Friday, February 27, 2009

Μάρτυς μου ο Μάρτης


η Άνοιξη λανθάνει κανά δίμηνο στην ψυχή
για να βγει στο παράθυρο το Μάρτη
ν' αγναντέψει τον ήλιο σε πράσινα χωράφια
και να καθρεφτιστεί σε γαλανές θάλασσες.

"Πάρε τα δώρα της ψυχής σου να 'ρτεις" - Κ. Καρυωτάκης


Wednesday, February 25, 2009

Αθέατος θεατής

"Η σκόνη του χρόνου" και "Παράδεισος στη Δύση". Είδες και τις δύο ταινίες το Σαββατοκύριακο. Σε συγκίνησε η κάθε μία με το δικό της τρόπο. Η συνισταμένη τους δημιουργήθηκε μέσα σου ως θεατή και αυτό είναι που μετράει. Το πώς βιώνονται τα έργα. Το πώς μεταπλάθονται αργά-αργά μέσα μας σε κάτι καινούριο, φιλτραρισμένα από τη μνήμη μας, τις εμπειρίες μας, την ίδια μας τη σκέψη και τη ζωή. Περπατάς στο δρόμο και βλέπεις σκηνές που θα μπορούσαν να είναι μία από εκείνες των ταινιών. Ή και ακόμη καλύτερες.
Είναι το φιλμ της καθημερινότητας που παίζεται διαρκώς και ζητάει εσένα για θεατή. Να το δεις,για να υπάρξει. Σε θέλει αυτόπτη μάρτυρα η πραγματικότητα, αλλιώς θα χαθεί. Και αγωνίζεσαι να αποθηκεύσεις όση πιο πολύ μπορείς, μήπως και τη διασώσεις. Αλλά θα χαθεί κι αυτή μια μέρα μαζί σου. Και συλλέγεις πανσέληνους με φλας. Και μετά δεν θυμάσαι ποια είναι η πανσέληνος και ποια η λάμπα του δρόμου. Κάποτε δεν διαχωρίζονται αυτές. Μόνο σου φέγγουν για να περπατήσεις μια στάλα. Να πας πέντε βήματα παρακάτω ή και πίσω. Ή και να μείνεις κάτω από το στύλο της ΔΕΗ να περιμένεις. Ραντεβού με τον αθέατο θεατή της πραγματικότητάς σου, το τρίτο φτερό του δικού σου αγγέλου που του δίνεις νεράκι κάθε μέρα για να συνεχίσει να είναι μαζί σου. Ο θεατής σου.

Monday, February 23, 2009

«Σαν έντομα μέσα σε κεχριμπάρι»

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο, 21/2/2009)

«…Περιέργως πως, κάθε ζωή θυμίζει ιστορικό εγκλήματος, αδιάφορο αν δεν έχει να παρουσιάσει εγκληματικές πράξεις, αιματοχυσίες και τα παρόμοια. Το γεγονός ότι ζήσαμε τα όσα ζήσαμε συνιστά ενοχή…»


«Παγιδευμένοι» μέσα στην ιδιόμορφη λειτουργία της μνήμης και των αναμνήσεών μας, είμαστε καταδικασμένοι να υπάρχουμε. Ανακαλούμε, θυμόμαστε, αφηγούμαστε και γεμίζουμε τα κενά με φαντασία. Ολόκληρη η ζωή μας είναι ένα συνεχές παιχνίδι της σκέψης και της αντιληπτικότητάς μας, μπρος πίσω, με το χρόνο. Και κάπου εκεί στα μεταιχμιακά διάκενα, προβάλλει ο εαυτός μας αναζητώντας την ταυτότητά του, την ιδιοσυστασία της ψυχής του.
Αυτό που τον διακρίνει εξολοκλήρου από οποιονδήποτε άλλον, είναι οι ολόδικές του αναμνήσεις, το παρελθόν έτσι όπως το έχει βιώσει μοναδικά ο ίδιος, οι οξυμένες αισθήσεις του που ταριχεύουν το κάθε παρόν, κατά το δικό τους δοκούν, σε αλυσίδες από σταγόνες του ιδιότυπου απολιθωμένου φυσικού ρετσινιού του καθενός μας. Και το πολύτιμο προσωπικό μας κεχριμπάρι βαλσαμώνει τις στιγμές μας, κρατώντας τες σε ένα μουσείο αναμνήσεων που χρησιμοποιούμε ανά πάσα στιγμή αλλιώς, προκειμένου να ζήσουμε, να υπάρξουμε, να κινηθούμε, να συναναστραφούμε.
Χρησιμοποιώ τον απλουστευτικό αυτό τρόπο μιας εικόνας για να συμπυκνώσω –πράγμα αδύνατον, ομολογώ- μέσα σε λίγες γραμμές την αίσθηση που μου άφησε το βιβλίο του Κωστή Παπαγιώργη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη με τον τίτλο «Περί μνήμης». Πρόκειται για εμπνευσμένο δοκιμιακό λόγο απαλλαγμένο από την ξύλινη γλώσσα που μπορεί άνετα να διώξει τον αναγνώστη από το δοκίμιο. Δοκιμιακός λόγος μεστός, φορτισμένος όσο πρέπει με εμπειρικά παραδείγματα, εξομολογητικό ύφος βιωμάτων και γλώσσα ζωντανή, ρέουσα, δυνατή και πλούσια που αναγκάζει τον αναγνώστη, ακόμη κι αν δεν διαθέτει το θεωρητικό υπόβαθρο του συγγραφέα, να τον ακολουθήσει στο ξεδίπλωμα της πραγματείας του, αν μη τι άλλο με ενδιαφέρον.
Είναι ένα βιβλίο που κατορθώνει να σε φέρει να δεις τον εαυτό σου μέσα στο χρόνο, τη διαδοχή και φυσικά μέσα από τη μνήμη και τις πολύπλοκες παραμέτρους και λειτουργίες της. Από τους σωκρατικούς διαλόγους και τον Αυγουστίνο, μέχρι τον Καντ, τον Μπερξόν και το Φρόυντ και δια μέσου του Ναμπόκοφ, του Ρουσώ και του Προυστ, ο Παπαγιώργης αναλύει τη μνήμη «του καρβουνιάρη», όπως την ονομάζει, τη φιλοσοφική μνήμη και την ονειρική μνήμη, εξονυχιστικά* θέτοντας στην υπηρεσία της κατανόησης του κειμένου από τον αναγνώστη του χρήσιμες εμπειρικές προτάσεις, εξαιρετικά πρωτότυπες που σε κρατούν σε εγρήγορση και σου παρέχουν τα εφόδια να διεισδύσεις στα πυκνά του νοήματα.
Πρόκειται για ένα δοκιμιακό κείμενο που θέλει να επικοινωνήσει με τον αναγνώστη του –σπάνιο κι αυτό-, όποιος κι αν είναι αυτός, χωρίς να κάνει εκπτώσεις στην ουσία του και χωρίς να κρατά ερμητικά σημεία ή στεγανά, εμποδίζοντάς σε να εισέλθεις και να το «κατακτήσεις» διανοητικά. Δεν κρατάει πόζα διανοούμενου το κείμενο -και ο δημιουργός του ευθύνεται γι’ αυτό-, ενώ είναι βαθιά πνευματικό και διανοητικό έργο. Νομίζω ότι αυτό είναι ένα στοιχείο που ξεχωρίζει τον Παπαγιώργη: η απλότητα που προσεγγίζει τον αναγνώστη του. Προφανώς επειδή ο ίδιος διαθέτει τα φόντα, τη θεωρητική κατάρτιση, τη δυνατότητα να εκλαϊκεύσει αποτελεσματικά, χωρίς να υπεραπλουστεύσει, χωρίς να υποτιμήσει ή να κολακέψει τον αναγνώστη του.
Το στυλ του δοκιμιογράφου είναι που κάνει ελκυστικό το κείμενο, όπως και η επιλογή του τρόπου που διαχειρίζεται το υλικό του. Γράφει μια φιλοσοφική πραγματεία για τη μνήμη, αλλά όχι αποστειρωμένα και στεγνά και ανάλατα. Σε ορισμένα σημεία ο λόγος του γίνεται τόσο έντονος, τόσο αναπαραστατικός, γλαφυρός και ρέων που νομίζεις ότι βρίσκεσαι μέσα στις σελίδες ενός μυθοπλαστικού κειμένου. Φυσικά, έτσι επιτυγχάνει να κερδίσει τον αναγνώστη και να τον οδηγήσει πιο εύκολα στο ξύπνημα της δικής του αμφιβολίας, εκμαιεύοντας τη δική του αναρώτηση. Μετέρχεται λογοτεχνικών μέσων και χρησιμοποιεί αυτήν την περιβόητη και πολύπαθη –στη νεοελληνική λογοτεχνία κυρίως- διακειμενικότητα, προκειμένου να διερευνήσει κάθε πτυχή της μνήμης, της μνημοσύνης, της ανάμνησης που κινούν αόρατα τα νήματα της ζωής μας. Επιβεβαιώνοντας στο ακέραιο τη δήλωση του οπισθόφυλλου: «Η θυμική μνήμη είναι κάτι βαθύτερο από τον ίδιο τον άνθρωπο, άλλωστε δεν είναι συμπτωματικό ότι οι συγκινήσεις και τα αισθήματα ονομάστηκαν “πάθη”».

