισμένος και ρακένδυτος από τον κρυψώνα του...”. Γιατί αυτή δεν είναι η μεγαλύτερη δύναμη; Να ξέρεις ότι είσαι αδύναμος και μες στη ματαιότητα των πάντων να συνεχίζεις να παλεύεις για να αποκαλύπτεις απλώς κι άλλη από την τρωτότητα και την αδυναμία σου. Είναι ένα βιβλίο για τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά και για όλους μαζί συνάμα.




Wednesday, September 23, 2009

Επίμονος κηπουρός















"Ο παράδεισος και η κόλαση έχουν τα πλεονεκτήματά τους: ο παράδεισος το κλίμα του και η κόλαση τους θαμώνες της", Pascal Imaho*



*Από την υπέροχη έκδοση αισθητικά, με το μεταξένιο εξώφυλλο με τα καταπληκτικά σχέδια, "Το λεξικό του απόλυτου κυνισμού" του Rolland Jaccard, με σχέδια του Roland Topor, σε μετάφραση της Ρούλας Τσιτούρη, από τις εκδόσεις ποταμός



Tuesday, September 22, 2009

Debate (εμπλουτισμένο)

-Δάσκαλε, τι είναι αυτό στο δρόμο; ρωτάω, η "νεοσσός" οδηγός, το Δάσκαλο δίπλα μου, αφού ακούω να τρίζει πάνω στο αμάξωμα κάτι σαν πίσσα, σαν λεπτό χαλίκι, απλώς απροσδιορίστου συστάσεως, ενώ το αυτοκίνητο στον επαρχιακό δρόμο συνεχίζει τα σκαμπανεβάσματα στις τόσο συνηθισμένες λακκούβες που αν δεν υπήρχαν, πραγματικά θα απορούσαμε.

-Κάτι σαν ασφάλτος... Χώμα, λάσπη, πίσσα, ποιος ξέρει. Κάτι σαν άσφαλτος. Προεκλογικά. Κάτι σαν άσφαλτος...

Saturday, September 19, 2009

Σεξ, ναρκωτικά, ροκ'ν'ρολ, μυστικά και ψυχανάλυση

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο, 19/9/2009)

...Το νόμισμά μου είναι τα μυστικά: τα χρησιμοποιώ για να βγάζω τα προς το ζην. Μυστικά της επιθυμίας όσων θέλει πραγματικά ο κόσμος και όσων φοβάται περισσότερο. Μυστικά σχετικά με το γιατί η αγάπη είναι δύσκολη, το σεξ περίπλοκο, η ζωή επίπονη και ο θάνατος τόσο κοντά, παρόλο που τοποθετείται πολύ μακριά. Γιατί η ηδονή και η τιμωρία συγγενεύουν τόσο; Με ποιο τρόπο μιλάνε τα σώματά μας; Γιατί αρρωσταίνουμε τους εαυτούς μας; Γιατί να επιθυμεί κανείς την αποτυχία; Γιατί η ηδονή είναι αβάσταχτη;...”



Ένα απολαυστικό μυθιστόρημα για την αναζήτηση της επιθυμίας και την επιτακτική ανάγκη απελευθέρωσή της στη ζωή ενός ανθρώπου. Ο Χανίφ Κιουρέισι (Hanif Kureishi) στο βιβλίο του “Κάτι έχω να σας πω” που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις εκδόσεις Καστανιώτη, σε μετάφραση Αντώνη Καλοκύρη, με υποδειγματική οξυδέρκεια ανατέμνει το συνεχές μαρτύριο των ενοχών, των συμπλεγμάτων και των “συμπτωμάτων” της ενηλικίωσης, παραδίδοντας μια ελκυστική ιστορία έντονα σκιαγραφημένων χαρακτήρων. Στο Λονδίνο και τα προάστιά του. Από τη δεκαετία του '70 μέχρι και σήμερα, παρακολουθώντας τη ζωή ενός ψυχαναλυτή.“...Στο βαθύτερο επίπεδο οι άνθρωποι είναι πολύ πιο τρελοί απ' όσο θέλουν να πιστεύουν. Θα διαπιστώσετε ότι φοβούνται μήπως φαγωθούν και τρομάζουν από την επιθυμία τους να καταβροχθίσουν άλλους...”.

Τι κρύβεται πίσω από την πολυθρόνα του θεραπευτή; Ίσως κι ένας αδιάλειπτα θεραπευόμενος; Κάτω από το κοστούμι του αξιοσέβαστου μοδάτου επιστήμονα ποια ψυχική χλωρίδα και πανίδα παρεπιδημεί; Ένα έγκλημα πώς μπορεί να κρατηθεί κρυφό από εκείνον που αναγκάζεται καθημερινά να “ξεκλειδώνει” με το δικό του υποσυνείδητο τις αφανείς φαντασιώσεις, τις εμμονές, τα μυστικά, τις επιθυμίες των άλλων; ...Η ψυχανάλυση αποτελεί το λιγότερο μία άσκηση στην απώλεια των ψευδαισθήσεων...”. Ο ήρωας-αφηγητής που επιλέγει να πλάσει ο Κιουρέισι στο μυθιστόρημά του, ταυτίζεται με το συγγραφέα στη διαδικασία της ανασκαφής. Βγάζουν και οι δύο στην επιφάνεια αισθήματα, σκέψεις, λέξεις που δύσκολα ομολογούνται χωρίς τη σύμβαση είτε της ψυχανάλυσης είτε της λογοτεχνίας. “...Είμαι ο βοηθός ενός βιογράφου, η μαία των φαντασιώσεων των ασθενών μου, που ξανανοίγουν τις πληγές και ελευθερώνουν τις φωνές τους δημιουργώντας ένα είδος ερωτισμού μέσω της ομιλίας, αποκαλύπτοντας τις αλήθειες τους ως ψευδαισθήσεις. Η ψυχανάλυση καθιστά αλλόκοτο το οικείο και μας κάνει να αναρωτιόμαστε πού σταματούν τα όνειρα και αρχίζει η πραγματικότητα -αν δηλαδή η πραγματικότητα αρχίσει ποτέ...”.

