Tuesday, March 31, 2009

ντεμί σεζόν

Με τα παλτά στα χέρια. Άχρηστη η ζέστη τους πια. Και η προφύλαξή τους. Κάποτε άμα δεν διώξεις τις ασφάλειές σου, σε βαραίνουν, δεν σε προστατεύουν από τίποτα. Μπορεί μόνο να σε ιδρώνουν ασκόπως με την επιμονή να μην βγουν από το δέρμα σου. Βγάλτο, παιδάκι μου, το παλτό. Βγάλτο!
Τα μπλουζάκια λίγο κάτω από τον αγκώνα. Κι ελαφρά ζακετάκια. Ούτε κοντομάνικα ούτε μακρυμάνικα. Ντεμί. Ούτε να κρυώνεις ούτε να ζεσταίνεσαι. Τα βαμβακερά σε πρώτη μοίρα. Να κρατούν τη θερμοκρασία εκεί που πρέπει. ούτε μαλλί που αγκουσεύει ούτε μετάξι που παγώνει. Βαμβάκι. Σκέτο. Απλό και αποτελεσματικό.
Μόνο που δεν ξέρεις τι να φορέσεις κάθε μέρα. Αναποφασιστικότητα πλήρης. Βγαίνεις στο μπαλκόνι, προσπαθείς να μαντέψεις, αλλά όλο την πατάς. Όταν δεν παίρνεις ομπρέλα, βρέχει. Όταν ντύνεσαι βαριά, σκας. Όταν ντύνεσαι ελαφρά κρυώνεις. Ε, μας έσκασες πια! Νισάφι. Σεζόν.
Στη ζωή οι ντεμί σεζόν είναι εκείνες που ζεις πραγματικά. Είναι τότε που δεν ξέρεις πού πας και πού βρίσκεσαι. Είναι τότε που δεν ξέρεις με ποιους να πας και ποιούς να αφήσεις. Είναι εκείνες που δεν προλαβαίνεις να σκεφτείς, αν είναι χειμώνας ή καλοκαίρι, αν κρυώνεις ή ζεσταίνεσαι. Όταν ξεκαθαρίζουν τα ντεμί, μένεις με κέρδη ή απώλειες ή και απ' τα δύο. Ή εγκαύματα ή κρυοπαγήματα. Γι' αυτό καλύτερα ντεμί σεζόν, με καμιά απαλή ιωσούλα το πολύ, κι ούτε καψίματα ούτε και ψύξεις.

Monday, March 30, 2009

Fugitive pieces

Η ταινία της οποίας ο τίτλος έχει μεταφραστεί στα ελληνικά ως "Συντρίμμια ψυχής".
Δραματική. Με ευαισθησία.
Με έναν πιτσιρίκο να παίζει συγκλονιστικά και να σε καθηλώνει όπου εμφανίζεται.
Η τρυφερότητα πιασμένη χέρι χέρι με τη βία και το κακό.
To happy end είναι πολύ αισιόδοξο για να το πιστέψει κανείς, αλλά άμα έχεις ανάγκη, αρπάζεις την ελπίδα απ' τα μαλλιά να σου βρίσκεται...

«Αν δεν αλλάξει το σχολείο από την αρχή, δεν θα γίνει ποτέ τίποτα»

(Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 28/3/2009)


Ακολούθησα τη συγγραφέα Άλκη Ζέη στην πρόσφατη συνάντησή της με τα παιδιά από το «Νέο Σχολείο» στην Αργολίδα.
Εδώ και χρόνια προτιμά το διάλογο μαζί τους από τις βαρύγδουπες βαρετές λογοτεχνικές παρουσιάσεις των ενηλίκων. Όχι άδικα. Είδα έναν συγκινητικά ατόφιο άνθρωπο που γράφει βιβλία για το παιδί που ζει μέσα στον καθένα από μας, να δίνει σάρκα και οστά στη λέξη «ήθος». Στην ουσία της λέξης * που απλώς την αναπνέεις, όταν βρίσκεσαι δίπλα στην ολιγόλογη αυτή γυναίκα που έχει ζήσει έναν παγκόσμιο πόλεμο, δύο πολιτικές εξορίες, δύο δικτατορίες και έναν εμφύλιο και δεν θα άλλαζε τη ζωή που έζησε. Η αλήθεια που βρίσκει ο αναγνώστης στα βιβλία της, είναι η αχλύ που περιβάλλει και τη φιγούρα της, απλή, αξιοπρεπής και με κερδισμένη σοφία: την αγάπη για το καινούριο, το καλύτερο, το επερχόμενο. Θαύμασα τη μετρημένη της παρουσία που μοιάζει σχεδόν επαναστατική στη φλύαρη και μουντά βουερή εποχή που διανύουμε. Στάθηκα απέναντί της με το δέος που επιφυλάσσει η ζωή σε ένα κορίτσι που αγάπησε στα παιδικά του χρόνια τα βιβλία της Άλκη Ζέη και βρέθηκε ύστερα από χρόνια να της σφίγγει το χέρι. Δεν με απογοήτευσε. Ούτε στιγμή. Εισπράττει από τα παιδιά την αγάπη που της δείχνουν και τους τη γυρίζει πίσω πολλαπλάσια μέσα από τα βιβλία της, με την κατανόηση της ψυχής και των αναγκών τους.

Αν η Μυρτώ και η Μέλια, τα κοριτσάκια από το «Καπλάνι της βιτρίνας», ζούσαν στο σήμερα, ποια θα ήταν όλα εκείνα –κατά τη γνώμη σας- που θα αγκύλωναν, θα πλήγωναν την ελευθερία τους;
Οι σχέσεις με τους γονείς, οι σχέσεις με το σχολείο, το εκπαιδευτικό σύστημα. Υπάρχουν πολλά πράγματα που να πληγώνουν τα παιδιά.

Τότε ήταν και ταραγμένα χρόνια όσον αφορά τις εξωτερικές συνθήκες, την πολιτική κατάσταση…

Μπορεί να μην υπάρχουν ταραγμένα χρόνια, να μην υπάρχει πόλεμος, αλλά τότε ήταν πιο συγκεκριμένο πράγμα να ξέρεις ότι δεν θες τη δικτατορία και θες να φύγεις, παρά τώρα που τα πράγματα δεν είναι τόσο συγκεκριμένα* θες αυτό, θες εκείνο, θες το άλλο, τα οποία δεν σε βοηθάνε και να τα πάρεις.

Ο σημερινός άνθρωπος που διασχίζει τον κόσμο διαγωνίως μέσα από την οθόνη του υπολογιστή του, τι έχει ανάγκη περισσότερο σήμερα από τη λογοτεχνία; Τι μπορεί να διασώσει η λογοτεχνία για χάρη του;
Νομίζω η λογοτεχνία μπορεί να σώσει πολλά πράγματα. Πρώτα απ’ όλα στο να μαθαίνει τη γλώσσα, να μαθαίνει πράγματα για τον τόπο του που δεν θα τα μάθει μέσα απ’ τον υπολογιστή, όσο κι αν κατεβάζει πληροφορίες. Άλλο είναι που θα μάθεις από κάποιον συγγραφέα που θα σου περιγράψει τη λεπτομέρεια της ζωής* δεν θα στην πει αυτό που θα κατεβάσεις στον υπολογιστή. Αυτό είναι που δίνει η λογοτεχνία: τη λεπτομέρεια της ζωής, της σημερινής, της παλαιότερης.

Η γλώσσα είναι η πατρίδα μας;

Και η γλώσσα.

Μπορεί να σας ταυτίζουν με την παιδική κι εφηβική λογοτεχνία, όμως το έργο σας είναι βαθιά πολιτικό και νομίζω ότι απευθύνεται σε κάθε άνθρωπο ανεξαρτήτως ηλικίας και φύλου. Όταν γράφετε, πού αισθάνεστε να απευθύνεται το κείμενό σας; Έχετε κάποιον πιθανό αποδέκτη στο νου σας;

Εγώ αισθάνομαι ότι απευθύνομαι στα παιδιά πάντως από δέκα ετών και πάνω, απευθύνομαι και στους εφήβους. Στο τελευταίο μου βιβλίο έχω γράψει στο οπισθόφυλλο ότι είναι ένα βιβλίο για παιδιά από 11 έως 111 χρονών. Μάλιστα, «Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της» που πήρε το βραβείο του Διαβάζω για εφήβους είχε προταθεί από την επιτροπή για βιβλίο για μεγάλους, για βιβλίο για εφήβους και για παιδικό βιβλίο.

Γιατί γράφετε, κυρία Ζέη; Γιατί αρχίσατε να γράφετε;

Η Διδώ Σωτηρίου που ήταν θεία μού εξήγησε, όταν ήμουν μικρή, ότι «τις σκέψεις σου μπορείς να τις γράψεις». Κι αυτό μου άρεσε πάρα πολύ.

Για παιδιά, όπως η ομώνυμη πρωταγωνίστριά σας από το μυθιστόρημά σας «Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της», που έχουν βρεθεί στον κόσμο των ναρκωτικών και έχουν φτάσει και δει τον εαυτόν τους στα άκρα, η λογοτεχνία τι θέση μπορεί να έχει στη ζωή τους; Είναι καταφύγιο η λογοτεχνία;

Εγώ πιστεύω ότι είναι, γιατί μέσα από κει μπορούν να ανακαλύψουν άλλες ζωές και τον εαυτό τους ακόμα.

Διάβαζα στη σελίδα της Βιβλιοθήκης της "Ελευθεροτυπίας", σε επιμέλεια Μισέλ Φάις, να λέτε ότι δεν μπορείτε να γράψετε με ησυχία γύρω σας, αλλά προτιμάτε τη φασαρία των δικών σας ανθρώπων στο χώρο. Στη ζωή σας πρώτο ρόλο είχαν κι εκεί οι άνθρωποι ή μήπως οι ιστορίες σας και οι ιστορίες τους ήταν πιο δυνατές και απορρόφησαν το ενδιαφέρον σας;

Όχι, είχαν πρώτο ρόλο οι άνθρωποι και μετά οι ιστορίες τους. Πρώτο ρόλο έδινα στα παιδιά και στα εγγόνια μου κι ύστερα στο γράψιμό μου. Δηλαδή θα μπορούσα να έχω γράψει τα διπλά βιβλία, αλλά προτιμώ που έχω παίξει πολύ και με τα παιδιά και με τα εγγόνια μου.