Αποθησαύριση αποσπασμάτων από το «Περί μνήμης»:

*
«…Το έσοπτρον που φέρουμε στη συνείδησή μας, που δεν είναι άλλο από το βιωμένο εγώ, συγκρατεί τη χαμένη ζωή δια της απωλείας…»
*
«…Το μύχιο απολαύει πρωτοκαθεδρίας…»
*
«…Ο εαυτός μονίμως χάσκει και μονίμως ολοκληρώνεται…»
*
«…Κανείς δεν διδάσκεται τρόπους και μεθόδους για να θυμάται τη ζωή του…»
*
«…Ο άνθρωπος διαβιοί αυτοπαθώς…»
*
«…Για να υπάρξει το παρόν πρέπει να πεθάνει το παρελθόν…»
*
«…ο χρόνος παρουσιάζεται εξίσου αινιγματικός με την μνήμη…»
*
«…Ό,τι διαβαίνει, παρά την εκτυφλωτική του κοινοτοπία, συνιστά αίνιγμα…»
*
«…Το μέλλον αναμένεται χωρίς να υφίσταται…»
*
«…Η ζωή επιστρέφει δια της διαδοχής…»
*
«…Δεν ζούμε για να θυμόμαστε, θυμόμαστε επειδή ζούμε…»
*
«…Ό,τι πέρασε διευρύνει το παρόν μας…»
*
«…η μνήμη μνημειώνει μεν αλλά δεν αφηγείται…»
*
«…Το παρελθόν και το μέλλον αναβλύζουν όταν τείνω προς αυτά…»
*
«…Περιέργως, το παρόν είναι παρόν σύνολης της προσωπικότητας…»
*
«…Ο μεθυσμένος, όπως παρατήρησε ο Ντοστογιέφσκι, δεν πίνει για να ξεχάσει, απεναντίας πίνει για να θυμηθεί. Δραματοποιεί το παρόν δεξιωνόμενος το παρελθόν εν βρασμώ καρδίας…»
*
«…πιθανώς μια περιφερειακή ικανότητα του πνεύματος αποθησαυρίζει παρελθόντα σαν απόθεμα χώρου και χρόνου…»
*
«…η φαντασία δεν είναι περιθωριακή ικανότητα… Μάλλον είναι αντιμνήμη, ανεξήγητο υποκατάστατο που σώζει και ενίοτε αναδημιουργεί το παρελθόν…»
*
«…Το εγώ άλλωστε είναι αφηγηματικό από την φύση του, μονίμως γλωσσοδέρνεται, μονίμως βάζει τάξη στην αταξία, ασκώντας εσωτερικό μονόλογο που πλαταγίζει ανεξέλεγκτος…»