Ωστόσο, ο συγγραφέας επιλέγει μια στέρεη, απολύτως αληθοφανή και γοητευτική, πραγματικότητα για να στήσει τους χαρακτήρες του. Πρόκειται για τη διαδικασία ωρίμανσης του πρωταγωνιστή Τζαμάλ που παλεύει με τα φαντάσματα ενός ματαιωμένου έρωτα (“...Όλοι κάποια στιγμή βρίσκονται με ραγισμένη την καρδιά...”) κι ενός νεκρού ανθρώπου, στο σήμερα, μεγαλώνοντας ταυτόχρονα τον αγαπημένο του έφηβο γιο, ζώντας μαζί με το φίλο του Χένρυ, το χωρισμένο πρωτοποριακό σκηνοθέτη που ερωτεύεται τη Μίριαμ, αδερφή του Τζαμάλ, μια γυναίκα απολύτως ενστικτώδη -στα όρια της παρανομίας και του παραλόγου. Στο πολυπολιτισμικό παζλ του μητροπολιτικού Λονδίνου, όπου η σεξουαλική ελευθερία αποτελεί αυτοσκοπό και εκτόνωση για τους καταπιεσμένους ανθρώπους από τα οικογενειακά, εθνικά, πολιτισμικά, θρησκευτικά, συναισθηματικά και κάθε είδους δεσμά τους, οι παραισθήσεις των ναρκωτικών, όπως παρουσιάζονται από τον Κιουρέισι, είναι απλώς το φόντο μιας ροκ'ν'ρολ κουλτούρας -μπορεί και παρωχημένης- η οποία αγωνίζεται να βρει προσανατολισμό και λόγο ύπαρξης στην κινούμενη άμμο του αδυσώπητου παρόντος.

Τα οράματα έχουν θρυμματιστεί και έχουν δώσει τη θέση τους σε μια καθημερινότητα που παραγκωνίζει τις πραγματικές, βαθύτερες, ζώσες επιθυμίες, τις κοιμίζει με την υπνωτιστική κατανάλωση και αποξενώνει τον άνθρωπο από τον ίδιο του τον εαυτό, όσο είναι απασχολημένος να κυνηγά τους τεχνητούς του παραδείσους, τους αποστειρωμένους από την επιθυμία της ηδονής. “...Η ηδονή συνεπάγεται ότι θα λερώσεις τα χέρια και το μυαλό σου, και ότι απειλείσαι˙ υπάρχει φόβος, αποστροφή, αυτο-οικτιρμός και ηθική ανεπάρκεια. Η ηδονή δεν είναι εύκολη υπόθεση˙ κάποιοι, ίσως ούτε καν οι περισσότεροι, δεν άντεχαν στην αναζήτησή της...”. Η ιστορία που φτιάχνει ο Κιουρέισι έχει ενδιαφέρον όχι μόνο για τις πτυχές της πλοκής που θέτει σε εγρήγορση των αναγνώστη να παρακολουθήσει με αγωνία, αλλά κυρίως γιατί φέρνει τον αναγνώστη αντιμέτωπο με τον εαυτό του: να αναμετρηθεί με τα δικά του φαντάσματα, τους “σκελετούς στην ντουλάπα” του παρελθόντος του, να αναρωτηθεί για τις δικές του επιθυμίες και κατά πόσο αφέθηκε σ' αυτές, τις επεδίωξε, τις άφησε να ανθίσουν. ...το να αντιμετωπίσεις την πραγματικότητα είναι ολόκληρη τέχνη...”. Όπως έλεγε και ο Ντοστογιέφσκι για την ελευθερία, “ένα και μόνο πράγμα θεωρούν οι άνθρωποι προτιμότερο από την ελευθερία: τη σκλαβιά”.

Το εύρημα του συγγραφέα να “ψυχαναλύει” μέσα από τους ήρωές του την ίδια την εποχή και το σύγχρονο άνθρωπο που παραπαίει συχνά σε μονοπάτια ανηδονισμού, χωρίς να καταφεύγει ο Κιουρέισι σε δοκιμιακά “κηρύγματα” κουραστικά μέσα σε ένα μυθιστόρημα, τον οδηγεί απλώς σε αποφθευγματικές δηλώσεις που αστράφτουν είτε από κυνισμό είτε από ειρωνεία είτε απλώς από ειλικρίνεια.“...Τελικά, τι είναι εκείνο που καθορίζει ποιοι χρήζουν ψυχανάλυσης; Ουσιαστικά πρόκειται για κάτι βαθύτατα ανθρώπινο, η αναγνώριση του ανεξήγητου πόνου και κάποια περιέργεια για τον εσωτερικό τους κόσμο... Πάντως, προς έκπληξη πολλών, η ψυχανάλυση δεν κάνει τους ανθρώπους να φέρονται καλύτερα ούτε τους βελτιώνει ηθικά. Μπορεί κάλλιστα να τους κάνει πιο ενοχλητικούς, πιο εριστικούς, πιο απαιτητικούς, ενισχύοντας την επίγνωση της επιθυμίας τους με αποτέλεσμα να δέχονται λιγότερο την εξουσία των άλλων. Υπό αυτή την έννοια είναι υπονομευτική και απελευθερωτική. Απ' την άλλη υπάρχουν ελάχιστοι άνθρωποι που, όταν γεράσουν, εύχονται να είχαν ζήσει μια πιο ενάρετη ζωή...”.

Ταυτόχρονα, ο συγγραφέας είναι σαν να σκύβει να αφουγκραστεί πάνω από τις ίδιες του τις λέξεις, τον αναγνώστη του.“...Η ακρόαση δεν αποτελεί απλώς ένα είδος έρωτα, είναι έρωτας...”. Κόβει με το νυστέρι του την οικονομική, κοινωνική, πολιτική, πραγματικότητα, μόνο και μόνο για να αφήσει την ψυχή του ιδιότυπου “συνομιλητή” του να ανασάνει, να βγάλει τα συμπεράσματά της, να αφήσει τις επιθυμίες της να κρυφοκοιτάξουν από την άκρη της σελίδας. Οι πληγωμένοι και ηττημένοι από τον εαυτόν τους ήρωές του ζητούν τη συγχώρεση και τη γαλήνη και το απάγκιο μέσα στην ίδια τους την ανθρωπινότητα. Δεν ψάχνουν ούτε θεούς ούτε δαίμονες ούτε σωτήρες ούτε μεσσίες που θα τους λυτρώσουν. Μόνο τον εαυτόν τους ζητούν να δουν στο είδωλο που καθρεφτίζεται στη ματιά του απέναντι ανθρώπου, προσβλέποντας μόνο να παραμείνουν ζωντανοί μέσα από τις επιθυμίες τους.“...ο πλατωνικός έρωτας αποτελεί όπλο που δεν γνωρίζεις ότι είναι γεμάτο...”.