Νιώθετε πληρότητα και ικανοποίηση απ’ αυτά που σας έχει δώσει η λογοτεχνική σας πορεία; Υπάρχει κάτι που νομίζετε ότι σας στέρησε η λογοτεχνία και η επιτυχία σας να περνάτε στις καρδιές και τις βιβλιοθήκες των ανθρώπων;

Όχι, δεν μου στέρησε τίποτα. Μάλλον μου έδωσε παρά μου στέρησε. Γιατί δεν είπα ότι θα στερηθώ τα παιδιά μου, θα στερηθώ τα εγγόνια μου για να γράψω. Δεν το είπα ποτέ αυτό.


Τι σας προσφέρει εσάς η μυθιστορηματική θέαση του κόσμου;

Εμένα μου προσφέρει να ανακαλύπτω γράφοντας κι εγώ καινούρια πράγματα.

Σας ενδιαφέρει η υστεροφημία σας; Η λογοτεχνική κληρονομιά που θα αφήσετε, σας απασχόλησε ποτέ;

Δεν με απασχόλησε ποτέ. Γράφοντας ένα βιβλίο δεν σκέφτομαι ποτέ αν θα έχει επιτυχία ή αν δεν θα ‘χει. Είναι μερικοί που λένε θα γράψω ένα μπεστ σέλερ. Εγώ δεν το ‘χω πει ποτέ στη ζωή μου. Γράφω ένα βιβλίο γιατί το αισθάνομαι, γιατί μου αρέσει να το γράψω. Και ύστερα, αν βέβαια έχει επιτυχία στην πορεία του το βιβλίο, είμαι πολύ ευχαριστημένη, γιατί αυτό που είχα στο μυαλό μου κατάφερα να το δώσω και σ’ άλλους.

Διάβαζα το «Μεγάλο περίπατο του Πέτρου», με την ευκαιρία της συνάντησής μας, και συγκινήθηκα κι έκλαιγα όσο δεν έχω συγκινηθεί –τόσο γοερά τουλάχιστον και απροκάλυπτα- από ένα βιβλίο της λογοτεχνίας για ενήλικες. Νομίζω ότι απευθύνεστε έντιμα και ευθύβολα στο παιδί που ζει μέσα μας. Πώς το επιτυγχάνετε αυτό;

Αυτό κι εγώ δεν ξέρω. Μου βγαίνει αυθόρμητα. Δηλαδή την ώρα που το γράφω, γίνομαι πραγματικά εκείνο το παιδί που γράφω. Και την «Κωνσταντίνα και τις αράχνες της», όταν έγραφα, ήμουνα η δωδεκάχρονη Κωνσταντίνα. Ίσως και γι’ αυτό βγαίνει και αληθινό.

Πιστεύετε ότι αυτό έχει σχέση και με τη δική σας παιδική ηλικία; Είχατε ευτυχισμένη παιδική ηλικία;

Ναι, μπορεί να είχα. Αν διαβάσετε τη «Μωβ ομπρέλα», εκεί γράφω και στεναχώριες που είχε με τον πατέρα της η ηρωίδα. Είχαμε και στεναχώριες οι οποίες όμως βγαίνουν πάλι αληθινά μέσα στις σχέσεις παιδιών και γονιών. Στα δικά μας χρόνια ήταν δύο τελείως ξεχωριστοί κόσμοι αυτοί. Σήμερα, αν κρίνω από τη σχέση που είχα εγώ με τα παιδιά μου ή τα εγγόνια μου με τους γονείς τους, δεν έχει καμία σχέση μ’ αυτή που είχαμε εμείς με τους γονείς μας. Ήμασταν δύο ξέχωροι κόσμοι. Δεν ξέραμε τίποτα απ’ ό,τι γίνεται σ’ αυτούς κι εμείς πάλι φτιάχναμε –για να υπερασπιστούμε και να κάνουμε αυτά που κάπως θέλαμε- και ψέματα να τους λέμε, γιατί θέλαμε να κάνουμε κάτι. Δεν μας έβαζαν ποτέ μέσα στις ιστορίες τους, μας είχαν «τα παιδιά είναι αυτά κι εμείς είμαστε οι μεγάλοι». Και το βλέπω αυτό πολύ στα απομνημονεύματα της Δέλτα, το λέει πάρα πολύ, γιατί αυτή πέρασε πολύ βασανιστικά με τους γονείς της (γιατί και τον πατέρα της λάτρευε, αλλά έλεγε πόσο ξεχωριστοί κόσμοι είναι οι μεγάλοι και τα παιδιά) και γι’ αυτό προσπάθησε να γράψει βιβλία με αληθινά παιδιά. Και όχι όπως τότε που είχαν βιβλία με παιδιά-πρότυπα που δεν είχαν καμία σχέση με την αλήθεια. Η Δέλτα άνοιξε το δρόμο σ’ αυτό.

Βλέπετε και σύγχρονους νέους συγγραφείς να ακολουθούν αυτό το δρόμο;

Υπάρχουν πολλοί συγγραφείς που κατανοούν τα παιδιά.

Υπάρχει κάποιος που σας αρέσει, που πιθανόν ξεχωρίζετε;

Αφήνω τη Ζωρζ Σαρρή που είμαστε ίδιες. Ο Μπουλώτης μ’ αρέσει, η Ζωή Βαλάση, η Βάσω Ψαράκη –αυτή είναι και πιο πολύ εικονογράφος. Υπάρχουν πολλοί νέοι συγγραφείς. Είναι πολλοί για να τους αναφέρω.

Πώς είδατε τις ειρηνικές αντιδράσεις των 15χρονων παιδιών το Δεκέμβριο και τι σκέψεις κι αισθήματα σας προκαλεί η ενορχηστρωμένη τρομοκρατική βία που εκδηλώνεται και πάλι;

Το παιδί έχει μια βία μέσα του. Βρήκε μια ευκαιρία να την εκδηλώσει. Σήμερα το παιδί είναι πάρα πολύ πιεσμένο. Το σχολείο, το φροντιστήριο, η ιδιαίτερη γλώσσα… Είναι πολύ φυσικό μια μέρα να θέλει να βγει να τα σπάσει όλα και να μην σκέφτεται τι είναι αυτό. Ένα ξέσπασμα. Αλλά φτάνει να βρεθεί να του πει κάποιος «φτάνει ως εδώ και κοίτα τι μπορείς να κερδίσεις απ’ αυτό το ξέσπασμα». Αλλά εκείνο που πιστεύω είναι ότι αν δεν αλλάξει το σχολείο απ’ την αρχή ως το τέλος, δηλαδή αν δε τα σβήσουμε όλα και ν’ αρχίσουμε απ’ την αρχή, δεν θα γίνει ποτέ τίποτα. Με μπαλώματα, αλλάζουμε έναν νόμο ή μισό νόμο, δεν γίνεται τίποτα. Είμαστε η μοναδική χώρα στον κόσμο που έχει τα παιδιά μετά το σχολείο να πηγαίνουν –στα φροντιστήρια- σε άλλο σχολείο μέχρι τις δέκα το βράδυ. Δεν ξέρω να γίνεται πουθενά αλλού αυτό.

Οι κοινωνικές συνθήκες βρίσκονται πάντοτε στο επίκεντρο στα βιβλία σας. Πώς βλέπετε τώρα τη διεθνή κρίση, τις συνέπειες που σαρώνουν την αγορά εργασίας και πλήττουν τα εργασιακά κεκτημένα του περασμένου αιώνα. Τι σας λέει εσάς ως πολιτικά σκεπτόμενος άνθρωπος που είστε, όλος αυτός ο αναβρασμός;

Λιγάκι με ανατριχιάζει. Βλέποντας την τηλεόραση όπως τα παρουσιάζουν, νομίζεις ότι θα έρθει η συντέλεια του κόσμου.

Τι αισθάνεστε ότι σας διαμόρφωσε λογοτεχνικά; Ότι δημιούργησε αυτή την οπτική που έχετε για τους άλλους ανθρώπους και για τις ζωές τους;

Νομίζω ότι από μικρή παρατηρούσα τους ανθρώπους. Μου άρεσε πολύ αυτό. Έχω περάσει ένα μεγάλο πόλεμο, δύο εμφυλίους πολέμους, δύο δικτατορίες, δύο φορές έζησα ως πολιτική εξόριστη. Όλα αυτά με διαμόρφωσαν και μ’ επηρέασαν, και στη ζωή μου και στο γράψιμό μου. Ίσως αν είχα ζήσει μια άλλη ζωή, να έγραφα διαφορετικά. Δεν θα ‘θελα να έχω ζήσει μια άλλη ζωή.

Ευτυχίσατε να γνωρίσετε πολύ σημαντικούς ανθρώπους.

Αυτό, ναι. Από πολύ μικρή. Από τα δεκαπέντε μου χρόνια που έκανα το κουκλοθέατρο κι ερχόντανε και το παρακολουθήσανε ο Ελύτης, ο Γκάτσος, ο Εμπειρίκος, ο Θεοτοκάς και ο Μάριος Πλωρίτης ο οποίος έφερε στο κουκλοθέατρο το Γιώργο Σεβαστίκογλου, το μετέπειτα άντρα μου.

Και μετά, στενή φίλη της Μελίνας Μερκούρη…

Ναι, μετά το Παρίσι. Διότι πριν, ούτε που μου περνούσε η ιδέα απ’ το μυαλό ότι θα μπορούσα να έχω κάποια σχέση με τη Μελίνα που ήτανε σταρ. Και μάλιστα στο Παρίσι δίσταζα να τη βρω, όταν με κάλεσε μια φορά, λέω «τι σχέση μπορεί να έχω εγώ;» και δεν ήξερα ότι θα δεθούμε τόσο πολύ.




Friday, March 27, 2009

"...Κι έτσι ξαφνικά, όπως θα μπαίνει η άνοιξη...





...μια και καλή..."



*****Κι αύριο θ' ανάψω τα φώτα στο φουλ, μη δει η Γη ότι έρχεται η ώρα της μέσα στα σκοτάδια και μπατάρει στο σύμπαν πριν την ώρα της...



***Κι ένα υπέροχο τραγούδι, μπορείτε να το ακούσετε εδώ: "Κάπου υπάρχει ένα νησί"



Thursday, March 26, 2009

Σχήμα πρωθύστερο

Της διαύγειας προηγείται η καθαριότητα. Του γραφείου. Το ξε-καθάρισμα. Είχε γεμίσει χαρτιά και βιβλία κι αντικείμενα που η θέση τους δεν ήτανε εκεί, ήταν αλλού και βρέθηκαν από σπόντα για λίγο να ατενίζουν και να καταλαμβάνουν τον ορίζοντα του γραφείου.

