Monday, June 29, 2009

Θανάτω θάνατον Πατήσια

Ποια πλοκή, αγάπη μου; Ποια αιματοχυσία; Κυριακή απόγευμα. Η νεκρή ώρα. Από μόνη της. Άμα δεν πάρεις τους δρόμους -που συνήθως τους παίρνεις και δεν τους αφήνεις- θα σε πληρώσει η μέρα με το ίδιο νόμισμα. Μάχαιρα της βαρεμάρας σου έδωσες, μάχαιρα σασπένς θα λάβεις. Στα Πατήσια. Η περιοχή είναι από μόνη της ένα μυθιστόρημα. Δεν σου χρειάζεται φαντασία. Μόνο ανοχή. Και αντοχή. Και ουχί αναισθησία.
Με τις κεραίες υψωμένες, αφουγκράζεσαι το αδιάφορο απόγευμα. Ανάμεσα ύπνου και ξύπνιου. Ε, ναι, θα σε δικαιώσει η επιλογή να μην πας σινεμά. Θα το δεις στο θέατρο. Μπροστά σου. Στον αυτάδερφο αποκάτω δρόμο. Στην απέναντι πολυκατοικία. Βαβούρα. Καταρχάς, μυρίζεις τον αέρα. Ενστικτωδώς. Μην είναι πυρκαγιά. Για να σωθείς. Εγκαίρως. Έξοδος κινδύνου. Η ψυχή και το μυαλό του φλέγεται. Να δούμε και το σώμα πόσο θ' αντέξει. Μυρίζει απελπισία. Δυνατές φωνές. Από τον τέταρτο ή πέμπτο όροφο. Δεν είναι ώρα για μαθηματικά και γεωγραφίες. Έχει κρεμαστεί ο άνθρωπος. Για να πέσει. Αυτό θέλει, λέει. Να πεθάνει. Και παρακολουθείς πίσω από τι γρίλιες. Γεμάτη ανθρώπους η περιοχή. Μεγάλο το θέαμα-θέμα. Αναστάτωση. Τα κοιμισμένα κτίρια αφυπνίστηκαν. Τον κρατούν δύο. Από τη φανέλα και το σορτς. Απομακρύνεσαι από τις γρίλιες γιατί φαντάζεσαι ήδη τη φανέλα να σκίζεται και τον άντρα να πέφτει.
"Εγώ είμαι εδώ για σένα", του φωνάζει ασταμάτητα με θάρρος εκείνος που τον έχει αρπάξει από την άσπρη φανέλα. Απέθαντες στο χρόνο αυτές οι φανέλες. Από το '50 κι ύστερα θα σημαδέψουν την ανδρική φύση. Και μια γυναίκα που του λέει πόσο τον αγαπάει. Τον φωνάζει "μωρό της" -αυτά μας φάγανε, παίζουμε σε όλες τις ηλικίες "μαμά-παιδί και τις κουμπάρες"- και τον τραβάει από το σορτς, κάπου εκεί κοντά στο κέντρο του σώματός του. Τι θες τις σημειολογίες τέτοιες ώρες, ρε παιδάκι μου; Θα πέσει ο άνθρωπος. Θα πέσει;
Χτυπά η καρδιά δυνατά. Της γειτονιάς. Επιτέλους. Μπροστά στον κίνδυνο, γίνεται γειτονιά αυτός ο κόσμος. Σπάνια. Σε κανένα σεισμό, καμιά φωτιά και καμιά αυτοκτονία.
Καλά που δεν απειλούσε να πέσει στο Μαρούσι τέτοια ώρα. Το βέβαιο είναι ότι θα είχε πέσει ήδη και θα κάνανε και κανένα τέταρτο με εικοσάλεπτο να τον ανακαλύψουν στο οδόστρωμα. Θα πέσει; Τον έχεις ήδη φανταστεί να γλιστρά στην τέντα την πράσινη, τη γεμάτη κουτσουλιές περιστεριών. Θα γίνει χάλια. Πού είναι η γιαγιά του αποπάνω ορόφου να ανοίξει τα λάστιχα να καταβρέξει, να διώξει τα περιστέρια; Πού είναι οι χλωρίνες της; Έτσι πατάει το θάνατο αυτή. Με χλωρίνη και νερό. Για όσο κρατάνε οι αναθυμιάσεις της.
"Εγώ είμαι εδώ για σένα", ακούγεται ο σπαραγμός του φίλου του. Κι εσύ είσαι απλώς πίσω από τις γρίλιες, με μια καρδιά να σπάσει. Πατήσια, αγάπη μου. Πατήσια. Μετά από λίγο, τον τσουβαλιάσανε στη βεράντα. Δεν έπεσε. Να 'ναι καλά το μαρμαράκι στην άκρη του μπαλκονιού, απέξω από τα κάγκελα που τον κράτησε μια στάλα. Α, και η λευκή φανέλα. Απέθαντη. Θανάτω θάνατον πατήσας. Και το "εγώ είμαι εδώ για σένα". Γιατί ήταν εκεί. Λήξη συμβάντος. Στοιχηθείτε, γυρίστε πίσω στις οθόνες σας. Ο καθένας μόνος του. Πού είσαι εσύ; Για ποιον; Είσαι εδώ για κανέναν; Ή είσαι ο κανένας;

Thursday, June 25, 2009

Τροχήλατη ελευθερία

Τα πτηνά του Φειδάκη σου γνέφουν από τους τοίχους του μετρό ότι είναι ελεύθερα, καρφωμένα στο μαρμάρινο τοίχο τους. Μέγαρο Μουσικής. Καρφωμένη ελευθερία. Δεν μπορείς να πάρεις τα μάτια σου απ' αυτά τα πετούμενα. Είναι σαν να μην πατάς στη γη κι εσύ. Και βγαίνεις στον αέρα της Βασιλίσσης Σοφίας. Από τη θάλασσα έρχεται. Ήλιος ίσα να ζεσταίνει και τραγουδάς ένα τραγουδάκι. Μόνο οι τρελοί τραγουδούν πια μόνοι τους στο δρόμο. Α, και οι μόνοι για να μην φοβούνται στο σκοτάδι. Μα, είναι μέρα κι εσύ άλλωστε σφυρίζεις τάχα μου αδιάφορα για να μην φοβάσαι. Σφυρίζεις στ' αλήθεια αδιάφορα. Άλλοι στο έχουν πει. Εσύ δεν το καταλαβαίνεις. Μοναστηράκι. Μέσα στο μετρό κάτω στους διαδρόμους. Κάτι περνάει δίπλα σου σίφουνας και τραβάει τα μάτια σου πάνω του. Δεν το προλαβαίνεις. Σαν αεράκι. Ανεπαίσθητο. Ένας νεαρός. Καρφωμένος σε καροτσάκι. Πετούμενος κι εσύ απλώς πατούμενη. Τον κοιτάζεις. Με καμία συγκεκριμένη διάθεση. Όπως θα κοιτούσες έναν νεαρό στο δρόμο. Πάνω από το σβέρκο του ο μπαμπάς του τον προσέχει. Με τα μάτια. Και από τα μάτια. Φοβάται πώς θα τον κοιτάξεις. Τον κοιτάζεις πια όπως θα κοίταζες κάθε όμορφο νέο άντρα στο δρόμο. Αυτό. Σκέτο. Μην φοβάσαι, λες με τα μάτια. Στον μπαμπά του. Και φεύγεις. Πιο κάτω θα βρεθείς πρόσωπο με πρόσωπο από πιο μακριά με το νεαρό. Αυτός τροχήλατος, εσύ απλώς πετούμενη σαν τα πουλιά του Φειδάκη. Τροχήλατη ελευθερία. Εκείνα που είναι και δεν είναι στο σύρμα. Δυνάμει πτηνά. Και του χαμογελάς. Λες από μέσα σου, "Είσαι πολύ ωραίος", τόσο δυνατά που εύχεσαι να το ακούσει. Και χαμογελάς. Οι πόρτες ανοίγουν. Μόλις πέταξες κι εσύ. Δεν σφυρίζεις πια αδιάφορα. Πετούμενη ελευθερία. Όχι πατούμενη.