Wednesday, September 16, 2009

Η εστέτ θάλασσα του Σεπτέμβρη

Χαίρομαι όταν κατορθώνουν οι λέξεις να νικηθούν και δεν μπορούν να περιγράψουν πια την ομορφιά. Δεν αντέχουν οι φθόγγοι τους να αρθρώσουν την αλήθεια. Χάνουν την πρωτοκαθεδρία τους.
Η θάλασσα του Σεπτέμβρη ευθύνεται. Και ο ήλιος της. Και τα μικρά της σύννεφα για ίσκιο. Τα καραβάκια βαθιά στον ορίζοντα μοιάζουν με μικρούς αναπνευστήρες που ανασαίνει η ματιά σου. Το νερό να σε καλύπτει, να διαπερνά τα αυτιά και τα κόκκαλά σου, να ακούς την αναπνοή σου από αρχέγονα βάθη, να νιώθεις τις πληγές που γλύφει το αλάτι, τα εξαρθρωμένα κόκκαλα από τους μικρούς και τους μεγάλους υπολογιστές. Ανοίγει το θολωμένο βλέμμα από τις οθόνες και σκορπίζεται όσο το χωράει η ίδια η θάλασσα. Μια γεροντική φωνή αντηχεί "Γιαλό γιαλό πηγαίναμε", τραγουδάει κι ακούς τις ρωγμές της ζωής της, όσα έκανε κι όσα δεν έκανε πώς σμιλέψανε το λαιμό της, πώς καταφάγανε το λαρύγγι της. Την αρμονία της, σαν τραγούδι των σειρήνων, σπάει η σύγχρονη μιζέρια: "Κυρία μου, στο μπάνιο σας να πάτε να τραγουδήσετε, δεν είναι το τραγούδι σας του γούστου όλων".
Και οι γέροι, σταφιδιασμένοι από τον ήλιο, με τα ρημαγμένα σώματα που δεν το βάζουν κάτω. Δοσμένοι στην υπέρτερη ευχαρίστηση του νερού. Και οι παρέες. Οι ανδρικές φιλίες. Ο ένας δεν μπορεί να καταλάβει το γιο του, με τίποτα. Και σκοτώνονται. Άλλοι κόσμοι. Και οι γυναικοπαρέες με τα γνωστά τετριμμένα, τι μαγειρέψανε σήμερα, πού σπουδάζουν τα παιδιά, οι πιο τολμηρές κατ' ιδίαν άμα τις απάτησε πότε ο άντρας τους, που το ξέρανε, αλλά το συγχωρήσανε και άλλα τέτοια, οκτακόσια χρόνια παντρεμένοι.
Θόρυβος. Μακρινός. Από την ακτή. Εσύ μέσα. Στα ύψη και τα βάθη σου. Διακρίνεις μια μανούλα με το λευκό της μωρό στη αγκαλιά να ανατριχιάζει το μικρούλι από το νερό, να προσπαθεί να το πιάσει κι αυτό όλο να του ξεφεύγει. Και να γελάει. Και να σουφρώνει τα χειλάκια του. Κάπως έτσι σου ξεφεύγει κι εσένα η θάλασσα και ο χρόνος. Τον σταμάτησε το χρόνο σήμερα το νερό.
Και μέτρησε για αιωνιότητα το ηδονικό βύθισμα στην αρχή στα διάφανα σαν λευκά και μετά στα μπλε καταμπλέ νερα. Δεν υπάρχει τίποτα έξω από έδω που να σε αφορά, αν δεν περάσει από το μυαλό σου με επιμονή κι αντέξει μέσα στο νερό.
Νερό κι εσύ. Του Ιουλίου η θάλασσα είναι κρύα -περιμένει να την ζεστάνεις εσύ- κι έξω καίει ο τόπος, γι' αυτό σ' αρέσει πιο πολύ. Το διάβασμα στην παραλία είνα άθλος. Τι αντέχει, ποιος αντέχει να διαβαστεί εκεί; Του Αυγούστου τα νερά, νερόβραστα, ζεστά σαν κάτουρο, σίγουρα γεμάτα απ' αυτό, με ένα ελαφρύ μελτεμάκι να σε δροσίζει απέξω. Και του Σεπτέμβρη η βουτιά στον Αργολικό είναι σαν διακοπές στη Ρόδο του 2004. Δροσερή θάλασσα, καθαρή παραλία, λίγοι άνθρωποι, όχι πολλά λόγια, μεγάλη χαρά.
Η εστέτ θάλασσα του Σεπτέμβρη θέλει να σε ζεστάνει εκείνη που μπαίνεις μέσα παγωμένος, διστακτικός, δεν ξέρεις αν σε θέλει, δεν σε θέλει. Κι εκείνη παραμένει γαλήνια, μέχρι ανησυχίας. Κυματισμός μηδέν.
Η αρχετυπική μήτρα που σε ξέβρασε σ΄αυτον τον κόσμο, κάποτε σε φιλοξενεί και σε περιθάλπει. Σαν τούτη την ώρα. Σε τυλίγει μια ευδαιμονία που θα τη ζήλευαν και οι θεοί, άμα είναι θεοί και ήρθαν από το πουθενά και πάνε στο τίποτα. Εσύ από πού ήρθες; Τι σε έφερε εδώ;
Το ίδιο σκιερό τούνελ ευτυχίας σε περιβάλλει με τους αγαπημένους σου άλλους, όταν είστε στα ίδια μήκη κύματος. Σπάνια, αλλά υπολογίσιμα όσο τίποτα. Τα μήκη κύματος. Αναλλοίωτα ζητάς να μείνουν. Γιατί να μην μείνουν;
¨Γιαλό γιαλό πηγαίναμε...¨. Τα σημάδια από την καλοκαιρινή ηλιοθεραπεία αναζωογονούνται. Τα κορδόνια του μαγιό στάζουν νερά και όταν βγαίνεις πια στο δρόμο με τα βρεγμένα ρούχα και μαλλιά και τους κρυστάλλους τ΄ αλατιού να σφίγγουν στο δέρμα σου και να στραφταλίζουν, αισθάνεσαι πολύ εκτυφλωτικά σαν καλοκαίρι που πέρασε, ανάμεσα στους καθωσπρέπει άλλους γύρω σου. Το πλατύγυρο καπέλο και τα σκούρα γυαλιά κρατάνε λίγο από τον ίσκιο της ευδαιμονίας σου και για ύστερα. Σου υπόσχονται να μην ψιθυρίσουν το μυστικό σου στην άμμο και φυτρώσουν καλάμια και άντε να μαζέψεις αυτές τις ήσυχες μέρες του Σεπτέμβρη από τ΄αυτιά του βουερού πλήθους που λείπει από την παραλία. Ζει ο βασιλιάς; ρωτάς τη σταφιδιασμένη γοργόνα στ΄ακρογιάλι που τραγουδάει τα κύματά της. Ζει, σου λέει εκείνη κοροϊδευτικά για όσο θες εσύ και βουτάει αμετανόητα στα νερά να κρύψει τις ζάρες της, την ψαρένια της ουρά, τα παρηκμασμένα της μαλλιά που θα τα μοιράσει φύκια στη θάλασσα.