Tuesday, February 17, 2009

Revolutionary Road

Η πόλη μετεωρίζεται στα κρύα ρεύματα που την διαπερνούν. Μπορεί και να ριγεί η πόλη. Ποιος ξέρει; Φοράς όλα τα μάλλινα του κόσμου, στρώσεις στο δέρμα, αλλά παγώνει η ψυχή σου μόλις βλέπεις έξω στο πεζοδρόμιο τη μικρή με το ακορντεόν. Και το χειρότερο είναι ότι συνεχίζει να παίζει αυτό το αναθεματισμένο οργανάκι. Πιο κάτω η άτυπη δεσμοφύλακάς της την κρατάει στο δρόμο. Κι εσύ σκαλίζεις λέξεις στην οθόνη με μια έξη που σε τρομάζει. Κι αυτή δεν πήγε άλλη μια μέρα σχολείο.
*
Revolutionary Road. Δεν περίμενες να έχει κόσμο η ταινία. Είχε. Και τους ένιωθες όλους να αναστενάζουν βαριά λες για να αναπνεύσουν απ' τ' ασφυκτικό της ζωής τους που τους πνίγει και το είδαν γιγαντιαίο στην οθόνη. Άτιμο σινεμά! Παίρνεις την ήδη ξεφτισμένη ζωή και την κάνεις ύμνο της δυστυχίας. Μακάρι να πάρει το Όσκαρ η Γουίνσλετ. Μακάρι. Κι ο Ντι Κάπριο τ' αξίζει, αλλά θέλεις να το πάρει ο Μίκι Ρουρκ.
*
Κι άλλη τριμμένη ζωή. Κι άλλη. Και τα γελαστά παιδιά στις γωνίες πουλάνε ομπρέλες, γάντια, κασκόλ, κάλτσες. Να σε ζεστάνουν θέλουν, βρε. Να σε ζεστάνουν και να σε δροσίσουν το θέρος. Α, και να σε στολίσουν με λουλουδάκια νεκρικά της ημέρας, για μια στιγμή. Πεεέντε ευρώ. Πεεέντε ευρώ. Πεεέντε ευρώ.


Monday, February 16, 2009

Στα χωρικά ύδατα των πεπλανημένων ονείρων

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 14/2/2009)

"...Προδίδει η γραφή, Άγγελε, όπως η Σοφία σε κείνη την εκδρομή. Εσύ όμως ξέρεις, κάθε μέρα περνάς από τη Σχολείων, ούτε φαρδαίνει ούτε πεζόδρομος έγινε. Μη φοβάσαι λοιπόν, άσε με να φτιάχνω ιστορίες."

Είναι κάτι συγγραφείς που νομίζεις ότι ακούς την ανάσα τους, καθώς διαβάζεις τα κείμενά τους. Λίγοι. Κι αυτή η φωνή –η δική τους που μπερδεύεται με τη δική σου- βγαίνει από τα έγκατα της ψυχής τους, εμποτισμένη με το αίμα και το σώμα της μνήμης. Δεν ξέρω αν αυτοβιογραφούνται –και δεν με αφορά-, αυτό που με συγκλονίζει, όταν πέφτουν στα χέρια μου τέτοια βιβλία, είναι το πώς η δική τους λογοτεχνική ανασεμιά συναντιέται με τη δική μου αναγνωστική ανάσα. Και δεν μιλώ μεταφυσικά, φιλολογικά ή χαζορομαντικά. Κυριολεκτώ. Είναι κάτι συγγραφείς που οι τελείες τους είναι και δικές σου* τα κόμματά τους σε σταματούν απαλά, όπως σταματάς από μόνος σου για να ανασάνεις* και οι παρενθέσεις τους κλείνουν ακριβώς εκεί που ξεκινούν οι δικές σου. «Δοκιμάζω αφηγήσεις, λόγια κι αναμνήσεις, αντιγραφές, για να σε βρω πριν προφτάσει ο κυνηγός να μας αγγίξει όλους και τελειώσει για πάντα το παιχνίδι».
Ένας τέτοιος συγγραφέας –που λυπάμαι πολύ που δεν πρόλαβα να τον γνωρίσω από κοντά, ίσως καλύτερα για να διαφυλάξω το μύθο του ατόμου πίσω από τα κείμενα- είναι ο Τάσος Χατζητάτσης (1945-2008, Θεσσαλονίκη). Έφυγε από τη ζωή το φθινόπωρο που μας πέρασε, αλλά κέρδισε τον ενεστώτα του «είναι» στη λογοτεχνία, με το σπαθί του. Γιατί η γλώσσα του είναι σπαθί. Χαρακώνει και χαράσσει. Βαθιά. Ανεξίτηλα. Τέμνει και ανατέμνει. Υπόγεια και καταλυτικά. Χωρίς φιοριτούρες. Χωρίς περιστροφές. Και συγκινεί. Όχι με την έννοια τη στενά συναισθηματική, την άδεια από νοήματα και ιδέες. Παρασύρει για την ακρίβεια, τη μνήμη του αναγνώστη να βγει από τα στεγανά της και να περιπλανηθεί στο παρόν με την πανοπλία της φαντασίας. Το προσωπικό φαντασιακό, οι ατομικές αναμνήσεις αναπλάθουν για το σημερινό και μελλοντικό αναγνώστη έναν κόσμο –αυτόν της Ελλάδας του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα, που σημαδεύτηκε από τις συνέπειες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τον Εμφύλιο και τις πολιτικές εξελίξεις που ακολούθησαν- με οράματα, προσδοκίες, ελπίδες που πρόλαβε να τα δει να ματαιώνονται. Θεαματικά. Και να διαψεύδεται γι’ αυτόν τον κόσμο η ίδια του η ύπαρξη, το νόημά της.
«Γιατί όσοι κράτησαν το κεφάλι ψηλά είχαν πάντα για σκέπη τα όνειρα κι όσοι ανανήψαμε, εκ μέθης και πλάνης, άλλοι έμποροι, άλλοι έπαρχοι, όλοι κάτι γίναμε. Αν. Όμως. Ίσως. Αν». Μιλάω συγκεκριμένα για τα δύο πρώτα βιβλία του Τάσου Χατζητάτση, το «Έντεκα Σικελικοί Εσπερινοί» που είχε πρωτοκυκλοφορήσει το 1997 από τις εκδόσεις Εντευκτηρίου και το «Στη σφενδόνη» που είχε βγει το 2000 από τις ίδιες εκδόσεις, και επανεκδόθηκαν την άνοιξη από τις εκδόσεις Πόλις με τον τίτλο «Ασκήσεις μνήμης». Τα έντεκα ιδιόμορφα αφηγήματα του κάθε βιβλίου έχουν να πουν μια ξεχωριστή ιστορία το καθένα που εντάσσεται όμως στο ίδιο κλίμα, την ίδια ατμόσφαιρα που έπνιγε την Ελλάδα τότε και έχουν καταγραφεί και στο συλλογικό ασυνείδητο και των επόμενων γενεών, με έναν τρόπο που μπορεί να αποδώσει πειστικά μόνο η λογοτεχνία. Πολύ περισσότερο η λογοτεχνία του Τάσου Χατζητάτση.
Τα βιώματα του αφηγητή στο βιβλίο, εκείνα τα μικρά αλλά τόσο σπουδαία της καθημερινότητας, με προεξάρχοντα τον έρωτα, μπλέκονται αδιαχώριστα με τον κοινωνικό ιστό, την πολιτική κατάσταση, την ίδια την Ιστορία –αυτή την επίσημη- και την ισοπεδωτική της διάθεση απέναντι στο άτομο, αυτή τη μοναχική μονάδα που ψάχνει την ευτυχία και την αγάπη* που αναζητά την πραγμάτωση και γυρεύει το όνειρο. Και φυσικά συντρίβεται. Πανηγυρικά. «Θα αφήσω ανοιχτό το παράθυρο. Θα γεμίσει το δωμάτιο σπουργίτια. Θα ψάχνουν παντού και, μη βρίσκοντας τον νεκρό, θα κατασπαράξουν το φως μου. Ένας μέλλοντας θολός, ανίκανος σαν τραύλισμα, βρώμικος σαν τη λευκή μου ψήφο».

