Tuesday, July 28, 2009

Μυρίζει σαξόφωνο το καλοκαίρι

Στο Σύνταγμα ντάλα μεσημέρι
βραχνιάζει ένα σαξόφωνο.
Φταίει το ίδιο το καημένο
ή εκείνος που το φυσάει;
Χρόνιος καπνιστής το μέταλλό του
μού κλείνει το μάτι.
Κι αρχίζει να μυρίζει σαξόφωνο
το καλοκαίρι.
Μεσημέρι.

*
Πιο πέρα ένας άντρας με ένα πόδι.
Και απόληξη πατερίτσα. Στο δεξί.
Ποιος του το 'κοψε; Γιατί;
Και στην αγκαλιά του ένα ακορντεόν.
Και στον ώμο του ένα παιδάκι.
Ακροβάτης του παρόντος.
Πέντε δίφραγκα
για το σαξόφωνο που δεν έπαιξε.
Το άκουσα κι εκεί.
Να κλαίει.
Γελώντας.

*
Στην πόλη τα βράδια του Αυγούστου
χρόνια τώρα
δίνει ρεσιτάλ ένα αόρατο σαξόφωνο.
Από ερασιτέχνη.
Που χάνει τις νότες.
Συγκινητικά.
Όπως χάνεις τις λέξεις,
όταν τ' ακούς
ανάμεσα στις καυτές πολυκατοικίες
με τα κρύα επιθέματα αιρκοντίσιον στις πλάτες τους
και ανθρώπους κρυμμένους στα σπλάχνα τους
με σβηστά φώτα,
αναμμένα τσιγάρα
και τρεμοπαίζουσες ματιές-
οθόνες του μέσα τους.

*

Στα βαθιά, μακριά μέσα στη θάλασσα,
πώς στο καλό φτάνει μέχρι εδώ;
το τέλειο σαξόφωνο
από αριστοτέχνη
μιξαρισμένο
καλοφτιαγμένο
λιγάκι άψυχο μέσα στο νερό
και μεταλλικό
λιώνει κάτω απ' τον ήλιο.
Σε ένα τάνγκο ή μπλουζ.
Το ίδιο κάνει.
Του Ιουλίου.
Βυθίζεσαι στο πράσινο υγρό
κι ακούς μόνο τον ήχο του νερού
στ' αυτιά σου να τα βουλώνει
ή μήπως τα ξεβουλώνει;
για το επόμενο σαξόφωνο
που σε περιμένει.
Κάπου. Σε κάποιο δρόμο.
Ένα καλοκαίρι.
Σε ένα τάνγκο ή μπλουζ.
Το ίδιο κάνει.


video




Sunday, July 26, 2009

Καλοκαίρι μεσημεριού

Η αγαπημένη μου ώρα για διάβασμα, αν υπάρχει κάτι τέτοιο πια, είναι τα μεσημέρια του καλοκαιριού. Από παιδί. Στην πορεία ρύθμισα το βιολογικό μου ρολόι έτσι, ώστε και στην ενήλικη ζωή μου να ξαγρυπνώ τα μεσημέρια, δουλεύοντας, δηλαδή διαβάζοντας και γράφοντας. Το παιδικό όνειρο έγινε μεν πραγματικότητα, αλλά δεν εξαντλήθηκε. Έτσι, τα μεσημέρια που μου μένουν για ύπνο και πραγματικά όλοι κοιμούνται με τον καύσωνα ή τα κλιματιστικά να τους αδρανούν, εγώ συνεχίζω να διαβάζω.
Πριν δυο καλοκαίρια, στοίχειωσε τα μεσημέρια μου, αλλά και τα βράδια μου, ένα μυθιστόρημα, με τον τίτλο "Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα." Του Θανάση Τριαρίδη. Σε σημείο που μάζεψα τα πράγματά μου από το σπίτι που παραθέριζα, ένα διασωσμένο από το γκρέμισμα του χρόνου-αναπαλαιωμένο ιδιωτικό παλατάκι, κατά τη γνώμη μου, σε μια παλιά πόλη, γεμάτο μνήμες στους φαρδείς τοίχους του και στα ξύλινα πατώματά του που έτριζαν και μόνο με τον άνεμο, κι έφυγα. Σε μεγάλο βαθμό, λόγω του βιβλίου. Με υπέβαλε τόσο στην ατμόσφαιρά του το βιβλίο που ο μαγικός ρεαλισμός του με χτύπησε σαν ρεύμα. Και χρειαζόμουν γείωση επειγόντως. Το "μαγικό" σπίτι δεν την διέθετε και πήγα κάπου πιο πεζά να ολοκληρώσω και το βιβλίο και τις διακοπές μου.
Το προτείνω σε όλους εκείνους που ξεμεσημεριάζουν ξαγρυπνώντας, με μόνη ενόχλησή τους τα τζιτζίκια και τους γύφτους απ' τα μεγάφωνα που διαλαλούν τις γλάστρες και τα καρπούζια τους.
Καλό μεσημέρι.

