Wednesday, May 27, 2009

Βανίλια υποβρύχιο


Είναι πολύ λίγες οι φορές στη ζωή ενός δημοσιογράφου που εισπράττει γλύκα από τη δουλειά του. Μετρημένες στα δάχτυλα, μπορεί και του ενός του χεριού. Όσο για την ευτυχία σ' αυτή τη δουλειά, μπορεί να βρίζεις απέξω σου από το πρωί μέχρι το βράδυ την τύχη σου και το ξερό σου το κεφάλι που θέλησες να ζήσεις έτσι, αλλά είναι κάτι λίγες στιγμές που σου παρέχεται γενναιόδωρα. Η ευδαιμονία. Μέσα μέσα σου. Ίσως με τρόπο που ένας τραπεζικός υπάλληλος ή ένας λογιστής δεν θα ζήσει ποτέ. Ίσως. Και έχει να κάνει με τους ανθρώπους το ζητούμενο.

Άνθρωποι σου δίνουν αυτή τη χαρά. Σε κερνούν βανίλια υποβρύχιο, ντάλα καλοκαίρι στον ίσκιο μιας αυλής βρεγμένης κάτω να δροσίζει, με νερό κρυστάλλινο σε διάφανο ποτήρι. Είναι η ζεστασιά τους. Που σου δροσερεύει τη ζωή. Η καλή τους σκέψη. Η ωραία τους διάθεση. Που δεν θα τη βρεις αλλού. Ίσως, λέω. Ίσως. Σπάνια και στη δημοσιογραφική ζωή. Την έχω ζήσει κάτι λίγες στιγμές κι εγώ. Σε γραφεία. Γκρίζα. Με χρωματιστούς ανθρώπους.

Είναι ο υπέροχος συνάδελφος -δικαιούμαι εγώ να χρησιμοποιώ αυτή τη λέξη;- που στα 92 του χρόνια με παίρνει τηλέφωνο στο γραφείο για να μου πει τα νέα του. Με βηματοδότη, κάνει τα πρώτα του νέα βήματα. "Ψηφίσατε;", έχω να τον ρωτήσω, όταν μου λέει ότι μες στο μεσημέρι περπάτησε Σύνταγμα-Ομόνοια μέσα στον ήλιο και είναι μια χαρά. "Βέβαια, ψήφισα. Εσύ πήγες;", "Από χθες εγώ". Και ακούω τον εαυτό μου να μιλάει ως ίσος προς ίσο, απλώς και μόνον επειδή βρεθήκαμε μέλη της ΕΣΗΕΑ και για χρόνια μοιραζόμαστε το ίδιο γραφείο, σε έναν άνθρωπο που έχει ζήσει δημοσιογραφικά-σκιτσογραφικά τη σύγχρονη ιστορία αυτής της χώρας. Κι είναι με το γέλιο στο στόμα και το χιούμορ το αστείρευτο. "Τρελαθήκατε, μες στο μεσημέρι;", "Εμ, άμα δεν ήμουν τρελός θα ζούσα; Δεν θα ζούσα", μου αποκρίνεται παιχνιδιάρικα. Είναι ο ίδιος που όταν τον ρωτούσα τι κάνει, τις προάλλες, μου έλεγε, "Το δρομολόγιο Αθήναι-Άδης".

Υποβρύχια ζεις μέσα στο χαρτομάνι και τις λέξεις χρόνια, λες και μόνο για όταν εμφανιστεί η βανίλια στου απέναντι το βλέμμα να την πάρεις να την βυθίσεις στο ποτήρι σου. Για να δροσιστείς. Πέρυσι, τέτοια εποχή πήρα τη μεγαλύτερη και πιο συγκινητική χαρά για το βιβλίο μου -αυτό ήταν το πρώτο βραβείο με τα όλα του- από το συνάδελφο που είχε την ευγένεια, το νοιάξιμο και την υπέροχη σκέψη να μου στείλει λουλούδια και καρτούλα με αληθινές ευχές, ουσιαστικές κι όχι τυπικούρες, ενώ ήταν μακριά και δύσκολο να συγχαρεί -άλλα χάρηκε μαζί μου κι έκανε κι εμένα να χαρώ-, με το δικό του υποβρύχιο τρόπο που νοιάστηκε να βρει. Κάτι τέτοιες στιγμές -αιωρούμενες σαπουνόφουσκες που ιριδίζουν- ξέρω γιατί έγινα δημοσιογράφος και ζω υποβρυχίως ανάμεσα στα κείμενα, πίσω από τις λέξεις, μέσα στα βιβλία.




Τοξικές ...

προσωπικότητες.Και καταστάσεις. Στην αρχή σου είναι πολύ δύσκολο να τις διακρίνεις ή και απλώς να τους δώσεις ένα τέλος. Όσο περνάει ο καιρός τις αποφεύγεις γρηγορότερα. Ίσως γιατί δεν έχεις άλλο χρόνο για χάσιμο. Χθες μόλις χρησιμοποίησα το δικό μου αντίδοτο. Για μιαν απόφαση που θα βασίζονταν στην τοξικότητα της ευκολίας. Και τη γλίτωσα την τελευταία στιγμή. Με υπόλοιπο μιαν πρόσκαιρη απογοήτευση. Όσο κρατάει ένα βράδυ. Σήμερα, σιγουρεύτηκα. Το εύκολο είναι πάντα πολύ ...δύσκολο. Το απλό είναι πάντα απλώς δύσκολο. Κι εγώ θέλω απλά πράγματα. Με κόστος που αντέχει η τσέπη μου και η τσέπη των ψυχικών μου αποθεμάτων να πληρώσω. Τοις μετρητοίς. Όχι πλαστικό χρήμα. Οικο-λογικό.


Βρες το δικό σου αντίδοτο. Νομίζω ότι η λογοτεχνία είναι ένα απ' αυτά: να τη διαβάζεις. Σε κάνει να ξεχωρίζεις -μέσα από την αλήθεια την τοσοδούλα του καθενός- από χιλιόμετρα μακριά όλα αυτά. Βέβαια, δεν σημαίνει πάντοτε ότι δεν μένεις με δική σου ευθύνη να δηλητηριάζεσαι από την τοξικότητα. Είναι η ουτοπική θεώρηση ότι είσαι εσύ το αντίδοτο. Κι ο μάγος μαζί. Αλλά δεν είσαι ποτέ. Γι' αυτό μάζεψε τα μπογαλάκια σου και δίνε του. Με τις μικρότερες δυνατές απώλειες. Αυτοί που προσπάθησαν να σε ξεγελάσουν, να σε χειραγωγήσουν -αυτή η άθλια χειραγώγηση της απέραντης καλοσύνης είναι τόσο οφθαλμοφανής που σε κάνει να αναρωτιέσαι για την ίδια σου την όραση, βλέπω δεν βλέπω καλά; καλά βλέπεις, προχώρα- συνεχίζουν την προσπάθειά τους με άλλα υποψήφια θύματα. Και είναι οι ίδιοι τα καλύτερα θύματα του εαυτού τους.
Μια στάλα ζωή τους δόθηκε και πρέπει να την καταναλώσουν σε ψέματα, μανούβρες, κρυψίνοιες και ίντριγκες. Τι κρίμα. Για λίγο κέρδος, λέει. Σιγά το κέρδος. Κέρδος είναι οι άνθρωποι που κερδίζεις και σε κερδίζουν, όχι πέντε χαρτάκια παραπάνω που τα λένε ευρώ ή δυο τοίχοι άτυχοι να γκρεμιστούν, όταν έρθει η ώρα τους. Α, και θυμήσου, μην παίζεις με τα δηλητήρια, γιατί μια μέρα θα φαρμακωθείς από μόν-(η) ος σου. Ακόμα και από τη fake καλοσύνη που περιφέρεις... Θα γυρίσει το κεντρί της και θα σε τσιμπήσει. Καρφί στην καρδιά.
My heart belongs to Ναύπλιον, άλλωστε. Είναι μακριά η δική μου καρδιά δεν κινδυνεύει. Πρόσεχε τη δική σου παγωμένη από τα αθηναϊκά τσιμέντα, μην λιώσει.
Πολύ δηλητήριο για σήμερα. Πάω στις χρωματιστές βοκαμβίλιες του Τζων Μπόη να αράξω το βλέμμα μου.



