Saturday, August 29, 2009

Το μικρόβιο της συγγραφικής ανησυχίας και το μεσογειακό πάθος

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 29/8/2009)

«…εγώ δεν είμαι εδώ για να επιβεβαιώνω, το αντίθετο…να μην εμπιστεύεσαι ποτέ τους καθρέφτες, στην αρχή μοιάζουν να καθρεφτίζουν την εικόνα σου, κι όμως την παραποιούν, ή ακόμα χειρότερα, την απορροφούν, καταπίνουν τα πάντα, ρουφάνε ακόμα και εσένα…Οι καθρέφτες είναι πορώδεις, συγγραφέα, κι εσύ δεν το ήξερες…». (Απόσπασμα από το βιβλίο «Ο Τριστάνο πεθαίνει-Μια ζωή»)


«…Νομίζω ότι έχω καταλάβει ένα πράγμα, πως οι ιστορίες είναι πιο μεγάλες από εμάς, κληρώθηκαν σε εμάς και εμείς υπήρξαμε πρωταγωνιστές χωρίς να το συνειδητοποιήσουμε, ο πραγματικός όμως πρωταγωνιστής της ιστορίας που ζήσαμε δεν είμαστε εμείς, είναι η ιστορία που ζήσαμε …». (Απόσπασμα από το βιβλίο «Ο χρόνος γερνάει γρήγορα –Εννέα ιστορίες»


Του αξίζει το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το οποίο έχει προταθεί από το 2000. Θα ήθελα να το πάρει. Ως μια δικαίωση της ελεύθερα στοχαζόμενης ύπαρξης, ζώσας ψυχής που αναπνέει κάτω από το μεσογειακό ήλιο. Αισθάνομαι απολύτως τις σκιές που βαραίνουν αυτή τη συγκεκριμένη συγγραφική φωνή, αλλά και τα υψίπεδα φώτα που την απογειώνουν· την εξαϋλώνουν κάτω από ένα πεύκο ντάλα μεσημέρι καλοκαιριού κάπου στη Μεσόγειο, δίπλα στο φλοίσβο της θάλασσας.

Αυτό, βέβαια, είναι το μεγαλύτερο βραβείο για το συγγραφέα: να παρασύρει τον αναγνώστη του στην έκσταση εκείνη της διανοητικής και συναισθηματική του υπόστασης. Από αυτή την άποψη, ο Antonio Tabucchi (Αντόνιο Ταμπούκι) είναι ήδη ευτυχισμένος συγγραφέας και απολύτως δικαιωμένος, αν και αυτό που επιθυμεί περισσότερο ο ίδιος, είναι το ξύπνημα της αμφιβολίας. Αυτό επιδιώκει με κάθε τρόπο: με τα λογοτεχνικά του μέσα, την απολύτως προσωπική φόρμα γραφής που επιλέγει να δημιουργήσει και να υπηρετήσει και φυσικά με το αφηγηματικό του υλικό και το υπαρξιακό του περιεχόμενο.

Οι άνθρωποι ανάμεσα στις σελίδες του Ταμπούκι αποκαλύπτονται μέσα από τις αντιθέσεις, τις παλινδρομήσεις, τις αντιφάσεις τους. Οι ήρωές του αφήνουν τις ρωγμές τους να φανούν και με τη σειρά τους διαμορφώνουν και το αφηγηματικό του ύφος που παρουσιάζεται χειμαρρώδες, ποιητικό, χωρίς την αγγλοσαξονική ορθολογιστική αυστηρή δομή· ένα στυλ που αναδεικνύει τις ρωγμές και αφήνει να ανθίσουν μέσα από κει λογοτεχνικά άνθη, ακριβά και σπάνια. Ο συγγραφέας αγαπά τις ρωγμές στα πράγματα, στο χρόνο, τη μνήμη και τη φαντασία, όπως οφείλει ένας δημιουργός να πράττει. Γι’ αυτό και είναι, όπως δηλώνει ο ίδιος στις συνεντεύξεις του, με εκείνους που υποφέρουν. Είναι μ’ αυτούς που έχουν χάσει τις ελπίδες, τις επίφοβες σταθερές τους και αναγκάζονται να περιπλανηθούν, να αναρωτηθούν, να επιστρέψουν και να ξαναφύγουν. «…Υπάρχουν δύο βασικά συρματοπλέγματα που δρουν για να σκοτώσουν την κατανόηση της ψυχής μας: το ένα είναι αυτό που εγείρουν οι άλλοι, το άλλο είναι εκείνο που στήνουμε εμείς οι ίδιοι…». Κατορθώνει να εντάσσει στην αφήγησή του εκτός από τους ήρωές του, τον ίδιο το συγγραφέα αλλά και τον αναγνώστη. Του αναγνωρίζει ζωτικής σημασίας ρόλο και του «ρίχνει το μπαλάκι» για να συν-γράψουν, να συμπορευτούν, να συναντηθούν. Αυτό δεν είναι και το κέρδος της λογοτεχνίας; Η συνάντηση με τον Άλλον; «…ίσως επειδή δεν πιστεύω στη γραφή, η γραφή παραχαράσσει τα πάντα, εσείς οι συγγραφείς είστε παραχαράκτες. Ή ίσως επειδή τη ζωή, ο καθένας μας, πρέπει να την παίρνει μαζί του στον τάφο. Εννοώ την αληθινή ζωή, εκείνη που ζούμε μέσα μας…».


Λογοτεχνικά κάτοπτρα

Οι λογοτεχνικοί καθρέφτες που υψώνει ο Ταμπούκι στον αναγνώστη του, είναι «απορροφητικοί»: τον τραβούν στο σύμπαν των ηρώων του που με ένα μαγικό τρόπο –χάρη σε αυτά που δεν «λέει» ο δημιουργός, χάρη σ’ αυτά που αφήνει να πλανηθούν στην ατμόσφαιρα- οικειοποιείται ο αναγνώστης κι αρχίζει να εξερευνά τον εαυτόν του. «…Κι αν πράγματι η σιωπή είναι χρυσός, γιατί να γράφουμε όσα δεν έχουν γραφτεί ποτέ, και γιατί να κάνουμε ταξίδια που δεν έχουν γίνει ποτέ; Δεν Σας φαίνεται μια μορφή άνανδρης παράδοσης;…». Τα κάτοπτρά του σε συνδυασμό με τα ψυχικά φορτία που κρύβει μέσα στα κείμενά του αναζωπυρώνουν το λογοτεχνικό βρασμό, ευνοούν την αμφισβήτηση. «…Τι περίεργο, για σκέψου το λιγάκι, ο πατέρας μου μελετούσε τις πιο κοντινές σε εμάς ζωές με το μικροσκόπιο, ο παππούς μου αναζητούσε τις μακρινές ζωές με το μονοκιάλι, και οι δύο με φακούς. Τη ζωή όμως την ανακαλύπτεις με γυμνό μάτι, ούτε πολύ μακριά ούτε πολύ κοντά, στο ύψος του ανθρώπου…». Το ένστικτο διαπερνά τις γραμμές του, δίνει ένταση και πάθος στις λέξεις του, αποκαλύπτει την προσωπική του αλήθεια. Αυτό δεν έχει σημασία στην Τέχνη; Η ευτυχισμένη στιγμή που η προσωπική αλήθεια συναντά την πανανθρώπινη πνοή. Το απολύτως ατομικό βρίσκει τα εκφραστικά εκείνα μέσα για να αναχθεί σε μια ιδιότυπη συλλογική αίσθηση, σε ό,τι αφορά τον αναγνώστη του. Τον αφήνει να βρει μέσα στο κείμενο εκείνα που θέλει ο ίδιος. Δεν του υπαγορεύει τρόπους ανάγνωσης, δεν τον χειραγωγεί, δεν τον δεσμεύει με κανέναν άλλον τρόπο, πλην εκείνου του μεταδιδόμενου παλλόμενου πάθους. Η ερμηνεία ανήκει στον αναγνώστη, αποκλειστικά. «…Τα πράγματα ανήκουν σε όποιον τα λέει ή σε όποιον τα γράφει;…».