Monday, June 22, 2009

«Τα βιβλία μπορούν να αλλάξουν τις ζωές των ανθρώπων»

συνέντευξη δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 4/7/2009)

«...Το αίμα, η σάρκα και το κορμί μας είναι τα στοιχεία εκείνα που έχουν όλοι οι άνθρωποι και μ’ αυτά ξεκινούν τη ζωή τους. Μπορεί η κουλτούρα, ο πολιτισμός, η γλώσσα, η συζήτηση και η ανάλυση να είναι διαφορετικά για τον καθένα από μας, αλλά οι σάρκες μας είναι ίδιες...
Τα μυθιστορήματα κάνουν καλύτερες τις ζωές των ανθρώπων. Νομίζω ότι μας βοηθούν να είμαστε περισσότερο άνθρωποι. Αποτελεί έκφραση της ανθρωπινότητας και της συνθετότητας που αυτή σημαίνει. Οτιδήποτε ανήκει σε αυτού του είδους την εξερεύνηση, μας βοηθάει να καταλαβαίνουμε ποιοι είμαστε, μας υπενθυμίζει να αισθανόμαστε σ’ αυτόν τον κόσμο. Αυτό κάνει τις ζωές των ανθρώπων καλύτερες...»



Έχει γράψει ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα με ήρωα ένα νεαρό ποιητή και τραγουδιστή, πολιτικό κρατούμενο του δικτατορικού καθεστώτος της Βιρμανίας. Πρόκειται για
«Το κλουβί της σαύρας» που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση της Χρύσας Τσαλικίδου και επιμέλεια της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου. Μια βαθιά συγκινητική ιστορία εγκλεισμού που αποθεώνει την ελευθερία σε όλες τις εκφάνσεις της ανθρώπινης ύπαρξης. Συγγραφέας του βιβλίου η Κάρεν Κόνελι, μια νέα γυναίκα από τον Καναδά που από πολύ νωρίς στη ζωή της αποφάσισε να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία και το έπραξε με ακριβώς τον πιο «μυθιστορηματικό» και περιπετειώδη τρόπο που υπάρχει: απαρνήθηκε μια υποτροφία για πανεπιστημιακές σπουδές και ταξίδεψε –και συνεχίζει να ταξιδεύει- ανά τον κόσμο, γνωρίζοντας ανθρώπους, εξερευνώντας τις ομοιότητες και τις διαφορές τους και καταλαβαίνοντας τα δεινά τους για τα οποία κάποτε αναγκάζεται, από την ίδια τους τη δριμύτητα, να γράψει.
Αναγνωρίζει ως αληθινούς δασκάλους της γι’ αυτό που είναι η ίδια πια, έναν έλληνα βοσκό από τη Μυτιλήνη, απλούς ανθρώπους που γνώρισε στην Ταϊλάνδη. Αγαπά τη γραφή του
Ian McEwan και της Edna O’ Brien, την κινεζική λογοτεχνία και την ποίηση, με την οποία ασχολείται συστηματικά. Συνάντησα μια απλή, πρόσχαρη και καταδεκτική γυναίκα, γεμάτη πηγαία ζωντάνια, καλή διάθεση, ισχυρό ένστικτο και πραγματικά οξυδερκές βλέμμα. Μου μίλησε για τη λογοτεχνία και τη ζωή. Οι λέξεις είναι όχημα για να αρθρωθεί η αλήθεια του καθενός από μας. «…Οι λέξεις είναι σαν τα μυρμήγκια. Διαπερνούν και τα ποιο χοντρά ντουβάρια, κατατρώνε τα τούβλα και τρέφονται από εκείνη ακριβώς τη σιωπή που υποτίθεται ότι τις πνίγει…». Η ίδια η Κόνελι έχει τη λογοτεχνική δύναμη να αφηγηθεί την άγρια πραγματικότητα της Βιρμανίας, μέσα από μια ιστορία που πρωταγωνιστεί ο άνθρωπος, η σάρκα του, ο σωματικός του πόνος, η ψυχική του ανάγκη για ελευθερία, για αυτοκαθορισμό, για ανεξαρτησία. «…ο μόνος τρόπος να σταματήσεις τον πόλεμο, είναι να πάψεις να μισείς τον εχθρό σου…η φυλακή φυλακίζει τους ανθρώπους που νομίζουν πως είναι ελεύθεροι. Εκείνο που μισούν με πάθος κάτι τέτοιοι τύποι, είναι οι πραγματικά ελεύθεροι άνθρωποι…».