Τέσσερις ώρες μου πήρε η νέα τακτοποίηση και το πέταμα. Γιατί πετάω πολλά. Τα μαζεύω για λίγο καιρό σαν οχυρά να με κρύβουν με τα σκονισμένα τείχη τους και μετά τους δίνω μία και πάνε στα σκουπίδια. Επί τόπου. Χωρίς δεύτερη σκέψη.

Το ίδιο συμβαίνει και με τους ανθρώπους, τους τοποθετώ συχνά λίγο ψηλότερα απ' όπου φτάνουν τα μάτια μου, έτσι για να έχω κάτι να φτάσω κάποτε-με την ελπίδα πάντα να κοιταζόμαστε στα μάτια από το ίδιο ύψος- και μόλις δω ότι από μόνοι τους γουστάρουν να σέρνονται στα πατώματα, θέλουν να γίνουν θρύψαλα, το τραβάει ο οργανισμός τους, τους αφήνω να κυλήσουν από το ραφάκι τους απαλά και να συντριβούν. Κι αδειάζουνε τα ράφια. Σωρηδόν, καμιά φορά. Και μένει πολύς χώρος να έρθουν καινούριοι να κοιταχτούμε απ' την αρχή. Άμα γίνεται, ρε παιδιά, αμέσως στο ίδιο ύψος, γιατί θα πάθω κι αυχενικό, η καψερή, κοιτώντας όλο προς τα πάνω...

Είναι και κάτι άλλοι που όλο το παίζουν αθώα εργατικά μυρμηγκάκια κι ορθώνονται γίγαντες μπροστά μου που με σηκώνουν στα χέρια τους με μια λεξούλα, όταν λυγίζω από κανένα δύσκολο. Και τότε με φέρνουν με την παλάμη τους ψηλά για να δω τa μάτια τους, εγώ μια τόση δα κουκκίδα μπροστά στο ανάστημά τους, το μεγαλειωδώς ανθρώπινο.

Κι άδειασε το γραφείο. Έκανα χώρο. Για έναν ήλιο στις νύχτες του διαβάσματος που γίνεται φεγγάρι πανσέληνο στις μέρες του γραψίματος. Να μην είναι ποτέ ανήλιαγο το γραφείο. Και δεσπόζει το φως του, διακριτικά αλλά με βαρύτητα. Σαν τους ωραίους ανθρώπους που συναντώ και με κερδίζουν. Σαν βραβείο.

Μόνο που λυπάμαι -λίγο χαιρέκακα- για κείνα τ' αγαλματάκια τ' ακούνητα κι αμίλητα που σώρευσα στη λεία επιφάνεια του ψηλού μου ραφιού, τα έκλεισα στην καρδιά μου με προστατευτική πρόθεση μεγάλη, αλλ' αυτά περπάτησαν μέχρι την κόψη του ξύλου κι έπεσαν ξαφνικά από το βάθρο τους. Εγώ μάζεψα τα κομμάτια τους και θέλησα να τα κολλήσω για πάντα στις ρωγμές του βλέμματός μου, όταν δακρύζει, αλλά παλιώσαν τόσο, που δεν μου λένε τίποτα πια. Δεν τα θυμάμαι όσο φιλότιμα κι αν προσπαθώ. Και με το φαράσι της η λήθη τα σαρώνει και τα κρατάει για πάντα στο χαμηλό της κάδο. Που φτάνω ακόμα να ρίξω καλάθι, τρίποντο απ' το γραφείο που κάθομαι, από τη γωνία, σαν τα τρίποντα της αγωνίας του Σούμποτιτς: εύχεσαι, άμα είσαι το αντίπαλον Δέος, απλώς να μην μπουν...

Διαύγεια

Monday, March 23, 2009

«Η Τέχνη είναι η νίκη των ηττημένων»***

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 21/3/2009)

«…Όσο ήσουν αναισθητοποιημένη απέναντι στην τραγωδία της ζωής σου, ήσουν ικανή να επιβιώσεις. Όταν σου ξαναδόθηκε η διαύγεια, όταν φιλόπονα αποκαταστάθηκε, μπόρεσε να σε τρελάνει. Η αφυπνισμένη σου μνήμη μπόρεσε να σε διασαλεύσει, η ανάμνηση του εξευτελισμού, του απανωτού χειρισμού, των τόσο πολλών σφετερισμών…»


Ένα μυθοπλαστικό πανόραμα που σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό, άμα υποκύψεις στη γοητεία του. Το «απλό» και ξεκάθαρο ταξίδι της αγάπης και της ομορφιάς μέσα στον κόσμο με την εναγώνια ανάγκη του τελευταίου να αποκτήσει την αφήγησή του (ο κόσμος αυτός), κινείται παράλληλα –κάποτε τέμνεται και άλλοτε απωθείται- με τη βία, τον πόλεμο, την εξουσία, τα γρανάζια της Ιστορίας που με μαθηματική ακρίβεια λαδώνονται με αίμα, σάρκα και ανθρώπινα όνειρα. Είναι το υλικό της ζωής που συντίθεται, αποσυντίθεται κι ανασυντίθεται σ’ αυτό που λέμε ανθρωπότητα, με τα δεσμά και τις προκαταλήψεις της, με τις επαναστάσεις και τις ελευθερίες της. Με τα όνειρά της που την κρατούν ζωντανή, την πεθαίνουν και την ανασυστήνουν.
Αυτό το αχανές υλικό επιλέγει ο Σάλμαν Ρούσντι στο βιβλίο του που κυκλοφορεί από τις
εκδόσεις Ψυχογιός -σε μια ιλιγγιωδώς φορτισμένη μετάφραση του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη που κρατάει τη λογοτεχνική θερμοκρασία του κειμένου στα ελληνικά και ενίοτε την απογειώνει- με τον τίτλο «Η γητεύτρα της Φλωρεντίας». Και το αξιοποιεί στο έπακρο με μια περίτεχνη και δαιδαλώδη αφήγηση ο Ρούσντι. Ξεκινά το παραμύθι του από την αρένα της Δύσης και της Ανατολής, του παλιού κόσμου, από τους πολεμοχαρείς Μογγόλους και τον Τζέγκις Χαν και το παιδομάζωμα των Οθωμανών, και φτάνει μέχρι τον Μποτιτσέλι και την Αφροδίτη του, μέχρι τη Νέα Γη που αναδύθηκε από την αναγεννησιακή σκέψη που πυροδότησε τις μεγάλες ανακαλύψεις και έβαλε φωτιά στα μπατζάκια των θαλασσοπόρων, των περιηγητών και των τυχοδιωκτών που γύρευαν κάτι κι αυτοί να εξουσιάσουν, να τιθασεύσουν σ’ αυτό το αέναο παιχνίδι της διαδοχής της ζωής.
Η Ιστορία είναι γυναίκα και δεν κατακτάται μόνο, παρά κατακτά με τα αδυσώπητα θέλγητρά της: μια αντίστροφη Ιφιγένεια στην Αυλίδα και την Ταυρίδα που γίνεται η μοίρα του ανθρώπου και δεν σκύβει πουθενά το κεφάλι παρά μοναχά στην αγάπη, το όνειρο, το κάλλος, τον έρωτα. Και θυσιάζεται στο ίδιο της το όνομα, διακυβεύοντας αρχικά και τελικά διαφεντεύοντας την ίδια της την ύπαρξη. «…Το παρελθόν ήταν ένα φως που αν το κατεύθυνες κατάλληλα μπορούσε να φωτίσει το παρόν πιο δυνατά από οποιονδήποτε σύγχρονο λύχνο. Το μεγαλείο ήταν σαν την ιερή φλόγα του Ολύμπου, που παραδιδόταν από τον έναν μεγάλο στον άλλο. Ο Αλέξανδρος έπλασε τον εαυτό του με πρότυπο τον Αχιλλέα, ο Καίσαρας ακολούθησε τα βήματα του Αλεξάνδρου και πάει λέγοντας. Η κατανόηση ήταν μια άλλη τέτοια φλόγα. Η γνώση ποτέ δεν γεννιόταν απλώς στο ανθρώπινο μυαλό* πάντοτε αναγεννιόταν. Η μεταβίβαση της σοφίας από τη μιαν εποχή στην άλλη, αυτός ο κύκλος των αναγεννήσεων: να τι ήταν η σοφία. Όλα τ’ άλλα βαρβαρότης…».