Ο ίδιος θεωρεί ότι η φαντασία και το φαντασιακό αποτελούν για τον άνθρωπο μια μορφή ενστικτώδους γνώσης, μια μορφή γνώσης που ενέχει την υποψία και την αμφιβολία. «…Ο Φερούτσιο έλεγε ότι δεν πρέπει να διηγούμαστε τα όνειρα, είναι σαν να χαρίζουμε την ψυχή μας…». Οι χαρακτήρες του είναι χαμηλών τόνων σε πρώτη ανάγνωση, βουβοί και υπόκωφοι, βυθισμένοι στον εσωτερικό τους μονόλογο και ιδιόμορφο απολογισμό, αλλά με ψυχικά φορτία μεγατόνων που εκλύονται προς τον ανήσυχο αναγνώστη από έναν «ενοχλητικό» -όσον αφορά τις προθέσεις του- συγγραφέα. «…Η ζωή δεν μπαίνει σε αλφαβητική σειρά όπως νομίζετε…». Ανακατεύει τις τράπουλες ο ίδιος και σε αφήνει να τραβήξεις το χαρτί που ψάχνεις. «…όλα συμβαίνουν τυχαία στη ζωή, μερικές φορές σκέφτομαι ότι ακόμα και το αυτεξούσιον είναι προϊόν της τύχης…».

Ο συγγραφέας δεν θέτει τον εαυτόν του στο απυρόβλητο. Τον ειρωνεύεται, τον αμφισβητεί, του πριονίζει την καρέκλα. Άλλωστε ο Ταμπούκι δεν επιλέγει να μιλήσει από καθέδρας. Αν και πανεπιστημιακός καθηγητής λογοτεχνίας, είναι απαλλαγμένος από τον ακαδημαϊσμό που ίσως θα περίμενε κανείς, στο έργο του. Ο συγγραφέας και ο αφηγητής στα βιβλία του ιταλικής καταγωγής δημιουργού είναι αυτοί που δεν ξέρουν, αυτοί που ρωτάνε τον αναγνώστη για να τον ξεβολέψουν, να τον ανησυχήσουν, να τον βγάλουν από τη μακαριότητα της αταραξίας. Ο συγγραφέας δεν είναι παντογνώστης, είναι ένας άνθρωπος που μοιράζεται το βάσανο της ανησυχίας του με τους άλλους. Είναι το μικρόβιο που τον τρώει, το οποίο σε συνδυασμό με το μεσογειακό του ταπεραμέντο, το πάθος που απορρέει από τη ζωή κάτω από το λαμπρό μεσογειακό ήλιο και τον έναστρο νυχτερινό ουρανό κάπου εκεί γύρω από τη λεκάνη αυτή στα νότια της γηραιάς ηπείρου, αποτελούν τα συστατικά της εκρηκτικότητας της λογοτεχνικής του δημιουργίας. «…Πόσο παρούσα μπορεί να είναι η νύχτα. Επιβάλλεται μόνο με την παρουσία της, μια παρουσία φτιαγμένη μόνο από τον εαυτό της, είναι απόλυτη, κάθε χώρος είναι δικός της, έχει την ίδια παρουσία με αυτή του φαντάσματος που ξέρεις ότι βρίσκεται εκεί μπροστά σου αλλά βρίσκεται παντού, ακόμα και πίσω από την πλάτη σου, κι αν καταφύγεις σε έναν μικρό φωτεινό τόπο γίνεσαι φυλακισμένος του, γιατί ολόγυρα, σαν θάλασσα που περικυκλώνει τον μικρό σου φάρο, υπάρχει η ανυπέρβατη παρουσία της νύχτας…».

Ο Χρόνος, η Μνήμη και η Ιστορία

Γεννημένος το 1943 στην Πίζα, ο Αντόνιο Ταμπούκι έχει ζήσει στο θλιβερό απόηχο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, έχει εισπνεύσει τις τοξικές -για την ψυχή του ανθρώπου- πολεμικές αναθυμιάσεις, έχει πάρει τις αποφάσεις του να σταθεί απέναντί τους. Η αντίθεσή του σε κάθε μορφή βίας και πολέμου διαπερνά εν είδει νοητού άξονα το έργο του. «…οι ήρωες φοβούνται…».

Μιλά για τον πόλεμο και τη δυστυχία του όχι μελοδραματικά, αλλά μέσα από τις προσωπικές τραγωδίες των ηρώων του· οι οποίοι χάνουν τον έρωτα, την αγάπη, τη χαρά, τη γυναίκα της ζωή τους, την ευκαιρία τους να ευτυχήσουν, το σκοπό της ζωής τους, τη δύναμή τους, την αίσθηση του αήττητου της νεότητάς τους. «…πρέπει κανείς να μνημονεύει τους νεκρούς αλλά η ζωή συνεχίζεται, και η ζωή που συνεχίζεται αξίζει να μνημονεύεται ίσως και περισσότερο από τους νεκρούς…».

Οι τρεις πυλώνες της προβληματικής του που επαναλαμβάνονται ως θεματικές που τον απασχολούν στα βιβλία του, είναι ο Χρόνος, η Μνήμη και η Ιστορία. Τα πραγματικά ιστορικά γεγονότα τα οποία αφήνουν τα σημάδια τους στην ανθρωπότητα, αποτελούν συχνά στα έργα του Ταμπούκι ισχυρό ερέθισμα κινητοποίησης της ευαισθησίας, της συγκίνησης και της φαντασίας του. «…ήταν όμως λες και τα γρανάζια άρχισαν να λειτουργούν μόνα τους, με τον θάνατο η ζωή πήρε τα πάνω της, κι όλα πλέον πήγαιναν με μια ανεξέλεγκτη ταχύτητα, γιατί η ζωή είναι έτσι, και η ιστορία την ακολουθεί, το σκέφτηκες αυτό συγγραφέα;…».

Λέει τις μικρές ατομικές ιστορίες των ανθρώπων που συντρίφτηκαν από τα γραναζάκια της Ιστορίας. Χωρίς στόμφο, αλλά με πάθος. Συμπάσχει. Τους καταλαβαίνει, τους κατανοεί, τους περιβάλλει με μια τρυφερότητα που κάνει τη σκληρότητα των περιπετειών τους πιο αιχμηρή. Νυστέρι που ανατέμνει λογικά και συστηματικά τον παραλογισμό του θανάτου, του χρόνου που φεύγει, της μνήμης που είτε εξαλείφεται από φυσικά αίτια είτε λιώνει με το βάρος της τον ίδιο το φορέα της. «…τα πράγματα υπάρχουν όταν τα σκέφτεσαι κι όταν τα θέλεις, τότε μπορείς να τα καθοδηγήσεις, ειδάλλως παίρνουν τον δικό τους δρόμο(…)Οι εφημερίδες κουράζουν, είπε στον εαυτό του, οι ειδήσεις κουράζουν, ο κόσμος κουράζει. Ο κόσμος κουράζει επειδή είναι κουρασμένος(…)Η ζωή είναι ένα αποπροσανατολιστικό πράγμα(…)τη μνήμη δεν μπορεί να την απεικονίσεις με ένα ωραίο γεωμετρικό σχέδιο, κάθε στιγμή παίρνει τη μορφή που εκείνη θέλει, ανάλογα με το χρόνο (…)η ζωή περνάει σαν αστραπή, ξέρεις, αλλά μερικές φορές το απόγευμα της Κυριακής μοιάζει ατελείωτο(…)ακόμα και στο παραλήρημά μου είμαι εγώ(…)Η λέξη ελευθερία είναι μια λέξη λάστιχο(…)ο χρόνος του ρολογιού δεν συμβαδίζει με εκείνον της ζωής…».

Εξέχοντα ρόλο στη σκέψη του κατέχει το ανθρώπινο σώμα. Η φθορά του. Οι ασθένειες. Οι λογοτεχνικές μεταφορές του έχουν να κάνουν με αυτό. Τη γραφή την αντιμετωπίζει ως ζωντανό οργανισμό. Η επιστήμη τού δίνει συχνά ποιητικά επιχειρήματα. Οι λογοτεχνικές του αναφορές είναι διάσπαρτες και δείχνουν την προσωπική του διαδρομή τόσο στη γραφή όσο και στην ανάγνωση. Η μουσική δίνει το ρυθμό, τον απασχολεί αισθητικά, αποτελεί συμπλήρωμα της ατμόσφαιράς του. Οι γεύσεις και δη οι μεσογειακές τονίζουν στον ουρανίσκο του αναγνώστη την ευαισθησία που οφείλει να επιδείξει στο σερβιρισμένο πιάτο του συγγραφέα. Η ζωγραφική ζωντανεύει τις παρομοιώσεις και τις αναφορές του. Η δυτική ευρωπαϊκή κουλτούρα προβάλλει με τα τρωτά και τις αδυναμίες της, μπολιασμένη από την οξεία ματιά του Ταμπούκι και φιλτραρισμένη από το μεσογειακό φως που εκπέμπει η όλη του αντίληψη για τη ζωή. Με την αντιφατικότητα και την τραγικότητα που συνθέτει το ιταλικό τοπίο, η αρχέγονη Κρήτη, η υπόκωφα απαστράπτουσα Πορτογαλία.