Saturday, September 12, 2009

Ο «μίτος» της ανθρώπινης ψυχής

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 12/9/2009)

«…Η έκφρασή του δεν άλλαζε ποτέ. Ξύπνιος και κοιμισμένος, ήταν το ίδιο ανέκφραστος σαν μούμια ή σαν φωτογραφία διαβατηρίου. Αναρωτιόμουν αν περνούσαν σκέψεις από το μυαλό του, ή αν κι αυτό, όπως και το πρόσωπό του, ήταν μια tabula rasa, χωρίς μνήμη ή ελπίδα ή γνώση, όπως λέγεται ότι είναι το μυαλό των ζώων, γνωρίζοντας μόνο το φόβο και την ανάγκη για φυγή…»



Με λογοτεχνικό φόντο στο βάθος του κάδρου τα μυθιστορηματικά αρχοντικά της Τζέιν Ώστιν, της Έμιλυ και της Σάρλοτ Μπροντέ, η Ρουθ Ρέντελ υπογράφοντας ως Μπάρμπαρα Βάιν, στο μυθιστόρημά της «Ο Μινώταυρος» που κυκλοφορεί στη χώρα μας σε μετάφραση του Ερρίκου Μπαρτζινόπουλου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, ξεσκεπάζει τις δηλητηριώδεις φλόγες που κατατρώγουν τους αρμούς μιας επαρχιακής οικογένειας στην Αγγλία της δεκαετίας του ’60. Στήνει το μυστήριο της ιστορίας της πάνω στο σκοτεινό ψυχολογικό υπόβαθρο των πρωταγωνιστών της και υφαίνει ένα σκηνικό που αποκαλύπτει όλες τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί στη βρετανική κοινωνία μέσα στο δεύτερο μισό του 20ου

αιώνα.

Η συγγραφέας με υποδειγματική μαεστρία δομεί απόλυτα ολοκληρωμένους χαρακτήρες των οποίων ξεδιπλώνει την ιδιοσυστασία με ρυθμό τέτοιο που διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Η αφήγησή της σε μαγνητίζει και σε απορροφά. Σε εμπλέκει συναισθηματικά με τους ήρωές της. Συμπάσχεις αναπόφευκτα, καθώς κατορθώνει τόσο πειστικά να αναπαριστά το κοινωνικό πλαίσιο μιας εποχής, να το διερευνά και να το σχολιάζει, αλλά και να συστήνει έναν κύκλο ηρώων που σφίγγει γύρω του τον κλοιό και αναγκάζει τον καθένα ξεχωριστά να φέρει στο φως τις πιο βαθιές και σκοτεινές και μύχιες πτυχές της ψυχής τους. «…Η ανθρώπινη ατιμία με σοκάριζε την εποχή εκείνη. Λυπάμαι που το λέω, αλλά σπάνια με σοκάρει τώρα. Μέχρι να φτάσει κανείς στην ηλικίας μου, έχει δει πάρα πολλά, ώστε να μην αισθάνεσαι τίποτ’ άλλο εκτός από θλίψη. Αλλά την εποχή εκείνη σοκαριζόμουν εύκολα, και το έδειχνα μ’ ένα βλέμμα κι ένα επιφώνημα…».

Η Ρουθ Ρέντελ ξεδιπλώνει την πλοκή της με ακρίβεια, υπηρετώντας στην εντέλεια τις γραμμές της αστυνομικής λογοτεχνίας. Φυσικά δεν μένει μόνον εκεί. «…’’Τρία πράγματα εξασφαλίζουν την ισχύ’’, είπε ο Μαρκ. ΄΄Το χρήμα, η ομορφιά και η επιμονή’’…». Τα μεγάλα «διαμάντια» του μυθιστορήματός της είναι οι ίδιοι οι χαρακτήρες της, γι’ αυτό και προχωρά λίγο πιο πέρα από το απλό αστυνομικό έργο. Διεισδύει στον ψυχικό κόσμο τους με εντυπωσιακή εμβρίθεια, ενώ περιγράφει εξονυχιστικά μεν αλλά με τέτοιο τρόπο που αφήνει τη φαντασία του αναγνώστη να αναπλάσει μόνη της και την εξωτερική παρουσία και εμφάνιση των ηρώων της Ρέντελ.

Το ιδιαίτερο σε αυτή την αστυνομική ιστορία είναι ότι ξεφεύγει από το σχεδόν «καθιερωμένο» αστικό τοπίο που συνηθίζουν οι σύγχρονοι συγγραφείς αστυνομικών βιβλίων να τοποθετούν την πλοκή τους. Η βρετανική επαρχία των μυθιστορημάτων του 19ου αιώνα είναι εκείνη που κρύβει τα ένοχα μυστικά μιας οικογένειας. Αρέσκεται άλλωστε η ίδια η συγγραφέας και σε πολλά άλλα βιβλία της να εισχωρεί στο βάθος του πυρήνα μιας οικογενειακής εστίας και να ξεμπροστιάζει τα «άρρωστα» σημεία των κυττάρων της. Την απασχολούν οι οικογενειακοί δεσμοί και η απομόνωση των ατόμων μέσα σε αυτή. «…Οι πλάτες είναι καμιά φορά εξίσου εύγλωττες με τα πρόσωπα, και η δική της, με στρογγυλούς ώμους, νωθρή κάτω από τη βαμβακερή εμπριμέ ποδιά και τη σκοροφαγωμένη γκρι φόρμα, με τους μυς να συσπώνται νευρικά, μου έλεγε ότι δεν είχε τίποτα να πει, και ότι θα το έβλεπε με καλό μάτι αν έφευγα από το σπίτι…». Τα οικογενειακά μυστικά λειτουργούν ερεθιστικά στις ιστορίες της. Η βία κάνει την εμφάνισή της είτε με την προφανή εξωτερική μορφή της, αλλά κυρίως με την υπόκωφη ψυχολογική της διάσταση. Ο φόβος γίνεται ένα από τα συστατικά της υποβλητικής ατμόσφαιρας που δημιουργεί για τον αναγνώστη της.

