Tuesday, April 28, 2009

Η τοξική μανία της αγάπης

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 25 Απριλίου 2009)



«…Ο πατέρας μου δεν επέτρεπε στον εαυτό του να λέει δύο φορές την ίδια ιστορία. Ήταν, για εκείνον, θέμα ευγένειας: να μη σερβίρει στον άλλο μεταχειρισμένες ιστορίες…»





Ένας άντρας. Που γνωρίζει τη μισή του καταγωγή. Με τη μητρική φιγούρα απούσα από τη ζωή του. Κι έναν πατέρα που ενώ ήξερε να φωτίζει καλύτερα από τον καθένα -καθότι φωτογράφος πλατό, τη χρυσή δεκαετία του ’60 για τον παγκόσμιο κινηματογράφο και το γαλλικό σινεμά- κράτησε για τους δικούς του σοβαρούς λόγους στο σκοτάδι το όνομα της γυναίκας που γέννησε το γιο του. «…Έπρεπε να κάνει θαύματα με το φωτισμό, με τις σκιές που γλύκαιναν, απάλυναν, ψεύδονταν μέσω της παρασιώπησης…».
Στη σκιά αυτής της από πάντα απώλειας, ο ήρωας θα γνωρίσει μια βουλιμική κοκκινομάλλα, τη Μεϊλίς, πρώην μανεκέν του Ντιόρ, απροσδιορίστου ηλικίας, ώριμη παντρεμένη γυναίκα που θα απαιτήσει από κείνον τα πάντα. Κι αυτός θα ισορροπήσει για καιρό πάνω στις εύθραυστες ισορροπίες της ζωής του, προσπαθώντας να λύσει το γρίφο της ίδιας του της ύπαρξης. Το τεντωμένο σκοινί θα κοπεί την ώρα που θα πλησιάσει πολύ κοντά στην αλήθεια. Άλλωστε το μόνο του δεδομένο ήταν η μοναδική «διαθήκη» που του άφησε ο πατέρας του, λίγο πριν πεθάνει, ότι οφείλει την ύπαρξή του σε ένα «κινηματογραφικό φιλί».
«…Εκείνος φώτιζε τα πρόσωπα με τους προβολείς του, εγώ τα φωτίζω με λέξεις…».
Το σελιλόιντ θα γίνει για τον πρωταγωνιστή ισοδύναμο μιας ιδιότυπης μήτρας που τον έφερε στον κόσμο. Οι φλογερές ντίβες του σινεμά κρατούν επτασφράγιστο μυστικό στα χείλη τους την προέλευσή του. Είναι ένας άντρας χωρίς μητρική ρίζα που το κινηματογραφικό πανί αποκτά στο μυαλό του, στα αισθήματά του, διαστάσεις μιας οικογένειας. Που τον κατασπαράζει με την αινιγματική της ύπαρξη, με την ουσιαστικής της απουσία από τη ζωή του. Ο φυσικός θάνατος του πατέρα του ανοίγει το δρόμο για την αναζήτηση του πραγματικού του εαυτού που κρύβεται κάτω από το κοινωνικό κοστούμι της δικηγορίας.
«…Φρόντιζε να διασχίζει την ύπαρξή του χωρίς μάρτυρες, λες κι η ζωή του ήταν το τέλειο έγκλημα…».