Monday, May 25, 2009

Ο φανερός …κώδικας του Λεονάρντο ντα Βίντσι

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 23/5/2009)

«…Λέγεται πως αν βάλουμε μια καρδερίνα κοντά σε έναν άρρωστο που βρίσκεται στα πρόθυρα του θανάτου, το πουλί δεν θα γυρίσει καν να τον κοιτάξει· αν όμως ο άρρωστος πρόκειται να σωθεί, το πουλί δεν τον αφήνει στιγμή από τα μάτια του, κι αυτός είναι ο λόγος που θεραπεύεται από την ασθένειά του…»


Μπορεί στο όνομά του, μισή χιλιετία σχεδόν μετά τη δράση του, να έχουν ειπωθεί και γραφτεί πολλά, να έχουν θησαυρίσει πολλοί στην πλάτη του για τα θρυλούμενα μυστικά του έργου και του βίου του, ωστόσο η προσωπικότητα του Λεονάρντο ντα Βίντσι («Io, Leonardo», όπως υπέγραφε, μάλιστα, τα έργα του) έχει υπάρξει τόσο πληθωρική για την ανθρωπότητα και τόσο ωφελιμιστικά χρήσιμη, όσο ίσως κι εκείνος δεν είχε φανταστεί ποτέ του, παρά την ευφυΐα και τη διορατικότητά του. Κι ας δούλευε πυρετωδώς για τον άνθρωπο. («…συχνά το έργο ενός τεχνίτη μοιάζει στον ίδιο…»). Κι ας αποτελεί την επιτομή του αναγεννησιακού ανθρώπου που η σημερινή εποχή με την εξειδίκευση και την αποσπασματικότητά της, τον έχει κόψει κομμάτια, προκειμένου να τον μελετήσει, να τον εκμεταλλευτεί, ίσως ακόμα ακόμα και να τον …απομυθοποιήσει μέσα από την ίδια του τη μυθοποίηση από τη βιομηχανία του θεάματος. «…αυτός που μπορεί να πιει κατευθείαν από την πηγή δεν έχει ανάγκη την κανάτα…».
Γι’ αυτό έχει αξία να διαβάσει κανείς τα ίδια του τα γραπτά. Εκείνα που λέει ο ίδιος ατόφια και αυτούσια και όχι όλα αυτά που του αποδίδονται από πολλές και διαφορετικές ερμηνείες, θεωρίες και αμφιβόλου προθέσεων, προελεύσεως και ποιότητας αγιοποιήσεις ή αποκαθηλώσεις. «…Πριν καλά καλά προλάβει να γεννηθεί η Αρετή, η Ζήλια έρχεται στον κόσμο για να της επιτεθεί· πιο πιθανό είναι να υπάρξει σώμα χωρίς σκιά, παρά η Αρετή χωρίς τη Ζήλια…». Ο ίδιος υπήρξε ένα μυαλό πολύ προωθημένο. Ένα άνθρωπος που συνταίριασε το Λόγο με την Αισθητική, την Τεχνική με την Τέχνη, την Επιστήμη με τη Φιλοσοφία, με ένα σαφές και στέρεο και διαχρονικό κέντρο του: τον άνθρωπο. «…Πες μου τώρα ποιο είναι πλησιέστερο στον πραγματικό άνθρωπο: το όνομα ή η εικόνα του ανθρώπου; Το όνομα του ανθρώπου διαφέρει από χώρα σε χώρα, ενώ η μορφή του αλλάζει μόνο στο θάνατο…».

Ένας πολύ «ολόκληρος» άνθρωπος ως προς τις μελέτες, τη γνώση και την επιστημονική του υπόσταση, που ύφανε με το έργο του τον ιστό της ανθρωπιστικής σκέψης. Το βιβλίο με τίτλο «Λεονάρντο ντα Βίντσι- Τα σημειωματάρια οι εφευρέσεις, τα σχέδια και οι θεωρίες μιας ιδιοφυΐας» που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις εκδόσεις Μεταίχμιο με την εισαγωγή και επιμέλεια της Έμμα Ντίκενς και σε μετάφραση του Πάνου Τομαρά, αποκαλύπτει ορισμένες εξαιρετικά ενδιαφέρουσες διαστάσεις αυτής της πολύτιμης για την παγκόσμια ιστορία προσωπικότητας. «…Η μεγαλύτερη δυστυχία είναι όταν οι απόψεις σου είναι πιο προχωρημένες από τη δουλειά σου…». Εκείνος υπήρξε πολύ προχωρημένος, μελετώντας εξονυχιστικά τον άνθρωπο –κυριολεκτικά, αφού επιδόθηκε στην ανατομία με παροιμιώδη τρόπο και τα σχέδιά του για αιώνες υπήρξαν τα πιο λεπτομερειακά που διέθετε η ανθρωπότητα- και γι’ αυτό μέσα από τις σημειώσεις του μπόρεσε να αρθρώσει λόγο χρήσιμο και ωφέλιμο και γόνιμο για όποιον άνθρωπο αγαπά την Τέχνη, αναπνέει μέσα απ’ αυτήν και τέλος πάντων, αναγνωρίζει την ομορφιά της. «…Η ομορφιά παρέρχεται στους ανθρώπους, όχι όμως στην τέχνη…».
Δίνει συμβουλές και οδηγίες προς «ναυτιλλομένους» καλλιτέχνες, κυρίως τους ζωγράφους, ακριβώς σαν να τους άφηνε την πιο ακριβή διαθήκη του κόσμου. Ιδιαίτερα συγκινητικό στοιχείο αυτό. Που προδίδει και τη μεγάλη του ανάγκη να πιστεύει στη συνέχεια του έργου του, με πανηγυρικά σαφή τρόπο. «…Ο ζωγράφος αντιμάχεται και ανταγωνίζεται τη φύση…». Τους προτείνει λύσεις στα προβλήματα της τεχνικής και της τέχνης τους και φυσικά τους μιλά ως ίσος προς ίσο σαν να ήταν μαθητές του που θα ήθελε να τον ξεπεράσουν, ακριβώς για να τον δικαιώσουν. Και μιλάει για όλα ο Λεονάρντο ντα Βίντσι. Τον ενδιαφέρουν όλα. Από το φως και τις σκιάσεις, την προοπτική και την ανατομία, μέχρι τις μηχανές, τους μύθους και τα ανέκδοτα. «…Μερικές φορές τα αντικείμενα ενδέχεται να φαντάζουν μικρότερα ή μεγαλύτερα στο ίδιο μάτι…Το μάτι δεν μπορεί να αντιληφθεί μια φωτεινή γωνία που βρίσκεται υπερβολικά κοντά του…».