Δεν θα αναφερθώ εκτενώς στην πλοκή του βιβλίου. Είναι τόσο καταιγιστική η αφήγηση και το μπλέξιμο των πάντων σ’ αυτό το μεγαλόπνοο θέμα που διάλεξε ο συγγραφέας, που μου ήταν αδύνατον και να την συγκρατήσω. Σε αδρές γραμμές, λοιπόν: ένας ξένος φτάνει στην Ανατολή από τη Δύση στο παλάτι ενός αιμοδιψούς αυτοκράτορα -που ζει με την ψευδαίσθηση της ακλόνητης εξουσίας του και της αγάπης για μια φανταστική γυναίκα- και ζητά να του αφηγηθεί μια ιστορία, παίζοντας το κεφάλι του κορώνα γράμματα ανά πάσα στιγμή. Κι αρχίζει να ξεδιπλώνει το διόλου παραμυθητικό παραμύθι του. Και κλονίζει τις βεβαιότητες του εξουσιαστή δυνάστη, όσο ο ίδιος ανατρέχει στην καταγωγή του από μια χαμένη πριγκίπισσα εκπάγλου καλλονής και ευφυίας.
«…Αλλά τι συνέβαινε, τότε, με τη φωνή εντός του που του ψιθύριζε κάθε πρωί σχετικά με την αρμονία, όχι εκείνες τις πανάκειες των μυστικιστών ότι όλοι-οι-άνθρωποι-είναι-ένα, αλλά τούτη την πιο αλλόκοτη ιδέα; Ότι, δηλαδή, η διαμάχη, η διαφορά, η ανυπακοή, η διαφωνία, η ασέβεια, η εικονοκλασία, η αναίδεια θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι οι πηγές του καλού. Τέτοιες σκέψεις δεν ταιριάζουν σ’ ένα βασιλιά…».
Στο μυθιστόρημα αυτό ο Ρούσντι μαγεύει τον αναγνώστη του για να τον οδηγήσει μόνο του μετά στην απομάγευση. Του ανοίγει τις πύλες να περάσει, και μέσα από το δίαυλο ενός «μαγικού» ρεαλισμού –όχι με τη λογοτεχνική έννοια που δίνει η κριτική, αλλά κυριολεκτική στην ουσία της- ολόδικού του, τον αναγκάζει να βρει τη θέση του στην πανανθρώπινη αυτή αφήγηση που έχει ανάγκη να ιχνηλατήσει στο μυαλό του (ο αναγνώστης) για να πορευθεί σ’ αυτό το μεταιχμιακό σήμερα της θρυλούμενης παγκοσμιοποίησης. Όποιος διαβάσει την ιστορία που γράφει ο Ρούσντι ως αυτή καθαυτή, θα έχει απολαύσει απλώς την εξωτερική της σαγήνη. Και θα είναι λίγο και άδικο αυτό για το βιβλίο που πάει αρκετά βαθύτερα. Δεν είναι ένα επιδερμικά εξωτικό, ιστορικό ανάγνωσμα. Είναι μια αλληγορία
για την ίδια την ιστορία του ανθρώπου –σε όλες της τις διαστάσεις- και την υπέρτατη ανάγκη του να την αφηγηθεί, άρα και μια αλληγορία για το ίδιο το μυθιστόρημα από έναν τολμηρό, προικισμένο και εμπνευσμένο εκφραστή του. Ταυτόχρονα, είναι «κρυμμένη» εκεί, καλά προφυλαγμένη από τα αδιάκριτα βλέμματα, ενδεδυμένη επισήμως τη λογοτεχνία, και η προσωπική αφήγηση του ίδιου του Σάλμαν Ρούσντι με έναν τρόπο. («…Υπήρχε ένα τέτοιο γυμνό, μοναχικό «εγώ» θαμμένο κάτω από τα κοσμοβριθή «εμείς» της Γης;…»). Το πέρασμά του από την Ανατολή στη Δύση και στη συνέχεια στην Αμερική. Τοποθετεί τον εαυτόν του σ’ αυτήν την πανανθρώπινη αφήγηση κι αυτό έχει αξία. Την ανθρωποκεντρική αξία που χρειάζεται η σημερινή τεχνολογική εποχή («…Όταν η μοναξιά καταργείται, γίνεσαι πιο πολύ ο εαυτός σου, ή πιο λίγο; Το πλήθος ενίσχυε την αίσθηση του εαυτού σου ή άραγε την εξάλειφε;…») που τα έχει όλα –τα δεινά του παρελθόντος και του μέλλοντος, τα κεκτημένα του παρελθόντος κι αυτά που θα κατακτήσει το μέλλον-, αλλά διψά γι’ ανθρωπινότητα, για πνοή, για σημαίνοντα ρόλο σ’ αυτή την ιστορική διαδοχή, κι ας ξέρει τη ματαιότητά της, την καταδίκη της να δώσει τη θέση της στους επερχόμενους. «…Του Αδάμ ήταν κληρονόμος, κι όχι του Μωάμεθ ή των χαλίφηδων, του είπε ο Αμπούλ Φαζλ* η νομιμότητα και η εξουσία του πήγαζαν από την καταγωγή του από τον Πρώτο Άνθρωπο, τον πατέρα όλων των ανθρώπων. Καμία πίστη μόνη της δεν μπορούσε να τον περιέχει και καμία γεωγραφική περιοχή…».


*** Ο τίτλος είναι απόσπασμα από τον πρόλογο του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη



Friday, March 20, 2009

Αλλά...

Καλή η άνοιξη να μας χτυπάει κατακούτελα, αλλά πώς να μένεις αμέτοχος σ' αυτό...

Tuesday, March 17, 2009

31 (ξόρκι)

Κάηκαν. Χθες. Ήταν η μόνη φορά που οι απολογισμοί φοβήθηκαν να κάνουν την εμφάνισή τους. Φταίει το "deponaki" που όταν έκλεισε τα 40, μας είχε ταράξει όλους συθέμελα με ένα σπαρακτικό του κείμενο. Χωρίς αναλγητικά. Με νυστέρι είχε κόψει γύρω γύρω το κακό και το είχε πετάξει μακριά πίσω στο παρελθόν. Για να μαθαίνουμε να εκτιμάμε. Τη ζωή. Που έχουμε. Με τα ωραία της και τα κάτω της, με τα πλάγιά της και τα παραδίπλα της. Τα παραπέρα και τα εδώ και τώρα της. Τις μετωπικές της. Το πρόβλημα είναι ότι είμαι τόσο αηδιαστικά συνεπής στα ραντεβού που πάω τόσο νωρίτερα και στο ραντεβού μαζί της, ώστε αναγκάζομαι να περιμένω εξαντλητικά. Αλλά κάποτε έρχεται κι αυτή και με αποζημιώνει. Αυτή είναι η ζωή. Με τα όλα της.
Επέστρεφα από τη δουλειά με ένα πλατύ χαμόγελο. Ανώφελο και ανέφελο. Που δεν προσδοκά και δεν περιμένει τίποτα. Που έχει απλώς ευχαριστηθεί και δεν μπορεί να κρύψει την ικανοποίησή του. Αλλά αχνοφέγγει στην άκρη του η αγωνία, μη λιμπιστεί η ύβρις τη χαρά του και την ελευθερία του και την κατακεραυνώσει. Γι' αυτό και το ξόρκι αυτό με τις λέξεις.
Παραδόξως, το βράδυ, θυμήθηκα τη σκηνή που ξυπνούσα από την πρώτη τεχνητή νάρκωση που υπέστην στη ζωή μου. Ανέπνεα με κόπο μέσα στη μάσκα. Έβγαινα από το λήθαργο σιγά σιγά. Συνερχόμουν. Η πρώτη μου σκέψη ήταν να διαβεβαιωθούν οι δικοί μου ότι ζω και είμαι καλά. Ο γιατρός κατάλαβε αμέσως, από τα μάτια μου και μόνο, δεν μπορούσα να μιλήσω, ανακτούσα την αναπνοή μου με δυσκολία, και μου έπιασε το χέρι και με ησύχασε, για να μη φοβάμαι.
Η ευχή που κάνω τώρα που γράφω τις λίγες τούτες γραμμές, το ξόρκι των 31 που έχουν ήδη συμπληρωθεί, είναι να μην κοιμόμαστε όρθιοι, να αναπνέουμε βαθιά μέχρι το διάφραγμά μας και να χαμογελάμε μπας κι οξυγονώνουμε καλύτερα έτσι τον εγκέφαλο και παίρνει εμπρός. Και να πιάνουμε το χέρι του διπλανού μας (αυτός είναι ο δορυφόρος στο σύμπαν μας), όταν εκείνος χρειάζεται απλώς μια διαβεβαίωση ότι είναι ζωντανός για να μην φοβάται. Η ανθρωπιά είναι καθημερινή επιλογή (ορίστε και σλόγκαν η κυρία...) και κρύβει τόση μαγεία που θες όλους τους αχανείς συμπαντικούς ορίζοντες του κόσμου για να την περιγράψεις και πάλι λίγο είναι. Ξύπνα, ρε παιδάκι μου!

Monday, March 16, 2009

Λισαβόνα,Αλέξάνδρεια, Βούρβουρα, Νέα Υόρκη

Πριν χρόνια στο κέντρο της Αθήνας, είχα δει ένα σωσία του Καβάφη. Εξωτερικά. Όπως θα ήταν ο ποιητής ίσως νέος. Με τάραξε η όψη του τότε. Χλωμά χαρακτηριστικά. Μαύρο κουστούμι. Λευκό πουκάμισο. Παπιγιόν μαύρο. Σαν νεκροθάφτης. Λίγο κοντό το παντελόνι για το ύψος του άντρα. Λοξά κομμένα μαλλιά σαν του ποιητή σε προσωπογραφίες διασωσμένες κι εκείνα τα στρογγυλά γυαλιά.

Τον θυμήθηκα χθες βράδυ που είδα την ταινία για "Τη νύχτα που ο Φερνάντο Πεσόα συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη". Κράταγα την αναπνοή μου σ' όλη τη διάρκεια της προβολής. (Και η παρέα μου που προτιμούσε στην αρχή να πάμε για καφέ και να μην δούμε την ταινία κι ενθουσιάστηκε μετά, περισσότερο κι από μένα).Όλο έβαζα κάτω με το μυαλό μου ημερομηνίες να διακριβώσω άμα ήταν αληθινή η συνάντηση. Και ο μάρτυράς της. Μόλις αφέθηκα, δεν με πείραζε πια ούτε αν είχαν συναντηθεί ούτε αν δεν είχαν. Φτάνει που συναντιούνται στη σκέψη των ανθρώπων που συναντούν την ποίηση. Και φτάνει που συναντήθηκαν στη φαντασία των δημιουργών της ταινίας. Εξαιρετικό τόλμημα. Απόλαυσα την ατμόσφαιρά του και την απαγγελία-ερμηνεία του Μηνά Χατζησάββα στα ποιήματα του Καβάφη. Λειτουργικό εκ του αποτελέσματος το εύρημά τους. Μαγευτικά τα πορτογαλέζικα και η Λισαβόνα του Πεσόα. Το φιλμ το είδα όπως ακούω τα αγαπημένα μου αισθαντικά φάδος, παρόλο που εκείνα δεν ξέρω τι λένε, απλώς τα αφουγκράζομαι.

Αγκάθινη ιστορία για την αγάπη

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 14 Μαρτίου 2009)


«…Η αγάπη είναι κάτι εύθραυστο που πρέπει να το κανακεύεις και να το προστατεύεις. Η αγάπη δεν είναι στιβαρή και ακλόνητη. Η αγάπη μπορεί να καταρρεύσει κάτω από μερικές σκληρές κουβέντες ή να πεταχτεί στα σκουπίδια με μια χούφτα απρόσεκτες κινήσεις…Ναι, αυτό ακριβώς είναι η αγάπη: ένα μικροσκοπικό φοβισμένο θηλαστικό με μάτια μονίμως ορθάνοιχτα από τον φόβο…»