Ο Ερίκ Φοτορινό (Éric Fottorino), μέχρι πρόσφατα διευθυντής της «Le Monde», με το μυθιστόρημά του «Κινηματογραφικά φιλιά» που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση της Άννας Δαμιανίδη και επιμέλεια της Άννας Μαραγκάκη, ανασύρει τη γοητεία της νουβέλ βαγκ για να μιλήσει για την τοξικότητα της αγάπης, δια μέσου της ασπρόμαυρης νοσταλγικής ομορφιάς της. «…Εκείνη την εποχή η κάμερα ήταν ο απόλυτος μονάρχης. Ρουφούσε κάθε κίνηση, και ο πατέρας μου ήταν διακριτικά πανταχού παρών για να συλλαμβάνει την ωραιότερη έκφραση των καλλιτεχνών…». Ο συγγραφέας, βασιζόμενος στο αρχέγονο οιδιπόδειο σύμπλεγμα και αναδεικνύοντάς το με την πιο τραγική του μορφή, δημιουργεί τρίγωνα, τα οποία για να υπηρετήσουν οι ήρωές του, είναι υποχρεωμένοι να πρωταγωνιστήσουν οι ίδιοι στο ατομικό τους δράμα, καταβάλλοντας το ανάλογο τίμημα: πόνο. Η υποβλητική ατμόσφαιρα του βιβλίου, ο ψυχισμός και η μοναξιά του ήρωα και φυσικά η τραγωδία -που στήνεται αριστοτεχνικά στο παρασκήνιο και φωτίζεται κινηματογραφικά, όπως ίσως μόνο ένας διευθυντής φωτογραφίας θα μπορούσε να στήσει, με σκιές και φωταψίες παράδοξες και κρυφές, που εντείνουν τη δραματικότητα και το στοιχείο του τραγικού- μαγνητίζουν τον αναγνώστη και τον κρατούν καθηλωμένο να συμπάσχει, μέχρι τέλους.
Ο Φοτορινό δημιουργεί ένα κομψό μυθιστόρημα που σου τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια στην καίρια στιγμή. Σε μαγεύει με τη νοσταλγική του διάθεση. Σε σαγηνεύει με τον τρόπο που ο συγγραφέας χειρίζεται το ξεδίπλωμα μιας ερωτικής ιστορίας –χωρίς κλισέ. «…Η σερβιτόρα δεν μας άφηνε από τα μάτια της. Μάντευα στο αμήχανο βλέμμα της πόσο προκλητικό μπορεί να είναι το θέαμα δυο ανθρώπων που αγαπιούνται. Ζούσαμε τη στιγμή σε μια αδιαπέραστη φυσαλίδα. Η σερβιτόρα δεν μπορούσε να ξέρει ότι ο χρόνος μάς κατέτρωγε…». Κρατά την ασπρόμαυρη υφή της απολυτότητας των μυθιστορηματικών καταστάσεων που μόνο στον κινηματογράφο του ’60 με κείνα τα θεϊκά αψεγάδιαστα πρόσωπα –τόσο καλά φωτοσκιασμένα- θα μπορούσε να ονειρευτεί κανείς. Και σου αποσπά τη συγκίνηση. Σε κάνει μέρος του βιβλίου από την πλευρά του αναγνώστη-θεατή ενός δράματος. Χωρίς να γίνεται μελό. Χωρίς να φοβάται μη γίνει μελό –αυτό είναι σύνδρομο της ελληνικής λογοτεχνίας άλλωστε, και διόλου της γαλλικής. «…Νόμιζα τότε ότι αρκούσε να αφηγηθείς τη ζωή σου, ή τη ζωή των δικών σου, για να κάνεις ένα λογοτεχνικό έργο…».

Στο όνομα της αγάπης, ένας άντρας δηλητηριάζεται από τους δύο μαύρους ήλιους της ζωής του. Τη μητέρα του και την ερωμένη του. «…Έκανα λάθος. Δεν ήμουν ερωτευμένος. Ήμουν τοξικομανής…». Γνωστή η ιστορία και θέλει τόλμη που ένας άνδρας τολμά να την πει αυτή την ιστορία, με τους συμβολισμούς της, τα βάθη και τα ύψη της, τις σκιές και το φως της. Άλλωστε τέτοιες αλήθειες στη ζωή λέγονται μόνο στο ημίφως ή δεν λέγονται ποτέ. «…Μια λέξη ήταν ικανή να μας γδάρει…». Εδώ ο συγγραφέας επιλέγει τη σκοτεινή κινηματογραφική αίθουσα για να μας αφηγηθεί μια ιστορία τόσο αποκαλυπτική για την ανδρική μοναξιά, από τη λογοτεχνική της ματιά. «…Ζούσα απ’ την ανάποδη όψη της ζωής…». Και αποθεώνει τον έρωτα, παρουσιάζοντας ακριβώς τη βασανιστική του όψη. «…Αργότερα ανέπτυξα ως το άπειρο αυτή την αριθμητική της καρδιάς, αναλύοντας κάθε ώρα που μοιραζόμασταν σε χιλιάδες δευτερόλεπτα…». Δείχνει τα τρωτά του, τον απομυθοποιεί για να τον αναπλάσει ακόμα πιο δυνατό και σημαντικό για τη ζωή μας. «…Μας ανήκει, όμως, ποτέ μια γυναίκα που αγαπάμε; Ανήκει, πρώτα απ’ όλα, στο όνειρο και στον πόνο, αμέσως μόλις φεύγει…».
Η φιγούρα ενός άντρα παγιδευμένου στην αγάπη, σαν έντομο μέσα στο κεχριμπάρι, είναι άλλωστε κι εκείνη που απαθανατίζεται στα παθιασμένα κινηματογραφικά φιλιά. Τα φοβερά και τρομερά αρσενικά του σινεμά αναγκάζονται να παραδοθούν στις παρτενέρ τους για να γοητεύσουν το φιλοθεάμον κοινό. Για να πουν μια τόση δα αλήθεια. «…Να φωτογραφίζεις σημαίνει να αποκαλύπτεις αυτό που δεν ξέρεις…».