Ποιο ήταν το πρώτο κίνητρο για να γράψετε «Το κλουβί της σαύρας»;
Μια νέα γυναίκα, η Ματίντα, συγγραφέας, φυλακισμένη, καταδικασμένη σε ποινή κάθειρξης 20 ετών από το στρατιωτικό καθεστώς της Βιρμανίας, επειδή έγραφε μικρές ιστορίες που το επέκριναν. Η ομοιότητα στην κατάσταση και των δυο μας ήταν σοκαριστική για μένα, αλλά ακόμα πιο συγκλονιστική ήταν η διαφορά μας: αυτή ήταν στη φυλακή και εξέτιε την πολύ δύσκολη ποινή της επειδή απλώς έκανε τη δουλειά της και εγώ ήμουν ελεύθερη να ζήσω έξω στον κόσμο την περιπετειώδη ζωή μου. Πραγματικά με συγκλόνισε το τυχαίο της γέννησής μας και πόσο πολύ η γεωγραφία αλλάζει τα πάντα για κάθε άνθρωπο ξεχωριστά στη ζωή του, αφού εξαρτάται από το πού γεννιέται κανείς. Η περίπτωση της Ματίντα και η κατάσταση στην Μπούρμα ήταν οι λόγοι που έγραψα αυτό το βιβλίο.
Όταν πήγα στην περιοχή η Ματίντα ήταν υποθέτω η αιτία που έφτασα εκεί. Πήγα να μάθω περισσότερα για κείνη και πώς ήταν οι συνθήκες διαβίωσης στη φυλακή. Ήθελα να συναντήσω την οικογένειά της, αλλά ένιωσα να πλανάται στην ατμόσφαιρα μια αίσθηση ότι ίσως ήταν καλύτερα να μην έχουν παραπάνω προσοχή από μια ξένη επισκέπτρια. Μίλησα μόνο με ανθρώπους που τη γνώριζαν και ταυτόχρονα έμαθα περισσότερα για την Μπούρμα. Και τότε οι άνθρωποι άρχισαν να με ρωτούν αν θα γράψω γι’ αυτό. Μπορεί στην αρχή να ενδιαφερόμουν για τη Ματίντα, αλλά μετά ήταν το ενδιαφέρον των ανθρώπων εκεί και οι ερωτήσεις τους για το τι πρόκειται να κάνω εγώ μ’ αυτά που μάθαινα.


Το μυθιστόρημά σας είναι ένα ισχυρό σχόλιο για τις δυσκολίες του ανθρώπου να αντιμετωπίσει τη θλιβερή πραγματικότητα γύρω του. Εν προκειμένω την πολιτική. Είναι η λογοτεχνία ένα δυνατό «όπλο» απέναντι στη βία, την καταπίεση, την τυραννία;
Δεν ξέρω αν είναι αποτελεσματικό, αλλά είναι ένα από τα πράγματα που διαθέτουμε. Είναι ένα όπλο οπότε δεν έχουμε παρά να το χρησιμοποιήσουμε. Με σιγουριά πιστεύω ότι η γλώσσα είναι μια τεράστια δύναμη. «Μια λέξη, μετά από μια λέξη, μετά από μια λέξη, είναι δύναμη», λέει ένα μικρό απόφθεγμα ενός καναδού συγγραφέα. Τι μπορούμε να κάνουμε παρά να χρησιμοποιήσουμε οτιδήποτε βρίσκεται στη διάθεσή μας; Θεωρώ ότι όταν ζεις κάτω απ’ αυτά τα απολυταρχικά καθεστώτα –υπάρχουν πολλοί έλληνες συγγραφείς που το υποστηρίζουν αυτό- η λέξη και το κείμενο είναι σχεδόν τα μόνα που είναι τόσο δυνατά, γιατί γίνονται το «όχημα» να γίνει γνωστή και να βιωθεί η αλήθεια. Ίσως μόνο στο χαρτί, αλλά μέσω του χαρτιού, τα πράγματα εισχωρούν στο μυαλό των ανθρώπων και είναι αυταπόδεικτη αλήθεια ότι η ιστορία και οι ιδέες και η γλώσσα έτσι συνεχίζουν από μόνες τους να υπάρχουν κι αυτό είναι ένα απίθανο πράγμα.

Με κάνατε να συγκινηθώ και να δακρύσω με το βιβλίο σας. Και να σκεφτώ για την ελευθερία, τη δημοκρατία, τον εγκλεισμό, την αγάπη, το θάνατο και τη ζωή. Ποιες ήταν οι δικές σας προσδοκίες για το «ταξίδι» του βιβλίου σας στον κόσμο; Επιτεύχθηκαν οι αρχικές σας προθέσεις;

Αυτό είναι ένα μεγάλο ερώτημα. Πρώτα απ’ όλα, εγώ ήθελα να τελειώσω το βιβλίο. Ήταν ένα σκληρό βιβλίο και δύσκολο για να γραφτεί και μου πήρε πολύ καιρό. Έτσι, ήθελα μόνο με κάθε τρόπο να τελειώνω με το «αναθεματισμένο» (γέλια). Και το ολοκλήρωσα τελικά, προφανώς! Και ήταν αρκετά πετυχημένο. Με διάφορους τρόπους, η διεθνής επιτυχία του βιβλίου –δεν είναι ένα τεράστιο μπεστ σέλερ, δεν μιλάμε για το Στίβεν Κινγκ, είναι απλώς ένα μυθιστόρημα που ποιος ξέρει πόσες εκατοντάδες άνθρωποι έχουν διαβάσει. Δεν πρόκειται για την έκδοση δύο, τεσσάρων ή είκοσι εκατομμυρίων αντιτύπων- στην πραγματικότητα είναι σεμνή. Αλλά το να «ζει», να αναπνέει το βιβλίο σε 12 γλώσσες ή σε 12 διαφορετικές χώρες, συνεχίζει να είναι για μένα εξαιρετικά παράξενο… Οι άνθρωποι συνεχίζουν να το διαβάζουν και να, είμαι τώρα εδώ και κάθομαι και μιλάω με τη Σταυρούλα ή το προηγούμενο βράδυ που μίλησα σε κοινό και δεν περίμενα να είναι τόσοι πολλοί άνθρωποι στο ακροατήριο. Για μένα, λοιπόν, πρόκειται για μια επιτυχία πέρα κι από τα πιο τρελά και άγρια όνειρά μου… Είναι τόσο ευχάριστο να υπάρχει το βιβλίο εκεί έξω στον κόσμο, να κρατάει τους ανθρώπους ξύπνιους μέσα στη νύχτα να σκέφτονται για την αγάπη και την ελευθερία και το θάνατο και την τυραννία και τη δημοκρατία. Είναι απίστευτο! Είναι καταπληκτικό το συναίσθημα για ένα συγγραφέα να ξέρει ότι η δουλειά είναι εκεί διαθέσιμη και ικανή να αγγίξει τους ανθρώπους σε τέτοια έκταση και σε τόσες διαφορετικές γλώσσες εκτός απ’ αυτή που γράφτηκε το βιβλίο.

Τι θέλατε εσείς να εισπράξουν από το βιβλίο οι αναγνώστες σας;

Υποθέτω ότι ήθελα να έχουν την οπτική και σχεδόν σωματική εμπειρία του να βρίσκονται σε ένα άλλο μέρος και σε έναν άλλο κόσμο, αλλά μέσα απ’ αυτό να νιώσουν πόσο κοντά είναι αυτός ο κόσμος την ίδια στιγμή. Και μάλιστα, αν σκεφτούμε με όρους σωματικούς, όλα είναι άμεσα. Τα πάντα που αφορούν τη σωματική μας εμπειρία, την πραγματικότητα, τη φυσική πραγματικότητα. Το αίμα, η σάρκα και το κορμί μας είναι τα στοιχεία εκείνα που έχουν όλοι οι άνθρωποι και μ’ αυτά ξεκινούν τη ζωή τους. Μπορεί η κουλτούρα, ο πολιτισμός, η γλώσσα, η συζήτηση και η ανάλυση να είναι διαφορετικά για τον καθένα από μας, αλλά οι σάρκες μας είναι ίδιες.