(Τα αποσπάσματα που χρησιμοποιήθηκαν στο κείμενο, ανήκουν στα βιβλία του Αντόνιο Ταμπούκι, "Είναι αργά, όλο και πιο αργά", "Ο Τριστάνο πεθαίνει-Μια ζωή" και "Ο χρόνος γερνάει γρήγορα-Εννέα ιστορίες". Κυκλοφορούν όλα από τις εκδόσεις Άγρα με άψογη αισθητική ανάλογη του περιεχομένου τους και πολύ ζωντανή και σφύζουσα μετάφραση από τον Ανταίο Χρυσοστομίδη, ο οποίος κερδίζει και ρόλο στα βιβλία του Ταμπούκι πλέον ως προσωπικός του φίλος. Μαγεία λογοτεχνική.)


Wednesday, August 26, 2009

Του συρμού


Μέσα στο τρένο. Με λίγο κόσμο. Στηρίζεται εκείνη στην κολώνα του βαγονιού. Με ένα μωρό στην αγκαλιά. Δεν σηκώνεται κανείς να της παραχωρήσει τη θέση του. Παρατηρώ ότι μάλλον είναι και έγκυος. Κάτω από τα μακριά φουστάνια, προσπαθώ να μαντέψω. Ο ηλικιωμένος κύριος δίπλα μου από εκείνους που θέλουν να βάλουν τα πράγματα στη θέση τους, η φωνή της λογικής, το πνεύμα της ανθρωπιάς, ζητάει κάποιος να δώσει τη θέση του στη γυναίκα με το μωρό. Σπαρακτικά το ζητάει.

*
Τον αγνοούν. Με απέραντη απάθεια. Μην μας ξεγελούν οι φωτιές, η απάθεια εξαπλώνεται πιο γρήγορα κι από την ταχύτητα του φωτός. Τελικά, δεν σηκώθηκε κανείς. Η γυναίκα παρέμεινε όρθια. Το μωρούλι ανακλαδιζόταν στην αγκαλιά της και μια στιγμή έστρεψε το πρόσωπό του στον κύριο που το υπερασπίστηκε και μου φάνηκε ότι του έσκασε ένα μωρουδίστικο ξεκαρδιστικό χαμόγελο.

*
Η καθοριστική λεπτομέρεια του στιγμιότυπου: η γυναίκα ήταν τσιγγάνα. Απλό. Γι' αυτό ορθωμένο το συρματόπλεγμα απέναντί της. Πολύ τρυφερή με το μωρό της, σχεδόν ντροπαλή, με κόκκινα μάγουλα και δυο μακριές πλεξούδες να περιβάλλουν τη μορφή της. Λες από άλλη εποχή βγαλμένη. Και το μωρό να την αγγίζει με ανάγκη. Οι πιο τρυφερές στιγμές μητρότητας που έχω αντικρίσει, είναι από τσιγγάνες στο τρένο ή το μετρό. Είναι εκδηλωτικές και απολύτως αφοσιωμένες στη φροντίδα του μωρού που κρατάνε, προφυλαγμένες σε ένα ιδιότυπο κουκούλι και δεν μπορεί να τις πειράξει καμία απάθεια, αγένεια, κανένα συρματόπλεγμα του κόσμου.





Monday, August 24, 2009

Ο καλός πολίτης Έλλην

Έχεις εθιστεί πια στις καταστροφές. Να τις βλέπεις τηλεοπτικώς εννοώ. Αισθάνεσαι ότι συμπάσχεις, ότι με κάποιον τρόπο βοηθάς, ότι τέλος πάντων συμμετέχεις. Πώς τη λένε την ωραία φράση-κλισέ; «Συμμετοχική δημοκρατία». Μάλιστα. Σκέτο λάστιχο έχει γίνει στα χέρια σου αυτή η λέξη: δημοκρατία. Αγαπητέ μου, εσύ που δεν κοπίασες για να κατοχυρωθεί, κάνεις το παν για να νιώσεις ότι συμβάλλεις στον εξευτελισμό της. Είτε με φωτιές είτε με νερά είτε με σεισμούς. Βρίσκεις μια σπουδαία φυσική καταστροφή, ένα προσωπικό δράμα και βγάζεις τα απωθημένα σου.

Κατηγορείς το κράτος, το μηχανισμό, τη συνωμοσία, τον κακό τον καιρό που τυγχάνει να φυσάει και να καίει τούτες τις μέρες. Και δεν καίει κάτι ασήμαντο. Καίει το οξυγόνο σου. Λαμπρά. Κάθεσαι όσο το κακό είναι μακριά –πόσο μακριά, νομίζεις ότι είναι πια;-, ξενυχτάς όσο τραβήξει, βλέποντας τα «καντηλάκια»-εστίες της πυρκαγιάς να καίνε. Καταρχάς, την υπόληψή σου. Καίνε την υπόληψή σου. Ως πολίτη. Που μια φορά δεν είπες να κάνεις πέντε πράγματα παραπάνω πλην της ψήφου σου. «Σας ψηφίσαμε, κύριε» και καθαρίσαμε και μας …καθαρίσατε. Πώς το λένε το άλλο κλισέ; «Δημοκρατία του καναπέ». Περίλαμπρα. Σαν την «πύρινη λαίλαπα». Μόνο που δεν είναι πια δημοσιογραφικό κλισέ. Αλλά πραγματικότητα. Κάηκε και το δικό σου σπίτι. Στην αρχή δεν σε ένοιαζε καν για του γείτονα. Πριν δυο καλοκαίρια κάτι χωριά στην Πελοπόννησο που ούτε ήξερες ότι υπήρχαν στο χάρτη καλά-καλά, δεν ήταν τρανταχτοί τουριστικοί προορισμοί, για να ταραχτείς καλοκαιριάτικα, κατάφεραν να σε ξεβολέψουν, όσο να ‘ναι. Άνθρωποι κάηκαν. Σηκώθηκες από τη λακκούβα του τριμμένου καναπέ, αλλά μετά ξαναστρογγυλοκάθισες. Έφυγε και το κακό.

Είπαμε έχεις εθιστεί στην καταστροφολογία. Σε ντοπάρει. Θες τη δόση σου, μαζί με αποχαυνωτικό κουτσομπολιό. Σε εναλλαγή. Για να μην βαριέσαι, βρε αδερφέ. Και σε βρήκε σε στάση «προσευχής», βεβαίως, η φωτιά. Μπροστά στην οθόνη σου. Να περιμένεις να κρυφοκοιτάξεις από κει τη ζωή των άλλων. Μα, ήταν αργά. Είδες τη δική σου περιουσία-ζωή, το οξυγόνο που λέγαμε, να καίγεται, επιτελώντας το καθήκον σου, έτσι που είσαι ο καλός πολίτης Έλλην.

Ο μάγος της αφήγησης και η διάσωση της απλότητας

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 22/8/2009)