Wednesday, April 22, 2009

Η υπέροχη ομορφιά των 80 και κάτι

Ένα μάτσο κοριτσόπουλα. Πάνω από 80 ετών. Στο multiplex. Να ανεβαίνουν πάνω πάνω στις θέσεις, στην τελευταία σειρά, αναζητώντας μαζί με σένα την καλύτερη θέα και θέση και θέαση. Τις χάρηκα. Με τα λευκά ή λουλακί τους μαλλιά. Και το κέφι τους. Για ζωή. Η δική μου γυναικοπαρέα λίγο μετά τα τριάντα σέρνεται απογοητευμένη. Κυρίως από τον εαυτόν της. Και τη ζωή, τάχα μου, δήθεν και άλλα τέτοια συναφή.
*
Οι κοπελιές με τα ανέμελα γέλια των τόσων χρόνων, ανέβαιναν με κόπο τις σκάλες στη σκοτεινή αίθουσα. Φορούσαν γυαλιά ηλίου, γιατί κάτι τα λέιζερ για τον καταρράκτη κάτι ο καιρός, τα μάτια τους είναι πιο ευαίσθητα. Τουλάχιστον έχουν απωλέσει την άχρηστη ευαισθησία των 30 και κάτι. Πολύ σημαντικό. Δεν κολλάνε να πάνε σινεμά. Δεν διαπραγματεύονται ώρες για την πιο απλή έξοδο και στο τέλος να μην την τολμάνε, λες και θα παντρευτείς τον πρωταγωνιστή στο σινεμά και πρέπει να το σκέφτεσαι μια ζωή -για τον Κλάιβ Όουεν άλλωστε δεν χρειάζεται να το σκεφτείς καθόλου, I do με το πρώτο- και τα κορίτσια, που λέτε, με τα αργοκίνητα σώματα και τις παλλόμενες ψυχούλες, σχολίαζαν, σχολίαζαν, σχολίαζαν. Τιτίβιζαν ελεύθερες κι ωραίες. Πολύ ωραίες.
*
"Μα, τι χαριτωμένη, αυτή η κοπελίτσα!", για την Τζούλια Ρόμπερτς έλεγε η μία. "Όχι, και κοπελίτσα ακόμα η pretty woman", σκεφτόμουνα δίπλα τους κι εγώ. "Κι αυτός ο νεαρός μια χαρά είναι", συνέχιζε η άλλη. "Μια χαρά είναι μόνο; Ο Κλάιβ Όουεν;", θα με τρελάνουν τα κορίτσια με τα γούστα τους. Συγκρατήθηκα μιας και ήθελα να τους πω να πάνε να δουν τον Ίστγουντ που πάω στοίχημα θα κόβανε φλέβες για πάρτη του. Και με κάνανε να χαμογελάω μέσα κι έξω μου.
*