Μου έκανε μεγάλη εντύπωση το σημείωμά σας στο επίμετρο του βιβλίου που αναρωτιέστε η ίδια για τη σπουδαιότητα ή την αληθινή δύναμη που μπορεί να έχει ένα βιβλίο στις ζωές των ανθρώπων. Πώς μπορεί να κάνει καλύτερη τη ζωή μας ένα βιβλίο;
Τα μυθιστορήματα κάνουν καλύτερες τις ζωές των ανθρώπων. Νομίζω ότι μας βοηθούν να είμαστε περισσότερο άνθρωποι. Αποτελεί έκφραση της ανθρωπινότητας και της συνθετότητας που αυτή σημαίνει. Οτιδήποτε ανήκει σε αυτού τους είδους την εξερεύνηση, μας βοηθάει να καταλαβαίνουμε ποιοι είμαστε, μας υπενθυμίζει να αισθανόμαστε σ’ αυτόν τον κόσμο. Αυτό κάνει τις ζωές των ανθρώπων καλύτερες. Βελτιώνει τη δική μου ζωή σε καθημερινή βάση. Είμαι φανατική αναγνώστρια και διάφορες μορφές Τέχνης είναι σημαντικές για μένα. Πιστεύω ότι τα βιβλία μπορούν να αλλάξουν τις ζωές των ανθρώπων, όπως και η Τέχνη μπορεί να αλλάξει τη ζωή μας και βέβαια η μουσική: στον τρόπο που προσλαμβάνουμε τον κόσμο. Έχει μεγάλη δύναμη.

Αισθάνεστε ότι είστε ένας διαφορετικός άνθρωπος μετά την ολοκλήρωση του μυθιστορήματος αυτού; Με ποιον τρόπο;

Είμαι όντως ένας διαφορετικός άνθρωπος μετά το γράψιμο του βιβλίου αυτού. Όλοι αλλάζουμε στη διάρκεια μιας φάσης δέκα ετών, γιατί τόσο μου πήρε να το γράψω. Φυσικά θα άλλαζα οπωσδήποτε σε αυτό το διάστημα έτσι κι αλλιώς, αλλά η ευθύνη και η διαδικασία της ωρίμανσης -καθώς ωρίμαζα γράφοντας το βιβλίο- έγιναν μέρος αυτού του ίδιου υλικού που επεξεργαζόμουν, του τρόπου που είχα να σκέφτομαι για τον κόσμο. Και ταυτόχρονα, ήταν για μένα μια διαδικασία ενός είδους πένθους (σημ.: εδώ η συγγραφέας ανέφερε στα ελληνικά που μιλάει θαυμαστά όμορφα, τη λέξη πένθος) για την ανθρωπότητα, για το πόσο πάσχει, για το πόσο άρρωστη είναι. Κι αυτό αλλάζει το πώς νιώθεις για τον κόσμο, τη φύση, τον άνθρωπο, τι είναι ικανός να κάνει. Είναι οδυνηρό να το βλέπεις, να το νιώθεις, να το απορροφάς.

Θαυμάζω τον τρόπο που επιλέξατε να γίνετε ποιήτρια και συγγραφέας. Έχετε ταξιδέψει πολύ σε όλο τον πλανήτη. Νιώθετε ότι κερδίσατε τη ζωή σας και την εσωτερική σας ελευθερία μέσα από τη λογοτεχνία;

Νομίζω το προσπαθώ. Κάθε άνθρωπος είναι υπεύθυνος να δημιουργήσει κάτι στη ζωή του. Ο δικός μου τρόπος ήταν να γίνω συγγραφέας. Στην πραγματικότητα δεν έγινα συγγραφέας, γιατί ήμουν από πάντα συγγραφέας. Έγραφα από πολύ νωρίς. Αλλά το να διαλέξεις συνειδητά και να πεις «εντάξει, αυτό θα κάνω», χωρίς να σε νοιάζει αν πρέπει να κάνεις και κάποια άλλη δουλειά ταυτόχρονα, μπορεί να είναι μια δύσκολη επιλογή, αλλά όταν είσαι νέος παίρνεις τέτοιες δύσκολε αποφάσεις στη ζωή σου. Δεν πήγα στο Πανεπιστήμιο κι αυτό το αποφάσισα στα 18 μου, παρόλο που είχα και υποτροφία κι αυτό έκανα ακόμη δυσκολότερη την απόφασή μου να μην πάω. Ήταν σημαντικό για μένα να έχω την ελευθερία μου και να τα βγάλω πέρα μόνη μου. Μια τέτοια απόφαση καθορίζει και τη ζωή κάποιου. Είναι μια ιδιαίτερη επιλογή, είναι «Η» απόφαση που έχουμε να πάρουμε στη ζωή μας και πολλοί άνθρωποι δεν κατορθώνουν ποτέ να την πάρουν. Κι αυτό μου ραγίζει την καρδιά, όταν βλέπω ανθρώπους που έχουν την επιθυμία ή την ανάγκη –γιατί συχνά είναι ανάγκη να γίνεις συγγραφέας- να λένε «όχι» σ’ αυτό και μπορεί να γίνει η προσωπική τους τραγωδία. Ο αυτοκαθορισμός είναι ένα σπουδαίο δώρο και κατά κάποιον τρόπο αυτό πραγματεύεται «Το κλουβί της σαύρας». Ο Τέζα, ο ήρωας, μπορεί και κάνει τις απολύτως δικές του επιλογές, παρά όλη αυτή την καθεστωτική δομή εναντίον του και το ίδιο κάνει και ο Τσιτ Νενγκ, όπως επίσης και το μικρό αγόρι. Οπότε στη ζωή και τη δουλειά μου, αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο θέμα.