Το νουάρ …ναρκοπέδιο του έρωτα και της πολιτικής

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο, 25/7/2009)

«…Ό,τι και να λέμε, η βαρβαρότητα βρίσκεται μέσα μας. Όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν, όλα μπορεί να συμβούν. Όλα είναι δυνατά: να σταυρωθεί ένας γέρος μέχρι θανάτου, να δολοφονηθεί μια οικογένεια, νa δεχτεί επίθεση με βιτριόλι μια γυναίκα, να βιαστεί μια άλλη, να σκοτωθούν οι δολοφόνοι, να τους αποτελειώσουν χτυπώντας τους μ’ ένα μπαστούνι. Όλα είναι δυνατά και οι γενοκτονίες το αποδεικνύουν…»


Ο υπόκοσμος της Μασσαλίας και οι διασυνδέσεις του με τους πολιτικούς και τους παρακρατικούς, ο απόηχος της γενοκτονίας των Αρμενίων ως προάγγελος των ναζιστικών θηριωδιών στο Νταχάου και το Άουσβιτς, ο Μάης του ’68 και οι ατέρμονες διακλαδώσεις της Αριστεράς στη Γαλλία εκείνης της εποχής, αποτελούν το πολιτικό φόντο του Μωρίς Αττιά (Maurice Attia) στο μυθιστόρημά του «Η κόκκινη Μασσαλία» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση και σημειώσεις της Ρίτας Κολαΐτη. Πρόκειται στην ουσία για τη συνέχεια από «Το μαύρο Αλγέρι», μόνο που το ζεύγος των πρωταγωνιστών παλεύει σε άλλον τόπο πια για τη ζωή και τον έρωτά του. «…Με τον καιρό, το να εντυπωσιάσεις μια παλιά σου αγάπη αποτελεί μια άσκηση ύφους όλο και πιο περίπλοκη…».
Μια σειρά ανεξιχνίαστων εγκλημάτων σκιάζουν την ευτυχία που λαχταρούν. Ο αστυνόμος Πάκο Μαρτίνεθ και η αγαπημένη του Ιρέν δεν βρίσκουν ησυχία και πώς να έβρισκαν άλλωστε στη Γαλλία του ’68 που έβραζε από την ανάγκη για επαναστατικότητα μέσα στην «πλήξη» της χώρας που έμενε προσωρινά ασυγκίνητη μπροστά στις διεθνείς καταιγιστικές εξελίξεις… Ο Πάκο θα βρεθεί μέσα στο σφύζοντα πολιτικοποιημένο φοιτητόκοσμο της εποχής αναζητώντας τους εκτελεστές και τους ηθικούς αυτουργούς δολοφονιών που εμπλέκουν την τοπική μαφία με τις βαθύτερες και ευρύτερες πολιτικές επιδιώξεις. Θα κινδυνέψει και ο ίδιος. Μπορεί να μην χάνει τη ζωή του (το ελπίζουμε για να διαβάσουμε και το τέλος της τριλογίας που αποτελεί το βιβλίο «Paris blue»), αλλά θυσιάζει στο βωμό του επαγγελματικού και προπαντός ηθικού του καθήκοντος κάτι ανώτερο από τη ζωή του. «…Ίσως αυτό να είναι η ακατανίκητη πλευρά του έρωτα, αυτή η τηλεπαθητική βεβαιότητα, αυτή η ακρόαση του συναισθήματος από το συναίσθημα, αυτή η μυστική κυκλοφορία των συγκινήσεων, αυτό το μεταξύ δύο, αυτό το μεταξύ μας…».