Και της Τζούλιας και της Λίζας, τέτοια ονόματα είχαν τα κορίτσια, σας το ορκίζομαι, τους φαινόταν περιπεπλεγμένη πολύ η πλοκή. Τόση βιομηχανική κατασκοπεία πια, το είχαν το δίκιο τους. Και μιλούσαν για την Αθήνα που γεννήθηκαν. Για τα πατρικά τους σπίτια στην Πατησίων που τώρα στεγάζουν καταστήματα ρούχων. Και για τον κόσμο που άλλαξε, αλλά το καινούριο έρχονται να μάθουν στο σινεμά. Αυτό τις απασχολεί. Και μου δίνουν τόση χαρά. Πονάνε τα αρθριτικά τους αλλά δεν τις εμποδίζει να είναι έξω στον κόσμο, στη ζωή.
*
Οι δικοί μου έχουν κλειστεί μέσα με τα ντιβιντί και τις ταινίες και τις μουσικές που κατεβάζουν από το ίντερνετ. Είναι πάντα πολύ κουρασμένοι για βόλτα στον ήλιο, για περίπατο στην εξοχή, για μια επίσκεψη στη θάλασσα. Είναι όλο μπλεγμένοι με το γραφείο, τους διευθυντές και τους συναδέλφους. Παραπονιούνται για τα λεφτά, ενώ τα έχουν και στο κάτω κάτω δεν τα κάνουν και τίποτα που να τους δίνει ευτυχία. Δεν τους νοιάζει τίποτα. Δεν ξέρω πότε θα ταρακουνηθούν ή αν θα τους συμβεί ποτέ αυτό. Ούτε ο διπλανός τους ενδιαφέρει ούτε καν ο φίλος. Δεν πάνε σε κηδείες, σε νοσοκομεία, σε γειτονιές -σαν τη δική μου- δεν θέλουν καλά καλά να περνάνε που μπορεί να δουν και κάποιον να υποφέρει φάτσα φόρα μπροστά τους. Περιφέρουν μια άχρηστη τάχα μου ευαισθησία που μπορώ με δυο μου λέξεις να τη στηλιτεύσω, αλλά δυστυχώς δεν μπορώ να την αναστρέψω.
*
Δεν βρίσκουν να παρκάρουν, δεν βρίσκουν λόγο κι αιτία και χρόνο να δώσουν λίγη χαρά στον άλλον και στον εαυτόν τους. Δεν φτάνουν εκεί που θέλουν. Δεν ξέρω καν αν θέλουν τίποτα. Δεν φεύγουν από το πατρικό τους και την επίδρασή του. Δεν πιάνουν σπίτια δικά τους. Δεν μπορούν τις σκοτούρες και την καθημερινότητα, ενώ η ίδια τους λιώνει, χωρίς να το παίρνουν χαμπάρι. Ζουν μια απαθή εφηβεία σε διάρκεια που με τρομάζει.
*
Αναρωτιέμαι τι γέροι θα γίνουμε, άμα γίνουμε. Τώρα είμαστε χειρότερα από γέροι. Με φαντάζομαι στα 80 μου, παθιασμένη γριά που θα σέρνομαι στα σινεμά της εποχής -τίποτα διαστημικά με ασανσέρ να μην κουράζονται τα τριμμένα μου γόνατα- για να βλέπω τον Κλάιβ Όουεν του 2059. Έτσι, Τζούλια; Να την σκαπουλάρουμε από την άνοια, την παράνοια και την απάθεια.