«Η Αγάπη είναι το δυνατότερο οξύ»

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 23/6/2009)


«…Αυτή όμως είναι η μοίρα μας. Να μαζεύουμε. Τα χαρτιά που πετάτε, τ’ αποφάγια σας, τ’ αποτσίγαρά σας. Να μαζεύουμε και να παστρεύουμε. Να σαρώνουμε τις μισοτελειωμένες φράσεις σας, τις λέξεις σας που σαν χνούδια χάνονται στον αέρα…»



Το λόγο που δεν λέγεται. Το άγγιγμα που δεν αγγίζεται. Τη σκέψη που δεν ξεμυτίζει από το μυαλό. Το αίσθημα που πνίγεται στην ίδια του την πηγή. Επιχειρεί να τα «πει» υπόκωφα αλλά βουβά η Ρούσκα Ρούνεβα.
Μια γυναίκα που καθαρίζει, δίπλα σου και δίπλα μου. Που επιλέγεις να μην την δεις, εκτός κι αν βρεθεί κάποιος να την κάψει με βιτριόλι. Εκτός κι αν οι δημοσιογράφοι επιμείνουν ότι κάτι «βρωμάει» στην υπόθεση και δεν είναι μια απλή ερωτική αντιζηλία που την έκαψε και την καίει καθημερινά. Εδώ η αναγωγή με την Κωνσταντίνα Κούνεβα. Αναγωγή που εξαντλείται στο ότι ο συγγραφέας επιχειρεί να δώσει φωνή σε μια νέα γυναίκα που μόλις την έχασε –και γι’ αυτό εκκωφαντικά μπορεί πια να «μιλήσει» μέσα από την τραγωδία της-, για να πει το δικό του ανείπωτο. Ο Μισέλ Φάις παίρνει το συναισθηματικό περίβλημα της δραματικής ύπαρξης για να προφυλάξει, μέσα σ’ αυτή την εκρηκτική θρυαλλίδα, την ανθρωπιά και την αγάπη, στο μονόλογό του επείγουσας γλωσσικής πραγματικότητας, με τίτλο «Το κίτρινο σκυλί», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη και «ανέβηκε» θεατρικά την άνοιξη με τα γνωστά επεισόδια που πλήγωσαν την ελευθερία της έκφρασης και της Τέχνης και την εμπόδισαν να «μιλήσει». Κάτι σαν άλλο βιτριόλι, κοινωνικό, πολιτικό· βιτριόλι πάντως.

Η ηρωίδα του Φάις με τα κίτρινα πλαστικά της γάντια θα «δείξει» το ανείπωτο ενός κόσμου που βυθίζεται στην αδιαφορία και την αναλγησία του φόβου. Φοβισμένος κόσμος από την ίδια του τη σκιά. Μην τυχόν και αντικρίσει τον Άλλον, ιδίως αν αυτός ο άλλος είναι δίπλα του και καθαρίζει το δρόμο, τη σκάλα, το σταθμό. Δεν μπορούμε να καθρεφτιστούμε στα μάτια ενός απλού καθαριστή, γιατί φοβόμαστε την πολιτική ορθότητα που μας θέλει καλύτερούς του. Κι ας μην είμαστε. Και που δεν είμαστε. Αλλά δίπλα είμαστε. Και φτάνουμε να το αρνηθούμε κι αυτό κάποτε, κάνουμε ότι δεν βλέπουμε· ότι αυτοί που κρατάνε μια σφουγγαρίστρα ή μια σκούπα είναι αόρατοι. Είναι εκείνοι άλλωστε που σβήνουν τα λερωμένα μας ίχνη απ’ αυτή την πόλη. Αυτοί που εξιχνιάζουν την καθημερινή μας ένοχη αθωότητα απέναντι στο περιττό που ξεφεύγει από πάνω μας: τα σκουπίδια μας, τη δική μας λέρα που την αποποιούμαστε επιδεικτικά μπροστά στα φλύαρα κατεβασμένα μάτια των καθαριστών, στο βουβό τους μονόλογο που δεν ακούμε.
Το κείμενο του Φάις δεν το διάβασα σαν ένα μονόλογο που θα δικαίωνε τη δραματική φιγούρα της Κούνεβα. Το δράμα της από μόνο του δυστυχώς το έκανε αυτό με την ένταση και την καταλυτική του ύπαρξη. Δυστυχώς. Εγώ διάβασα τις λέξεις ενός ανθρώπου που αναγκάζεται να λειτουργήσει σε ένα άτυπο περιθώριο από τους Άλλους, επειδή και μόνον αυτοί οι Άλλοι το επιθυμούν, συνειδητά ή ασυνείδητα: είσαι ένας άλλος και σε φοβόμαστε, γι’ αυτό θα σε αγνοήσουμε, για όσο μπορέσουμε. Αλλά αυτός ο Άλλος είναι ένας άνθρωπος μόνο. Αυτό το απλό. Το δύσκολο. Να καταλάβουμε ότι ο άλλος είναι ένας άνθρωπος: ευάλωτος, τρωτός. Γι’ αυτό τον αφήνουμε ή τον σπρώχνουμε να γίνει αναλώσιμο καύσιμο της Ιστορίας που μας γδέρνει κι εμάς για να κινηθούν γρήγορα τα γραναζάκια της, αλλά νομίζουμε –χαμένοι στις ψευδαισθήσεις μας- ότι εμάς δεν θα μας αγγίξει. Θα τη σκαπουλάρουμε. Δεν θα καούμε, αφού κάηκε για πάρτη μας κάποιος άλλος. Η σύγχρονη κοινωνική ανθρωποφαγία μας. «…Η Ιστορία δε χαϊδεύει τις καρδιές, κυρά-Χαρίκλεια. Ακούς; Πρώτα τις ξεριζώνει και μετά τις τρώει. Μια χαψιά τις κάνει…». Και από απέναντι στην άλλη αποβάθρα του σταθμού, η ανθρωπιά σαν κουτάβι τρυφερό να μας κουνάει την ουρά της, με ενθουσιασμό. Αλλά είμαστε απέναντι, φοβόμαστε να βρεθούμε δίπλα, μπας και μας αγγίξει με τα δόντια της και μείνουμε για πάντα άνθρωποι.
Ο Φάις –με τις όποιες δικές του λογοτεχνικές ή θεατρικές του προθέσεις τις οποίες εγώ αντιλαμβάνομαι ως ειλικρινείς- αποθεώνει αυτόν το σιωπηλό Άλλο, έναν ολόκληρο κόσμο που μας διαφεύγει μέσα από την «αποκλίνουσα» ανθρωπινότητά του: τον βάλαμε να …καθαρίσει αυτός για μας κι ας ξέρουμε ότι θα μας «καθαρίσει» όλους μια μέρα το δρεπάνι του απολύτως δημοκρατικού, αδιάκριτου και ισότιμου θανάτου. «…Θα έχει σύνορα στην άλλη ζωή;…». Αποτυπώνει γλαφυρά τα ηλεκτρικά αόρατα συρματοπλέγματα που βάζουμε γύρω μας και ως μόνο αντίδοτο στην τοξικότητα του εαυτού μας έναντι του Άλλου και αντίστροφα, προτείνει την αγάπη. «…Εργασία μας είναι η αγάπη. Εκεί κολλάμε βαρέα και ανθυγιεινά. Όλα τα σκουπίδια σας έχουν θέση στην καρδιά μας…Η Αγάπη είναι το δυνατότερο οξύ. Μπροστά της το βιτριόλι θυμίζει ανέκδοτο για παιδιά…». Στο όνομα φυσικά αυτής της Αγάπης, έχουν διαπραχθεί τα μεγαλύτερα εγκλήματα, αλλά εκείνο που συμβαίνει καθημερινά είναι ο ίδιος ο φόβος και τελικά η αποφυγή της αγάπης. Της αγάπης προς τον άλλον ό,τι κι αν είναι, όπως κι αν είναι. Με ένα πόδι, με καθόλου πόδι, με δύο κίτρινα γάντια, με στόμα, με χωρίς φωνή, με μόνο δυο μάτια να μιλάνε, με μόνο δυο αυτιά να ακούνε. Πατρίδα του κάθε ανθρώπου είναι οι καταβολές εκείνες που αισθάνεται για δικές του. Ο Μπρεχτ και ο Κοέν μπορεί να είναι η πιο βαθιά πατρίδα, η πιο αληθινή, που σε ενώνει με τους άλλους και δεν σε χωρίζει. Που σε ξεχωρίζει ανάμεσα στους άλλους, αλλά δεν σε διακρίνει από τους άλλους. «…Η πραγματικότητα δεν υπάρχει. Λες και ζούνε μες στο κεφάλι τους. Σαλταρισμένοι. Οι ταξιτζήδες μιλάνε σαν υπουργοί. Οι υπουργοί σαν επιχειρηματίες. Οι επιχειρηματίες σαν καφετζούδες. Οι καφετζούδες σαν φιλόσοφοι. Οι φιλόσοφοι σαν δημόσιοι υπάλληλοι. Οι δημόσιοι υπάλληλοι…». Και ο καθένας, ως σφύζουσα ζωτική λεπτομέρεια αυτού του κόσμου, έχει ένα καθήκον: να μιλήσει. Με όποιον τρόπο. Είτε με δυο λέξεις καρφωμένες στο χαρτί είτε με δυο κουβέντες που θα χαθούν στη φριχτή ακουστικότητα του χώρου και του χρόνου. Ακόμα κι αν ξέρει ότι ο αέρας την ίδια στιγμή θα πάρει τα λόγια του μακριά. Η ματαιότητα του λόγου του είναι το ίδιο δυνατή με την αλήθεια του: κάποιος θα ακούσει, κάποιος θα θελήσει να καταλάβει, κάποιος θα νιώσει, ηθελημένα ή αθέλητα. «…Ζητώ συγγνώμη από τις λεπτομέρειες της ζωής μου…». Και δεν θα έχει πάει στράφι η ζωή του ή ο θάνατός του ή έστω το λούσιμό του με βιτριόλι, η ίδια η προσπάθεια της φίμωσής του.