Το ελκυστικό στοιχείο της γραφής της είναι η λογοτεχνικότητα που διατηρεί, χωρίς να προδίδει το ξετύλιγμα του μίτου της ιστορίας της. «…Υπάρχει κάτι το τρομακτικό στη συνειδητοποίηση ότι μια φίλη σου οδεύει προς την τελείως λάθος κατεύθυνση, ενώ ταυτόχρονα ξέρεις ότι θα είναι άχρηστο και απλώς προσβλητικό αν την προειδοποιήσεις…».Η αφηγήτριά της στο «Μινώταυρο», η σουηδέζα Σάστιν (Κέρστιν για τους βρετανούς) Κβιστ, αρχίζει από το παρόν να ξεδιπλώνει το μονόλογό της, την απαλή και απολαυστική της πρόζα, περνώντας στα γεγονότα του παρελθόντος που κρύβουν φυσικά όλο το μυστήριο και τη λύση του. Με κοφτερή ματιά η Ρέντελ συνθέτει τον σπινθηροβόλο χαρακτήρα της Σάστιν και την εφοδιάζει με την απαιτούμενη περιέργεια και το ιδιαίτερο εκείνο βλέμμα (είναι γελοιογράφος στο επάγγελμα) του ανθρώπου που ενδιαφέρεται να καταλαβαίνει τι υπάρχει πιο βαθιά μέσα στους ανθρώπους, τι υπάρχει πίσω από τα πράγματα και τα δήθεν ατάραχα, φαινομενικά λιμνάζοντα, νερά. Κάνει τον αναγνώστη της να συμπαθήσει τον Τζον, τον άνθρωπο εκείνο που τον έχει απομονώσει η οικογένειά του για τους δικούς της λόγους.

Με ευστροφία και οξύνοια περιγράφει τις γυναικείες προσωπικότητες. Γνωρίζει την ψυχολογία τους και τις μεταπτώσεις τους και κατορθώνει να αποδίδει ενδελεχώς το προφίλ τους. Παρακολουθεί με ιδιαίτερη επιμονή τις αλλαγές που επέρχονται στη θέση τους στην κοινωνία, μέσα στο πλαίσιο της ιστορικής εξέλιξης. Χρησιμοποιεί πολύ τις εμμονές των ανθρώπων και επιχειρεί να ανιχνεύσει τον τρόπο που επιδρά στον κοινωνικό ιστό το έγκλημα. Τα αποτελέσματα μιας εγκληματικής φιγούρας στο περιβάλλον το άμεσο που κινείται αλλά και το ευρύτερο, είναι εκείνα που την απασχολούν ιδιαίτερα. Φυσικά, αναζητά και τα κίνητρα που την καθοδηγούν. Οι εκδηλώσεις της βίας σε μικρές κλειστές κοινωνίες είναι ένα θέμα που προκαλεί τη Ρέντελ και προσπαθεί να παραβιάσει τα άδυτά τους, προκειμένου να αποκαλύψει την κρυμμένη αλήθεια. Το ανθρώπινο μυαλό και οι απρόβλεπτες αντιδράσεις του βρίσκονται στο στόχαστρο των λογοτεχνικών της προθέσεων. Δεν είναι τυχαία η Ρουθ Ρέντελ μία από τις κορυφαίες συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων και ιστοριών μυστηρίου στη Βρετανία, με παγκόσμια εμβέλεια.


Tuesday, September 08, 2009

Το ανοιχτό αμαξάκι

Εκείνη είναι ένα ανοιχτό αμαξάκι. Ευαέρο και ευήλιο. Κουβαλάει μόνο κάπου κάπου κάτι υπερβολικές αποσκευές (αξεσουάρ, καλλυντικά και ρούχα) κι αυτό είναι επίπονο για τις αναρτήσεις της. Κατά τα άλλα είναι η Χαρά της ζωής. Της δικής μου ζωής. Η καλύτερή μου φίλη από το Σεπτέμβρη του 1998.
Ήταν η μόνη που κατάλαβε -όταν οι άλλοι νόμιζαν ότι είμαι ένα βαρετό οικογενειακό SUV- ότι ήθελα και ήμουν ένα νευρικό, γρήγορο αμαξάκι. Σπορ. Καμιά φορά κολλημένο στην κίνηση, αλλά νευρικό. Κάποτε με παράταγα από ζοχάδα στη μέση του δρόμου για να πάω με τα πόδια, αλλά ερχόταν το κάμπριο της φίλης μου και με περιέθαλπε. Έχουμε κάνει μέχρι και κόντρες στην παραλιακή μαζί.

Τύφλα να έχει η Θέλμα και η Λουίζ. Παράπονο δεν έχουμε και Μπραντ Πιτ περιλαμβάνει το road movie μας, μόνο που μας καθυστέρησαν λίγο παραπάνω οι άτιμοι και κάψαμε πολύ βενζίνη για δαύτους. Και δάκρυα. Και ακούσαμε τραγούδια. Πολλά τραγούδια. Και ήπιαμε κρασιά ικανά να γεμίσουμε βυτία-τελικά είναι αλήθεια, όσο κι αν το μετράω από τότε που άκουσα τη φράση- και κάναμε πολλά τσιγάρα. Χαλάσαμε πολύ χρόνο σε ατέλειωτες συζητήσεις. Για όλα. Και για κείνους που σχεδόν τους έχουμε ξεχάσει. Εκτός από κείνους που φροντίζουν να μην ξεχαστούν και παραμένουν ζωντανοί, τροφοδοτώντας το μύθο τους.

Εκείνο που παρέμενε η σταθερά μου, ήταν το χαμογελαστό Merry Christmas άτομο απέναντί μου, ακόμη κι όταν δεν ήταν μαζί μου, ακόμα κι όταν έκανα να της μιλήσω δύο χρόνια.
Αυτή που αργεί πάντα, που ξεχνάει ονόματα και πράγματα, αλλά θυμάται εκείνα που έχω ξεχάσει εγώ. Αυτή που πουλάει τρέλα και κορδέλα και χαρά και κέφι, όταν δεν θέλει να καταρρεύσει ή όταν θέλει να σώσει εμένα από τα πατώματα. Αυτή που και με 15 "ναβιγκάτορ" μαζί της, συνεχίζει να μην προσανατολίζεται και με αναγκάζει να παραμένω ενεργή συνοδηγός, η καλύτερη συνοδηγός, με μαντήλια στο λαιμό και κοκκαλάκια στα μαλλιά, γιατί μας τα ανεμίζουν τα κάμπριο μυαλά μας.