Ένας στρατιώτης τολμά να προσεγγίσει ερωτικά –και ανορθόδοξα, αυτό έχει, άλλωστε, λογοτεχνική σημασία- μια χήρα, στο βαγόνι ενός τρένου. Ένας κακοποιός από ανία παραδίνεται στο διώκτη του, αστυνομικό, που δεν μπορεί να βρει ησυχία ούτε στο κρεβάτι μιας πόρνης από το καθήκον του που όλο τον καλεί, χωρίς εξαιρέσεις.
Μια κολυμβήτρια χάνει το ουσιώδες περίβλημα της ιδιότητάς της, το κάτω μέρος από το καινούριο της μπικίνι. Ένας υπάλληλος που έζησε ένα επιτυχημένο one night stand και ψάχνει απελπισμένα κάποιον να συμμεριστεί τη χαρά του και να μοιραστεί την ευτυχία του ικανοποιημένου πόθου του -μάταια. Ένας φωτογράφος που απαθανατίζει την απουσία και καταλήγει να φωτογραφίζει …φωτογραφίες. Ένας παθιασμένος αναγνώστης ο οποίος στη διάρκεια μιας τυχαίας ερωτικής συνεύρεσης στην παραλία, κοιτάζει μη χάσει τη σελίδα του μυθιστορήματος που διάβαζε, προτού εμφανιστεί δίπλα η γυναίκα-πειρασμός που έκανε το παν για να τον αποτραβήξει από την ανάγνωσή του…
Τέτοιας περίπου υφής, με τόσο προσιτό και απρόσιτο μαζί ποιόν, είναι οι ήρωες του Ίταλο Καλβίνο (1923-1985) στα κλασικά πια διηγήματά του, «Οι δύσκολοι έρωτες», που κυκλοφορούν στη χώρα μας από τις εκδόσεις Καστανιώτη, σε αναθεωρημένη μετάφραση από τον Ανταίο Χρυσοστομίδη. Πρόκειται για ένα από τα πιο δημοφιλή στο αναγνωστικό κοινό διεθνώς βιβλία του ιταλού δημιουργού. Όχι τυχαία και όχι φυσικά άδικα. Ο τίτλος εν μέρει παραπλανητικός. Δεν είναι ο έρωτας από μόνος του το αντικείμενο του συγγραφέα. Οι ήρωές του «τυγχάνει» έως ενός σημείου να ζήσουν –στο μυαλό τους ή πραγματικά- μικρές περιπέτειες που απαιτούν τη σύμπραξη, ηθελημένη ή μη, ή έστω τη συγκατάνευση ή τη σιωπηλή συναίνεση του άλλου ή ακόμη και την παντελή άγνοια του απέναντι για να υπάρξουν· για να στηθούν· για να σταθούν· τέλος πάντων, για να δημιουργηθούν. Προϋπόθεσή τους είναι ο άλλος. Όπως και στον έρωτα. Και ο Καλβίνο, ασκώντας τη λογοτεχνική του γοητεία, ξεδιπλώνοντας τη μαγική του αφήγηση, με τις κοφτές ανάσες σασπένς και τα συνεχή ξαφνιάσματα, κατορθώνει να κερδίζει, σχεδόν πενήντα χρόνια μετά την πρώτη έκδοση των διηγημάτων του, τον αναγνώστη του. Λες και πρόκειται για μια ερωτική σχέση στιγμιαία και ανατρεπτική όπως αυτές που περιγράφει στις ίδιες του τις ιστορίες.
Το ύφος του είναι ο πρωταγωνιστής. Το προσωπικό του στυλ. Ανυπέρβλητο και χαρακτηριστικό. Ακόμα μοντέρνο. Και δυνατό. Και αποτελεσματικό. Αποπνέει μια ενδόμυχη αγωνία, μια συνεχή προσαρμογή σε κάτι νέο, μια ολοένα ανανεούμενη αμφιβολία. Πρόκειται πραγματικά για την απόλυτη επιβεβαίωση της επιμονής ενός στυλίστα της γραφής, της επιμονής στο φαινομενικά απλό και ανάλαφρο που τάχα μου δεν διαθέτει άλλα επίπεδα ανάγνωσης. Σαν να λέει, «μην το βαρύνουμε, παιδιά, πολύ το κλίμα, μην το παίρνετε και τόσο κατάκαρδα, δεν είναι και τίποτα, μια απλή ιστορία». Το θέμα είναι ότι διαθέτει κι άλλα επίπεδα. Διαφορετικά για τον καθένα, για την αντίληψή του, τα αισθήματά του, τη δυνατότητά του να βλέπει μέσα κι έξω του. Και ο Καλβίνο μάς τα δίνει να τα διαβάσουμε, αργά αργά, ξεφλουδίζοντας τις επιστρώσεις της πραγματικότητας και απογυμνώνοντάς την από το περιττό, το φτιαχτό, το επιτηδευμένο. Φυσικά, το πετυχαίνει με τη δική του μοναδική …επιτήδευση.

Η ήρωές του έρχονται αντιμέτωποι με μια καθημερινή απελπισία, εύκολη στο να φτιαχτεί, δύσκολη ωστόσο να νικηθεί. Μια βουβή απόγνωση. Δεν μπορούν να την εκφράσουν, να την φωνάξουν, να την «πουν», παρά μονάχα να αντιδράσουν σπασμωδικά υπό την επήρειά της για να ελευθερωθούν, άλλος από τον πόθο του, άλλος από το διώκτη του, άλλος από το πάθος του, άλλος από την εμμονή του. Η δράση αυτή είναι που χαρακτηρίζει τις ιστορίες του. Μια εσωτερική, ως επί το πλείστον, δράση η οποία κινεί και τα νήματα της εξωτερικής πραγματικότητας, αλλά κυρίως ερμηνεύει τον κόσμο. Τον κόσμο για τον οποίο γράφει ο Καλβίνο.
«…Εκείνος, ο Ενρίκο Νιέι, ήταν γι’ αυτούς ένας μυστηριώδης κύριος, μυστηριώδης κι ευτυχισμένος, που κανένας δεν είχε ξαναδεί σε αυτό το τραμ τέτοια ώρα. Από πού, άραγε, ερχόταν; ίσως να αναρωτιόντουσαν. Κι εκείνος δεν έδινε κανένα στοιχείο για να ικανοποιήσουν την περιέργειά τους: κοίταζε τις γλυτσίνες. Ήταν ένας άντρας που κοιτάζει τις γλυτσίνες, ένας άντρας που ξέρει να κοιτάζει τις γλυτσίνες. Ο Ενρίκο Νιέι είχε συνείδηση αυτού του πράγματος…».
Αυτή είναι η παραδοξότητα της γραφής του και φυσικά το μεγάλο του προσόν που την κάνει ελκυστική: εισχωρεί στις απόμερες και σκοτεινές και κρυμμένες από την κοινή θέα γωνιές της σκέψης των ηρώων του –άρα και των αναγνωστών του-, σφυρίζοντας τάχα μου αδιάφορα ένα χαρωπό σκοπό του στυλ «δεν ξέρω τίποτα, εγώ ένας απλός περαστικός είμαι», ενώ την ίδια ώρα ξεδιπλώνει την πιο βαριά ματαιότητα που φωλιάζει στην ψυχή του ανθρώπου.
Εκτός από ταλέντο, χρειάζεται κότσια και «μαγκιά» να το καταφέρεις: τη μαγκιά, θα μιλήσω λίγο αγοραία σαν κάποιον περιθωριακό ήρωά του, να είσαι αληθινός μέσα μέσα και να λες αλήθεια την ίδια ώρα που χρησιμοποιείς τον ιστό, το περίβλημα, το πρόσχημα τέλος πάντων, της λογοτεχνικής «απάτης» για να αποκαλύψεις κάτι ολωσδιόλου αρχέγονο, αλλά πιθανόν αθέατο. «…ήταν κι αυτός ένας που απλά παρακολουθεί τη ζωή που δραπετεύει, ένας κυνηγός του άπιαστου, όπως χιλιάδες άνθρωποι που βγάζουν στιγμιαίες φωτογραφίες…».
Οι εφιαλτικές, πολύ «απλές» εξωτερικά, καταστάσεις που περιγράφει, μπορούν να συμβούν στον οποιονδήποτε, οποιαδήποτε στιγμή, αλλά η ειρωνεία είναι ότι τελικά δεν συμβαίνουν, παρά απομένουν λογοτεχνικές ουτοπίες που αφήνουν την αφήγηση να ανθίζει, μαγευτική και ηδονική και παιχνιδιάρικη. Στο τέλος της κάθε ιστορίας ο αναγνώστης μένει με ένα ελαφρύ μειδίαμα στο πρόσωπό του, μια έκφραση ειρωνείας, ένα χαμόγελο για τον ευφάνταστο συγγραφέα που κατάφερε να διασκεδάσει την ίδια του την –κατά βάση τραγική- ανθρώπινη φύση, με κάθε της έκφανση και διάθεση.

Saturday, August 22, 2009

Η τέφρα


από την καταστροφή της Ανατολικής Αττικής στο κέντρο της Αθήνας...


Tuesday, August 18, 2009

Περί τυφλότητας



Την είδα πρώτη φορά στο δρόμο. Νέα. Όμορφη. Καλοντυμένη. Αποφασιστική. Μετά διέκρινα στην άκρη της σιλουέτας της ένα μπαστούνι. Τυφλών. Στάθηκα και την κοίταζα από μακριά. Θαύμασα την άνεση που περνούσε τους δρόμους. Φοβήθηκα προς στιγμήν για την ασφάλειά της. Άδικα. Ήξερε πού πήγαινε και πώς πήγαινε. Σε αντίθεση με πολλούς άλλους που δεν πάσχει η όρασή τους. Η ανθρωπιά τους πάσχει και το εγώ τους. Συγκινήθηκα παρατηρώντας την, γιατί έβαλα τον εαυτό μου στη θέση της. Εν δυνάμει είμαστε όλοι τυφλοί. Δεν θέλει πολύ. Μια μέρα να ξεραθεί λίγο ο φακός μυωπίας και θα είμαι τυφλή με 7,5 βαθμούς να κυκλοφορήσω. Δεν ξέρω στη θέση της, αν θα έβρισκα το κουράγιο να βρίσκομαι έξω. Μάλλον όχι. Στο καβούκι μου θα ήμουν κλεισμένη, μην αντιμετωπίσω τον οίκτο του κόσμου και την κακεντρέχειά του.