Φαντάζομαι ότι άμα ζούσε σήμερα, θα ήταν ένας φοβερός και τρομερός γκατζετάκιας «Κύρος Γρανάζης», κλεισμένος στον εργαστήριό του να δοκιμάζει, να στοχάζεται και να περιεργάζεται νέες ιδέες, καινούρια αντικείμενα. Αναρωτιέμαι αν θα συνέχιζε και σήμερα να δίνει την πρωτοκαθεδρία στο υποκείμενο, τον άνθρωπο. Του οποίου τις αναγκαιότητες προσπάθησε με κάθε τρόπο να ικανοποιήσει να καλύψει στο πιο ευρύ πεδίο που μπορούσε κανείς να διανοηθεί: την ψυχή, το σώμα, την επιθυμία, την ανάγκη, τη δυνατότητα. «…Ο πόθος είναι η αιτία της δημιουργίας. Η όρεξη είναι το στήριγμα της ζωής…Η αναγκαιότητα είναι το κεντρικό θέμα και ο εφευρέτης, το αιώνιο χαλινάρι και ο νόμος της φύσης…Η αλήθεια είναι τόσο εκθαμβωτική, ώστε δίνει αξία ακόμη και στα ευτελέστερα πράγματα…». Γι’ αυτό και πέρασε στο σήμερα ολοφάνερα, χειροπιαστά, χωρίς απαραιτήτως να έχει ανάγκη για τη φήμη και τη μετά θάνατον υπόληψή του καμία θεωρία, κανέναν κώδικα, κανένα μυστικιστικό ντοκουμέντο που να αναφέρεται σε κείνον, να εκπορεύεται από κείνον και εν τέλει να καταλήγει μόνο σε κείνον.«…Η μοναδική επικράτεια που εξουσιάζεις πραγματικά, μικρή ή μεγάλη, είναι η επικράτεια του εαυτού σου…».
Εξαιρετικό ενδιαφέρον έχουν οι «Προφητείες» του που αποτελούν οραματισμούς του για το μέλλον οι οποίοι ευοδώθηκαν πια στις μέρες μας. Γι’ αυτό ήταν έτη φωτός μπροστά από την εποχή του ο άνθρωπος.
«…(Οι άνθρωποι) Θα τρέξουν αμέσως σε διάφορα μέρη του κόσμου χωρίς να κινηθούν…Για την ανταλλαγή επιστολών από τη μία χώρα στην άλλη: Οι άνθρωποι θα συνομιλούν από τις πιο απομακρυσμένες χώρες και θα δίνουν απάντηση…». Πού να ήξερε τότε ότι το διαδίκτυο θα ένωνε τους ανθρώπους με τόσο ταχύ, άμεσο και αποτελεσματικό τρόπο. Αναρωτιέμαι τι θα σκέφτονταν ο Λεονάρντο σήμερα. Τι παραπάνω θα μπορούσε να οραματιστεί, να φανταστεί, να δημιουργήσει. «…Η ζωή διαρκεί πολύ, αρκεί να τη ζήσεις καλά…», έγραφε. Το εντυπωσιακό είναι ότι παρά τις τεχνικές του ενασχολήσεις δεν έκανε ποτέ στην άκρη την ανθρωπινότητα, δεν την παρέβλεπε, δεν την παραγνώριζε, γι’ αυτό δεν δίστασε να σημειώσει ότι «…Τα δάκρυα προέρχονται από την καρδιά, όχι από τον εγκέφαλο…».


Thursday, May 21, 2009

Οι Δρόμοι Ζωής ...απογειώνονται

Πέρυσι έγραφα για την απέραντη συγκίνηση που μου προσέφεραν τα παιδιά των Δρόμων Ζωής, παρακολουθώντας την υπέροχη παράστασή τους με το "Μικρό Πρίγκιπα". Φέτος τους εύχομαι καλές ...πτήσεις με το γλάρο Ιωνάθαν. Αν και θα είμαι σε ταξίδι, ελπίζω να προλάβω στο τσακ να βρεθώ στην πλατεία και να τους απολαύσω και πάλι. Θυμάμαι με πονούσαν τα χέρια μου από το χειροκρότημα... Καλή επιτυχία, παιδιά!

*****Δείτε κι αυτή την εκδήλωση: Αραβική λογοτεχνία του 20ου αιώνα. Νομίζω ότι αξίζει τον κόπο.

Monday, May 18, 2009

Out to lunch,

λέει, είναι ο ευφημισμός των Αμερικανών για να πουν ότι κάποιος είναι τρελός.
Μάλιστα... Και για να πουν ότι κάποιος είναι έξω για φαγητό, τι μένει να λένε;
Βγήκε μια βόλτα έξω στο τρελοκομείο να πάρει τα χάπια του, υποθέτω.
Οι ίδιοι επιμένουν να λένε όταν κάποιος πέθανε ότι "passed away".
Προτιμώ τους Άγγλους με το "kick the bucket". Ή το απλό: die.
Τρία γράμματα πιο δραματικά κι αληθινά από τα λεξικά όλου του κόσμου.
Η πολιτική ορθότητα είναι ο πιο αποτελεσματικός παραμορφωτικός καθρέφτης της αλήθειας.
Κι όπως γράφει και ο μεγαλειώδης Λεονάρντο ντα Βίντσι στα σημειωματάριά του (Εκδόσεις Μεταίχμιο, εισαγωγή-επιμέλεια: Έμμα Ντίκενς, μετάφραση: Πάνος Τομαράς),
"Η αλήθεια είναι τόσο εκθαμβωτική, ώστε δίνει αξία ακόμη και στα ευτελέστερα πράγματα".
Ακόμη και στην πολιτική ορθότητα...
Πάω να γευματίσω. Έξω.


***** Καλή καινούρια αρχή εύχομαι στη Φάβα. Μόλις τώρα είδα τα εγκαίνιά της. Κάνει καταπληκτικά δημιουργική δουλειά. Τη χαίρομαι.





Thursday, May 14, 2009

Αφροδίτη





Μα δεν είναι καταπληκτικό
αυτό; Και διαβάστε κι εδώ. Δείτε κι αυτό.