Γκόθικ ατμόσφαιρα. Μεσαιωνικά κάστρα. Μοναστικά τάγματα και μισθοφόροι. Παγιδευμένοι άνθρωποι στη μοίρα τους. Θα τους απελευθερώσει η αγάπη. Σε μια ιστορία του
Άντριου Ντέιβιντσον με τον τίτλο «Τα δαιμόνια» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τόπος σε μετάφραση της Δέσποινας Λάμπρου. Πρόκειται για ένα βιβλίο που ξεκινάει από όλες τις προκαταλήψεις και τις ενοχές που κουβαλούν οι άνθρωποι μέσα τους από τις επίκτητες επιδράσεις του περιβάλλοντός τους –σε επίπεδο θρησκευτικό, κοινωνικό-, τις εμφανίζει άλλωστε τόσο επικά μεγεθυσμένες, και φτάνει στην πλήρη αποδέσμευσή τους από τις ιδεοληψίες τους αυτές, μέσω των ηρώων του.
Με πολύ κόπο. Και πόνο. Ασύλληπτο. Ο συγγραφέας θέλει να μιλήσει για την αγάπη και θα έλεγε κανείς ότι μπορούσε να κατρακυλήσει σε όλα τα κλισέ του κόσμου και να γράψει μια νεορομαντική νερόβραστη ιστορία, πασπαλισμένη με ολίγη από μεσαιωνική ιστοριοδίφηση (
«…Το δυσκολότερο πράγμα με τη συγγραφή, όπως διαπιστώνω, δεν είναι να συντάξεις τις προτάσεις. Είναι να αποφασίσεις τι θα συμπεριλάβεις και πού, και τι θα αφήσεις έξω…»). Αντί γι’ αυτό, όμως, γράφει ένα βιβλίο που συγκεντρώνει στις σελίδες του όλο το σωματικό και ψυχικό πόνο του κόσμου για να αρθρώσει τελικά δυο τρεις κουβέντες που αφορούν τη βαθύτερη ανάγκη των ανθρώπων να αγαπούν και να αγαπιούνται. Δεν μπόρεσα να δω το βιβλίο σαν love story. Δεν μου το επέτρεψε ο κυνισμός και η σκληρότητα του ήρωα, από την αρχή. Α, και η ειρωνεία του. «…Ο μανδύας του δέρματός μου πάνω από την Κόλαση της κούφιας μου ψυχής δεν μπορούσε να υποβαστάζει το ίδιο του το βάρος* η ακεραιότητά μου είχε ενδώσει παντοιοτρόπως…». Απ’ όλες τις πλευρές αυτός ο χαρακτήρας και η απίστευτη ταλαιπωρία που αναγκάζεται να βιώσει ως τραγικός εγκαυματίας (και της αγάπης) ο ίδιος, αγκυλώνουν τον αναγνώστη. Τρυπάνε το θυμικό του.

Γι’ αυτό και ο δημιουργός του φανταστικού αυτού ήρωα και της απίθανης –με την έννοια ότι δεν μπορείς να πιστέψεις ότι έχει συμβεί ή θα συμβεί ποτέ κάτι τέτοιο- ιστορίας που τον βάζει να ζήσει, σε αναγκάζει να τον παρακολουθήσεις μέχρι τέλους, τουλάχιστον από πυρακτωμένη περιέργεια. Ιδίως η αρχή του βιβλίου είναι ιδιαίτερα προκλητική και ανακινεί το αναγνωστικό ενδιαφέρον. Ο όγκος του μυθιστορήματος θα μπορούσε να ήταν αρκετά πιο περιορισμένος και αν ο συγγραφέας διατηρούσε το δηλητηριώδες του ύφος μέχρι και το τέλος του έργου –το πρόβλημά του είναι ότι μας κάνει τόσο συμπαθή πια τον ήρωα που σχεδόν του δίνουμε εξαρχής άφεση γι’ αυτό που είναι- ίσως η κάθαρση του πρωταγωνιστή του να είχε μια αξία παραπάνω σε σασπένς, συμπορευόμενη με την ψυχική κάθαρση του αναγνώστη.

«…Μου είχαν βγάλει τον αναπνευστήρα, αλλά προεξείχαν ακόμα αρκετοί σωλήνες από το σώμα μου, ώστε να μοιάζω με πάνινη κούκλα για τις καρφίτσες. Οι σωλήνες ήταν στριμμένοι σε κύκλους γύρω, γύρω, γύρω, και σκέφτηκα τον Μίνωα που εποπτεύει την είσοδο του Άδη, οδηγώντας τους αμαρτωλούς στον τελικό τους προορισμό, τυλίγοντας την ουρά του γύρω από το σώμα τους. Για κάθε περιστροφή της ουράς, κι ένας δακτύλιος πιο βαθιά τον Άδη. Έτσι, μέτρησα τους ωραίους μου σωλήνες, από απλή περιέργεια: πόσο βαθιά στα Τάρταρα επρόκειτο να με στείλει ο βλοσυρός κριτής των καταχθόνιων και των αχρείων;…».
Το στόρι με λίγες κουβέντες είναι το εξής: ένας πορνοστάρ, με δική του εταιρεία παραγωγής και καταξίωση στο χώρο του, με πανέμορφο σώμα και ελκυστικό πρόσωπο, με οικονομική δύναμη που του εξασφαλίζει την άφθονη κοκαϊνη του, υπό την επήρεια της τελευταίας καθώς και αλκοόλ, πέφτει με το αυτοκίνητό του σε έναν γκρεμό και παίρνει φωτιά το όχημά του με αυτόν μέσα. Η συνέχεια τον βρίσκει στην πτέρυγα εγκαυμάτων ενός νοσοκομείου. Εκεί θα γνωρίσει την αγάπη. Μιας γυναίκας –με ψυχική διαταραχή- η οποία ισχυρίζεται ότι τον γνωρίζει από το Μεσαίωνα. Και το στηρίζει αυτό με δαιδαλώδεις αφηγήσεις από κείνη τη ζωή. Στο τέλος θα του το αποδείξει και με ιστορικά ντοκουμέντα. Αλλά το μόνο που θα έχει ανάγκη εκείνος πια, θα είναι η αγάπη και μάλιστα η δική της. Απίστευτη υπόθεση, ακόμα και μυθιστορηματικά, που ωστόσο κρύβει μέσα της μικρές παραδοχές κι αλήθειες του συγγραφέα που σε μαγνητίζουν μέχρι τέλους.

Η πλοκή του βιβλίου μεταφέρεται μπρος πίσω στο χρόνο και με σοφή εναλλαγή αφηγητή κρατά τον αναγνώστη σε εγρήγορση, άμα δεν κουραστεί από τις παρελθοντικές παρεκβάσεις.
Οι εραστές του ιστορικού μυθιστορήματος, ωστόσο, φαντάζομαι ότι θα τις λατρέψουν. «…Το παρελθόν του καθενός, προσπαθώ να εξηγήσω λογικά, δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια σειρά αναμνήσεων που επιλέγει να θυμάται. Αλλά μέσα στην καρδιά μου, ξέρω ότι δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένας μηχανισμός άμυνας που δημιουργώ απλά για να συνεχίσω να ζω…». Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί το γνωστό τέχνασμα του «βιβλίου μέσα στο βιβλίο» για να δικαιολογήσει αρκετά σημεία της εξέλιξής του, ενώ ενδιαφέρον έχουν τα σημεία που απευθύνεται στον αναγνώστη του με μια πλάγια ειρωνεία ολκής. Ο πρωταγωνιστής πρέπει να κάψει το όμορφο εξωτερικό του περίβλημα για να βρει την ψυχή του, αφού δεν του είχε μείνει και τίποτε άλλο, εδώ που τα λέμε. Πήγε στην Κόλαση –και κυριολεκτικώς με τις αναφορές στο Δάντη που περιλαμβάνει το βιβλίο- τσουρουφλίστηκε από τις φλόγες της και όλα αυτά επειδή δεν ήταν ικανός να νιώσει την αγάπη. Πίστευε ότι δεν είχε την ανάγκη της. Δεν τον έσωζε απ’ αυτό ούτε η υπετροφική του σεξουαλικότητα. Θα τη χάσει κι αυτή για να μην έχει ένα στήριγμα να υπολογίζει. Ο πραγματικός του ευνουχισμός θα ευνουχίσει με τη σειρά του το ναρκισσισμό του και κάτω από τις καμένες σάρκες θα αναδυθεί μια αξιαγάπητη καρδιά.«…Κανείς δεν μπορεί να ολοκληρωθεί αν αγνοεί τις κακοτυχίες του…». Συγχωρώ τον απλοϊκό μανιχαϊσμό του Ντέιβντσον που διαπερνά ολόκληρο το βιβλίο, μόνο και μόνο στο όνομα της αγάπης –αυτής της αγκάθινης και εξωπραγματικής έστω- που εξωθείται να βιώσει ο ήρωας του βιβλίου, προκειμένου η ψυχή του ν’ ανθίσει από την αρχή και να του αποκαλυφθεί η φωτεινή ομορφιά του να έχεις αισθήματα για να δώσεις.




Friday, March 13, 2009

Τι είναι ο γραφιάς και τι είναι το ζουμί του

Κανονικά, λέει, όταν περιπατώ εις τους δρόμους, θα μπορούσα να αναλογίζομαι στοχαστικά τι είναι ο γραφιάς και τι είναι το ζουμί του. Ταιριάζει με την αστική περίσκεψη. Κι άντε, σου λέω εγώ, ότι σουφρώνω τα φρύδια και κάνω και ρυτίδες σκέψεως και επικεντρώνομαι στο θέμα. Βαθύτατα.

Να σου ο πρώτος στο δρόμο! Με σκουντάει το βλέμμα μου να τον κοιτάξω. Ισορροπεί -με άσπρα μαλλιά και λερά ρούχα- σε μια νοερή γραμμή του πεζοδρομίου, με ανοιχτά τα χέρια και κάτι λέει. Δικά του. Στη λιακάδα. Πάει ο γραφιάς. Έχασε την προσήλωσή του. Πρέπει να γυρίσει πίσω στο χαρτομάνι και την οθονίτσα του, να ζαρώσει να γίνει τόσος δα μικρούλης και να σκέφτεται τον ακόμα πιο μικρούλη εαυτούλη του. Εαυτουλάκο μου! Και ο φευγάτος του δρόμου απλώνεται στην απεραντοσύνη με τις ανοιχτές του αγκάλες στο σύμπαν. Όχι, το παν είναι η χαμένη λεξούλα μου. Η καημένη αυτή που δεν ξεστόμισα, λέει ο εαυτός μες στη μικρότητά του.

Και δεύτερη παρακάτω. Η ζητιάνα που συναντάω από Πατήσια μέχρι Πειραιά. Που μάλλον κι αυτή δεν στέκει στα καλά της. Γιατί ποια είναι τα καλά για να στέκουμε όλοι εκεί, στα ίδια καλά; Κι αρχίζει ο νους να τρέχει με χίλια μακριά από χαρτιά και χαρτοκόπτες. Εμ, δεν είναι διανοούμενος. Είναι θρυλούμενα συμπαθητικός ο νους, διόλου σκεπτικός. Δεν του αρέσουν οι ρυτίδες. Προτιμά τις χαρακιές που καταφέρνει στην καρδιά, μόλις σταμπάρει από μακριά το επόμενο θύμα του.