Η αγάπη της Ιρέν θα τον φέρει πίσω από το κώμα που τον οδήγησαν οι σφαίρες αγνώστων. Η φιγούρα αυτής της πολύπαθης ανεξάρτητης και τελικά τόσο πληγωμένης γυναίκας κινείται σε όλο το βιβλίο, δίνοντας κουράγιο, βοηθώντας, συντρέχοντας, δείχνοντας αμέριστη συμπαράσταση, αλλά όταν λυγίσει εκείνη, τότε θα είναι πια αργά για όλα. Ο νέος συνεργάτης του Πάκο καθώς και όλο το μωσαϊκό των προσώπων που τον περιβάλλουν, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, είτε ως θύτες είτε ως θύματα, ζουν το προσωπικό τους δράμα που διασταυρώνεται μοιραία με κείνο του παθιασμένου κινηματογραφόφιλου αστυνομικού. Και συνθέτουν μια δαιδαλώδη πλοκή με πολιτικά μανιφέστα, αναλύσεις και απόψεις που αναπαριστούν πειστικά την ατμόσφαιρα του Μάη του ‘68. Εκ των υστέρων. Και με τη βεβαιότητα πια ότι τα οράματα και τα συνθήματα εκείνης της εποχής έχουν πληγωθεί ανεπανόρθωτα στα χρόνια που ακολούθησαν. «…Μην εμπιστεύεσαι δόγματα και βεβαιότητες…η αμφιβολία αποτελεί εγγύηση της διορατικότητας…». Μπορεί να έχει πληγεί το γόητρό τους, αλλά τα αιτήματά τους παραμένουν ζωντανά, σαράντα τόσα χρονιά μετά.
Στα οδοφράγματα του Παρισιού χτυπά η καρδιά της νεολαίας και στην καρδιά του Πάκο συνεχίζει να φωλιάζει η πίκρα για τους γονείς που δεν γνώρισε, για τη γιαγιά του και για το Σουκρούν, το συνεργάτη-δάσκαλό του στη ζωή, που τους έχασε. «…Θα ‘πρεπε να υπάρχει ένα μνημείο της Άγνωστης Μάνας για όλα τα παιδιά χωρίς μάνα, παιδιά-θύματα της Ιστορίας…». Η Ιστορία δεν νοιάζεται καθόλου για τα πληγωμένα αισθήματα, τα λυπημένα παιδιά και τους τραυματισμένους ενήλικες. Τους λιώνει όλους στο πέρασμά της με την άνεση που της δίνει ο χρόνος και με τη δύναμη που διαθέτει να κερδίζει πάντα εκείνη. Η Ιστορία. Εις βάρος των ανθρώπων. «…Αδύνατο να ξεφύγεις από την Ιστορία, σε κυνηγάει παντού…».