Wednesday, May 13, 2009

Πλανόδια Αθήνα

Είναι κάτι βόλτες που τις χρωστάς στον εαυτόν σου. Τις οφείλεις, βρε παιδάκι μου. Κι ας σε πονάει το γόνατο κι ας είναι βαριά η τσάντα σου. Είναι ελαφριά η ψυχή σου και η καρδιά σου. Και αισθάνεσαι ότι μόνο το πλήθος μπορεί να σου δώσει λίγη βαρύτητα για να μην απογειωθείς εντελώς. Και σε χάσουμε, με την καλή έννοια. Κι όλο και κάποιος πλανόδιος σε βοηθάει να στήσεις το παραμύθι σου, το όνειρο που το 'χεις έτοιμο από μέσα σου, αλλά θες και λίγο από απέξω σου για να μην νομίζεις τον εαυτόν σου τρελό. Στο πλήθος.
Και διαθέτει τα σύνεργα ο πλανόδιος: τη μουσική του. Για να φτιάξεις μια στάλα μαγεία που δεν μπορεί να την δει κανείς. Ίσως και να την αισθάνεται ο πλανόδιος μάγος, καμιά φορά. Δεν ξέρεις. Μπορεί και όχι. Μπορεί να σιχτιρίζει την ώρα και τη στιγμή που πέρασες από μπροστά του. Μπορεί. Αλλά δεν σε νοιάζει. Κι εσύ πλανόδια είσαι. Και βγάζεις και τον οβολό της μαγείας σου από δαύτον κι εκείνος δεν το ξέρει και δεν θα το μάθει ποτέ. Εκείνος γεμίζει το καπέλο σου κι όχι εσύ το δικό του. Κι ας νομίζουν όλοι το αντίθετο. Αυτό βλέπουν, αυτό ξέρουν.

Monday, May 11, 2009

Ο μικρός Νικόλας (εμπλουτισμένο)

Το απομεσήμερο του Σαββάτου άπλωνα ρούχα στο μπαλκόνι. Ο πολύς ήλιος έφευγε σιγά σιγά και απολάμβανα τη θαλπωρή της αντηλιάς, όσο το φαγητό μαγειρεύονταν στο φούρνο. Από το διπλανό μπαλκόνι που μας χωρίζουν σίδερα, καλώδια από κεραίες και αραιά αναρριχητικά φυτά, ακούστηκε μια περιχαρής φωνούλα. "Μια κυρία, μια κοπέλα, ένα κορίτσι", έλεγε ο μπόμπιρας προσπαθώντας να καθορίσει τι είμαι. Έλα μου ντε, τι να είμαι; Πώς να του συστηθώ; "Θέλω να της μιλήσω", έλεγε στην κυρία που τον πρόσεχε, όσο έκανε βόλτες με το ποδήλατό του στον πέμπτο όροφο. "Θέλω να συζητήσω", επέμενε το πιτσιρίκι.
Και του μίλησα πρώτη εγώ. "Γεια σου. Πώς σε λένε;", όπως λέγαμε παλιά στο σχολείο.
"Με λένε Νικόλα, εσένα;".
"Εγώ είμαι η Σταυρούλα".
"Σταυρούλα; Έχω και στο σχολείο Σταυρούλα, αλλά είναι παιδί. Κι εσύ κάποτε θα ήσουνα παιδί, ε;".
"Ναι, κάποτε ήμουνα κι εγώ παιδί".
"Θέλω να συζητήσω για το σχολικό μου. Εσύ πόσα παιδιά έχεις στο σχολικό σου;".
"Εγώ δεν πάω πια σχολείο και δεν έχω σχολικό".
"Ουφ!", ξεφύσηξε απογοητευμένος ο μικρούλης και έκρυψε το κεφάλι του στα χέρια που ακουμπούσαν στο ποδήλατο. Δεν πτοήθηκε. Συνέχισε να μου συζητάει και μετά, μόλις τελείωσαν τα ρούχα απ' τη λεκάνη και γέμισε η απλώστρα, τον χαιρέτισα με την υπόσχεση ότι θα ξανασυζητήσουμε. Μου είπε με τη σειρά του "Θα σε λέω μπλε ρέιντζερ". Φόρεσα αμέσως το γαλόνι που μου έδωσε ως τίτλο τιμής να είμαι συνομιλήτριά του και χάθηκα στη δροσιά του σπιτιού, με την απορία γιατί να είμαι μπλε ρέιντζερ, αν είναι καλό αυτό και τέλος πάντων χάρηκα που έγινα κάτι "δικό του", κάτι από τη δική του γλώσσα κι ας με ξενίζει.
Κυριακή βράδυ από το ανοιχτό παράθυρο άκουγα τον πιτσιρικά να τρώγεται στους γονείς του ότι θέλει να συζητήσουμε και βλέπει φως στο σπίτι και ακούει φωνές και τέλος πάντων είναι σίγουρος ότι είμαι μέσα και θέλει να μου μιλήσει οπωσδήποτε. Ήταν σκοτεινά στο μπαλκόνι τους, άνοιξα την πόρτα μου και βγήκα με τις πιτζάμες -αν και μιλούσα στο τηλέφωνο, ας περιμένει όποιος κι αν είναι να μιλήσω πρώτα στο Νικόλα που θέλει να συζητάει, όπως κι εγώ- και του μίλησα. Επιβεβαιώθηκε μπροστά στους γονείς του: "Ορίστε, σας το 'λεγα εγώ ότι είναι μέσα το κορίτσι και θα μου μιλήσει, αφού το ξέρω".
Ήξερε, λοιπόν. Μου είπε "Καληνύχτα, Ρούλα", γιατί πού να θυμόταν ολόκληρο "Σταυρούλα" και έφυγε ήσυχος για ύπνο. Σίγουρος ότι εισέπραξα τη γλύκα του και την υπέροχη συζήτησή του.


*****
Ανακάλυψα σήμερα στο "Δεύτερο" αυτό το πανέμορφο τραγούδι με τη Φωτεινή Βελεσιώτου. Να είναι καλά η Μαργαρίτα Μυτιληναίου με τις υπέροχες εκπομπές της. Μέλισσες, λοιπόν. Θέλω να σας τις χαρίσω. Από μια φωνή που νομίζεις ότι έρχεται από πολύ παλιά και βαθιά, κάπου από την ψυχή, ας πούμε.
Το άκουγα από το ένα αυτί και περπατούσα κάτω στον Πειραιά, ανάμεσα στα χαμίνια. Είδα το Θεόφιλο να κοιμάται σε ένα παγκάκι και η ψυχή μου πιάστηκε. Άκουσα την ανάσα του με το άλλο. Τατουάζ-πληγές ξέφευγαν από τη σηκωμένη του μπλούζα.
Και μετά εσύ να πρέπει να θυμάσαι ότι είσαι μπλε ρέιντζερ...

*****Θέλω να πω και γι' αυτή την υπέροχη γυναίκα, τη Μαρία Χούκλη. Χθες, την παρακολουθούσα να παρουσιάζει τη ζωή και το έργο του Παπανικολάου στο ΣΚΑΪ και ομολογώ ότι συγκινήθηκα. Συγκινήθηκα γι' αυτή την τόσο αξιοπρεπή και ωραία γυναίκα. Ωραία από μέσα μέσα της που σε κερδίζει με τη γλυκύτητα και την αρτιότητα του επαγγελματισμού της, με την καλλιέργεια και τον πολιτισμό της. Πολιτισμό εκπέμπει. Σε μια τηλεόραση που δεν εκπέμπει τίποτα άλλο παρά μόνον βλαβερή ακτινοβολία πια.



«Ζούμε, όπως ονειρευόμαστε…μόνοι»

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 9/5/2009)

"…Η θάλασσα είναι πάντα η ίδια. Οι άγνωστες όχθες, οι άγνωστοι άνθρωποι είναι σαν να γλιστρούν αδιάκοπα στο παρελθόν, όχι τυλιγμένοι από ένα πέπλο μυστηρίου, αλλά από μια ακατάδεχτη απόφαση να τους αγνοήσεις. Γιατί τίποτα δεν κεντρίζει την περιέργεια του ναυτικού, τίποτα δεν του φαίνεται μυστηριώδες εκτός από τη θάλασσα την ίδια, μια που αυτή είναι η Κυρά του, αυτή είναι η Αφέντρα της ύπαρξής του, αυτή είναι η ανεξιχνίαστη Ειμαρμένη του…".