Friday, June 19, 2009

Ο θεός

Μητροπάνος, χθες βράδυ, "έσκισε" τους βράχους στο Θέατρο Βράχων Μελίνα Μερκούρη. Για μια στιγμή, κοίταζα τα βράχια και νόμιζα ότι έβλεπα μπροστά μου να απλώνεται σκέτος καθαρός βραδινός ουρανός καλοκαιριού.
Με ένα τόσο χαμηλό μέσο όρο σε ηλικία κοινό που θα ζήλευαν όλοι οι τάχα μου ποπ σταρ της εποχής... Μαγεία. Ο άνθρωπος να είναι καλά, κάνει με τη φωνή του τις ψυχές μας να φτερουγίζουν λίγο πιο πάνω από την καρδιά μας. Ανοίγει ορίζοντα με τη φωνή του.
Πονάνε οι παλάμες μου από το χειροκρότημα και η φωνή μου έχει γδαρθεί. "Άκου, έχω φωνή". Αν και πρέπει να έχουμε γίνει ιάπωνες πια: εκατοντάδες κινητά να καταγράφουν τη συναυλία, μικροσκοπικές φωτεινές οθόνες παντού. Δεν διανοήθηκα να βγάλω το κινητό, πώς να καταγράψει το κακόμοιρο το μηχανηματάκι τη συγκίνηση; Οι αναμμένοι αναπτήρες αντικαταστάθηκαν από φωτεινούς καταγραφείς, άλλοι καιροί, άλλα ήθη. Η ερμηνεία του Μητροπάνου πιο δυνατή από ποτέ.

Wednesday, June 17, 2009

Βασιλικά

Τα βασιλικά μοσχοβολάνε στις βεράντες,
τ' απόγεμα

άμα περάσεις
και τα χαϊδέψεις
στοργικά.

Στ' αυτί σου θάλλει ένα κλωναράκι πράσινο με μωβ μίσχους.

Στις γλάστρες πάνω πάνω το χώμα νοτίζει
και μυρίζει βροχή.


Αταραξία. Και τα ζουζούνια δουλεύουν χωρίς σταματημό.
Υποτακτικά προς τα βασιλικά.
Τι καημός να τα τρώει;




Monday, June 15, 2009

Καρτ ποστάλ από την κόλαση

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 13/6/2009)


«…Θα υπέθετε κανείς πως ένα παιδί του οποίου το πτώμα πρόκειται να βρεθεί στο ποτάμι, είναι ένα πλάσμα αλλόκοτο, που κουβαλάει μέσα του κάτι το ουσιαστικά διαφορετικό το οποίο το κάνει να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα· αλλά αυτό δεν ισχύει…».

Μια τραγωδία. Με άμεσο θύμα ένα παιδί. Και έμμεσο τους γονείς του και κατ’ επέκταση την κλειστή κοινωνία μιας γαλλικής κωμόπολης. Τον Οκτώβρη του 1984. Πραγματικό γεγονός. Ειδωμένο μέσα από τους τηλεοπτικούς φακούς και τις στήλες των εφημερίδων. Εξονυχιστικά παρουσιασμένο από τους δημοσιογράφους. Έρχεται ένας συγγραφέας για να δώσει τη δική του λογοτεχνική εκδοχή. Ο Φιλίπ Μπεσόν (Philippe Besson).
Δεν προτείνει τιμωρίες, δεν ξεσκεπάζει το δολοφόνο, δεν φωτογραφίζει καν τον ένοχο. Απλώς καταγράφει με ευρυγώνιο ψυχογραφικό φακό και αποτυπώνει στο μυθιστόρημά του «Το παιδί του Οκτώβρη» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε καίρια και σφριγηλή μετάφραση του Γιάννη Στρίγκου, την ιστορία. Και την απουσία της αλήθειας: και ως προς το έγκλημα που δεν εξιχνιάστηκε επιτυχώς, αφού ο θύτης παραμένει άγνωστος, αλλά και ως προς τους ανθρώπους που αναμείχθηκαν σ’ αυτό. Με προεξάρχοντες τους γονείς του παιδιού, οι οποίοι βίωσαν την κόλαση της απώλειας του παιδιού τους από τη μία και από την άλλη βρέθηκαν και οι ίδιοι στη θέση του κατηγορούμενου. Ο πατέρας και πραγματικά, αφού κλείστηκε στη φυλακή και εξέτισε ποινή και η μητέρα ηθικά και ψυχολογικά. «…δεν ξεμπερδεύει ποτέ κανείς με τους νεκρούς του…».
Ο Φιλίπ Μπεσόν αριστοτέχνης της υποβλητικής ατμόσφαιρας που πηγάζει εξολοκλήρου από την ψυχολογία των ηρώων του στα βιβλία –εξαιρετικό παράδειγμα γι’ αυτό ήταν το προηγούμενο μυθιστόρημά του, συγκλονιστικό και συγκινητικό «Ο αδερφός του»- δίνει φωνή στο φόβο των πρωταγωνιστών. Δίνει φωνή στη φρίκη της υπόθεσης. Και το κατορθώνει αυτό ξεσκεπάζοντας κι άλλο την τρωτότητα των ανθρώπων, τον τρόμο τους, την ικανότητά τους για το καλύτερο και το απεχθέστερο. «…Πίστευα πως έτσι έπρεπε να είναι τα αγόρια: όσο πρέπει δυνατά για να υπερασπίζονται τα κορίτσια και όσο πρέπει ευαίσθητα για να μπορούν τα κορίτσια να τα αγαπήσουν…».