Ο Χατζητάτσης, χωρίς φτιασίδια και μεγάλα λόγια, λέει αυτόν τον καημό του ενός, εκφράζει τη συντριβή του, με τρόπο που δεν χωράει διαπραγματεύσεις, αρραγή κι αιχμηρό* με έναν ρυθμό που έρχεται από το παρελθόν –κι εννοώ τη ρίζα της δημοτικής ποίησης και της λαϊκής μουσικής, αλλά και την ποίηση του Σεφέρη και τη μελαγχολική τραγουδιστή ειρωνεία του Καρυωτάκη («Δεν θα πρέπει να θεωρηθεί τόλμημα, αν πω ότι κι αυτή η σελίδα, λευκό με μαύρα στίγματα, σαν περιστέρι, αδημονεί να ξεψυχήσει από το βλέμμα σου, αναγνώστη»)για τις ίδιες του τις λέξεις- και πηγαίνει στο μέλλον σταθερά κι αξιόπιστα, γιατί ακριβώς διαθέτει μετουσιωμένη τη μνήμη, αφομοιωμένη την Ιστορία. «Σε πλέκω και σε ξηλώνω, πατέρα, όπως η μητέρα ξήλωνε τα παλιά μάλλινα γιλέκα σου και τα ξανάπλεκε πάνω στο κορμί μου κι οι εικόνες να τυλίγουν το κορμί, ματωμένοι επίδεσμοι». Απαλλαγμένη η γραφή του από τα βάρη του σύγχρονου θορύβου και του παλιομοδίτικου λογοτεχνίζοντα σαματά, λάμπει σαν κρυστάλλινο δάκρυ στην άκρη του ματιού που δεν κυλά τελικά. Από περηφάνια. Δεν καταδέχεται η γραφή του Χατζητάτση άλλο σχήμα από την ευθύτητα. Δεν στρογγυλεύει την αλήθεια του για τίποτα και μιλά για τους ανθρώπους, μέσα απ’ αυτούς. Όχι αφ’ υψηλού. Κάτι που τόσο λείπει από τη νεοελληνική λογοτεχνία των τελευταίων χρόνων. Μια ατόφια συγγραφική προσωπικότητα με το δικό της ύφος, στέρεο και στιβαρό, μια γραφή που διασχίζει ψυχικά τοπία και χωροχρονικές εικόνες του σχετικά κοντινού παρελθόντος, μέσα από τη ματιά της ευαισθησίας* που συγκινεί με την αυθεντικότητά της και την ουσιαστικά ανθρωποκεντρική της βάση. «Νεκρικό βαμβάκι στο στόμα οι λέξεις. Και το χιόνι από ψηλά, μαύρο, να τα στρώνει όλα, πάλι, με τάξη». Τα δύο αυτά έργα του Χατζητάτση ανασυνθέτουν το μωσαϊκό μιας γενιάς που προδόθηκε από τις ίδιες τής ιδέες, εγκαταλείφθηκε στον απολύτως δικό της εσωτερικό μονόλογο της μνήμης και ποτέ δεν βγήκε από τα νερά του ονείρου που την εξέθρεψε, αβρόχοις ποσί. «Αλλά βαθιά τα νερά, και να κολυμπώ πια δεν ξέρω».



Friday, February 13, 2009

Ρουλεμάν


Ένας ζητιάνος. Κουτσαίνει.
Με χέρι απλωμένο.

Δίπλα περνάει ο μικρός
πάνω στα roller blades.

Σφαίρα.
Καρφί για το μέλλον.

Ροδάκια και ρουλεμάν.

Άμα σου βαστάει
μην ανέβεις.

Κι ο κουτσός ορέγονταν
ρουλεμάν...




Wednesday, February 11, 2009

Νεκρή φύση


Πατημένα φύλλα
ξεραμένοι άνθρωποι.
Απομένουν οι ίνες τους
έτοιμες να σπάσουν.
Κραχ. Ανεπαίσθητο.

Στράγγιξε το νερό
κι άρχισαν να πέφτουν.
Φθινοπωρινό εφέ.
Μα έξω, άνοιξη.
Και τρίβονται τα σάπια κορμιά τους.

Η ψυχή είχε κακοφορμίσει πρώτη.
Μέσα σε φυλακές.
Από κάγκελα φτιαγμένα
με ζαχαρόνερο.
Μια βροχή.
Να τα λιώσει.