*
Χθες, την είδα στο σούπερ μάρκετ. Πάλι το μπαστούνι μού θύμισε ότι δεν έβλεπε. Αν και αισθάνομαι ότι αποπνέει την εντύπωση ότι βλέπει λίγο καλύτερα από μας, λίγο πιο μέσα στους ανθρώπους και τα πράγματα. Και οι γύρω της που δυσφορούσαν, μπας και τους καθυστερήσει στην ουρά και ο γελοίος τρόπος να της μιλούν δυνατά, λες και δεν ακούει. Το χειρότερο είναι ότι έβλεπα την έκφραση στα πρόσωπά τους και είμαι σίγουρη ότι την έβλεπε κι αυτή, την ένιωθε, την εισέπραττε. Και οι άλλοι τυφλοί, στον κόσμο τους, μην ενοχληθούν, μην, μην, μην....



Monday, August 17, 2009

Η αποθέωση του αρχέτυπου και η ειρωνεία της πολυσημίας

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, την Παρασκευή 14/8/2009)


«…Δεν μπορώ να το εκφράσω, αλλά είμαι βέβαιη ότι κι εσύ και ο καθένας διαισθάνεται ότι υπάρχει, πρέπει να υπάρχει, μια ζωή, μια ύπαρξη δική μας πέρα από μας. Ποιος θα ήταν ο λόγος της δημιουργίας μου, αν περιοριζόμουν απόλυτα στον εαυτό μου; Οι μεγάλες μου δυστυχίες σ’ αυτό τον κόσμο ήσαν οι δυστυχίες του Χήθκλιφ, και τις παρακολούθησα όλες και τις έζησα όλες, από την αρχή. Η μεγάλη μου σκέψη στη ζωή είναι αυτός. Αν όλα χάνονταν κι αυτός έμενε, θα συνέχιζα να υπάρχω. Κι αν όλα έμεναν κι αυτός χανόταν, το σύμπαν θα ήταν για μένα τόπος ξένος και φοβερός.… Δεν θα ‘χα θέση εκεί. Η αγάπη μου για τον Λίντον είναι σαν το φύλλωμα του δάσους. Ο χρόνος θα την αλλάξει, το ξέρω καλά, όπως ο χειμώνας αλλάζει τα δέντρα. Η αγάπη μου για τον Χήθκλιφ είναι σαν τα αιώνια βράχια αποκάτω –λίγη ευχαρίστηση μου δίνει, αλλά αναγκαία. Νέλλυ, είμαι ο Χήθκλιφ. Είναι πάντα στο νου μου. Δεν μου δίνει χαρά, όπως δεν μου δίνει χαρά ο εαυτός μου, αλλά είναι μέσα μου, σαν τον ίδιο τον εαυτόν μου…»



Στα 27 της χρόνια, έγραψε ένα βιβλίο που ακόμα παλεύουν οι κριτικοί να κατατάξουν, χωρίς να σημαίνει ότι το κατορθώνουν –τους ξεγλιστράει από παντού- και οι ερευνητές να ερμηνεύσουν· σημάδεψε την αγγλοσαξονική λογοτεχνία με την ξεχωριστή του ύπαρξη και κατέκτησε τη θέση του στον κλασικό πολιτισμό, ίσως όπως μόνο η ευφάνταστη δημιουργός του θα μπορούσε να είχε οραματιστεί. Η Έμιλυ Τζέην Μπροντέ. Ένα χρόνο μετά την έκδοση του βιβλίου της πέθανε. Από φυματίωση. Τη νόσο των ποιητών, εκείνων που αγάπησε τόσο και αφομοίωσε την επίδρασή τους στη γραφή της με τρόπο ανεπανάληπτο.
Συνέστησε το λογοτεχνικό της μύθο με τα υλικά που ενδύθηκαν για πάντα οι βουτηγμένοι στην τραγικότητα ήρωές της. Μαζί με το χρόνο. Που κράτησε αναλλοίωτο το έργο της από το 1847 έως και σήμερα, 162 χρόνια μετά. Η Έμιλυ ίσως να έζησε να διαβάσει ορισμένες αρνητικές και οργισμένες κριτικές για τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» (WUTHERING HEIGHTS), όπως έχει επικρατήσει στα ελληνικά ο τίτλος του μυθιστορήματος. Αν είχε προλάβει να διαβάσει την ανώνυμη κριτική που προέτρεπε τους αναγνώστες να κάψουν το βιβλίο της, τότε θα ήταν σίγουρη ότι είχε περάσει με τη μία στο μέλλον. Άμα σε βλέπουν σαν αιρετικό στον καιρό σου, πάει να πει ότι ενδέχεται κάπου παρακάτω κάποιοι να σε αποδεχτούν τόσο που δεν θα το άντεχες ίσως εν ζωή. Οι δάφνες ανήκαν στο απώτερο μέλλον, όπως αποδείχθηκε.
Το μεγαλύτερο κατόρθωμα αυτής της καλλιεργημένης νεαρής γυναίκας είναι ότι διέσωσε για τον αναγνώστη του καιρού της, αλλά και των επερχόμενων γενιών, την απόλαυση. Διανοητική και αισθηματική. Μετερχόμενη η ίδια λογοτεχνικά μέσα που εδράζονται στα αρχέτυπα της τέχνης και της ζωής. Γι’ αυτό και τον 21ο αιώνα μπορούμε εναργέστατα να διακρίνουμε στο έργο της τις διαστάσεις, την ακρίβεια και την εμβρίθεια αρχαίας τραγωδίας. Σπαρακτικά η συγγραφέας ανασύρει από τα βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης το Πάθος. Δίνοντάς του τις προεκτάσεις εκείνες που δεν αρκούνται στον Έρώτα και μόνον, ακόμη κι αν αποτελούν την αφετηρία εκδήλωσής τους. Άσχετα αν στις πρώτες του εκδόσεις στη χώρα μας το βιβλίο –μετά την προβολή των χολιγουντιανών κινηματογραφικών υπερπαργωγών- είχε την αντιμετώπιση φτηνού ρομάντζου. Ίσα ίσα, πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που απαιτεί πνευματική, συναισθηματική και διανοητική ωριμότητα και εμπειρία ζωής για να συλλάβει κανείς το εύρος και το βάθος του, πίσω από τις λέξεις της Μπροντέ. Δεν πρόκειται για γραφή ούτε για ανάγνωση ψευτορομαντικών δεσποινίδων. Ούτε φρου φρου ούτε αρώματα. Μόνο βαθιά, στέρεα αφήγηση, σχεδόν μαγική, που παρασύρει και απορροφά τον αναγνώστη, με ευρηματικό ξεδίπλωμα: ένας εντελώς απέξω τρίτος παρατηρητής της ιστορίας, ο κύριος Λόκγουντ, αναγκάζεται από τη συγγραφέα να συμμετάσχει στην ιστορία, γνωρίζει τους ήρωες και ακούει εκ των έσω πια, από τη δεύτερη παρατηρήτρια και με τον τρόπο της δευτεραγωνίστρια των συμβάντων, την κυρία Ντην, σχεδόν όλη την υπόθεση.