Tuesday, April 21, 2009

Κάλμα

Λίγα χαμομήλια να καλμάρουνε και οι φουλαριστοί οδηγοί και οι αμέριμνοι διαβάτες στην κάπως άδεια πόλη. Μεσημεριάτικα το πέρασα το σοκ μου, αυτήκοος μάρτυρας... Καλύτερα βαρήκοος μάρτυρας, έχεις το κεφάλι σου ήσυχο.
*
Και μετά σου λέει ήταν το κάρμα. Ποιο κάρμα, βρε; Κράμα είναι: ηλιθιότητας, απροσεξίας και βλακείας και απαιδείας -αμφιβάλλω αν την ξέρεις και την προπαίδεια- ότι βασιλεύεις στο δρόμο, όταν οι άλλοι δεν είναι εδώ. Εδώ είναι, απλώς δεν τους βλέπεις. Κάλμα να είναι οι ώρες σου!
*
Άνοιξε τα ματάκια σου. Τι στο δώσανε το δίπλωμα; Μη σώσω και το πάρω, άμα είναι να σκοτώνω με δίπλωμα. Διπλωματούχος δολοφόνος. Μάλιστα. Οδηγός. Οδηγάρα.
Είδα τις αγάπες και τα λουλούδια του μπλογκ μου τα πασχαλιάτικα κι ανατρίχιασα. Έξω γίνεται σφαγή: των πεζών, των οδηγών, των ληστών. Της την πήρανε την τσάντα της κυρίας. Ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία. Κι εσύ εκεί ένα τοσοδούλι μεσοδιάστημα μια τρανταχτής στατιστικής. Έτσι γραμμένο σε έχουνε μόνο. Κλεισμένος στο κελί μιας λίστας excel. 1-1=0
*
Πού ζεις εσύ, παιδάκι μου; Σε άλλο κόσμο; Να συνερχόμαστε ανοιξιάτικα. Βράστε κανένα χαμομήλι, γιατί αλλιώς κόλλυβα θα βράζουμε συνέχεια. Όρυζα αρκετά βράσαμε και πήξαμε στους λαπάδες, πιλάφια εδώ δεν υποσχόμαστε. Το νου σας στα φανάρια!


Thursday, April 16, 2009

Ήττα (Η)

(Κοιτάζοντας προς τα πάνω, στη φωταψία του Αγίου Ανδρέα. Μεγάλη Τετάρτη. Βράδυ.)



Μεγαλύτερη ήττα απ' αυτή δεν υπήρχε. Ούτε να πεθάνει με την ησυχία του δεν μπορούσε. Ήταν αναγκασμένος να αναστηθεί. Να άνω θρώσκει. Γι' αυτό ανήγαγε την ήττα του σε τέχνη. Να νικιέται κάθε άνοιξη. Από την ίδια του την ψυχή. Που δεν τον άφηνε να πεθάνει. Η ήττα που λέγαμε. Και τον ανάγκαζε να ερωτεύεται από την αρχή το θάνατο που δεν του επετράπη: τη ζωή. Έφταιγε κι αυτή η οργιώδης βλάστηση. Και νεκρό ανάσταινε, πανάθεμά την. Και ερωτευότανε την ίδια την ήττα. Από την αρχή. Και τον έρωτά του τον ερώτα από το σταυρο-δρόμι: δεν θα πεθάνουμε και φέτος; "Θ' αναστηθούμε, δάσκαλε, κάνε υπομονή", ανταπαντούσε εκείνη, η ήττα, καλά δασκαλεμένη.
Το μήλο κυλούσε χαλασμένο, σκουληκιασμένο από την παράδεισο κι έβγαινε όξω. Θήραμα για μηλόξιδο. "...Χολήν άμα και όξος...". Και του σφούγγιζε τα χείλια, η πίκρα που νικήθηκε. Και του πονούσε η λόγχη τ' ανοιχτά πλευρά, τις κακοφορμισμένες πληγές. Σαν την "άλυτη λύση του έαρος". Ο άνθρωπος. Και η θέα του ανάμεσα στη γη και τον ουρανό. Και η θέαση του άνω. Και ζαλίζονταν. Και τα καρφωμένα δάχτυλα σε μολύβια και πληκτρολόγια-πικρολόγια αιμορραγούσαν.
Κι ανθίζανε παπαρούνες απ' τα κόκκινα μελάνια σε λευκά χαρτιά κι ακόμα πιο κενές οθόνες. "Ο ποιητής ένα κενό". Καρπίζανε το καλοκαίρι, χάνονταν και ριζώνανε το χειμώνα και ξανανθίζανε την άνοιξη.


Tuesday, April 14, 2009

Βαλσάκι (εμπλουτισμένο)

Και ένα βαλσάκι για την περίσταση των ημερών. Για όσους γεμίζουν το άδειο παγκάκι της φωτογραφίας μου.

Εύχομαι να αναζητάμε πάντα τη διαρκή άνοιξη μιας αναστημένης -και ανασ(τηλωμένης) και αναμμένης- ψυχής.

Να περάσετε πολύ όμορφα και να γυρίσουμε ΟΛΟΙ πίσω. Ακέραιοι και μια στάλα πιο όμορφοι και ολόκληροι από πριν.