Είναι αυτή που περιμένω να βγει από τη σάουνα και το χαμάμ και το γυμναστήριο για να μοιραστώ στο τέλος της μέρας μου τον απολογισμό. Απόψε ήταν πολύ γλυκός και τρυφερός σαν τραγούδι του Αντώνη Καλογιάννη που μας μεγαλώσανε εν αγνοία τους οι μπαμπάδες μας. Εγώ εξακολουθώ να παίζω Καλογιάννη και Μητροπάνο και Μπιθικώτση και Μοσχολιού στο σιντί μου, εκείνη είναι κυνηγός ταλέντων. Στα 12 χρόνια που την ξέρω, όποιον τραγουδιστή και ηθοποιό έχει ξεχωρίσει στο ξεκίνημά του, όταν είναι ακόμα άγνωστος και άσημος, έχει γίνει μετά πρώτη φίρμα. Μυρίζεται τα σουξέ. Είναι λαγωνικό. Του εφήμερου. Αυτό που με ξεκουράζει, με αλαφραίνει, μου δίνει ζωή και Χαρά. Το κάμπριο αμαξάκι που με ταξιδεύει στο νότο με τέρμα μουσική κι αισθήματα που περνάνε απέναντι και στο τέλος κερδίζουμε την κούρσα.

Η γυαλιστερή Φεράρι (ως Smart μονοθέσιο συμπεριφέρονταν κάποτε) δίπλα μου κάθεται ακίνητη κι εγώ η ιερόσυλη σου λέω ότι είναι ένα Τογιότα μεταμφιεσμένο σε Πόρσε. Ξέρεις κάτι; Μπορεί και να είναι μια Πόρσε που το παίζει Τογιότα για ξεκάρφωμα. Εσύ παραμένεις ένα κάμπριο αμαξάκι, τρελό και φευγάτο κι εγώ το σπορ νευρικό μαζντάκι που λέγαμε. Άμα θέλει η Πόρσε κι η Φεράρι, ας μας προλάβουν, γιατί είμαστε σε εγρήγορση στο φανάρι και θα φύγουμε πρώτες. Θα φάνε τη σκόνη μας.

Μόνο που, ρε γαμώτο, μπορεί να χαθούμε στα στενά μετά, εγώ να διαβάζω το χάρτη, εσύ να έχεις ξεχάσει το ναβιγκάτορ σου και τότε θα βάλουμε πάλι τέρμα μουσική και θα γελάμε...

Monday, September 07, 2009

"Ο βιρτουόζος"

Ποδαρικό για τον κινηματογραφικό χειμώνα που έρχεται, έκανα με την ταινία "Ο βιρτουόζος". Συγκινητική, με προεκτάσεις για το σύγχρονο κυνικό άνθρωπο, την αμερικανική κοινωνία, την κάθε κοινωνία που θέλει και "βλέπει" την ανθρώπινη ψυχή και την προσωπική ιστορία που κρύβεται μέσα της, ως καλλιτεχνικό event... Ο Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ δεν προσπαθεί επιτηδευμένα να κάνει επίδειξη των υποκριτικών του ικανοτήτων. Είναι μετρημένος κι απλός και γι' αυτό κερδίζει το θεατή, μέχρι δακρύων. Είναι και η μουσική που σε παρασέρνει. Και η δραματική ιστορία.

Καλό κινηματογραφικό χειμώνα να έχουμε!

Saturday, September 05, 2009

Η τέχνη του να είναι κανείς αυθεντικός


(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο, 5/9/2009)

«…Όχι. Αυτή δεν ήταν η Αφρική μου. Όχι αυτή η βροχερή Αφρική με τα σάπια φρούτα. Όχι αυτή η Αφρική του αίματος και της σφαγής. Η Αφρική που αγαπούσα ήταν η μακριά, η κυματιστή, ξερή κι άγονη έρημη γη προς το Βορρά. Αυτή η γη με τις βούλες της λεοπάρδαλης, όπου οι επίπεδες στην κορυφή τους ακακίες φύτρωναν όσο έβλεπε το μάτι και όπου υπήρχαν τα ασπρόμαυρα πουλιά καλίνο και οι ψηλές, κόκκινες φωλιές των τερμιτών. Γιατί, όσες φορές γύρισα σ’ αυτή την Αφρική και είδα καραβάνια με καμήλες, ή ένα τοπίο με λευκές σκηνές, ή ένα μοναχικό μπλε τουρμπάνι μέσα στον πύρινο ήλιο, ήξερα πως, ό,τι κι αν λένε οι Πέρσες, ο παράδεισος δεν ήταν κήπος, αλλά μια έρημος με άσπρα αγκάθια…»


Δεν υπήρξε δανδής όπως ο εμπνευστής και δημιουργός του Ντόριαν Γκρέι κι ας τον παρομοίωσαν με το πορτρέτο του. Διέθετε προσχηματικά τα εξωτερικά χαρακτηριστικά ενός πρίγκιπα –ξανθά μαλλιά, γαλανά μάτια, ψιλόλιγνη φιγούρα-, αλλά προτίμησε να χωρέσει στα ταξιδιωτικά άρβυλα, γυρνώντας την πλάτη στα παχιά χαλιά του οίκου Sotheby’s που κατέκτησε ήδη από το τέλος της εφηβείας του και την αρχή της πρώτης του νεότητας, ξεκινώντας από κλητήρας και φθάνοντας να γίνει διευθυντής.