«…Η κατάκτηση των Ηπείρων, που άλλο δεν σημαίνει από το ν’ αρπάξεις τη γη από εκείνους που τυχαίνει να ‘χουν άλλο χρώμα επιδερμίδας ή πιο χοντρές ή πλακουτσωτές μύτες από τη δική σου, δεν είναι και καμιά αγγελική δουλίτσα, αν το καλοσκεφτείς…», έγραφε ο Τζόζεφ Κόνραντ το 1902 που εκδόθηκε το βιβλίο του «Η καρδιά του σκότους» (Heart of Darkness το παρόν κείμενο αναφέρεται στην ελληνική έκδοση –απ’ όπου και τα αποσπάσματα σε μετάφραση Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη από τις εκδόσεις Ερατώ). Διόλου εύκολο να ειπωθούν γραπτώς αυτά εκείνη την εποχή. Ακόμη και σήμερα παραμένει δύσκολο το ξεσκέπασμα των αντίστοιχων ανθρώπινων κτηνωδιών. Ακόμη και σήμερα παραμένει ταμπού το σκοτάδι που καλύπτει πτυχές της ανθρώπινης ψυχής, όσο κι αν ασχολούνται οι επιστήμες μαζί της.
Η Τέχνη έχει έναν πρώτο λόγο σ’ αυτή την προσπάθεια ανακάλυψης, ανάδειξης, ανάπλασης και εν τέλει δημιουργικού εξορκισμού αυτού του σκότους. Η μοντέρνα –για τα τότε δεδομένα, αλλά το λέω ανεπιφύλακτα, και για τα σημερινά- γραφή του
Κόνραντ, αυτής της τόσο περιπετειώδους και τυχοδιωκτικής προσωπικότητας, έχει πετύχει διάνα. Κέντρο. Πλάθει μια ιστορία για και με τη θάλασσα, τους ναυτικούς, τους αποικιοκράτες που κατευθύνονται στα βάθη της Αφρικής και ρημάζουν τους αυτόχθονες. Μια ιστορία που επιδέχεται τόσες πολλαπλές αναγνώσεις, που φέρει τόσες επιστρώσεις αλήθειας σε τόσα διαφορετικά επίπεδα. Είναι μια μαγική ιστορία, άγρια κι ειλικρινής. Ιδίως υπαρξιακά, αφού την περιβάλλει μια πυκνή αχλύ ψυχολογικής αλήθειας που την εισπράττει απλώς ο αναγνώστης ως ατμόσφαιρα του βιβλίου. Ατμόσφαιρα που σε σέρνει στο κέντρο της αλήθειας του συγγραφέα και της νουβέλας του. Γι’ αυτό έχει αντέξει έναν αιώνα και βάλε αναγνώσεων και τη λέμε πια κλασική. «…Το μυαλό του ανθρώπου είναι ικανό για όλα. Γιατί όλα εκεί μέσα είναι, όλο το Παρελθόν και όλο το Μέλλον…».

Πρόκειται για την περιπέτεια του
Τσάρλι Μάρλοου που κατευθύνεται στην καρδιά της Μαύρης Ηπείρου διαπλέοντας ένα ποτάμι, ως αφηγητής της ίδιας της ιστορίας μέσα στο βιβλίο. Όπως λένε οι μελετητές του Κόνραντ, πρόκειται για τη διατράνωση της υποκειμενικότητας. Και η υποκειμενικότητα στη λογοτεχνία είναι όχι απλώς το ζητούμενο, αλλά το απαραίτητο εκείνο στοιχείο που προϋποτίθεται για ένα συγγραφέα· για να είναι κάποιος συγγραφέας. «…Πάντα στηριζόμουν στα πόδια μου κι έκανα του κεφαλιού μου. Δεν τους άρεσα…». Ο δημιουργός είχε άλλωστε ζήσει ο ίδιος στο πετσί του μια ανάλογη εμπειρία διάρκειας τεσσάρων μηνών περίπου. Αλλά δεν είναι τα ρεαλιστικά στοιχεία της νουβέλας του που εντυπωσιάζουν ακόμη και σήμερα, αλλά τα πολλαπλά υποστρώματα της σκέψης του. Προφανέστατο κατάλοιπο της καταγωγής και της διαπαιδαγώγησής του. Ο Τζόζεφ Κόνραντ (Jósef Teodor Konrad Korzeniowski είναι ολόκληρο το όνομά του) γεννήθηκε το 1857 σε μια επαρχία της Ουκρανίας που ανήκε στην Πολωνία και βρίσκονταν υπό ρωσική κυριαρχία. Ο πατέρας του Apollo ήταν ένας αριστοκράτης χωρίς γη, ποιητής και μεταφραστής του Σαίξπηρ, του Ντίκενς και της γαλλικής λογοτεχνίας. Ο μικρός Τζόζεφ έμαθε πρώτα να διαβάζει στα πολωνικά και τα γαλλικά μεταφρασμένα τα αγγλικά κείμενα. Είναι εξαιρετικά εντυπωσιακό ότι η αγγλική γλώσσα στην οποία και έγραψε λογοτεχνία, δεν είναι ούτε η πρώτη αλλά ούτε καν η δεύτερη γλώσσα του, ήταν η τρίτη στη σειρά γλώσσα που διδάχθηκε.
Κι αυτά τα υποστρώματα δεν φαίνονται στον αναγνώστη. Είναι αόρατα νήματα που κινούν την ομίχλη της ιστορίας του, δεν υπάρχουν ραφές, στριφώματα που να σε αποσπούν από αυτή την καταβύθιση στο σκότος του Κόνραντ, του κόσμου και το δικό σου. «…σκεφτόμουν, πόσο μακριά από την αλήθεια είναι καμιά φορά οι γυναίκες. Ζουν σ’ έναν κόσμο δικό τους, που ούτε υπήρξε, ούτε πρόκειται να υπάρξει ποτέ. Είναι υπερβολικά όμορφος ο κόσμος των γυναικών, αν γινόταν όμως ποτέ πραγματικός δεν θα διαρκούσε ούτε μια μέρα. Κάποιο διαολεμένο πράγμα, που μ’ αυτό εμείς οι άνδρες ζούμε από την πρώτη ημέρα της Δημιουργίας, θα ξέσπαγε και θα τα έκανε όλα κομμάτια…». Εκείνο που νιώθεις είναι ότι γίνεσαι μια μαριονέτα στα χέρια του συγγραφέα που περιμένει εσύ να κινήσεις μέσα σου τις κλωστές της δικής σου ανάγνωσης για να ανακαλύψεις τα νοήματα εκείνα που υπάρχουν εκεί για σένα. Θησαυρός. Σαν εκείνο για τον οποίο η Εταιρεία της ιστορίας του Μάρλοου συνθλίβει ψυχές και σώματα ανθρώπων, δικών της ξένων, προκειμένου να αποκτήσει το ελεφαντόδοντο. «…Θα ‘λεγες πως αν προσεύχονταν σε κάτι, αυτό ήταν το ελεφαντόδοντο. Ο ιός μιας ανόητης απληστίας τους είχε προσβάλει όλους εκεί πέρα. Ποτέ δεν είχα δει ή ακούσει κάτι πιο αδιανόητο στη ζωή μου…». Το βιβλίο έχει εμπνεύσει πολλούς δημιουργούς του 20ου αιώνα, όπως τον Όρσον Γουέλς, με κορυφαία την ταινία του Φράνσις Φορντ Κόπολα, «Αποκάλυψη τώρα» (1979), αλλά και έχει δεχτεί και ισχυρές επικρίσεις, όπως κάθε καλλιτεχνικό έργο που ταράζει τα λιμνάζοντα νερά της δημιουργίας.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η γκάμα των ερμηνειών της γραφής του Κόνραντ: συμβολική, μυθολογική, ψυχολογική, πολιτική και ρεαλιστική. Ακόμα πιο ενδιαφέρουσα είναι η λογοτεχνική επιρροή που έχει ασκήσει προφανώς στους συγγραφείς του 20ου αιώνα. «…Υπάρχει ένα ίχνος θανάτου, μια μυρωδιά θανατίλας στο ψέμα –κι αυτό είναι ό,τι απεχθάνομαι πιο πολύ, αυτό που θέλω να ξεχνάω…».
«Η καρδιά του σκότους», διαπνέεται από έναν ανθρωπισμό αυτονόητο· το 1902 δεν ήταν αυτονόητος, βεβαίως, πολύ περισσότερο όταν ακολούθησαν οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι. «…ο θρίαμβος της υγείας μέσα στο γενικό χάος, είναι ένα είδος ισχύος από μόνος του!…».Μάλλον αυτοί επιβεβαίωσαν με τον πλέον δραματικό τρόπο τις μαύρες τρύπες της ανθρώπινης ιστορίας. «…Κι αυτό που σε τάραζε εκεί, αυτό που σου προκαλούσε ρίγη ήταν ακριβώς η σκέψη του ότι οι άνθρωποι αυτοί ήταν πολύ ανθρώπινοι, ήταν η σκέψη της «ανθρωπινότητάς» τους, που ήταν σαν τη δική σας και τη δική μου –η σκέψη της μακρινής συγγένειας μ’ αυτήν την άγρια και γεμάτη πάθος μαύρη οχλοβοή…». Αν μη τι άλλο, το κέντρο του σκοταδιού βρίσκεται μέσα μας, περιμένει να το ανακαλύψουμε για να αποφασίσουμε άμα θα το απαρνηθούμε ή θα το αφήσουμε να μας καταπιεί, σε κάθε έκφανση της ανθρώπινης υπόστασης και διάστασής μας. Μια δουλειά είναι κι αυτό: να ανακαλύψουμε τον εαυτόν μας. «…Εκείνο που μ’ αρέσει στη δουλειά, είναι η ευκαιρία που σου δίνει ν’ ανακαλύψεις τον εαυτό σου, την ίδια σου την αλήθεια, την πραγματικότητά σου. Να την ανακαλύψεις για σένα, όχι για τους άλλους. Ν’ ανακαλύψεις κάτι που κανείς άλλος δεν μπορεί να ξέρει για σένα…».