Ναι, το: και τρίτος. Με κομμένο πόδι. Είναι ή δεν είναι; Κρυμμένο ή πράγματι απόν. Το μέλος. Καθισμένος σε ένα χαρτόνι. Με καφέ σε πλαστικό κυπελάκι γνωστής φίρμας και αναψυκτικό στο πλάι. Και τσιγάρο. Να βγει το μεροκάματο. Ακάματο. Άμα σου βαστάει, πάρε κι εσύ ένα χαρτόνι και τράβα να κάνεις το ίδιο. Άμα σου βαστάει, ντε.

Και τράβα αυτά να τα γράψεις μετά. Και να βγάλεις και ζουμί. Γιατί το παν είναι οι μεταφορές και οι παρομοιώσεις σου. Τα επίθετα που θα παραλείψεις. Τα ουσιαστικά που θα ξεζουμίσεις. Τα ρήματα που θα ισορροπούν στην ακμή του πεζοδρομίου σαν τον αναμαλλιασμένο μεσόκοπο άντρα με την εφηβική διάθεση.

Αλλά καλύτερα, τράβα να βράσεις στο ζουμί σου. Να κρυφτείς στη γωνίτσα του γραφείου σου. Να βγάλεις τόμους να οχυρωθείς από πίσω και να μην σκεφτείς ούτε μια κουβεντούλα ούτε μια ιδεούλα δική σου. Τράβα ντε! Ο κόσμος δεν σε χρειάζεται. Μπες μέσα στο καβούκι σου και φάε την ίδια σου τη σάρκα, μη και κάποτε σαπίσεις και σου πούνε ότι έγινες μαργαριτάρι. Και λάμπεις, όταν οι τρελοί και οι φτωχοί του δρόμου σου θα έχουνε πεθάνει. Κι εσύ θα έχεις πεθάνει. Χωματάκι άγονο. Στα νεκροταφεία. Αλλά προτιμάς τα μαυσωλεία των λέξεων. Για να σε πούνε κάποτε μαργαριτάρι. Στον αστραφτερό λαιμό μιας κυρίας με ζάρες και ρυτίδες σκέψεων που το όνομά της θα τελειώνει σε -ία. Ας πούμε, λογοτεχνία. Είναι όνομα αυτό για μια κυρία; Για σκέψου καλύτερα.

Καλύτερα δεν είναι να γίνεις βώλος στα χέρια των παιδιών να σε πετάνε στις γωνίες και να γυρίζεις πίσω ή να φεύγεις ακόμα πιο μακριά, χρωματιστός και λείος και χωρίς γωνίες -άγωνος και ουχί άγονος- απ' το μαργαριτάρι που σου τάζουνε; Πώς να σκεφτείς; Δεν είδες κανέναν άλλον μπροστά σου. Μόνο το μαργαριτάρι που θες να είσαι και τα τοιχώματα του δοχείου-σαρκίου σου. Πρόσεχε μην σ΄ακουμπήσουν οι άλλοι, οι ζητιάνοι, οι τρελοί και διαλυθείς. Για πάντα.

Wednesday, March 11, 2009

Ανθρωπάκια από παιδί (και όχι από χαρτί για να τα καίμε)

Δυο τσιγγανούλες. Στο τρένο. Μικρές. Πανέμορφες. Με γλυκά πρόσωπα. Σοκολατένιες παναγιές. Και τρία παιδιά να κρατούν από τα χέρια. Δικά τους μάλλον. Κι ένα στην κοιλιά να κουβαλάει η μία. Και να κρατάει στην αγκαλιά της ένα μωρούλι. Το πιο ανθρωπάκι μωρό που έχω δει ποτέ. Είχε βλέμμα και χαμόγελο μεγάλου και κινήσεις που θύμιζαν όλους εμάς που η παιδική μας ηλικία μάς κουνάει το μαντήλι από μακριά. Έκανε να γκρινιάξει το μωρούλι και το έβαλε κατευθείαν στο γυμνό της στήθος, με την πιο φυσική κίνηση του κόσμου κι αγαλλίασε κι εκείνη κι αυτό. Και μιλούσαν μεταξύ τους, φαίνονταν τόσο ευτυχισμένες, τόσο λαμπερά πρόσωπα. Ήθελα να καταλάβαινα τι λέγαν για να χαρώ μαζί τους.

Και στο γυρισμό του ταξιδιού, μια μανούλα έγκυος με τη μικρούλα της κόρη από το χέρι, να κάνουν σχέδια για το νέο μωρό που θα έρθει με το καλό. Και μου θύμισαν εμένα με τη δική μου μαμά 24 χρόνια πίσω. Έλεγε η μικρή "Μα, που να το ξέραμε, μαμά, μάγισσες είμαστε;", κι εννοούσε το μωρό που θα 'ρθει, θα μπορούσαν να του είχαν κρατήσει εκείνο το ωραίο παιχνίδι το δικό της, αλλά το χάρισαν, γιατί δεν ήξεραν τότε... Κακώς έβαλα τ' ακουστικά στ' αυτιά μου. Τα ραδιόφωνα ανακοίνωναν τις τραγωδίες στην Αλαμπάμα και τη Γερμανία για τα παιδιά που σκότωσε η τρέλα και τα όπλα. Ο τωρινός πολιτισμός τρώει πρώτα και κύρια τα παιδιά του. Στην κυριολεξία. Κρόνεια απομεινάρια. Και κροκοδείλια δάκρυα.

Tuesday, March 10, 2009

Γλωσσοκοπάνα βία

Κατέβαιναν πίσω μου στις κυλιόμενες του μετρό. Και την τυραννούσε, θεέ μου, τόσο. Με τα λόγια του. Ψυχολογική βία με τα όλα της. Γλωσσοκοπάνα βία. Φοβόμουν ότι θα τη σπρώξει να τη ρίξει κάτω. Κι αυτή μένει μαζί του. Παίζοντας τον ωραίο ρόλο του θύματος. Με χτυπούσαν οι λέξεις του βαθιά στην καρδιά. Σκέψου εκείνη...

Και μετά στις πιο κάτω σκάλες, μια γυναίκα-δυνάστης. Ακριβής αντικατοπτρισμός της ίδιας λεκτικής βίας. Εκείνη του μιλούσε λες κι ήταν ο δούλος που την υπηρετούσε. Και η δικιά της βία μου τρύπησε τ' αυτιά. Κι άλλα τύμπανα του πολέμου. Μέσα στα ζευγάρια. Από τους χειρότερους πολέμους. Με πολλά θύματα. Και θύτες.

Σκέψου άμα δεν έχεις να γείρεις σ' ένα φιλόξενο ώμο ούτε μέσα στο ίδιο σου το σπίτι...

Monday, March 09, 2009

«Αγαπάω άρα υπάρχω» και η απόλαυση της αμφιβολίας

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο, 7 Μαρτίου 2009)

"…Αργότερα πίστεψα ότι οι επιτυχίες θα μου έδιναν αυτοπεποίθηση, κι έπειτα, πολλαπλασιάζοντάς τις, είδα την ασημαντότητά τους και επέστρεψα στην αρχική μου αβεβαιότητα. Πίστεψα αυθόρμητα όλες τις υποσχέσεις και όλες τις ομολογίες αγάπης, κι ακόμα και τώρα που μου πέρασε κάπως ο ενθουσιασμός, κατ’ αρχήν τις πιστεύω ακόμα* αλλά οι συνηθισμένες ρήξεις, οι αποτυχίες μου και οι ταλαιπωρίες μου μού έμαθαν επιτέλους να διατηρώ τις αμφιβολίες μου…Το αναδρομικό ναυάγιο όλων των χαμένων μου δυνατοτήτων μ’ έμαθε στον σκεπτικισμό…".

Ακόμη και ο μεγαλύτερος φιλόσοφος στον κόσμο, όταν έρθει αντιμέτωπος με το ερώτημα προς τον εαυτό του, αν είναι αγαπητός ή μισητός στους άλλους και αν φυσικά τον αφορά αυτό –το αντίθετο όσο και να το ισχυρίζεται κάποιος, ποτέ δεν γίνεται πιστευτός- , νιώθει να περπατάει πάνω σ’ ένα τεντωμένο σκοινί και φυσικά υποκύπτει στον ίλιγγο. Αυτό το υποστηρίζει, διόλου αδικαιολόγητα, ο Jean-Luc Marion, ο επιφανέστερος σήμερα εκπρόσωπος της γαλλικής φαινομενολογικής σχολής και ένας από τους σημαντικότερους γάλλους φιλοσόφους της εποχής μας.
Στο βιβλίο του που κυκλοφορεί στα ελληνικά, με τον τίτλο «Το ερωτικό φαινόμενο-Έξι στοχασμοί», από τις εκδόσεις Πόλις, σε μετάφραση και με επίμετρο από το Χρήστο Μαρσέλλο, επιχειρεί να αποκαταστήσει τον έρωτα στη θέση που του αξίζει, σε ό,τι αφορά τη φιλοσοφική διερώτηση ανά τους αιώνες. «…Η φιλοσοφία δεν αγαπά τον έρωτα, που της θυμίζει την καταγωγή (origine) και την αξίας της, την ανικανότητά της και το διαζύγιό τους. Τον αποσιωπά λοιπόν, όταν δεν τον μισεί ανοιχτά…». Αν και, ας μου επιτραπεί η σαρωτική απλούστευση, ο ίδιος ο έρωτας δεκάρα δεν δίνει για το τι πιστεύουν οι φιλόσοφοι* συνεχίζει να κινεί τις ζωές των ανθρώπων και να αναδεύει τις ψυχές και τα σώματά τους, χωρίς να έχει την παραμικρή ανάγκη από την εξήγηση, την ερμηνεία ή την ανάλυσή του. Άλλωστε αυτή είναι η μαγεία και η έξοχη γοητεία του: το ανερμήνευτον του χαρακτήρος του που διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο και από στιγμή σε στιγμή, διατηρώντας παράλληλα ανέγγιχτη την ουσία και τη δυναμική του στο πέρασμα του καιρού, προφανώς από καταβολής κόσμου. Ο φιλόσοφος ισχυρίζεται ότι δεν ξέρουμε όλοι τα ίδια πράγματα για το ερωτικό φαινόμενο, αλλά στεκόμαστε απέναντί του με την απόλυτη ισότητα που αντιμετωπίζουμε και τη μοναξιά μας.