Monday, February 09, 2009

«Αρχισυντάκτης είναι –πάντα- ο χρόνος»


(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο, 7/2/2009)

«…Στην ανάγνωση του βαδίσματός του είναι πάντα τα σημεία στίξης που άλλοτε υπογραμμίζουν τονίζοντας, άλλοτε απορούν και, κάποτε, ερωτικά αποσιωπούν…»


Μια ρυθμική λιτανεία. Των αντικειμένων που μας περιβάλλουν. Των ψυχικών τοπίων που εξωτερικεύονται στις λείες ή θαμπές επιφάνειές τους και αντανακλώνται μετά και πάλι στο φορέα τους. Για την ψυχή των πραγμάτων. Για τη μνήμη που φέρουν και τη δύναμή τους να ξυπνούν αναμνήσεις. Για τη ρωγμή στα σχέδια του «αρχισυντάκτη χρόνου». Για την πλήρη συναίσθηση της ζωής μας και του απολογισμού της μέσα από ακίνητα, αμίλητα και ατάραχα αντικείμενα μιλά το βιβλίο του Γιάννη Ευσταθιάδη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ύψιλον με τίτλο «Πορσελάνη-Διηγήματα για νεκρές φύσεις».
Η μοναξιά κυριαρχεί. Η υπαρξιακή μοναξιά. Και καθρεφτίζεται πάνω στα πράγματα. Για το συγγραφέα είναι σαν να υπάρχει αυτή η ματαίωση, η θλίψη του χρόνου που λιγοστεύει, θαρρείς ακριβώς επειδή υπάρχουν αυτά τα απτά αντικείμενα και μπορούν να το δείξουν με τη φθορά τους, την ακινησία τους. Η φωνή που αφηγείται τις σύντομες αυτές ιστορίες, ακούγεται ευλαβική με έναν εσωτερικό ρυθμό που μεταδίδει μιαν υπόκωφη ένταση. Κομψοτεχνήματα τα διηγήματα του Γιάννη Ευσταθιάδη ισορροπούν τον ιδιότροπο αισθητισμό τους με τα βαθιά υπαρξιακά νοήματα. «…Κατεβάζει την ομπρέλα κι αφήνει τη μονοσύλλαβη βροχή να βρέξει όλη την άνυδρη έρημο που απλώνεται μέσα του…». Οι αφηρημένες άπιαστες έννοιες βρίσκουν τρόπο να «ειπωθούν» ακουμπώντας πάνω στα πράγματα και τη ρεαλιστική τους ύπαρξη και υπερβαίνοντάς τα τελικά.

Το κενό, η ανεπίστρεπτη απουσία ανθρώπων και καταστάσεων εκφράζεται σπαρακτικά μ’ αυτή την υπόγεια προσήλωση στη μαρτυρία του έξωθεν κόσμου. «…Ύβρις των κλειδιών που σήμερα τίποτα δεν μπορούν να του ανοίξουν, πουθενά δεν μπορούν να τον οδηγήσουν…». Και η αίσθηση της αδιέξοδης πορείας προς ένα εμπρός ατελέσφορο, υπακούοντας στην καταδίκη των νεκρών φύσεων. Οι συνθέσεις του συγγραφέα ζωντανεύουν έναν εσωτερικό κόσμο που μαρτυρά πώς βιώθηκε η ζωή του, μέσα από τους φαντασιακούς αντικατοπτρισμούς σε ένα φλιτζάνι τσαγιού πορσελάνης, ένα θερμόμετρο, ένα στυλό, μια αλατιέρα, ένα μαύρο βότσαλο. «…Η θαλπωρή της θέας που δεν μεταβάλλεται ποτέ…».
Και η άμμος στην κλεψύδρα τρέχει αλματωδώς όσο το ακίνητο βλέμμα του παρατηρητή την παρακολουθεί να ρέει. «…Ο καφές είναι το πιο αυτοβιογραφικό ποτό…». Με στιλιστική μαεστρία ο δημιουργός ξεδιπλώνει το συναισθηματικό φορτίο των απλών αντικειμένων στη ζωή του αφηγητή του. «…Αναπαυτικό εκμαγείο που διατηρεί το αρνητικό του σώματός του μέσα από τις πολλαπλές ακτινογραφίες του χρόνου…». Η γραφή του Ευσταθιάδη συγκινεί και «πιάνει» μέσα-μέσα τον αναγνώστη, χρησιμοποιώντας την εικόνα, την αφή, την οσμή, σαν αφετηρία για να ανασκάψει την επιφάνεια των πραγμάτων, των αντικειμένων και να καταδυθεί στο βαθύτερο ψυχισμό του υποκειμένου. «…Τώρα νιώθει να τον βαραίνει μια λευκή αλάτινη μοναξιά…». Άλλωστε αυτό δεν είναι το ζητούμενο; Το υποκείμενο. Και τα πάθη του. Το πάθος του.


Η δολοφονική μοναξιά του γραφιά


(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο, 7/2/2009)

Ένας απελπισμένος από έρωτα τόσο οδυνηρά πληγωμένος που τελικά σκοτώνει τις αισθήσεις του. Και καταλήγει πληρωμένος δολοφόνος. Από την «αισθητηριακή αυτοκτονία» τη δική του στην ψυχρή θανάτωση των άλλων. Χωρίς δισταγμούς. Χωρίς φραγμούς. Είναι ο ήρωας της Αμελί Νοτόμπ στο βιβλίο της «Το ημερολόγιο του Χελιδονιού» που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια σε μετάφραση Γιώργου Καράμπελα. «…Υπάρχουν ομορφιές που χτυπάνε στο μάτι κι άλλες που είναι γραμμένες με ιερογλυφικά: χρειάζεται χρόνος για ν’ αποκρυπτογραφήσει κανείς το μεγαλείο τους, αλλά όταν προβάλει, είναι πιο όμορφο κι απ’ την ομορφιά…».
Αυτή η δαιμόνια ευφυής, εκκεντρική και πολυγραφότατη συγγραφέας συνεχίζει να πρωτοτυπεί στη θεματολογία της και να κεντρίζει το αναγνωστικό ενδιαφέρον. Έχει αναπτύξει ένα στυλ γραφής που ιντριγκάρει και καταργεί τις βεβαιότητες. Η παράξενη ιστορία που αφηγείται, μοιάζει με αλληγορία πάνω στον έρωτα και τη γραφή, το θάνατο και το αντίδοτό του: τη μνήμη. Ο πρωταγωνιστής, ένας απλός κούριερ, αλλά όπως είπαμε, πονεμένος από μια ερωτική σχέση, συναντά το Γιούρι, ένα ρώσο μαφιόζο ο οποίος τον μυεί στις επί πληρωμή δολοφονίες. Διαθέτει άλλωστε το χάρισμα ο ήρωας, το τέλειο σημάδι. Και εξασκείται σ’ αυτή την απάνθρωπα φρικιαστική πρακτική κυρίως για να νιώθει την ηδονή ότι υπάρχει. «…Το σώμα μας κάνει τρυφερούς και γεμάτους συμπόνια για τον πλησίον…».