Thursday, May 07, 2009

Κάθε υδρορροή κι ένας κήπος


Παπαρούνες ανάμεσα στους συρμούς


των τρένων στο Μοναστηράκι,

χαμομήλια στη Φωκίωνος


και πικρούνες στα Πατήσια...


Και μες στα τσιμέντα δεν πτοείται η άνοιξη.
Βρίσκει τρόπο να εισβάλλει.
Να υπονομεύσει το αρραγές.
Να δείξει ότι οι ρωγμές υπάρχουν,
ακόμη κι αν δεν τις βλέπουμε με γυμνό μάτι.
Με δακρυσμένο ίσως κάτι να γίνεται.
Δακρυσμένο από τον εκτυφλωτικό ήλιο.
Οι ρωγμές αυτής της πόλης
δεν ξεχνούν να επιτρέψουν στην άνοιξη
να τις αναδείξει.
Οι απολήξεις των υδρορροών έχουν ανθίσει.

Wednesday, May 06, 2009

«Εγώ δεν είμαι τρελός, μόνο θλιμμένος»

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 2 Μαϊου 2009)


«…Όταν πέθανε, ο Δον Κιχώτης ήταν πια ο Δον Κιχώτης δεν ήταν ένας άγνωστος…Ο Δον Κιχώτης, δίχως να είναι κανένας και τίποτα, ήταν οι πάντες και τα πάντα εκείνο τον καιρό…Το θέμα είναι πως είτε φίλοι είτε εχθροί του Δον Κιχώτη, υπέρμαχοι και επικριτές δεν είχαν την παραμικρή ιδέα για το τι θα τους έβρισκε μετά το θάνατό του…μαζί με τον Δον Κιχώτη είχε αφανιστεί κάτι περισσότερο από ένας άνθρωπος…»


Ένας φόρος τιμής. Στο μυθιστόρημα. Και τους ήρωές του. Και το συγγραφέα του. Στο μυθιστόρημα εκείνο που επιχείρησε να ερμηνεύσει τον κόσμο, να τον ανιχνεύσει, να τον εξηγήσει, να αναρωτηθεί γι’ αυτόν, μέσα από την πένα του εμπνευστή και δημιουργού του, Θερβάντες. Ο Αντρές Τραπιέγιο (Andrés Trapiello) δοκιμάζει να μιλήσει για την ήττα και τη νίκη, τη φυγή και την ελευθερία, τη λογοτεχνία και τους οραματιστές της, το έρωτα και τη δύναμή του, στο βιβλίο του «Όταν πέθανε ο Δον Κιχώτης», που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση της Χριστίνας Θεοδωροπούλου, μέσα από κείνο το πέρασμα προς τη σύγχρονη πεζογραφία που άνοιξε ο δημιουργός του Δον Κιχώτη.
Το εξαιρετικά γλαφυρό εξώφυλλο και άκρως επιτυχημένο για το βιβλίο, σχεδιασμένο από την Ευδοκία Στιβακτάκη προϊδεάζει για την πρωτότυπη ιδέα του Τραπιέγιο να αφηγηθεί πώς κατέληξαν οι «δευτεραγωνιστές», οι δευτερεύοντες χαρακτήρες, της ιστορίας του Θερβάντες: η Αντόνια, η ανιψιά του Δον Κιχώτη, η Κιτέρια, η οικονόμος του, ο σπουδαστής Καρράσκο, ο γέρος συμβολαιογράφος και φυσικά ο πιστός κι αχώριστος σύντροφός του, Σάντσο Πάντσα, η επιτομή της αφοσίωσης. Ακόμη κι η Δουλτσινέα αποκτά ύπαρξη και ρόλο, εξόν από το μυαλό του ονειροπαρμένου μοναχικού και ηττημένου ιππότη, σ’ αυτό το μυθιστόρημα που διαβάζεται απολαυστικά και αφήνει καθρέφτες κι εκδοχές να κατοπτριστεί ο αναγνώστης στις ερμηνείες της δονκιχωτικής ιστορίας.