Το δυνατό χαρτί του συγγραφέα είναι ο τρόπος που μεταδίδει στον αναγνώστη την ψυχολογία των ηρώων του -αυτό το στοιχείο, μάλιστα, στο «Μαύρο Αλγέρι» ήταν ακόμη πιο έντονο- και το πώς σε βάζει να συμπάσχεις με κείνους. «…Οι μπάτσοι είναι λίγο σαν τους χειρουργούς. Δεν πρέπει να σκέφτονται ότι μπορεί να πεθάνουν, γιατί αλλιώς δεν θα μπορούσαν πια να ασκούν το επάγγελμά τους…». Στο μυθιστόρημα όμως «Η κόκκινη Μασσαλία», με την αγωνία να συνθέσει ένα βιβλίο τόσο πολυδιάστατο, ο Αττιά χάνει κάτι από τη μελαγχολική αχλύ εκείνη του προηγούμενου νουάρ του, κυρίως λόγω των πολλαπλών πληροφοριών που καλείται να εισπράξει ο αναγνώστης –και ιδίως εκείνος που δεν γνωρίζει το πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο της Γαλλίας του ’68 τόσο λεπτομερειακά όσο το παρουσιάζει ο συγγραφέας- αλλά και των στοιχείων εκείνων που κινητοποιούν μεν την πλοκή, αλλά αποδυναμώνουν το συναίσθημα. Ωστόσο, ο Αττιά κατορθώνει να διατηρήσει μέχρι το τέλος το ενδιαφέρον του αναγνώστη και μάλιστα να το αναζωπυρώσει για το επόμενο μυθιστόρημα της τριλογίας που ακολουθεί. «…Ο Σουκρούν μού ‘χε μάθει ν’ ακούω τη διαίσθησή μου. «Πάκο, άκου τ’ άντερά σου, όχι το κεφάλι σου», μου ‘λεγε καλοσυνάτα, όταν του αράδιαζα περίπλοκους συλλογισμούς…».
Το πάθος του Πάκο και της Ιρέν [«Εσύ μου μιλάς με λόγια κι εγώ σε κοιτώ με αισθήματα» (από ταινία του Ζαν Λυκ Γκοντάρ)] περνάει δια πυρός και σιδήρου, όπως η ίδια τους η ζωή και πορεύεται παράλληλα με τον πόλεμο που συμβαίνει γύρω τους σε όλα τα επίπεδα: το πολιτικό, το φιλοσοφικό και το πιο ευτελές αλλά και τόσο επικίνδυνο πεδίο, αυτό του υποκόσμου. «…Ο πόλεμος επέτρεπε σε καθίκια να πεθάνουν σαν ήρωες, ενώ η ειρήνη άφηνε ήρωες του πολέμου να ζουν σαν καθάρματα…». Ο έρωτας αποθεώνεται και ιδίως η ανάγκη για την ύπαρξή του όσο οι φλόγες του κακού ζώνουν τους ήρωες. «…όταν ήμουν παιδί, η μάνα μου μού έλεγε ότι τα παιδιά γεννιόνταν μέσα σε τριαντάφυλλα. Ενήλικος, ανακάλυψα ότι πεθαίνουν μέσα σε σακούλες σκουπιδιών…». Είναι το τελευταίο τους καταφύγιο: ο Άλλος. «…Τον ήξερα από την κορφή ως τις άκρες των δαχτύλων του που μύριζαν νικοτίνη. Η γυναίκα διαισθάνεται πόσο εύθραυστος είναι ο άντρας…». Η μοναδική ελπίδα να παραμείνουν άνθρωποι.


Και που λες,


Thursday, July 02, 2009

"...μια σκουριά για θαύμα..."


"Κι ήταν πάντα η νύχτα"


"...το χρόνο αφήστε..."


"Πάμε κάπου..."



*Το μπλογκ αναπαύεται σε καυτά γυαλιστερά βότσαλα και καλοκαιρινούς βραδινούς ουρανούς. Παίρνει τις θαυματουργές σκουριές του και πάει να τις τρίψει στον ήλιο με θαλασσινό αλάτι, μπας και γυαλίσουν μια στάλα...