Η αμφισεξουαλικότητά του και ο θάνατος τελικά από AIDS ήταν οι πιο πιπεράτες ψηφίδες που συνέβαλαν κι αυτές με τη σειρά τους στο χτίσιμο ενός λογοτεχνικού μύθου· ενός λογοτεχνικού μύθου αντάξιου του ταλέντου του. Του ταλέντου του να «βλέπει» και να ξεχωρίζει την αυθεντικότητα, είτε αφορούσε αντίκες και έργα τέχνης είτε μοναδικές προσωπικότητες. Άλλωστε κι αυτό δεν είναι ένα έργο τέχνης; Το να δημιουργήσεις μια προσωπικότητα και δη τη δική σου, που να αγγίζει τα όρια του μύθου;

Ο ίδιος, ο Bruce Chatwin (Μπρους Τσάτουιν), το κατάφερε για τον εαυτόν του. Κάτι αντίστοιχο είχε κατορθώσει με λίγο πιο εντυπωσιακά –μάλλον κλασικά και λίγο πιο «λογοτεχνίζοντα»- υλικά ο Όσκαρ Ουάιλντ: χωρίς τέλος ειρωνεία, καλλιτεχνική ευαισθησία, ταλέντο να επιβάλλεις τον εαυτόν σου και το προσωπικό σου περίγραμμα με κάθε κόστος. Ο Τσάτουιν διέθετε τα φόντα εκείνα ώστε να γίνει και να είναι και τελικά να μείνει ως αυτό που άλλοι δεν τολμούν και ποτέ: ο εαυτός του. «…δεν είναι ολόκληρη η βρετανική τέχνη –σε αντίθεση με την πορνογραφία- έμμεση; Οι περιγραφές της σεξουαλικής πράξης είναι τόσο βαρετές όσο και οι περιγραφές τοπίων της φύσης ιδωμένων από τον αέρα –κι εξίσου επίπεδες: αντίθετα η περιγραφή του Φλομπέρ του δωματίου της Έμας Μποβαρί σ’ ένα κακόφημο ξενοδοχείο της Ρουέν, πριν και μετά την πράξη, αλλά όχι κατά τη διάρκειά της, είναι ασφαλώς το πιο ερωτικό απόσπασμα της σύγχρονης λογοτεχνίας…».

Ακραιφνής, αντιφατικός, γοητευτικός, σπινθηροβόλος, όπως προκύπτει από την ίδια του τη γραφή που βρήκε τη θέση της στη λογοτεχνία, υπερβαίνοντας την απλή ταξινόμηση ως ταξιδιωτική και μόνον. Διαβάζοντας για τον Τσάτουιν βρήκα προσωπογραφίες του που τον αντιμετώπιζαν είτε ως αγγελική φιγούρα είτε ως μεφιστοφελική φυσιογνωμία. Των άκρων. Όπως αγαπά η δημοσιογραφική οπτική ή η μανιχαϊστική πατίνα του χρόνου να αποδίδει σ’ αυτούς που αποφασίζει ότι υπήρξαν πρωταγωνιστές, για να «κλέβει» κάτι από την αίγλη τους. «…Όλες οι θρησκείες έχουν διατυπώσει κάποια πίστη στην αθάνατη ψυχή, η οποία πετάει και φεύγει μετά το θάνατο και μερικές έχουν θεωρήσει ότι μπορεί να αναχαιτιστεί η δυσάρεστη πραγματικότητα του θανάτου αν οργανωθεί η απομάκρυνση της ψυχής ενώ το σώμα αναπνέει ακόμη. Αλλά η ψυχή χρειάζεται κάποιο «όχημα» -κάποιο μεταφορικό μέσο, όπως ένα άρμα, μια φτερωτή σέλα (και ας μην ξεχνάμε πως, για 3.000 χρόνια ο άνθρωπος έκλινε προς την αίσθηση κάποιας πτήσης επάνω σε άλογο που καλπάζει). Τα αμαξάκια και τα καρουσέλ στα λούνα παρκ της εποχής μας είναι οι τελευταίες επιβιώσεις των «οχημάτων» του ευρωπαϊκού φολκλόρ που μας επιτρέπουν να «τεθούμε εκτός εαυτού»…».

Αν φανταστούμε μια δημοπρασία των Sotheby’s για λογοτεχνικές μορφές, υποθέτω θα τον εκθείαζαν με τα σχόλια που έχουν κάνει για κείνον σπουδαίοι συγγραφείς και άνθρωποι της Τέχνης. Ο Σάλμαν Ρούσντι τον έχει χαρακτηρίσει τον πιο λαμπρό συγγραφέα της γενιάς του, παραβρέθηκε κιόλας στην κηδεία του, το 1989 στην ελληνορθόδοξη εκκλησία του Λονδίνου, παρόλο που κινδύνευε τότε -λόγω φετβά- για το βιβλίο του «Σατανικοί στίχοι». Ο σκηνοθέτης Βέρνερ Χέρτζογκ ο οποίος γύρισε και ταινία με τον τίτλο «Cobra verde» ένα από τα βιβλία του Τσάτουιν, είπε γι’ αυτόν ότι ήταν ένας από τους μεγάλους παραμυθάδες της εποχής. Το τελευταίο «υλικό στοιχείο» από τον Τσάτουιν έμεινε για πάντα στην Καρδαμύλη, ενώ λίγο πριν πεθάνει, είχε στραφεί προς την ελληνορθόδοξη παράδοση. Όλα τα συστατικά του μύθου του σε πλήρη απαρτία: μαζί και η αγάπη του για τα σημειωματάρια moleskine που όταν το 1986 ανακοίνωσε η εταιρεία ότι έκλεινε το εργοστάσιό της, πήγε και αγόρασε όλα τα αποθέματα.

Στις ταξιδιωτικές του αποσκευές και στη βάση των κειμένων του θάλλει απαστράπτουσα η κλασική λογοτεχνία και το ιδιαίτερο προσωπικό του ύφος βρήκε την έκφρασή του μέσα απ’ αυτή και χάρη σ’ αυτή.

Στο βιβλίο του με τίτλο «Τι γυρεύω εδώ» (εκδόσεις Χατζηνικολή, το σύνολο του έργου του κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Χατζηνικολή άλλωστε), σε μετάφραση Τάκη Κιρκή, είναι χαρακτηριστικό το κείμενό του που αφορά την τότε Σοβιετική Ένωση, με τις μορφές των Γκόργκι, Πούσκιν, Τσέχοφ, Τουργκένιεφ, Τολστόι να αναδύονται μέσα από τις λέξεις του. «…Η εικόνα της Ρωσίας ως ποταμού ή ως βραδυκίνητου πλοίου επαναλαμβάνεται πολύ συχνά στη μουσική της, τη λογοτεχνία και τη ζωγραφική της…».