Τη φρενήρη πορεία του προς τα τρίσβαθα της απανθρωποποίησης, της ολοκληρωτικής αλλοτρίωσής του, της κανιβαλικής του ορμής, θα ανακόψει μια έφηβη κοπέλα. «… δεν έχω δει ποτέ τίποτα πιο όμορφο από τα μάτια σου που μ’ αψηφούν, θα με σκοτώσεις, δε φοβάμαι, σε κοιτάζω, είμαι ο τόπος όπου όλα συμβαίνουν, είμαι η δράση που εκτυλίσσεται σ’ αυτόν…». Η νεαρά ύπαρξη διαθέτει ένα όπλο ισάξιο και ισοδύναμο με το δικό του και όταν θα έρθει η ώρα να γίνει το θύμα του, εκείνος θα θαυμάσει τη δύναμή της να σκοτώσει τον ίδιο της τον πατέρα* τη δύναμή της να προσφύγει στο θάνατο για λόγους αρχής: επειδή διάβασαν χωρίς την άδειά της το ημερολόγιό της, τα μυστικά της, την απόκρυφη πλευρά της. Και τότε ο «Δήμιος», ο πληρωμένος δολοφόνος, θα πέσει εκείνος θύμα της επίδρασής της. Οι αισθήσεις του θα ξυπνήσουν, όπως ζωντανεύουν στο άψυχο χαρτί, στην τρεμοσβήνουσα οθόνη, τα χαρακτηριστικά που προσδίδει ένας συγγραφέας στους ήρωές του. «…Η όσφρηση έχει το εκπληκτικό ότι δεν προϋποθέτει καμία κατοχή. Μπορεί να σε κατακλύσει ηδονικά στο δρόμο το άρωμα κάποιου που δεν έχεις καν εντοπίσει. Είναι η ιδεώδης αίσθηση, αποτελεσματική μα όχι όπως το αυτί, που είναι πάντα βουλωμένο, διακριτική μα όχι όπως το μάτι, που έχει το στυλ του ιδιοκτήτη, λεπτή μα όχι όπως η γεύση, που ικανοποιείται μόνο με την κατανάλωση. Αν ζούσαμε υπό τις διαταγές της, η μύτη θα μας έκανε αριστοκράτες…». Θα τον κατατρώγουν μέχρι το τέλος της ζωής του. Κι αυτή τη μοναξιά μπορεί να την αισθανθεί μόνον εκείνος που έχει επίσης «σκοτώσει» τον εαυτόν του κατακερματίζοντάς τον πίσω από τις γραμμένες λέξεις του, κρύβοντάς τον μέσα σε ανδρείκελα χάρτινων κατασκευασμένων ηρώων. Εκείνος που μπορεί να φαίνεται ότι σκοπεύει με τη γραφίδα του ως όπλο, αλλά τελικά εκτίθεται ο ίδιος, καταντά «επιλεγμένος στόχος» του ίδιου του εαυτού, της γραφής του, των μυστικών του προθέσεών που κάποτε τον προδίδουν, καθώς ολοένα διαφεύγουν.


Ρέκβιεμ για έναν Κριό



Ένα κοφίνι. Στη μέση της Κοραή. Δίπλα σ' ένα θάμνο. Γυρίζω να το δω. Αφημένο. Πιο πέρα κι άλλος θάμνος. Από κείνους που φυτεύουν οι δημαρχαίοι. Για επιχείρημα να ξεριζώνουν δέντρα. Πίσω του ένας άνθρωπος. Κατά πλάτος κρυμμένος. Ξαπλωμένος σε χαρτόνι. Έξω απ' την τράπεζα με τη χαρτούρα.
*
Στο Άστυ. Μυστικός δείπνος με αστέρια. Του Χόλιγουντ. Ο Μίκι Ρουρκ, η ορμή του Κριού. Απ' τα μάτια του δάκρυα. Από γνώριμα υγρά μάτια που σε μεγάλωσαν. Πιο πέρα το παζάρι στην Κλαυθμώνος. Χαρτί και λέξεις με το κιλό. Δεν θα πάρεις. Έξω οι εφημερίδες. θα τυλιχτείς με το εφήμερό τους το αλωμένο από την κυκλοφορία της Κυριακής. Πλαστικό. Για το κρύο. Διάφανο σαν τη διαύγειά σου. Τρέμουν τα χείλη.
*
Να χωθείς στη φυγή. Το συντομότερο δυνατόν. Με ορμή. Χωρίς κριό. Πολιορκητικό. Στον υπαίθριο σταθμό του τρένου. Δύο νεαροί. Με χακί τζάκετ. Κι αθλητικά. Η παραλλαγή της ομορφιάς. Με τα λαμπερά πρόσωπα. Και την κοφτερή ματιά. Απαστράπτουσα. Μιλάνε με τα χέρια τους. Ντρέπεσαι. Που δεν μιλάς τη γλώσσα τους. Και σου χρειάζεται τώρα. Να τους πεις πόσο όμορφοι είναι. Μα δεν θα σ' ακούσουν. Με τα φτωχά σου λόγια που δεν επαρκούν. Ποτέ δεν επαρκούν τα λόγια. Γραμμένα ή άγραφα. Στα όρη στ' άγραφα βουνά.
*
Συνέχισε να χαμογελάς. Ηλιθιωδώς. Σαν ερωτευμένος άνθρωπος. Πιάνει αυτό το κόλπο στην Αθήνα. Πιάνει. Άμα χαμογελάς αφ' εαυτού σου, είσαι τρελός. Καλύτερα τρελός παρά μαραζωμένος. Θυμήθηκες την ταμία στα διάφορα άρα -το πρωί Σαββάτου- της έκανε παρατήρηση μια τάχα ανώτερη. Γαμώ τις ιεραρχίες σας. Κι εκείνη έσκυβε αμίλητη τα μάτια. Δάγκωνε τα χείλια. Να μην ξεσπάσει. Και τα καλοριφέρ στο φουλ. Να ψηθούμε. Για να πουληθούν τα τσίτια. Ολοκαύτωμα. Και μόλις ήρθε η σειρά σου, καθότι προνοητική κι έβαλες από Φλεβάρη κοντομάνικα και μπορούσες ακόμα ελεύθερα να αναπνεύσεις, της χάρισες το πιο πλατύ κι αληθινό σου χαμόγελο, από τα βάθη της ψυχής σου. Ειλικρινώς. Σαν δήλωση συμπαράστασης. Έχεις καταλάβει. Να καταλαβαινόμαστε πού και πού.
*
Ένα αχνό φεγγάρι πάνω. Έξω ένα πάμφωτο άχθος της βροχής που δεν έπεσε ακόμα. Μέσα πλημμυρίσαμε βροχή κι αποχρώσεις της αγάπης που όλοι ψάχνουν απελπισμένα. Με την ορμή του Κριού. Αλά Μίκι Ρουρκ. Τα παλιά άλογα τρέχουν κούρσες. Ψυχής. Και δακρύζουν πριν στουκάρουν στην απόλυτη καρδιά τους. Και χαρίζονται. Στο κοινό. Στο κενό. Στο τίποτα. Αυτό μήπως είναι το παν; Και μια γυναίκα από τα παρασκήνια θα κλαίει για κείνους.