Ο Jean-Luc Marion αρχίζει με την παραδοχή ότι «…αγαπώ πριν καν υπάρξω, γιατί δεν είμαι παρά στο μέτρο που έχω την εμπειρία της αγάπης –και μάλιστα ως ενός είδους λογικής…». Με ένα σφριγηλό κείμενο σε δομή και σκέψη –απευθυνόμενος προσωπικά στο κάθε άνθρωπο που ακολουθεί τον ειρμό των λέξεων και των φιλοσοφικών του στοχασμών («…ο αναγνώστης θα πρέπει να βλέπει τα πάντα να εκτυλίσσονται μπροστά του, να μπορεί να επαληθεύσει τα πάντα και, είτε εγκρίνει είτε όχι, να ξέρει γιατί…»)- ο συγγραφέας ερεθίζει πνευματικά τον αναγνώστη του να αναζητήσει κι εκείνος τις ρίζες της αγάπης, της ανάγκης της στη ζωή του ανθρώπου, αλλά και των δυνατοτήτων που διανοίγει αυτή στην ίδια του την ύπαρξη. Και παραδίδει ένα πυκνό σε νοήματα βιβλίο που κατορθώνει να κλονίσει ιερές βεβαιότητες και φυσικά να οικοδομήσει κάποιες άλλες. Είναι στην πρωτοβουλία του αναγνώστη του να αντιδράσει. Η αντίδραση αυτή είναι και το ζητούμενο και φυσικά το κέρδος από την ίδια τη φιλοσοφική σκέψη* η αφύπνιση της αμφιβολίας και ακόμη παραπέρα η ίδια της η απόλαυση για κείνον που αντέχει να αναζητά διαρκώς την κινούμενη άμμο της αμφιβολίας. «…για να φτάσει κανείς στην αλήθεια, (πρέπει) προηγουμένως να την επιθυμήσει, επομένως να την αγαπήσει…».

Προς τιμήν του ο γάλλος διανοητής παραδέχεται ότι «…Την έννοια του έρωτα διακρίνει ακριβώς η ικανότητα να σκέφτεται αυτό που για τη φιλοσοφία είναι τρέλα…». Και τολμά να ασχοληθεί με αυτήν την «τρέλα» ο Marion βάζοντάς μας να αναμετρηθούμε μαζί της στο ευρύτερο πεδίο της ίδιας μας της πνευματικότητας. «…σε κάθε γνώση, το θέμα είναι εντέλει η απόλαυση του εαυτού…». Οι φιλοσοφικοί του στοχασμοί ξεκινούν από τη θεμελιώδη του ιδέα ότι ο έρωτας προηγείται της λογικής και ο άνθρωπος ως αγαπών ζώον είναι ο μόνος από τα άλλα όντα που αγαπά, ενώ σκέφτονται και τα ζώα και οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές. «…η τεχνική πρόοδος δεν βελτιώνει ούτε τη ζωή μου, ούτε την ικανότητά μου να ζω καλά, ούτε τη γνώση μου για τον εαυτό μου…». Φυσικά ο στοχασμός του κινείται γύρω από τον άξονα της κεντρικής του ιδέας, επεκτεινόμενος διεισδυτικά στο σώμα και τον έρωτα στη φιλοσοφία, το ψεύδος, το μίσος, τη ζήλια, την ερωτική επιθυμία, τον πόθο, την ικανοποίηση, τη φιλία και φτάνοντας τελικά στο Θεό. Δεν διστάζει ωστόσο να δηλώσει το αυτονόητο –αποδεικνύοντάς το και λογικά-την ερωτική τύφλωση της μεταφυσικής. Και την ίδια στιγμή που περνά στην ερωτική αναγωγή της σκέψης αποθεώνει την αμφισβήτηση και τις αντιρρήσεις που αυτή μπορεί να εγείρει. «…Η ματαιότητα απαξιώνει τη βεβαιότητα των αντικειμένων, τα οποία, ασφαλώς, παραμένουν ασφαλή και βέβαια. Αλλά η ασφάλειά τους δεν μου δίνει καμιά ασφάλεια για μένα, δεν μου βεβαιώνει τίποτε. Βεβαιότητα άχρηστη και βέβαιη…».

Η απέραντα θυμικά φορτισμένη «απόφαση» ενός ανθρώπου να ερωτευτεί, τον οδηγεί σε μια κατάσταση ικανή να κατακρημνίσει όλες του τις λογικές και να κλονίσει ανεπανόρθωτα όλα τα πιο ασφαλή και σίγουρα συμφέροντά του. Η γνώση ή αναγνώριση του μάταιου ελλοχεύει διαρκώς στη ζωή του (αφού αυτή η ίδια δεν είναι ούτε βέβαιη ούτε ασφαλής ποτέ) με αποτέλεσμα η κυριαρχία της να υποθάλπει την ερωτική πρόθεση. «…Η ματαιότητα αφαιρεί λοιπόν από κάθε βεβαιότητα την αξία της, είτε πρόκειται για βεβαιότητα που αφορά τον κόσμο, είτε για βεβαιότητα που αφορά εμένα…». Και γυρίζουμε εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε: «…δεν φτάνει να είμαι για να μείνω αυτός που είμαι: μου χρειάζεται επίσης, πρώτα και κύρια, να με αγαπούν –μου χρειάζεται το ερωτικό δυνάμει…». Αυτές οι ατελείωτες δυνατότητες που διανοίγονται μπροστά μας όταν προσηλωθούμε στην αγάπη –για μας, για τους άλλους, για την ίδια την επιθυμία, για την απόλαυση της ζωής, για την πραγμάτωση και την απόλαυση του εαυτού μέσα από τη γνώση και την αμφιβολία- είναι που μας δίνουν το ατράνταχτο (τυφλό, μεταφυσικό, παράλογο και άκρως ερωτικό) επιχείρημα ότι μπορεί να συμβεί και το πλέον απίθανο. Και καμιά φορά γίνεται, ερήμην του όποιου σκεπτικισμού ή αγνωστικισμού θέλουμε να προβάλλουμε ή ακόμη κι αν εναποθέτουμε σ’ αυτόν την απελπισμένη ματαίωσή μας. «…Στο φως της ερωτικής αναγωγής, ο εγωισμός ο ίδιος αποδέχεται ότι υπάρχει μια πρωταρχική ετερότητα και άρα καθιστά ενδεχομένως δυνατή, μόνος αυτός, τη δοκιμασία που είναι ο άλλος άνθρωπος…».



Thursday, March 05, 2009

Καλές, αλλά γραίες


Η δική μου ζητιάνα. Τα βράδια στο δρόμο.
Πότε της δίνω. Πότε δεν δίνω.
Πότε φιλάνθρωπη. Πότε απάνθρωπη.
Ας πούμε βαριέσαι να βγάλεις τα χέρια από τις τσέπες
γιατί, λέει, κάνει κρύο.
Λες και για κείνη στο πεζοδρόμιο
έχει καύσωνα...
Ανθρωπιά του κώλου.
Του δικού της που παγώνει
στη βρώμικη τσιμεντόπλακα.
Ταφόπλακα.

Και χθες, δεν έδωσα. Πού να έψαχνα να βρω ψιλά...
Και τι μας το λες, μαντάμ; Εσένα να λυπηθούμε;
Δεν είσαι εσύ το θέμα. Ή μήπως εσύ είσαι πάντα το θέμα;
Και συναντήθηκε το βλέμμα μου με δυο καλές γραίες.
Κατ' ευφημισμόν και τα δύο.
Και το καλές. Και το γραίες.
Στην ηλικία μου. Πολύ αδύνατες.
Τις έχει φάει η προσευχή και η νηστεία.
Μαύροι κύκλοι γύρω από τα μάτια τους.
Και μαύρα ρούχα. Με μια λευκή ρίγα γύρω από το πρόσωπο.
Τεχνητό φωτοστέφανο.
Κλασική η μόδα τους. Ή μαύρο ή άσπρο.
Πουθενά φούξια που φοράς εσύ. Και τυρκουάζ. Και κίτρινο και μωβ. Και πράσινο βαθύ. Και μπλε του ωκεανού. Και μαύρο για να κόβει κανένα κιλό, μόνο. Και λευκό επειδή γουστάρεις να φαίνεσαι ένοχη.
Συνένοχοι.
Και τις κοιτάω. Εγώ είμαι η εξωγήινη. Με κοιτούν και κάτι τιτιβίζουν. Η μια στην άλλη.
Τι έχω, βρε κορίτσια; Ήθελα να ρωτήσω.
Αλλά μάσκαρα, ρουζ και σκιές σας σοκάρουν. Στο πρόσωπό μου.
Και δεν σας σοκάρει η ζητιάνα στο δρόμο
με την αυτιστική της κίνηση.
Εσείς επιθυμείτε το θεό σας, αλλά όχι τον Άλλον, τους άλλους.
Εγώ επιθυμώ τον Άλλον κι άμα με επιθυμήσει ο θεός, δικό του θέμα. Δεν θα υπεισέλθω.
Θα προσπεράσω.
Όπως προσπεράσατε κι εσείς τη ζητιάνα.
Στάθηκα στην άκρη του δρόμου και γύρισα το κεφάλι μου πίσω
αν και δεν γυρίζω ποτέ
όποιος και να με φωνάζει στο δρόμο.
Ο φόβος του Ορφέα.
Μην με ζητάει ο Άδης.
Και πάω κοντά του.
Ευρεία
Δίκη.
Και γύρισα από διαστροφή
του επαγγέλματος να σας κοιτάζω.
Η αφελής νόμιζα ότι εσείς σηκώνετε στην πλάτη σας και τις δικές μου τύψεις.
Ότι καθαρίζετε για την απανθρωπιά μου κι εσείς.
Αλλά εσείς δεν σταθήκατε.
Περίμενα να της πιάσετε το χέρι.
Να της χαϊδέψετε το κεφάλι.
Να της πείτε μια κουβέντα
της παρηγοριάς.
Αλλά προσπεράσατε.
Αδιάφορες, κορίτσια.

Και με σοκάρατε.
Όσο με σοκάρει ο εαυτός μου. Ώρες ώρες.
Όσο με σόκαρε γλυκά ο κύριος.
Εκείνος που βγήκε από το παρακείμενο μαγαζάκι του τζόγου.
Και σου 'δωσε, δικιά μου ζητιάνα, λεφτά.
Κερδισμένος. Σκέφτηκα.
Κι έτρεξε ένα δάκρυ στο μέσα μου πρόσωπο
για τις τύψεις μου
που τις απάλυνες, άνθρωπε.
Του τζόγου.
Που δεν φοβάσαι να ρισκάρεις.
Και ρεφάρισες
και για μένα.
Και για τα κορίτσια τα πρόωρα γερασμένα στην όψη
που περπατούσαν γοργά
μην της προλάβει η ζωή
κι αναγκαστούνε να ενδώσουν.

Ύπαγε εμπρός μου, κύριε.