Εμπλουτισμένοι. Πάρτε το βαλσάκι μαζί σας από τον αγαπημένο μου Leonard.

Monday, April 13, 2009

"...Ακόμη και τότε μόνον η γεύση της αγάπης τον ένοιαζε."

Η γεύση της αγάπης


Για όσους ενδιαφέρονται και βρίσκονται τότε στη Θεσσαλονίκη, ο Θανάσης Τριαρίδης διοργανώνει νέο κύκλο σεμιναρίων με θέμα: "Η ελληνική ποίηση στον εικοστό αιώνα: Από την κατασκευή του "εθνικού" ποιήματος μέχρι την αναζήτηση του μη νόμιμου είδους". Τα σεμινάρια θα πραγματοποιηθούν για έξι συνεχόμενες Τετάρτες του Απριλίου και του Μαϊου, αρχής γενομένης από 15 Απριλίου.




Αεράκι

"Εσύ είσαι τρελή", της έλεγε όπως έβγαιναν φορτωμένοι με ρούχα από το καθαριστήριο. "Τρελός είσαι και φαίνεσαι. Πρωινιάτικα. Θα τσακωθούμε πάλι", του ανταπαντούσε εκείνη. Μεσόκοποι. Μου φτιάξανε το κέφι στο δρόμο. Να τους βλέπω έτσι ζωντανούς να ανταλλάσσουν το ωραιότερο κοπλιμέντο. Ήθελα να μπω στη μέση και να τους πω "κι εγώ είμαι τρελή", να τους σκάσω ένα χαμόγελο και να φύγω. Έφυγα σκέτο.
*
Χθες, είδα τη "Στέλλα" στο σινεμά. Αυτή τη γαλλική ταινιούλα που παίζεται. Δροσερό αεράκι που σε φυσάει στα μάτια. Και τα κλείνεις, ενστικτωδώς.
*
Μας σκλάβωσε ο σερβιτόρος το Σάββατο το μεσημέρι με μια ευγένεια πηγαία. Όχι δουλικότητα. Όχι υποταγή στην οικονομική συναλλαγή ενός γεύματος. Ευγένεια. Ενός νεύματος. Όποτε τη συναντάω την αιχμαλωτίζω με τη νοητή μου απόχη, μη μου ξεφύγει. Είναι τόσο σπάνια.

Μύηση στη «φυλή» των ενηλίκων

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 11 Απριλίου 2009)


«…Έφτασε η ώρα. Η στιγμή που ανεβαίνεις στην έδρα και πρέπει να απαγγείλεις την ετυμηγορία. Τη δική σου. Που αθωώνεις ή βάζεις ταφόπλακα σε μνήμες, υπολήψεις, ονόματα…»