Δεν παρωδεί, δεν μιμείται, δεν αντιγράφει ο ισπανός σύγχρονος συγγραφέας τον Θερβάντες. Ίσα ίσα, είναι σαν να προσπαθεί να τον κάνει κι εκείνον λίγο πιο πρωταγωνιστή απ’ ό,τι υπήρξε στην πραγματική του ζωή, σε σχέση πάντα με τη λογοτεχνία. Ο Δον Κιχώτης επισκιάζει τη μορφή του δημιουργού του, όπως είναι εύλογο, ωστόσο ο Τραπιέγιο είναι σαν να αναδεικνύει το Θερβάντες, ξεθάβοντας υποστρώματα της ανάγνωσης του έργου του και δίνοντας διαστάσεις που ίσως κάποιος να παραβλέψει ή να αγνοήσει, διαβάζοντας τις περιπέτειες του Δον Κιχώτη.


Αυτός ο απόκοσμος ιδεαλιστής που δεν το είχε σε τίποτα να ριχτεί με ορμή πάνω στους ανεμόμυλους («…ως τρελός είχε επιβιώσει σε τόσες απρόσμενες και άνισες επιθέσεις…»), προκειμένου να επιβεβαιώσει την ιπποτική σου ιδιοσυστασία, αποκτά τις ανθρώπινες διαστάσεις του που τον κάνουν ακόμα πιο ρομαντικό στα μάτια του σύγχρονου αναγνώστη, μέσα από τις ζωές που διάλεξε ο Τραπιέγιο να ακολουθήσουν οι άνθρωποι που αποτέλεσαν το μυθιστορηματικό περιβάλλον του Δον Κιχώτη. «…Όταν πέθανε, ο Δον Κιχώτης ήταν πια ο Δον Κιχώτης δεν ήταν ένας άγνωστος…Ο Δον Κιχώτης, δίχως να είναι κανένας και τίποτα, ήταν οι πάντες και τα πάντα εκείνο τον καιρό…Το θέμα είναι πως είτε φίλοι είτε εχθροί του Δον Κιχώτη, υπέρμαχοι και επικριτές δεν είχαν την παραμικρή ιδέα για το τι θα τους έβρισκε μετά το θάνατό του…μαζί με τον Δον Κιχώτη είχε αφανιστεί κάτι περισσότερο από ένας άνθρωπος…».
Ο Δον Κιχώτης με ένα αόρατο ξίφος έκοψε τον κόσμο στα δύο, περίπου όπως είχε συμβεί χιλιετίες νωρίτερα, όταν ο άνθρωπος περνούσε από το μύθο στη λογική, στο αίτιο και το αιτιατό. Μόνο που αυτός ο ιππότης της κακιάς ώρας ήρθε για να περάσει τον άνθρωπο από την ήττα της ψυχής του στη νίκη έναντι του χρόνου, με τη συνειδητοποίηση της απέραντης επιθυμίας –αυτής της αιώνιας Δουλτσινέας- και της ισχύος της, της δυναμικής της. Ο άνθρωπος βρέθηκε με τη φωτιά στα χέρια, αλλά έπρεπε να έχει την επιθυμία να την καεί μ’ αυτή προκειμένου να σωθεί εντέλει από την ίδια του τη φθορά. «…εκείνο που τιμά έναν άνθρωπο δεν είναι ο στόχος τον οποίο σχεδόν ποτέ δεν φτάνει, μα η ευθύτητα της πρόθεσής του και η αγνότητα της καρδιάς του στην προσπάθεια να τον πετύχει, ακόμα, και όταν τον εμποδίζουν…». Και η ανθρωπινότητα αποθεώνεται. «…αν απειλήσεις έναν τρελό πως θα του ξεριζώσεις το χέρι αν δεν ομολογήσει την τρέλα του, θα σου δώσει και το άλλο για ν’ αποδείξει πως δεν είναι…». Από έναν κακομοίρη καχεκτικό γηραλέο άνθρωπο που καβαλά το ψωραλέο του αλογάκι, παίρνει μαζί του τον απόλυτα αφοσιωμένο του σύντροφο και ξεκινά το ταξίδι προς την κατάκτηση της επιθυμίας. Δεν νομίζω ότι υπάρχει μεγαλύτερο κέρδος απ’ αυτό για τον άνθρωπο. «…Ένας άνθρωπος δεν είναι κάτι περισσότερο από κάποιον άλλον, αν δεν κάνει περισσότερο από τον άλλον, κι εγώ θα κάνω για όλους όσα κανείς μας δεν έχει κάνει μέχρι σήμερα…». Γι’ αυτό ο Δον Κιχώτης όσο κι αν λοιδορήθηκε ανά τους αιώνες από κείνους που τον βάζουν στο στόμα τους με την πρόθεση της απόδοσης απόλυτης γραφικότητας, παίρνει τη μεγαλύτερη του εκδίκηση, με την αρχετυπική του φιγούρα που περιπλανιέται με τη μία ή την άλλη μορφή, στον ψυχισμό κάθε ανθρώπου που έρχεται αντιμέτωπος με την επιθυμία του, την ανάγκη της επιθυμίας του, την φλέγουσα ψυχή του. «…ο τρελός από οδύνη είναι γνωστικός…». Έδωσε μια καλή δικαιολογία στην ψυχή να θάλλει, χωρίς να περιμένει τη μεταφυσική της «δικαίωση». «…ο θάνατος λέει τα πράγματα δίχως λόγια, δαγκώνοντας με τα ποντικίσια δόντια του μια γωνίτσα στην καρδιά των ζωντανών…».

Ο Θερβάντες έβγαλε την ψυχή και τα αισθήματα από τη λαιμητόμο της θρησκευτικής τους –μέχρι τότε- παρενδυσίας και τα έφερε στο φως, μέσω της λογοτεχνίας, που αμφιβάλλει, διερωτάται και ερευνά· στο φως της ρεαλιστικής θεώρησης του κόσμου (της πεζογραφικής θεώρησης του κόσμου), περνώντας απενοχοποιημένα μέσα από τα φίλτρα των συναισθημάτων (την ποιητική ρίζα της ιπποσύνης και του ρομαντισμού). Κι αυτό γιατί έβαλε έναν τρελό να ακολουθήσει την τρέλα του. Μα, ήταν όντως τρελός; Ο Τραπιέγιο που έχει γράψει και τη βιογραφία του Θερβάντες, δεν αποπειράται να απαντήσει στο ερώτημα αν ο Δον Κιχώτης είναι τρελός, παρά απαριθμεί τις πιθανές εκδοχές και τον φωτίζει από κάθε πλευρά που θα μπορούσαμε να τον δούμε σήμερα. «…Εκείνος γνωστικός κι εμείς τρελοί. Εκείνος τώρα απολαμβάνει τη δόξα του Θεού κι εμείς γυρεύουμε την εξιλέωση στη ζωή…».
Κι από κει που ο Δον Κιχώτης επαναλαμβάνει ότι δεν είναι τρελός, αλλά θλιμμένος, έρχεται γραμμή και συνδέεται με το σημερινό άνθρωπο που δεν μπορεί να αποδεχτεί καμία τρέλα ή ίσως να κατρακυλά πανεύκολα σ’ αυτήν, γιατί δεν είναι σε θέση να αποδεχτεί τη θλίψη του· που τον εκδικείται κι αυτή με τον τρόπο της, αφού φροντίζει ολοένα να μεγαλώνει. «…τρελός, ο Δον Κιχώτης μας δίδαξε να παίρνουμε το μέρος, δικαιολογημένα ή όχι, εκείνου που το έχει περισσότερο ανάγκη σαν του στερούν το δίκιο του…». Γι’ αυτό, ακόμη δεν έχει πεθάνει ο Δον Κιχώτης, αφού προστρέχουμε στην τρέλα και τη θλίψη του για παρηγοριά και βρίσκουμε καταφύγιο για την ψυχή μας.