Με κύριο εργαλείο της την οξυδερκή ειρωνεία και μια διάθεση να πει εκείνο που καταλαβαίνει ως αλήθεια με το δικό της προσωπικό ύφος, η Έμιλυ Μπροντέ με τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη», κινείται πέρα από το λογοτεχνικό μύθο της οικογένειάς της κι ας αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της. Ο Χήθκλιφ, ο ήρωας που φτιάχνει, θυμίζει επερχόμενο ξάδερφο των τραγικών ηρώων του παρελθόντος, μοιάζει να βγαίνει από τα αισχυλικά σπλάχνα του Αίαντα και γύρω του πλέκεται το κουκούλι της ανθρώπινης συντριβής, αποθεώνοντας τα προαιώνια αρχέτυπα. Η πορεία του μυθιστορήματος από την απόρριψη στην τέλεια αποδοχή είναι άλλη μια εκδοχή της ειρωνείας που περιβάλλει τη λογοτεχνική φιγούρα της Έμιλυ. Και με τη σειρά της αυτή είναι σαν να επιφυλάσσει ακόμη και σ’ αυτούς που την υμνούν, ένα ειρωνικό μειδίαμα από το παρελθόν. Με την τέλεια πολυσημία του βιβλίου της. Εκείνοι που έσπευσαν να την καταδικάσουν ήταν κατηγορηματικοί και διαψεύστηκαν από τη βεβαιότητά τους και εκείνοι που λαχανιάζουν να επιχειρηματολογήσουν υπέρ της συγγραφέως με όσο το δυνατόν περισσότερες εκδοχές και αναγνώσεις, βρίσκονται πάνω στην κινούμενη άμμο της αδυναμίας επιβεβαίωσης των ερμηνειών τους. Απόλυτη ειρωνεία. Νομίζω ότι θα ήταν πολύ του γούστου της Έμιλυ Μπροντέ.
Απέφευγα χρόνια να διαβάσω τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη», γιατί είχα κι εγώ την εσφαλμένη εντύπωση του απλού ρομάντζου. Μιλώντας για βιβλία με μια παθιασμένη μεταφράστρια (από τα αγγλικά) και λογοτεχνικών έργων, τη ρώτησα όπως ρωτάω πάντα τι διαβάζει και τι αγαπάει περισσότερο και μου απάντησε ανενδοίαστα τα «Ανεμοδαρμένα ύψη». Από περιέργεια υπέπεσα ευτυχώς στην πρόκληση να το διαβάσω στις διακοπές μου. Και με δικαίωσε. Ένα σπουδαίο βιβλίο με δυνατά ψυχογραφήματα και χειμαρρώδη ποιητική αφήγηση που σε ξετρελαίνει αναγνωστικά. Οι Χήθκλιφ –μέσα και γύρω μας- είναι ο καλύτερος λόγος για να το διαβάσουμε. Αν δεν τους έχουμε ήδη εντοπίσει, διαβάζοντας το βιβλίο θα τους βρούμε και θα τους απελευθερώσουμε να ζήσουν πιο ανθρώπινα, χάρη στη λογοτεχνική τους δικαίωση που προϋπάρχει.
Για το τέλος να επισημάνω την επαρκή έκδοση του βιβλίου από τις εκδόσεις Άγρα, με ιδιαίτερα χρήσιμη και κατατοπιστική εισαγωγή (εγώ προτίμησα να τη διαβάσω στο τέλος του μυθιστορήματος, προκειμένου να είμαι σε θέση να εκτιμήσω τις απόψεις που εκφράστηκαν προγενέστερα γι’ αυτό, αλλά να έχω και τη δική μου αίσθηση από τη γραφή της Μπροντέ που έτσι κι αλλιώς θαύμαζα μικρή την αδερφή της Σάρλοτ…) και την καλή μετάφραση στα ελληνικά από τον Άρη Μπερλή.

Tuesday, August 11, 2009

Κομμένο λουλούδι

Ο Λ. λέει να μην κόβουμε τα λουλούδια να μην τα ξεριζώνουμε από το φυσικό τους περιβάλλον. Κι ο παππούς μου ο συγχωρεμένος μόνο για μένα έκανε τα στραβά μάτια να κόβω τα λουλούδια από τον κήπο του. Από κανέναν άλλον δεν άντεχε ούτε το βασιλικό και τη μαντζουράνα να χαϊδέψουν για να σκορπίσει το άρωμά τους γύρω. Δεν ανεχόταν πολλά πολλά με τα λουλούδια του.
Μεγαλώνοντας το 'κοψα το κόψιμο των λουλουδιών -πλην κάτι σπανίων γιασεμιών στο κέντρο της Αθήνας που με προκαλούν να γίνουν δικά μου για πάντα- γι' αυτό αρκούμαι να τα φωτογραφίζω. Ε, κάτι φορές, το παραδέχομαι, δεν αντέχω στον πειρασμό και μπαίνω σε κανένα ανθοπωλείο και αγοράζω κομμένα λουλούδια.
Χθες τ' απόγευμα, το κομμένο λουλούδι που σπαρτάραγε στο δρόμο, ούτε να το κοιτάξεις δεν μπορούσες. Με την άκρη του ματιού. Κομμένο λουλούδι από τη ρίζα του. Μια γυναίκα. Μπορεί νεαρή κοπέλα, αλλά απέξω γριά του σκοτωμού. Τρέκλιζε κι έτρεμε. Με ξανθά μαλλιά. Και κορμάκι μια μπουκίτσα, κλαράκι σπασμένο. Κάπου θα έπεσε. Εκείνο που φρόντισες, ήταν να μην πέσει απάνω σου. Αυτό φοβήθηκες. Μη και πέσει απάνω σου το κομμένο λουλούδι. Και θα σέρνεις τώρα τον επιτάφιό του για πάντα. Προσπέρασες. Με προτεραιότητα. Τα κομμένα λουλούδια έχουν προτεραιότητα μόνο. Προς το θάνατο.
Αύγουστος. Σούρουπο. Στην Πατησίων. Με κλειστά μαγαζιά κι ανοιχτά παράθυρα. Μόνο μαυρούληδες στα πεζοδρόμια να ραχατεύουν και σπασμένα λουλούδια να τα σαρώνει ο άνεμος. Ναι, φυσούσε χθες. Ποιος ξέρει πού παρέσυρε την κοπέλα... Αλλά δεν θα το μάθεις, εσύ φοβήθηκες μην την ρίξει απάνω σου ο αέρας. Και βιάστηκες να φύγεις. Κι άμα είσαι εσύ ο άερας; Ποιος άλλος είναι ο άερας;

Monday, August 10, 2009

Ποιο είναι το πιο ωραίο πράγμα στον κόσμο;


Τρίστρατο
στη θάλασσα.
Ο Οιδίποδας θα αργήσει ακόμα,
μπορεί και να μην έρθει.
Στο τέλος.
Ποιο είναι το πιο ωραίο πράγμα στον κόσμο;
Να μην ξεχάσει
να το δει
πριν έρθει η ώρα
να βγάλει

των ομματιών του
το θάμπος
στο δικό μας
σύθαμπο
του νου.

Σκοτείνιασε πάλι.
Από την αρχή, η ίδια ειρωνεία.

"...Εμένα με συμφέρει..."

Sunday, August 09, 2009

"...Η Τζιοκόντα είναι τώρα ένα όνειρο..."

Δεν είχα ακούσει ποτέ το όνομά του. Ούτε ήξερα για τη "Τζιοκόντα" του. 'Επρεπε να πεθάνει για να τον μάθω. Νίκος Α. Κοκάντζης. Ας είναι καλά κι ο Τριαρίδης. Και αναζήτησα την "Τζιοκόντα" και τη διάβασα. Και δεν τολμώ να αρθρώσω λέξη για το βιβλίο. Θα το θεωρούσα ασέβεια προς τη ζωή και το αντίθετό της.
Δεν με ενδιαφέρει η λογοτεχνική του αξία. Κι ας είναι κομψό κι αληθινό και σπουδαίο. Δεν με ενδιαφέρουν οι λέξεις του. Κι ας είναι φτιαγμένο από αυτές τις λέξεις. Με ενδιαφέρουν τα δάκρυα που κυλάνε μέσα κι έξω μας, αφουγκραζόμενοι την αλήθεια του άλλου. Με ενδιαφέρει να βρίσκει κάποιος, κάπου, το κουράγιο να την λέει αυτή την αλήθεια. Τη δική του. Την απολύτως δική του. Που με ένα μαγικό τρόπο ενώνεται με την αλήθεια των άλλων. Είτε εκείνη που αναζητούν είτε εκείνη που φέρουν, στα αισθήματά τους, στις σκέψεις τους, στην ψυχή τους επιτέλους.
Οι εφημερίδες έγραψαν στου τίτλους τους ότι "Άφησε μόνη την Τζιοκόντα του". Εγώ λέω ότι πήγε να την βρει, κι ας πέρασε όλη του τη ζωή κουβαλώντας την στα κύτταρά του. Διαβάστε το βιβλίο. Είναι από κείνες τις ιστορίες που βρίσκει κανείς μόνο στα βιβλία. Μόνο που αυτή είναι αληθινή κι αυτό είναι το σοκαριστικό. Μια απλή ανθρώπινη ιστορία. Τραγική ειρωνεία. "...Η Τζιοκόντα είναι τώρα ένα όνειρο...".