Το ύφος του είναι ένα αμάλγαμα ανθρωπολογικών, πολιτιστικών, βιογραφικών, αυτοβιογραφικών και ιστορικών στοιχείων που διαπλέκονται σε μια αφήγηση σφριγηλή –με ποιότητα σαν του «Δάσκαλου» Χέμινγουέι- («…ίσως με βάση την αρχή του Χέμινγκγουεϊ πως, αν καταστρέψεις κάτι, αυτό το κάτι θα υπάρχει πάντα…»), ελκυστική για τον αναγνώστη που τον απορροφά και τον κρατά προσηλωμένο στο ξεδίπλωμα ιστοριών που πρωταγωνιστούν ενδιαφέροντες άνθρωποι και ιστορικές προσωπικότητες. Φυσικά, ο ίδιος αναπλάθει την πραγματικότητα, γι’ αυτό υπέστη συχνά την κριτική ότι αυτά που έγραφε –ακόμη και όσον αφορά τις συναντήσεις του με διάσημες προσωπικότητες του 20ου αιώνα- , δεν ανταποκρίνονταν πάντοτε στα ρεαλιστικά γεγονότα, αλλά στη δική του ερμηνεία. «…Δεν εμπιστεύομαι ποτέ τους ασθενείς που κάνουν διαγνώσεις για τις παθήσεις τους. Τους υποπτεύομαι πως έχουν κρυφές θεραπευτικές δυνάμεις, αυτοθεραπευτικές, για τις οποίες δε γνωρίζει τίποτε η επιστήμη…». Ο νομαδικός τρόπος ζωής του ασκεί μια ανυπέρβλητη γοητεία. Ο ίδιος άλλωστε ακολουθεί τη φιλοσοφία της διαρκούς μετακίνησης ως πράξη ζωής. «…Υπάρχει ένα σουφιστικό ρητό που λέει: «Ελευθερία είναι η απουσία των επιλογών»…». Φαίνεται και ο Μπρους Τσάτουιν δεν είχε άλλη επιλογή από το να γίνει μύθος και μάλιστα λογοτεχνικός.


Στον Purple Overdose που του το χρώσταγα...


Thursday, September 03, 2009

Απατεώνες

Εκείνοι που γκρινιάζουν μόνο για τους πολιτικούς τους, για τις εκλογές στις οποίες τελικά τους ψηφίζουν, για το λαϊκισμό και το ψέμα που τελικά επιβραβεύουν συχνά με κλειστά μάτια, απλώς εθελοτυφλούν μπροστά στον εαυτόν τους ή το διπλανό τους.
Για απατεώνες θέλω να μιλήσω. Τους καθημερινούς που σου ρημάζουν το χρόνο με τα τερτίπια τους. Από εκείνους που σου πουλάνε τον εαυτόν τους για φίλο, μέχρι εκείνους που σε κλέβουν κυριολεκτικά στις απλές συναλλαγές σου ή ακόμη εκείνους που θέλουν απεγνωσμένα να σε κοροϊδέψουν σε μεγαλύτερη κλίμακα. Χθες βρέθηκα αντιμέτωπη με έναν τάχα μου μεσίτη που ήθελε τρελά να με κλέψει για ένα σοβαρό ποσό, προχθές μού έδωσε λιγότερα ρέστα στο ταμείο του σούπερ-μάρκετ η ταμίας για ένα αμελητέο ποσό, αντιπροχθές εμφανίστηκε κάποιος που το "έπαιζε" φίλος, αλλά δεν ήταν, αντί-αντιπροχθές βρέθηκε ένας εργοδότης που κορόιδεψε συγγενικό μου πρόσωπο. Ακόμα κι η ίδια σου η μάνα θέλει καμιά φορά να σε κοροϊδέψει, άμα είσαι από εκείνους τους "τυχερούς".
Για ποιους να πρωτομιλήσω; Βλέπετε να υπάρχει χώρος για να βάλει κανείς τη δημόσια απάτη στη ζωή του; Είναι γεμάτη η καθημερινότητά μας με απλές κοπιαστικές απάτες που σου ακονίζουν την κρίση, αλλά σε φέρνουν και στα όρια νευρικής κρίσης. 'Αμα δε παραμένεις ψύχραιμος και με καθαρό μυαλό απέναντι όλων αυτών των απατεώνων, τρελαίνονται, προσπαθούν να σε μειώσουν, να σε κάνουν να αμφιβάλλεις για τον εαυτόν σου, να κλονίσουν την πίστη σου σ΄συτό που βλέπεις με τα ίδια σου τα μάτια.
"Είμαι μαζί σου εγώ, είμαι καλός άνθρωπος εγώ", μουρμούριζε ο επίδοξος απατεώνας χθες και μου έκλεβε πληρωμένο τηλεφωνικό χρόνο. Έχετε ακούσει κανέναν καλό άνθρωπο να το διατυμπανίζει; "Με το οικονομικό σας συμφέρον είστε, κύριε, και δεν με ενδιαφέρει να είστε καλός άνθρωπος, καλός επαγγελματίας μπορείτε να είστε;". Έτσι, σε άπταιστο πληθυντικό εγώ, εκείνοι σε ενικό της αγενείας και της οικειότητας που νιώθει ένας εν δυνάμει θύτης με το τάχα μου θύμα του. Οι καλλιτεχνίες μας μαράνανε τέτοια ώρα.
Η άλλη, η γλυκομίλητη τάχα μου κυρία, που σε πλεύρισε για να πετύχει τον άγνωστο σε σένα σκοπό της και σου πουλάει φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Όλοι αυτοί σου τρώνε τρελό χρόνο ζωής, μόνο και μόνο για να διαγνώσεις την αρρώστεια τους. Χρειάζεσαι τρελές αντιστάσεις για να μην σε "κολλήσουν" και νοσήσεις από δαύτους. Χαμένη ζωή από απατεώνες. Και όσο περνάει ο καιρός, τους ξεχωρίζεις όλο και πιο γρήγορα ανάμεσα στο πλήθος που σε περιβάλλει, αλλά η απογοήτευση είναι η ίδια για τη σαθρή, ανώφελη απάτη τους.
Από το σχολείο ήδη, θυμάμαι τον εαυτό μου να διαθέτει μια αίσθηση δικαιοσύνης του τύπου: πιστεύω στην καλοσύνη και τις αγνές σου προθέσεις μέχρι να μου αποδείξεις το αντίθετο. Δυστυχώς, όλο αυτό το αντίθετο αποδεικνύεται. Και είναι ενοχλητικό. Και κουραστικό. Τι να παίξεις εσύ; Άμυνα ή επίθεση; Να τους αγνοήσεις ή να γράψεις και πέντε αράδες για δαύτους; Δεν τις αξίζουν, αλλά τις αξίζει η ψυχική σου ηρεμία και γαλήνη και ο δικός σου τρόπος να πεις: σε βλέπω και σε βλέπουν κι άλλοι, η μικροκαμωμένη σου απάτη δεν κρύβεται ούτε από μένα ούτε από την κοινή δημόσια θέα.