Αποκτούν δηλαδή τις απολύτως ανθρώπινες διαστάσεις τους μέσα από τη λογοτεχνική αφήγηση, άρα τις πιο τραγικές τους διαστάσεις: αφού μπορούν να αγαπήσουν, να μισήσουν, να φοβηθούν, να εγκληματήσουν, να παραμείνουν αθώοι. Χάνουν τις διαστάσεις τις τερατόμορφες που τους απέδωσε ο Τύπος και γίνονται ακόμη πιο ευάλωτοι, ακόμη πιο συρρικνωμένοι, ακόμη πιο πιθανοί να βρίσκονται στη διπλανή μας πόρτα. Γι’ αυτό ακριβώς και διεγείρουν το έλεος και το φόβο και μας κάνουν να αναζητούμε την κάθαρση, ακόμη κι εκείνη που δεν μπόρεσε να δώσει επαρκώς η δικαιοσύνη, γιατί δεν ήταν ακριβώς η δουλειά της: αφού η δικαιοσύνη του ήθους μας βρίσκεται βαθιά στην ψυχή μας, ξεχωριστή για τον καθένα. Ακόμα κι όταν πρόκειται το θύμα να είναι μια αθώα παιδική ψυχή, ένα άφθαρτο παιδικό σώμα, ένας τέλειος ατελής άνθρωπος που δεν έκλεισε τον κύκλο του, όταν έπρεπε σ’ αυτή τη ζωή, γιατί κάποιος του στέρησε τη δυνατότητα. Κι ενδέχεται να βρίσκεται ανάμεσά μας. Ακόμη και τώρα. Ο δολοφόνος.

Η …ανθρωπογεωγραφία μιας σχέσης

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 13/6/2009)


Η καταπίεση μιας γυναίκας μέσα σε μια φθαρμένη σχέση. Τριάντα ετών. Δεν είναι τα σώματα που έχουν φθαρεί, κατά το οπισθόφυλλο του βιβλίου, είναι οι άνθρωποι που πήραν για δεδομένη τη ζωή τους. Και την πότισαν με το αιθέριο έλαιο του βολέματος, υποκύπτοντας στην αδιαφορία, τη βίαιη σιωπή, τη μη εκδήλωση των αληθινών αισθημάτων που οδήγησε στον ίδιο τους το μαρασμό. Ένα άντρας, βουβός δυνάστης και θύμα μαζί, της ίδιας του της γυναίκας και της υποταγής της στα κοινωνικά στερεότυπα: στις επιταγές των άλλων.
Πρόκειται για το τελευταίο μυθιστόρημα του Μάνου Κοντολέων που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη με τον τίτλο «Λεβάντα της Άτκινσον». Ένα βιβλίο για τον έρωτα είναι σχεδόν καταδικασμένο να κατρακυλήσει σε κλισέ. Εκτός και αν τα αξιοποιήσει προς όφελός του. Αλλά έχω την αίσθηση ότι το βιβλίο του Κοντολέων δεν μιλά για τον έρωτα. Ο έρωτας είναι απλώς ένα υπόκωφο θεατρικό φόντο στο βιβλίο. Μια ατμόσφαιρα περιρρέουσα. Το μυθιστόρημα μιλά για ανθρώπους που εγκλωβίστηκαν είτε στην εικόνα των άλλων γι’ αυτούς είτε στην εικόνα του ίδιου τους του εαυτού στον προσωπικό τους καθρέφτη. «…Γνωρίζω. Ξέρω τα πάντα. Δεν αγνοώ τίποτε. Απλά σιωπώ. Η σιωπή των λέξεων, η σιωπή των κινήσεων. Η σιωπή είναι μια άμυνα. Ο Μενέλαος συνηθίζει να λέει πως η καλύτερη μορφή άμυνας είναι η επίθεση. Επιτίθεμαι… Το ξέρω! Η σιωπή μου είναι η δική μου επίθεση. Πολύ συχνά, όχι μόνο τώρα… Σχεδόν πάντα σιωπούσα. Το στόμα κλειστό, το σώμα ακίνητο. Σιωπούσα γιατί φοβόμουνα –ναι, έτσι είναι. Δεν υπάρχει πια χρόνος για υπεκφυγές. Ο φόβος σε κάνει να επιτίθεσαι. Και επέλεγα ως όπλο μου τη σιωπή…».

Κατά παράδοξο τρόπο, στην ανθρωποφαγική συνεχή συνομιλία των πρωταγωνιστών και των σωμάτων τους, τα ψυχολογικά υποστρώματα των ηρώων, οι διαβαθμίσεις μιας βαθύτερης ανάλυσης της προσωπικής τους δυστυχίας, παραμένουν ερμητικά κλειστά στην επιφάνεια· φοβισμένα κι αυτά πίσω από τη θηριωδία δύο πρώην σαρκικά αμοιβαία συμβιβασμένων· κρυμμένα πίσω από διαλόγους είτε βυθισμένα μέσα στο μονόλογο του κάθε θύτη-θύματος. Η Κλέα υπερασπίζεται το «κλέος» της, μια μαστεκτομή που περιφέρει ως «παράσημο» του πληγωμένου της εγώ και ένα αίτημα που σχεδόν διστάζει να διεκδικήσει ψελλίζοντας: «…Το μόνο που ζητώ είναι μια ανεξάρτητη ζωή…». Και ο Μενέλαος θέλει να την γυρίσει πίσω στην παλιά τους ζωή, αγωνίζεται να συναντήσει ξανά εκείνη την «ωραία Ελένη» που είχε κάποτε εξολοκλήρου –ή έτσι πίστευε- στην κατοχή του, με τη δική της συγκατάθεση. Τα παλιά συμβόλαια –ακόμη κι εκείνο το συναινετικό του πρότερου έρωτα και της δήθεν μαγείας του- που τους ένωναν, έχουν πια λυθεί. Όλα απαγκιστρωμένα από το παλιό τους νόημα, ζητούν ένα καινούριο. Σ’ αυτό το άχαρο μεταίχμιο συλλαμβάνει τους ήρωές του ο συγγραφέας και απλώς τους εκθέτει σε δημόσια θέα, κάνοντας σαφή τη δική του αμηχανία σε μια άλλη εποχή που έρχεται, πέρα από τις ανθρώπινες σχέσεις ακόμη και στην ίδια τη λογοτεχνία. Τουλάχιστον έτσι εκλαμβάνω εγώ το συγγραφικό πειραματισμό του, όπως τον ονομάζει και ο ίδιος.