Friday, August 07, 2009

Wednesday, August 05, 2009

Κανιβαλικό και ναρκισσιστικό παρελθόν

Είχα να το επισκεφτώ από το σχολείο, προ αμνημονεύτων στη ζωή μου δηλαδή. Καμιά 15αριά χρόνια πίσω. Μας είχε πάει ένας καθηγητής γεωλογίας -ούτε καν κάποιος που να είχε τελειώσει ιστορικό-αρχαιολογικό- από φιλότιμο δικό του, για χαβαλέ δικό μας κατέληξε τότε. Εφηβεία βλέπεις... Το μόνο που θυμόμουν ήταν ένας γιγάντιος αμφορέας. Τον βρήκα πάλι. Αυτός δεν χάνεται. Εμείς θα παρέλθουμε, θα γεράσουμε, αυτός τίποτα εκεί. Απλώς μπορεί να μπει σε άλλο σημείο μιας φωτισμένης αιθούσης. Για να μην ξεχνάμε. Είπα να ξαναπάω τώρα που ανακαινίστηκε -για το Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου μιλάω τόση ώρα- και το είχα δει απαστράπτον στην τηλεόραση για να δω πώς θα μου φανεί τώρα. Καμιά φορά η ξεκούραση στις διακοπές δεν έχει να κάνει με τα μπάνια και τον ύπνο μόνο, αλλά και με τα καινούρια ερεθίσματα. Καινούρια; Ναι, καινούρια. Έτσι, παραμένει το παρελθόν για κείνον που δεν το βίωσε: καινούριο. Και τον περιμένει με ανοιχτές αγκάλες. Για ξενάγηση. Η πρώτη φωτογραφία είναι από το πάτωμα στην είσοδο του Μουσείου.

Εκείνο που με σόκαρε, γι' αυτό και δεν τόλμησα να σηκώσω καν την οθόνη του κινητού για να το αποτυπώσω, ήταν οι σκελετοί χιλιετιών. Και σκέφτομαι, φαντάσου να ανήκουν στους πιο ντροπαλούς ανθρώπους που πέρασαν από τον κόσμο, τα κουφάρια των οποίων είναι αναγκασμένα να εκτίθενται καθημερινά σε κοινή θέα. Λες κι από κάποια εκδίκηση. Του θανάτου; Της ζωής; Δεν ξέρω. Αλλά να βλέπουν μέχρι μέσα μέσα σου, όταν εσύ δεν είσαι εδώ. Μέχρι και τα κόκκαλά σου. Κανιβαλικοί είμαστε οι άνθρωποι. Αλλά λειτουργεί καλά για το ένστικτο της επιβίωσής μας: βλέπεις το σκελετό για να ξεκουνήσεις τη ζωή σου, εν ανάγκη να τη βιάσεις να προχωρήσει, μπας και δεν προλάβεις. Ελπίζοντας ότι ως νεκρός θα δικαιωθείς, χωρίς να γίνεις έκθεμα...
Οι καθρέφτες μού επεφύλασσαν την πιο ναρκισσιστική μου αντίδραση. Προσπάθησα να φωτογραφήσω το είδωλό μου απάνω τους, για την ακρίβεια στο προστατευτικό τους διάφανο κάλυμμα που καθρεφτιζόμουν. Ελπίζω να απέτυχα. Κατά βάθος.


Οι παραπάνω μηροί είναι από φωτογραφία των ανασκαφών στις περιοχές της Αργολίδας που αναδύθηκαν τα ευρήματα με τη βοήθεια της αρχαιολογικής σκαπάνης. Φαντάστηκα έναν άνθρωπο χωρίς τα υπόλοιπα μέλη του. Πώς θα λειτουργούσαν οι μηροί χωρίς το μυαλό μας; Χωρίς το κέντρο βάρους του υπόλοιπου κορμιού;


Η σπείρα της ζωής της αναγέννησης (σε λεπτομέρεια ευρήματος) είναι από κείνα τα σχήματα που όπου και να ανακαλύπτω μού δημιουργούν μιαν αρχέγονη ευφορία. Γι' αυτό και δεν βγαίνω από το σπίτι μου, χωρίς αυτό το μικρό λαβύρινθο που έχει αρχή και τέλος, να τον κρατάω στο χέρι μου. Θέλω να ορίζω τον μίτο και καμιά φορά να τον χαρίζω κιόλας σε άλλους. Λες το σύνδρομο της Αριάδνης;


Αν ήμουν αλχημιστής, έστω μια ποταπή μάγισσα, θα ένιωθα ένα κάποιο σκίρτημα, βρίσκοντας τόσα πολλά και διαφορετικά φιαλίδια, φαντάζομαι. Αλλά δεν είμαι. Μια απλή θερινή περιηγήτρια που δεν μπαίνει καν στον κόπο να γράψει τα επιστημονικά δεδομένα των εκθεμάτων του Μουσείου. Γράφω γι' αυτά που είδα, όπως τα είδα, με τα μάτια του ανθρώπου που διψάει μες στο μεσημέρι για λίγο τρεχούμενο παρελθόν. Που καμιά φορά σκιαγραφεί τα μονοπάτια του μέλλοντος. Τι θα μείνει από μας; Μήπως ο σκληρός δίσκος μας; Και να προσπαθούν για χιλιετίες να τον αποκωδικοποιήσουν σαν το δίσκο της Φαιστού; Αλίμονο.


Καταχάρηκα τα κοσμήματα. Νομίζω ότι πιο κομψά και μοντέρνα, δύσκολα ανακαλύπτει κανείς. Σχεδόν συγκινήθηκα αντικρίζοντας το χρονικό βάθος της γυναικείας ματαιοδοξίας μας. Φαντάστηκα τις γυναίκες που τα φορούσαν, πατώντας το χώμα του αργολικού κάμπου με τη μόνιμη υγρασία του και τον καύσωνα του θέρους που τον σβήνει ο αέρας από τη θάλασσα. Το σούρουπο.

Τα δελφίνια της Τίρυνθας με ταξίδεψαν πιο μακριά από όπου μπορούσε να φανταστεί το σάπιο μου γόνατο όταν ανέβαινα τα σκαλοπάτια του Μουσείου. Άξιζε τον κόπο το απομεσήμερο με τ' αλάτι απάνω στο σώμα σαν μια κρούστα θαλάσσιου παρελθόντος. Τι πιο αρχέγονο από τ' αλάτι;


Tuesday, August 04, 2009

Monday, August 03, 2009

Στο περιθώριο του Αμερικανικού Ονείρου, υπό το πρίσμα του τρόμου

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 1/8/2009)

«…Αυτό είχε μάθει από τη ζωή του μέχρι εδώ: ποτέ να μην περιμένει πολλά. Ήταν φτιαγμένος για να είναι μοναχικός, αυτό ήταν το μόνο σίγουρο. Και ως παιδί, και ως έφηβος, και οπωσδήποτε τώρα. Καμιά φορά ένιωθε σαν να ήταν σ’ όλη του τη ζωή φευγάτος –εξορία, μακριά από εκεί που θα έπρεπε να βρίσκεται και, σαν τους στρατιώτες , στήριζε όλες τις ελπίδες του στην επιστροφή. Νοσταλγός ενός τόπου όπου δεν είχε πάει ποτέ…»