Αποθησαυρισμένες λεπτομέρειες. Από τη ζωή των ανθρώπων στην Ελλάδα το δεύτερο μισό του προηγούμενου αιώνα. Αυτό δεν συγκρατεί η λογοτεχνία; Τις λεπτομέρειες της ζωής, όπως λέει και η Άλκη Ζέη. Σε δεκαεφτά διηγήματα που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, με τον τίτλο «Τελετές ενηλικίωσης -Μια ζωή σε δεκαεφτά επεισόδια», ο Κώστας Ακρίβος περικλείει στιγμιότυπα από καθημερινότητες που άλλες μοιάζουν μακρινές πίσω στο χρόνο και το επαρχιακό τους φόντο και άλλες θυμίζουν στην ατμόσφαιρά τους ταινίες της κινηματογραφικής γενιάς του Τσεμπερόπουλου και του Πανουσόπουλου.
Απλές ιστορίες με ευαισθησία, τρυφερή ματιά και γλώσσα που διαφυλάσσει λέξεις τις οποίες μιλάει ο κόσμος. Τα κείμενα αποπνέουν μια νοσταλγική διάθεση, αν και δεν έχουν γραφεί όλα μαζί. «…Καλύτερα να ζήσω εδώ, εδώ να περάσω τη ζωή μου. Αυτή η θάλασσα να ναι για μένα η δική μου πατρίδα…». Διαβάζονται με μια ανάσα –αυτό είναι το πλεονέκτημα της γραφής διηγημάτων εν γένει και το δίκοπο μαχαίρι της μαζί, αφού ο συγγραφέας έχει ένα κείμενο μικρής έκτασης με το οποίο πρέπει να κερδίσει τον αναγνώστη του άμεσα και αποτελεσματικά. «…Μυστήρια πλάσματα οι μάνες: ξέρουν να διαβάζουν με το μέσα μάτι, να μην ξοδεύουν λόγια εκεί που δεν πρέπει…».
Το σεξουαλικό και το ερωτικό στοιχείο έχουν τη ζωτική τους θέση στις ιστορίες, όπως ακριβώς και στις ζωές των ενηλίκων, αλλά τίθενται στην υπηρεσία του συγγραφέα λες και μόνο για να εξυπηρετήσουν την ιδιότυπη ηθογραφία των κειμένων. «…Γιατί έτσι είναι οι έρωτες· τις περισσότερες φορές δεν σου κάθεται η μπίλια…». Δικαιολογείται με αυτόν τον τρόπο και ο τίτλος της συλλογής διηγημάτων που δένει απόλυτα με το εξώφυλλο, η επιλογή του οποίου είναι εξαιρετική και υπαινικτική. Πρόκειται για λεπτομέρεια από το έργο του Μάριου Σπηλιόπουλου, «Μέρες Θεσσαλονίκης». Ο Ακρίβος αναπλάθει έναν κόσμο που ξεμακραίνει από τη μνήμη μας, έναν πιο αθώο κόσμο που η μύηση στα ενήλικα μυστικά του έμοιαζε πιο ανώδυνη και τρυφερή· πιο ανθρώπινη. Αυτό είναι και το ατού της συλλογής. Η ανθρωπιά που τροφοδοτείται από τους χυμούς του σώματος που διαιωνίζουν τη ζωή.


Wednesday, April 08, 2009

Με περνάς απέναντι

Περπατούσα στο κέντρο της πόλης. Εκεί που οι δρόμοι της στενεύουν την καρδιά μας. Απορροφημένη στις σκέψεις μου τόσο, που εμπιστεύτηκα για να περάσω απέναντι σε ένα περίεργα απαιτητικό φανάρι, δύο αλάνια, δυο πιτσιρίκια που οργώνουν τους δρόμους με λουλούδια στα χέρια. Αυτά συνήθως ξέρουν καλύτερα από τον καθένα, ενδόμυχα πείστηκε ο ενστικτώδης εαυτός μου.
Και το πέρασα ανέμελα το φανάρι. Με πέρασαν τα παιδιά απέναντι. Συνέχισα το δρόμο μου. Ακόμα πιο βυθισμένη σε ένα δίλημμα βλακώδες. Αυτά με προσπέρασαν. Χαμογέλασα στην προσπέρασή τους, με ειρωνεία προς τον εαυτό μου. Παρακάτω σε άλλο σταυροδρόμι μια ακόμη πιο ενστικτώδης αντίδραση με έκανε να απλώσω το αριστερό μου χέρι στο πλάι. Χωρίς να ξέρω γιατί. Απλώς το έκανα. Κι ανέκοψα την πορεία του ίδιου μικρού που πήγαινε να περάσει απέναντι με κόκκινο φανάρι για τους πεζούς. Το αυτοκίνητο πέρασε ξυστά μπροστά μας. Ίσα που πρόλαβα. Μόλις είχα ξεπληρώσει το άδηλο χρέος μου προς το παιδάκι. Ταράχτηκα, μόλις συνειδητοποίησα τι είχε συμβεί. Προφανώς το ευρύ οπτικό πεδίο της γυναικείας φύσης είχε κάνει τη δουλειά του ερήμην μου. Αυτόματα. Όπως η αδρεναλίνη της στιγμής ξεκαθάρισε και τη λύση για το ανόητο δίλημμα.

Έξω


από δω
η άνοιξη


Αφιερωμένο αυτό στα χρυσόψαρα που ζουν μέσα στις γυάλες-οθόνες τους.
Φοβάμαι ότι είμαστε τα κοροϊδάκια τους.