Tuesday, May 05, 2009

Πατρίδα μας είναι η αγάπη

σκέφτηκα βλέποντας την ταινία "Πληγές του φθινοπώρου". Πρωτομαγιάτικα. Συνήθως μένω στην αίθουσα και διαβάζω τους τίτλους του τέλους μέχρι και τον παραμικρό τελευταίο εργάτη που δούλεψε για να γίνει μια ταινία. Αυτή τη φορά, είχα σηκωθεί πρώτη, φόρεσα την καπαρντίνα μου και όρμησα έξω από το σινεμά. Ασφυκτιούσα. Ήθελα να με χτυπήσει ο αέρας. Αυτός ο ίδιος αέρας που δεν θέλω άλλες φορές να μου χαλάει τη μαγεία μιας ταινίας, μόλις βρεθώ στο πεζοδρόμιο έξω από το σινεμά. Συνήθως με ενοχλούν οι άλλοι θεατές που βιάζονται να βγουν. Αυτή τη φορά έμειναν παγωμένοι στις θέσεις τους. Δεν το έχω ξαναδεί αυτό. Δεν θα σταθώ στα "ελληνοτουρκικά" που θίγονται, παρά στο ανθρώπινο κομμάτι που αφορά εμένα. Βρήκα καταπληκτικό τον πρωταγωνιστή ("Είσαι παρατηρητής της ζωής", φώναζαν στον ήρωα) και τις μαγικές στιγμές συγκίνησης που μπόρεσε να απαθανατίσει η κάμερα, η σκηνοθεσία, η ερμηνεία, η αύρα των ηθοποιών. Είμαι τελείως σίγουρη πια: πατρίδα μας είναι η αγάπη μας για ανθρώπους. Συγκεκριμένους, ξεχωριστούς ανθρώπους. Δικούς μας.

Friday, May 01, 2009

Η μέρα της σφαγής των λουλουδιών

Μποτιλιαρισμένοι στις εξόδους της πόλης, μέσα στα τσίγκινα κλουβιά με ρόδες για να ξεφύγουν από την πόλη και τον εαυτόν τους που καθρεφτίζεται στις διάφανες βιτρίνες της. Ωραίος Μάης που σε ελευθερώνει. Πώς σου το είπε η φίλη, που έχει δεσμευτεί για τα καλά, όταν της είπες ότι νιώθεις πιο ελεύθερος άνθρωπος από ποτέ; "Ναι, καταλαβαίνω τι λες. Έχω νιώσει κι εγώ έτσι μια φορά". Λαμπρά. Μαγικά. Μαγιάτικα. Να ξεφύγουν από τον κύριο στη γωνία, έξω από το ζαχαροπλαστείο, με την ηλικία ίσως του πατέρα μου και γένια σαν τα δικά του στο ηλιοκαμένο του πρόσωπο. Μια χουφτίτσα κόκκαλα και μια στάλα σάρκα, ρημαγμένη. Τρώει ένα κουλούρι. Σε κοινή θέα. Ντράπηκα που ήμουν εγώ ο θεατής. Να άνοιγε η γη να με καταπιεί.
Οι άλλοι μέσα στα αυτοκινητάκια τους. Βρίζονται με τη γυναίκα και τα παιδιά και ίσως και την πεθερά. Κάτι τέτοιες ώρες ευγνωμονώ τη δημοσιογραφία που με θέλει στο γραφείο τις αργίες και την προηγούμενη εγώ να αργοασχολούμαι. Αντίθετα απ' όλους. Και μουντζώνονται στο φανάρι, γιατί άλλαξε γνώμη και δεν έστριψε την τελευταία στιγμή. Και ο πισινός τρελάθηκε, σε αμόκ έχει πάρει τα χέρια του από το τιμόνι και μουντζώνει. Και πατάει το γκάζι ταυτόχρονα στη στροφή. Εν εξάλλω. Έξω Μάιος. Ταλαιπωρημένα λουλούδια σε κουβάδες. Με νερά. Τα λυπάμαι σήμερα τα λουλούδια. Εγώ διέπραξα τη δική μου σφαγή στο ανθοπωλείο χθες. Με τον καινούριο ανθοπώλη που έχει όρεξη και μιλάει για τα λουλούδια και μου λέει κολπάκια για να τα διατηρώ, κι εγώ του λέω για τα λουλούδια του παππού μου που τότε κι αν τα έσφαζα μικρή. Κινέζικα γαρίφαλλα και φούξια τριαντάφυλλα να φιλτράρουν τον αέρα του σπιτιού. Σε βάζο. Στο γραφείο μια ξεραμένη φρέζια, μέσα σε νερό. Βλαστάρι που δεν άνθισε. Μου φαίνεται σήμερα έχει βγάλει ένα ξερό άνθος. Μου φαίνεται. Και τι δεν μου φαίνεται.
Τα ράδια-τηλέφωνα λένε για τις πορείες στο κέντρο. Και παίζουν "Το μεσημέρι καίει το μέτωπό σου", όπως περνάω από μπροστά του. Καίει. Ο κύριος στη γωνία ισχνός και μαραζωμένος περιφέρει τα χαρτόκουτά του. Και την άστεγη όψη του. Η πορεία είναι για το κέντρο, όχι για τις γωνίες, καλέ μου φίλε. Δεν είναι για σένα αυτά. Θα σε ποδοπατήσουν άμα περάσουν από μπρος σου. Θα τους εμποδίζεις. Να διαδηλώσουν. Άσε που είναι και πολύ μελό η φιγούρα σου και δεν μπορείς ούτε σ' ένα λογοτεχνικό κείμενο να πρωταγωνιστήσεις (άσε το δημοσιογραφικό θέμα, θα πουν ότι κιτρινίζει). Θα πουν το συγγραφέα παρωχημένο, άμα τον διαβάσουν, θα τον πούνε φτηνό κι εύκολο, άμα σε πάρει στα χέρια του να σ' αγκαλιάσει με το λευκό του χαρτί σαν μικρό κοτοπουλάκι να σε ζεστάνει. Και στο κάτω κάτω, δεν συμφέρεις, κανέναν. Ούτε ένα συγγραφέα, πάρ' το απόφαση. Θα πρέπει να μιλάνε γι' αυτόν και να πουν όσα δεν είπαν ούτε για το Χέμινγουέι. Κι εσύ δεν τον βοηθάς καθόλου. Με τα άγρια γένια σου, το βλέμμα σου που το φοβάμαι με την ανθρωπιά του και τα χέρια σου που κρατούν λαίμαργα το κουλούρι. Μηδέν. Κουλούρι. Σε συγγραφέα και άνθρωπο. Στο λευκό χαρτί. Σαν σφαγμένο λουλούδι σε βλέπω σήμερα. Συμπάθα με. Αυτό θέλω. Να με συμπαθήσεις.