Ένα αντίστροφο Αμερικανικό Όνειρο, ένα ταξίδι προς την προσωπική καταστροφή αντί την αυτοπραγμάτωση και την κατάκτηση της κορυφής. Τι γίνεται όταν αυτή η μοίρα του Ατόμου που βρίσκεται αποκλειστικά στα δικά του χέρια τα οποία υπογράφουν και την τελειωτική του καταδίκη, δεν βρίσκει αποκούμπι σε καμία πραγματική συλλογικότητα –και όχι φαντασιακή- και τελικά οδηγείται στην απελπισία και την τραγωδία με όρους Θεάματος πλέον; Τι γίνεται, όταν αυτή η μοναχική ανθρώπινη οντότητα κατορθώνει να καταστραφεί άνετα μόνη της, σε αδιάφορη κοινή θέα μάλιστα, ακριβώς επειδή δεν βρέθηκε κανένα δίχτυ ασφαλείας, καμία δικλείδα προστασίας έστω από τον πλησίον κοινωνικό ιστό, ώστε ακριβώς να αποφευχθεί το χειρότερο;
Βέβαια, μιλάω για μια ιστορία μυστηρίου που όμως αποτελεί μία τόσο αποτελεσματική και ξεκάθαρη ακτινογραφία της αμερικανικής κοινωνίας –έστω των περιθωρίων της- ώστε συνιστά μιαν αφήγηση που αποκαλύπτει τα τρωτά σημεία, τις πληγές και τα κακώς κείμενα των Ηνωμένων Πολιτειών. Στο επίκεντρο τίθενται από τη συγγραφέα Τζίλιαν Φλιν (Gillian Flynn) οι άνθρωποι και τα δεινά τους (φτώχεια, αλκοολισμός, ναρκωτικά, σατανισμός, θρησκοληψία,), δίνοντας φωνή στο θύμα –και μόνη επιζήσασα- μιας οικογενειακής σφαγής στο Κίνακι. Πρόκειται για το μυθιστόρημα που κυκλοφορεί στη χώρα μας με τον τίτλο «Σκοτεινός τόπος», από τις εκδόσεις Μεταίχμιο και σε μετάφραση της Γωγώς Αρβανίτη. Ένα πλάσμα μόνο του, μια κοπέλα στιγματισμένη από τον ίδιο της τον εαυτό και την προσωπική της τραγωδία που προσπαθεί να εκμεταλλευτεί το δράμα της, μπας και επιζήσει, με μια δικαίως ανάπηρη ψυχή, ανίκανη να δεχτεί ή να αναγνωρίσει την αγάπη, γυρίζει στο τραυματικό της παρελθόν. Με κυνισμό και αλήθεια. Και ψάχνει απαντήσεις. Λυτρωτικές. Επί πληρωμή. «…Οι φόνοι μού είχαν αφήσει ένα μόνιμο κουσούρι σε ζητήματα κρίσης. Νόμιζα πως θα μου συμβούν όλα τα κακά του κόσμου, γιατί όλα τα κακά του κόσμου μού είχαν ήδη συμβεί…».

Το Κακό με το μανιχαϊστικό τρόπο που κατορθώνει να επιβάλλει την παρουσία του στην αμερικανική σκηνή, δεν είναι μια καλή δικαιολογία για όλα. Οι άνθρωποι-θεατές-κομπάρσοι της ρεαλιστικής πραγματικότητας αυτού του τεράστιου θεάτρου που αποτελεί η ίδια η Αμερική, όταν αποφασίζουν να ψάξουν –έστω και επί πληρωμή, η ηθική ανταμοιβή και η αποκατάσταση της αγάπης είναι κι αυτή μια κατάκτηση που περιλαμβάνεται στο λογαριασμό της αναζήτησης εντέλει- τα αίτια της σήψης και της υποβάθμισης και της ανέχειας ψυχής τε και σώματος, έρχονται αντιμέτωποι με μια πολύ σκληρή και σύνθετη πραγματικότητα που δεν χωράει ψευδοπροφήτες και ευαγγελιστές της μίας και μοναδικής Αλήθειας. Αυτά σε κάνει να σκεφτείς η Τζίλιαν Φλιν που γράφει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιστορία μυστηρίου και χρησιμοποιεί το κάτοπτρο του τρόμου για να δείξει μέσα από το ραγισμένο και θολό γυαλί έναν κόσμο πληγωμένο, «καταραμένο» και υποταγμένο στη μοίρα του εφιάλτη της αποτυχίας, τη σκοτεινή πλευρά των ΗΠΑ, το περιθώριο των ανθρώπων που δεν ποντάρει κανείς πάνω τους για να κερδίσουν μια θέση στον ήλιο του Αμερικανικού Ονείρου. Είναι η μεγάλοι χαμένοι, οι μεγάλοι ηττημένοι.
Μ’ αυτούς αποφασίζει να ασχοληθεί η συγγραφέας. Με τρόπο που αναγκάζει τον αναγνώστη της, να παρακολουθήσει με τεταμένο ενδιαφέρον την υπόθεση που ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια του. Η αφήγηση εκτυλίσσεται σε δύο χρόνους: το παρελθόν και τη μέρα της σφαγής, καθώς και την τρέχουσα εξέλιξη αναζήτησης του δολοφόνου ή των δολοφόνων από τη Λίμπι Ντέι. Την κοπέλα που ήταν τότε, 7 χρονών, και διασώθηκε. Με πληγές. Μέσα και έξω της. «…Οι στενοχώριες σε βρίσκουν από μόνες τους, δεν χρειάζεται να τις προκαλείς…». Τα δάχτυλα που της λείπουν, εκείνα είναι που υψώνει καταγγελτικά καταρχάς προς τον ίδιο της τον εαυτό. Χωρίς ίχνος αυτοεκτίμησης και με τόσες ψυχικές εκκρεμότητες μέσα της η κλεπτομανής νεαρή γυναίκα ξεκινά την οδυνηρή περιπέτεια προς τα πίσω. Για να κλείσει τους λογαριασμούς. «…Δεν γινόταν να ζήσω έτσι, με τον Μπεν στη φυλακή, το ζήτημα της ενοχής του αιώνια ανοιχτό. Έπρεπε να κλείσει. Έπρεπε να μάθω. Εγώ, εγώ. Πάντα η ίδια εγωίστρια…».

Η Τζίλιαν Φλιν, κατορθώνοντας να αποσπάσει τα ιδιαίτερα επαινετικά σχόλια του Στίβεν Κινγκ ήδη από το πρώτο βιβλίο της, το «Αιχμηρά αντικείμενα», με το δεύτερο μυθιστόρημά της, «Σκοτεινός τόπος», επιβεβαιώνει τη στόφα της ως συγγραφέως, τη δύναμή της στη σκιαγράφηση ψυχισμών, χαρακτήρων, στη δημιουργία μιας υποβλητικής ατμόσφαιρας που απορροφά τον αναγνώστη. Όπως λέει και ο Στίβεν Κινγκ, διαθέτει η συγγραφέας «μια υπνωτιστική τάση προς το μακάβριο». Όσο διαβάζει κανείς το βιβλίο, δεν μπορεί παρά να εστιάσει την προσοχή του στην πλοκή. Ψάχνεις να βρεις το δολοφόνο ή τους δολοφόνους. Η συγγραφέας καταφέρνει μέχρι το τέλος να σε έχει κάνει να υποψιαστείς τους πάντες. Ματαίως. Ο δολοφόνος βρίσκεται σχεδόν εκτός κάδρου. Ανατρεπτικά η Φλιν πλάθει έναν κόσμο από τα υλικά της αμερικανικής κοινωνικής πραγματικότητας, τον οποίο, αφού ικανοποιήσεις την περιέργειά σου περί της έκβασης της υπόθεσης, είσαι σε θέση πλέον ως αναγνώστης να παρατηρήσεις κριτικά, να αναρωτηθείς για τα συστατικά και τις καταβολές του και φυσικά την κατάληξή του. Η μαεστρία με την οποία χειρίζεται το αφηγηματικό της υλικό η συγγραφέας είναι χαρακτηριστική. Μπορεί ο «Σκοτεινός τόπος» να μην έχει την εσωτερική ένταση που διέθεταν τα «Αιχμηρά αντικείμενα», αλλά είναι ένα βιβλίο που κερδίζει την αποδοχή από τους λάτρεις του είδους. Το ωραίο με τη Φλιν είναι ότι διαθέτει μια ποιότητα η γραφή της, μια επίστρωση ακόμα απ’ αυτή που φαίνεται –ιδίως στα «Αιχμηρά αντικείμενα»- και δεν παρουσιάζει μια ξερή αφήγηση που δεν σε κάνει να σκεφτείς για τίποτα, που δεν σ’ αφήνει να προβληματιστείς. Είναι επειδή αποφασίζει η ίδια να προσεγγίζει εκείνο το κομμάτι της νοσηρότητας, του αθέατου στοιχείου, ακόμη και στην πιο λαμπρή πλευρά των πραγμάτων. Που ποτέ δεν είναι τόσο γυαλιστερά και εύκολα και απλά όσο θέλει να αντανακλά η επιφάνειά τους, τελικά. Εν προκειμένω, η αμερικανική ύπαιθρος δεν είναι τόσο ατάραχη στις αχανείς εκτάσεις με τα στάχυα που θροΐζουν και τους απέραντους αυτοκινητοδρόμους. Τα αγροτόσπιτα δεν είναι τόσο γαλήνια, βυθισμένα στο φολκλόρ τους. Υπάρχει στο εσωτερικό τους η αλήθεια η οποία μπορεί να είναι υπεράνω υποψίας τραγική, όσο η ανθρώπινη ύπαρξη.