Tuesday, February 03, 2009

Ερώτηση γνώσεως

Μήπως ξέρει κανείς, γιατί ο internet explorer δεν μπορεί καν να ανοίξει το μπλογκ μου, ενώ με το mozilla πάει σφαίρα; Επίσης, μόλις διαπίστωσα ότι όποιος μπαίνει στο μπλογκ από τον internet explorer, βλέπει μισά τα ποστ απ' ό,τι είναι στην πραγματικότητα... Και όχι μόνο τα ποστ, αλλά ολόκληρη τη δεξιά πλευρά με προφίλ, λινκς και πρόσθετα στοιχεία.

Μήπως μπορεί κάποιος να με βοηθήσει με τις γνώσεις του, παρακαλώ;


Monday, February 02, 2009

"Είναι αληθινό ένα έργο, όταν έχει τη δομή του ονείρου" Μ.Χ.


Χθες, είδα το ντοκιμαντέρ του Δημήτρη Βερνίκου, "Μάνος Χατζηδάκις- Είδωλο στον καθρέφτη". Στη μιάμιση ώρα της διάρκειάς του δεν σκέφτηκα ούτε μια στιγμή ότι δεν βλέπω ταινία μυθοπλασίας. "Χρειάζομαι μύθο και τον φτιάχνω" που έλεγε και ο ίδιος ο Χατζηδάκις.
Σ' αυτό το πολιτισμένο σινεμά -δηλαδή το κοινό του είναι πολιτισμένο στους τρόπους του και στην προσήλωση (για να μην πω καθήλωση) με την οποία αντιμετωπίζει την κάθε ταινία που μου κάνει εντύπωση- το Τριανόν, που ανακάλυψα τώρα τελευταία, δεν ακουγόταν κιχ. Τα όνειρα που υποσχέθηκε ο συνθέτης να μας τα δίνει πίσω με μουσική, ζωντάνεψαν. Για 90 λεπτά. "...Γενικά η επιτυχία στη ζωή ενός καλλιτέχνη είναι εμπόδιο. Νομίζω σοβαρότερο από την αποτυχία...", σ' αυτό τον άξονα της απάρνησης της δικής του επιτυχίας με τα "Τα παιδιά του Πειραιά" κινείται η οπτική του Δημήτρη Βερνίκου, σκηνοθέτη και παραγωγού, συνεργάτη του Χατζηδάκι και ερευνητή του έργου του.
Μια κινηματογραφική αφήγηση που αξίζει τον κόπο.

Σαν το θαμποπράσινο αμύγδαλο

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 31/1/2009)

«…Η ξένη –κατ’ ουσίαν- γλώσσα των σχολείων μάρανε σιγά σιγά τον ανθοβολώνα της αβίαστης γλωσσικής παραγωγής. Διαμεσολάβησε απ’ τα μύχια της ψυχής στην ομιλία, με αποτέλεσμα να εκφέρεται ο τύπος και το ψυχικό φορτίο της ουσίας να λιμνάζει…»
.


(Η φωτογραφία είναι από εδώ).