Wednesday, March 04, 2009

Ξέπλυμα βρώμικου ρήματος


Πιπέρι στα μάτια από τις φρέζες στο βάζο*Ούτε ένα ρήμα
να λερώσεις*Νερό για πλήγμα σε άφεση αχαριστιών*
Να πληρωωώσεις*Κρίμα*Αμαρτύρητο*Ανοίξανε τα άνθη κι ειρωνεύονται*Πρίμα*Λέξεις στ' αλάτια από τις πρέσσ-ες να βγάζεις*Προς άνθιση καιρών*Χρήμα*Πλένοντας τα τζάμια της θαμπής ξένης βιτρίνας*Κι από μέσα;*Σπασμένα*Γυαλιά*Καρφιά να τρυπούν το βέβαιο*Καρδιά για φύλακας*Να φρεζάρει αργά το μυαλό* Κι ας βαρέθηκε* Ν' αγρικάει






Tuesday, March 03, 2009

Μίσος, η πατρίδα του πολέμου

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο, 28/2/2009)


«…Στο Βιετνάμ, όπως και στο Λάος και στην Καμπότζη, μάρτυρες ανακρίνονται, σημεία όπου συνετρίβησαν αεροπλάνα ανασκάπτονται, λίμνες αποξηραίνονται και κομμάτια οστών ξεθάβονται από επιφανειακούς τάφους. Άντρες που χάθηκαν σε ξεχασμένες ενέδρες. Άντρες που χάθηκαν σε πτώσεις βομβαρδιστικών Β-52. Άντρες που ζουν ακόμη αιχμάλωτοι…»




Ένας πραγματικός γητευτής των λέξεων, ο Ναντίμ Ασλάμ (Nadeem Aslam), στο μυθιστόρημά του –με όλη τη σημασία της λέξης μυθιστόρημα- «The Wasted Vigil» (Η χαμένη επαγρύπνηση, σε ακριβή μετάφραση) που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Τόπος, σε μετάφραση Αγγελικής Τσιρούνη, και με τον τίτλο «Σβησμένες ψυχές», διαλέγει το χωνευτήρι των πολιτισμών της Ανατολής και συγκεκριμένα του Αφγανιστάν για να αφηγηθεί μια μεγάλη ιστορία για την ειρήνη και το πόλεμο, για τη ζωή και το θάνατο, για την ελευθερία και την καταπίεση, για το φανατισμό και την πίστη, για την ανθρωπιά και το αντίθετό της. «…Το Αφγανιστάν μετατράπηκε σε μια χώρα η γεωλογία της οποίας δεν απαρτιζόταν από πέτρα μα από φόβο, όπου δεν ανάσαινες αέρα αλλά τρόμο…».
Ένα αριστουργηματικό βιβλίο από τον πακιστανικής καταγωγής νέο δημιουργό (γεν. 1966) που κατοικεί στην Αγγλία, στο οποίο ξεδιπλώνεται με λογοτεχνική μαεστρία η ιστορία –του απώτατου παρελθόντος αλλά και η σύγχρονη- όχι μόνο του «βιογραφούμενου» εν προκειμένω λαού του Αφγανιστάν, αλλά και της Αμερικής, της Ευρώπης και της ασιατικής ηπείρου εν γένει. «…Στα μέρη όπου ελάχιστοι γνωρίζουν ανάγνωση ή γραφή, η μνήμη των ανθρώπων γίνεται εύθραυστος χώρος αποθήκευσης τραγουδιών και τελετουργιών, μύθων και ιστορίας, και, αν κάποιος φύγει από τη ζωή χωρίς να κληροδοτήσει τούτο το θησαυρό, τότε το αποτέλεσμα είναι όμοιο με την ολική καταστροφή από φωτιά μιας πτέρυγας της βιβλιοθήκης…». Για να καταδείξει με ηθογραφική ακρίβεια την ηλιθιότητα του πολέμου, την επιστράτευση της καλλιέργειας του μίσους για γεωπολιτικούς σκοπούς και την εξαφάνιση του ατόμου και της ανθρωπινότητάς του, όταν τα γρανάζια της εκάστοτε εξουσίας –θρησκευτικής, οικονομικής, πολιτικής- αποφασίζουν να το συνθλίψουν. «…Δεν θα ήταν καθόλου αξιοπερίεργο αν κάποια μέρα τα δέντρα και τα αμπέλια του Αφγανιστάν αποφάσιζαν να πάψουν να αναπτύσσονται, από φόβο μήπως, μεγαλώνοντας οι ρίζες τους, μπορεί να άγγιζαν κάποια θαμμένη νάρκη…».

Ο Ναντίμ Ασλάμ καθηλώνει τον αναγνώστη με την εκτύλιξη των παράλληλων ιστοριών μιας οικογένειας γιατρών βρετανικής καταγωγής, της δραματικής δικής τους μοίρας, αλλά πολύ περισσότερο της κόρης και του εγγονού τους, ενός δυτικού κατάσκοπου που αναζητά το χαμένο του αδερφό στον πόλεμο του Βιετνάμ, μιας γυναίκας από τη Ρωσίας που επίσης ψάχνει το λιποτάκτη στρατιώτη αδερφό της και ενός αγοριού αναθρεμμένου με μίσος και φανατισμό και μαθημένου μόνο να σκοτώνει, με κάθε τρόπο. «…Μέσα στο μεδούλι του κυριαρχούσε η πίστη πως τα ανθρώπινα όντα δεν είχαν να προσφέρουν τίποτα πέρα από σκληρότητα και κίνδυνο…». Τεχνίτης σπουδαίος της λογοτεχνικής αφήγησης ο συγγραφέας –αν και στην ελληνική απόδοση, η δύσκαμπτη σε κάποια σημεία γλώσσα της μετάφρασης στερεί μέρος αυτής της ομορφιάς- οικοδομεί την ιδανική φόρμα για να γράψει ένα βαθιά πολιτικό μυθιστόρημα, χωρίς να χάνει στιγμή τη λογοτεχνική του γοητεία. Ο ιδιότυπος μαγικός ρεαλισμός του Ασλάμ εμπνευσμένος από τα χρώματα, τα αρώματα, την ιστορία, το βαθύ και σπουδαίο παρελθόν της Ανατολής, ακροβατεί πάνω στην ακμή του δυτικού λόγου, αναζητώντας ερμηνείες και απαντήσεις για τις αιτίες και το αιτιατό τους* εν προκειμένω, το μίσος, το φανατισμό, τον πόλεμο. «…Ακόμα κι ο αέρας τούτης της χώρας έχει να πει μια ιστορία για τον πόλεμο. Εδώ μπορεί να σηκώσεις μία μπουκιά ψωμί από το πιάτο και, αν ανατρέξεις στο παρελθόν και ψάξεις από πού προήλθε, θα μαζέψεις ένα σωρό ιστορίες για τον πόλεμο –πώς επηρέασε το χέρι που το έβγαλε απ’ το φούρνο, πώς το χέρι που το ζύμωσε, πώς ο πόλεμος άφησε τα σημάδια του στο χωράφι που μεγάλωσε το σιτάρι από το οποίο φτιάχτηκε…».

Με μιαν απέραντη τρυφερότητα, μια γλυκύτητα, ο δημιουργός «λέει» τα πιο βάρβαρα πράγματα. Διηγείται τις πιο φρικιαστικές σκηνές. Καταφέρνει να αποτυπώσει το βαθύ ανθρώπινο πόνο. Σε όλες του τις διαστάσεις και εκφάνσεις. Και γίνεται δριμύτατα αποτελεσματικός, γιατί χρησιμοποιεί ως όπλο του την ομορφιά και την αγάπη, για να καταδείξει το αρνητικό τους, το αντίθετό τους. Και γι’ αυτό συγκινεί. Βαθύτατα. Το ύφος του ξεδιπλώνεται με την ηρεμία μιας ηλιόλουστης ειδυλλιακής ημέρας στην Ανατολή, χαράζει την ψυχή και του αναγνώστη με την ευγένεια μιας ηλιαχτίδας που διαθέτει τόση ένταση και πάθος και δύναμη όση ένα κοφτερό μαχαίρι. Γιατί οι λέξεις του είναι μαχαίρια. Ανοίγουν τις κακοφορμισμένες πληγές των λαών, με αποφασιστικότητα, θάρρος και γνώση.
Ένα βιβλίο που επιχειρεί –και το κατορθώνει στον καλύτερο βαθμό- να περικλείσει, να αγκαλιάσει τη σοφία και την ομορφιά των πολιτισμών σχεδόν όλου του κόσμου, χωρίς να πολτοποιεί τη διαφορετικότητα και την ιδιαιτερότητα του καθενός. Ίσα-ίσα, αυτή τη μοναδικότητα εξαίρει και εξυμνεί. Ο Ασλάμ περνάει με ευκολία από την αρχαία Ελλάδα στη σύγχρονη Αμερική, από την Αγγλία στη Σοβιετική Ένωση του Ψυχρού Πολέμου και από το χιλιοβασανισμένο Αφγανιστάν στην αρχαία Ρώμη. Ξέρει να σου πει για το ύψος του δεντρολίβανου και για το άρωμα των μπαχαρικών το ίδιο ενδιαφέροντα στοιχεία όσο και για τη σύγχρονη διεθνή γεωπολιτική σκηνή. Είναι σαν να βουτάει το χέρι του στο καζάνι της πανανθρώπινης γνώσης και κερνάει το συνομιλητή-αναγνώστη του. «…Υπάρχει μια πείνα που γίνεται αισθητή μόνο την ώρα που πας να τη χορτάσεις…».
Δεν φοβάται να πει τα πράγματα με τ’ όνομά τους. Δεν τον καταπίνει η μαγεία του εξωτισμού της Ανατολής ούτε ωραιοποιεί τίποτα. Μπούργκες και κομμένα χέρια, πτώματα αθώων γυναικόπαιδων, σαπισμένα μυαλά από το μίσος και την αυταπάτη του θρησκευτικού φανατισμού, λιθοβολισμοί γυναικών βρίσκονται δίπλα-δίπλα με τους αιώνιους εραστές, την ομορφιά του φυσικού τοπίου, τη γαλήνη και την κατάκτηση της ανθρώπινης μοναδικής αλήθειας του καθενός μέσα από τον πολιτισμό και την άφατη ευτυχία που προσφέρει σε κείνους που ξέρουν να δουν την ομορφιά. «…Τόσο μεγάλη είναι η αγάπη του αρσενικού φοίνικα για το θηλυκό, που πάντα αναπτύσσεται γέρνοντας προς το μέρος του, ακόμα και αν φυτρώνει σε διπλανό κήπο. Το ήξερες αυτό;…».