Tuesday, April 07, 2009

Λίγα λουλούδια


για τους ανθρώπους που χάθηκαν στην Ιταλία


Monday, April 06, 2009

Στη μνήμη

Grand Dragon

Μη χάσετε το "Gran Torino". Ο Κλιντ Ίστγουντ δεν μου άρεσε ποτέ στις ταινίες που έπαιζε, όταν ήταν νέος. Τον κέρδιζε κατά κράτος ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ. Τι να κάνουμε; Αδυναμίες είναι αυτές. Κάτι άρχισε να αλλάζει από τις "Γέφυρες του Μάντισον". Και στην τελευταία ταινία του, έδωσε ρέστα. Για μένα. Με χιούμορ, ηθοποιία, ευαισθησία, εύθραυστη φάτσα, ψιλοσακατεμένη από τον καιρό, με τις αυλακιές να τον κάνουν πιο πραγματικό. Και δίκαιο τέλος. Ένα δράμα με τα όλα του. Και κάθαρση. Αναπόφευκτη. Δείτε το.
*
Έτυχα στην πιο θορυβώδη και ενοχλητική αίθουσα, μ' αυτό το κοινό που μασουλάει σαν τρελό ποπ κορν και δεν ηρεμεί να δούμε μια στάλα ταινία με την ησυχία μας. Κι ο κύριος δίπλα φώναζε να κλείσουν την πόρτα και είχε πιάσει όλο το χώρο κι από το δικό μου κάθισμα με αποτέλεσμα να στριμωχτώ και να βλαστημάω από μέσα μου. Και η τύπισσα που έβγαζε τα εισιτήρια ψιλοβαριόταν που της έδωσα ακριβείς οδηγίες για το που ήθελα να καθίσουμε, πίσω-κέντρο, και είπα από μέσα μου "έλα, ρε κοπέλα μου, καλά σου έκανε η προηγούμενη που σε ξεζούμισε στις ερωτήσεις και στο τέλος δεν έβγαλε εισητήρια". Και μόλις τακτοποιηθήκαμε στις θέσεις μας στην κατάμεστη -και απίστευτα άβολη- αίθουσα, ήρθε ο νεαρός ταξιθέτης να μας ζητάει τα εισιτήριά μας, γιατί μπορεί και να καθόμασταν σε λάθος θέση ή να μην είχαμε καν εισιτήρια. Έτσι, να σε κοιτάνε όλοι, μήπως και παρανόμησες... Μα, δεν υπήρχε περίπτωση, καλέ μου. Και φυσικά είχε κάνει λάθος η βαριεστημένη ταμίας.
*
Την γκρίνια μου την έσβησε η ταινία. Και η ερμηνεία του Κλιντ, με ψυχή, που με αποζημίωσε. Grand Dragon, με τα όλα του... Και μια μουσική στην καθοριστική στιγμή της ταινίας που σε βουρκώνει.


Friday, April 03, 2009

Κινηματογραφικά ψιχί-α

Ήθελα να γράψω για το "Slumdog Millionaire". Καθυστερημένα. Για την ευφυή του σεναριακή σύλληψη. Για τα απίστευτα παιδιά που παίζουν σ' αυτήν την ταινία. Για τα δάκρυα που δεν μπορούσα ούτε να ελέγξω ούτε να εκβιάσω. Μου τα έκλεβε τα δάκρυά μου. Η ταινία.
Γιατί ξέρω ότι η ζωή από μόνη της είναι ακόμα περισσότερο μελό. Γι' αυτό δάκρυσα. Για τη δυνατότητα ή την πιθανότητα να είναι η ζωή μας τόσο απίθανα δυνατή κι άγρια. Μην χάσετε την ταινία. Και τη θερμοκρασία της.
*
Διαβάζω και τα "Κινηματογραφικά φιλιά", ένα μαγικό βιβλίο.


Σούρουπο


στο Ναύπλιον.


Στην Αθήνα έχει σκοτεινιάσει πια για τα καλά.




Wednesday, April 01, 2009

Διάσωση




Την υπόληψη της φετινής άνοιξης διέσωσαν οι νεραντζιές στον Πειραιά.

Γιατί δεν φτάνει να είναι άνοιξη, πρέπει και να μυρίζει.