Wednesday, June 10, 2009

Τσαλακωμένο λινό

Πολύ πρωινό τηλεφώνημα. "Γιατί ποιοι είναι ευτυχισμένοι;". Καλά που δεν υπάρχουν πια σύρματα. Θα δένονταν κόμπο. Και τα αόρατα κύματα ταραχτήκανε μην νομίζεις. Ηλεκτρομαγνητισμός είναι αυτός. Μήπως είναι ο υπέρτατος συμβιβασμός το να μην συμβιβάζεσαι; Άσε τους κόμπους γι' άλλους. Αρκετούς λύσαμε. Συνεχίζεις να ρωτάς για την κυρία. Ευτυχία. Και που λες. Ευτυχία. Ούτε στο you tube δεν την βρήκαμε.
*
Είσαι ευτυχισμένη εσύ; Που κάθεσαι οκλαδόν στη σκιά του δέντρου μες στη ζέστη και καπνίζεις στραβά ένα τσιγάρο και μου απλώνεις το χέρι με τα ψαρά σου τα μαλλιά; Ζητιανεύεις. Τι ζητιανεύεις; Ευτυχία; Άραγε έχεις για να δώσεις; Άμα βγάλω τα χέρια από τις τσέπες, θα μπορούσα να σου απλώσω το χέρι, αλλά εσύ κάθε μέρα όλο και κάποιον λιντσάρεις που τόλμησε να σε κοιτάξει, να σου μιλήσει, να σου δώσει. Είσαι ευτυχισμένη; Σε ρωτάω. Μήπως σε λένε Ευτυχία; Κι ο καπνός ανεβαίνει αμέριμνος πάνω από τις στέγες των ήσυχων σπιτιών. Ό,τι καιρός κι αν είναι. Το παν είναι η αταραξία. Και τα δεντράκια θροϊζουν και οι λόφοι στέκουν μακρινοί. Όπως αρμόζει στο ντεκόρ. Των λέξεων.
*
Εσύ που κολλάς με την ατέλεια, με αφέλεια, και θυμάσαι μόνο εκείνη, και κάποτε μόνον εκείνη αγαπάς, τι έχεις να πεις; Το λινό φρεσκοσιδερωμένο που μυρίζει θαλπωρή, μόλις αγγίξει το δέρμα και τσαλακωθεί, είναι ευτυχία; Ο μπλε πάγος μετά το βαρύ μέταλλο πάνω στο πόδι σου είναι ευτυχία; Γι' αυτό χορεύεις σήμερα; Γι' αυτό χορεύεις κάθε μέρα; Η ευτυχία, όταν δεν την αναρωτιέσαι, μήπως βρίσκεται στρογγυλοκαθισμένη μέσα σου και μόλις εσύ για μια στιγμή γυρίσεις το κεφάλι με αγωνία και τη ζητήσεις, εκείνη κυλάει μέσα από τις γρίλιες και βγαίνει έξω στο μεσημέρι, ντάλα καλοκαίρι, φοβερίζοντας τους λιγοστούς περαστικούς ότι άμα θέλει εκείνη, υπάρχει;




Monday, June 08, 2009

Φωτογραφία

χωρίς ...μήνυμα



Οι "παρανοϊκοί" με το λάστιχο

βγαίνουν ό,τι ώρα να' ναι και πλένουν τους δρόμους και τα αυτοκίνητα ή τον αέρα σκέτο. Με τα πιεστικά τους. Περνάς με τα μεταξωτά σου σανδάλια και θα γίνεις χάλια. Αλλά σκοτιστήκανε. Σε βλέπουν και συνεχίζουν. Τάχα μου αμέριμνα. Προκειμένου να μη σκονιστεί το αυτοκίνητο. Προκειμένου να τους μυρίσει βροχή. Και χύνουν το νερό. Με τη σέσουλα. Από ψηλά τα μπαλκόνια. Τεχνητή βροχή. Μπορεί να έχει να κάνει με τη λίμπιντο, ποιος τον ξέρει τον κόσμο.
Ας έρθει ένα σύννεφο να πλύνει την Αθήνα. Ας έρθει. Να σταματήσουν να σπαταλάνε το νερό. Κι ας βραχούν τα σανδάλια. "Ας ερχόσουν κι ας βρεχόσουν" που λέει και το παλιό άσμα δια στόματος Sir Bithi.
Ο γείτονας το χάλασε το καινούριο του γυαλιστερό αμαξάκι με το πιεστικό... Καλέ μου, η φύση εκδικείται. Άκου και κανένα κλισέ, επιτέλους. Και η κυρία από ψηλά το δεύτερο καταβρέχει και δεν τρέχει τίποτα. Είμαστε μακριά νυχτωμένοι... Καληνύχτα κι όνειρα γλυκά. Βγήκε, λέει, και ο πρώτος από την Ελλάδα οικολόγος ευρωβουλευτής. Μάλιστα. Ας βγει τώρα να κάνει μια βόλτα κάτω απ' τα μπαλκόνια. Πώς να σταματήσεις τις ξαναμμένες κυρίες και τους κυρίους με τα λάστιχα που χύνουν τα νερά αβέρτα;



Thursday, June 04, 2009

Η Θεσσαλονίκη, όπως την είδα:


Αριστοτέλους

Οι παραλίες σε αναγκάζουν στις φωτογραφίες να δεχτείς ότι η γη είναι στρογγυλή

Το κρυμμένο τραύμα από το ταξιδάκι αναψυχής. Τον πάτησαν όλοι τον κακομοίρη, όσοι βρέθηκαν στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου. Ένα περίγραμμα πτώματος μας υποδέχονταν και μας ξεπροβόδιζε αντιστοίχως, πληροφορώντας μας ότι η αδιαφορία σκοτώνει...



Το "Α" από τον ΑΕΡΑ που περπατούσε, δεν το πρόλαβα. Διέφυγε της φωτογραφικής σύλληψης


Στο Λευκό τον Πύργο


Η απίστευτη υγρασία της πόλης σε κάνει να λούζεσαι με άρωμα



Κι όμως το βιβλίο ...περπατάει

Μανόλιες Θεσσαλονίκης