Έξω από φόρμες συνήθεις, μακριά από έναν χειρουργικό αποκαθαρμό της γλώσσας, της φαντασίας και της λογοτεχνίας που ενστερνίζονται θιασώτες της δημιουργικής γραφής και πέρα από τον εθισμό στην ανόσια ανουσιότητα που εισβάλλει από την καθημερινότητα στις σελίδες των βιβλίων* πέρα και ακόμα πιο μακριά από την χωρίς χυμούς και χωρίς καρπούς βιβλιοπαραγωγή, κινείται το τελευταίο βιβλίο του Σωτήρη Δημητρίου. «Σαν το λίγο το νερό» ο τίτλος του. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.
Υπερίπταται, όπως ο νεκρός ήρωάς του. Είναι η οδύσσεια –παραπλεύρως και ενδιαμέσως της λογοτεχνικής ζωής- ενός «ονειροπαρμένου» αγνωστικιστική που τα κείμενά του θέλει «να έχουν την ομορφιά και την ταπεινότητα της θαμποπράσινης, στρεβλωμένης απ’ τον ήλιο του Αυγούστου φλούδας του αμύγδαλου». Από τα πρώτα του διηγήματα («Ντιάλιθ’ ιμ Χριστάκη») ήδη ο Σωτήρης Δημητρίου έδειξε τις προθέσεις του. Έχει παραμείνει συγκινητικά πιστός και συνεπής σ’ αυτές, κρατώντας το κουκούτσι, την ουσία της σκέψης και της τέχνης του, αλώβητα και χωρίς να χάσουν ούτε στιγμή το θάμπος τους. Τα κείμενά του ρίχνουν σκιά, γιατί διαθέτουν βαρύτητα μέσα από τον παιγνιώδη τους τρόπο και το ανάλαφρο κάποτε ύφος τους. Σκιά πότε παραμυθητική, όπως παραδέχεται κι ο ίδιος, και πότε αβάσταχτη μιας υπαρξιακής αγωνίας τραγικής που ξέρεις ως αναγνώστης ότι δεν μπορείς να λύσεις τα μάγια της, παρά μόνον να μοιραστείς το άχθος της.
Είναι ένας συγγραφέας που έχει μείνει ακλόνητος στη διαφύλαξη της ρίζας του και δεν εννοώ τίποτε εθνικό ή εθνικιστικό, ίσα-ίσα το αντίθετο, μένει στη ρίζα της ανθρωπιάς και δεν ασχολείται με το επιφανειακό άπλωμα στο πλάτεμα οριζοντίως. Γι’ αυτό η γραφή του χτυπάει «φλέβα» και στον αναγνώστη, σε βάθος. Αναγνωστικό και ψυχικό. Γι’ αυτό όσοι δεν αγαπήσουν τη γραφή του, θα τη φθονήσουν ανυπερθέτως. Έχουν κάθε λόγο. Τους δείχνει με μια ασύγκριτη ειλικρίνεια τις πληγές του και τις δικές τους, που κάνουν το σκαρί τους να μπάζει νερά. Κι ας μην το παραδεχτούν ποτέ. Η βάρκα θα μπατάρει κι εκείνοι απλώς δεν θα ξέρουν γιατί, τάχα μου.
Οι αιχμές της υποδόριας ειρωνείας του διαπερνούν τα ψυχικά τοπία της αστικής ζωής (πόσο τον είχαν απασχολήσει άλλωστε στο αφήγημα «Τα οπωροφόρα της Αθήνας») σαν εικονικές λόγχες, φερμένες από μια μελλοντική μετα-ηλεκτρονική εποχή. Διασώζει με μια υποτυπώδη και παραδειγματική ηθογραφία τη γλώσσα που αισθάνεται θησαυρό στην ψυχή. Από την ψυχή και για την ψυχή. Ο κρυφός σπαραγμός που υποβάλλεται ο ίδιος ο δημιουργός, υποβάλλει με τη σειρά του τον αναγνώστη, κομψά, μετρημένα, καλοζυγισμένα λογοτεχνικά, ώστε να μη σκάσει σαν πυροτέχνημα, αλλά να κουβαλάς τη συγκίνηση καιρό μέσα σου. Και το ψυχικό της φορτίο. Δεν φοβάται να σκάψει βαθιά (μέχρι το επέκεινα, πόσο παραπέρα να πάει;) και σε περιοχές-ταμπού για σύγχρονούς του ομότεχνους, μιλάω φυσικά για τη λογοτεχνική ματαιοδοξία και τη φιλοδοξία. Ούτε αυτή φοβάται να θίξει. «…Είδα τη συγκεκαλυμμένη επαιτεία που απαιτούσε η επιτυχία…».
Αιθεροβατεί ο ήρωάς του δικαιολογημένα σαν πεθαμένος που είναι, πενθεί το παρελθόν του, αλλά δεν το αποποιείται. Ίσα-ίσα, το αναλύει, το εξηγεί και το ερμηνεύει, μέχρι τελικής πτώσεως, στη γη. «…Βρέθηκα σ’ ένα γαλάζιο έμπεδο όπου ήταν χιλιάδες, άσπροι, αχνοφωτισμένοι σβόλοι. Ήτανε ψυχές, ο νωπός θερισμός του θανάτου. Μια αλυπία με κυρίεψε αλλά δεν έχασα την συνείδηση της εν ζωή ζωής μου. Κυρίως την μνήμη. Ζωντάνεψε διαολεμένα. Ό,τι είχα καταχωνιάσει τα ‘λουσε όλα ένα λαμπρός φως σ’ εκείνο το ουράνιο οροπέδιο…».
Η γνησιότητα του ύφους του Δημητρίου, οι ατόφιες προθέσεις του που δεν διστάζει να τις ειρωνευτεί κι αυτές ακόμα, η ακέραιη αφοσίωση σ’ εκείνα που θεωρεί σημαντικά ο ίδιος, όπως την κατάκτηση της αμεριμνησίας, ξεχωρίζουν το έργο του (συνεπτυγμένο και πυκνό, με φιλοπαίγμονα διάθεση ακόμη και για τον πόνο και τη δυστυχία), επιβεβαιώνοντας την αποφθεγματική αποστροφή του Βίτολντ Γκόμπροβιτς ότι «…Η τέχνη είναι ακριβώς αυτό το πράγμα: η εκλογή του καλύτερου, η απόρριψη του λιγότερο καλού* η τέχνη στηρίζεται στην πιο αυστηρή ιεραρχία των αξιών, σε μια συνεχή αξιολόγηση…».

Ο ιδιότυπος αυτοβιογραφικός απολογισμός που κάνει ο συγγραφέας στο «Σαν το λίγο το νερό» είναι απολογισμός μιας ολόκληρης εποχής που μόλις παρήλθε. Το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Για την Ελλάδα ολόκληρη. Για τη χωριανική –χωριάτικη θα την πω εγώ πιο απενοχοποιημένα- καταγωγή της που αρχίζει να ψάχνει και πάλι να την βρει, αλλιώς και με άλλους όρους πια. Είναι η απελπισία του κλειστού, περίκλειστου άστεως, της μοναξιάς και της μοναχικότητάς του, του εγωισμού και της απαξίας, της κακής ζωής που βιώνεται ψυχικά σαν κόλαση εντός των τειχών της, και σπρώχνει τους ανθρώπους να εγκαταλείψουν. Απηυδισμένοι και απογοητευμένοι. Τον ίδιο τους τον εαυτό, ενίοτε. «…Οι επιταγές και οι εντολές εξαφάνισαν τις θελήσεις και τις αρέσκειες…Την αναβολή της πραγματοποιήσεως της ζωής, σ’ έναν μέλλοντα χρόνο, ούτε πολύ κοντινό, ούτε πολύ μακρινό, που δεν ερχόταν ποτέ. Ανελαστική προϋπόθεση η υπερπήδηση κοινωνικών, ετεροκαθορισμένων κατά κανόνα, αναχωμάτων-στόχων…».
Είναι τραγική στη βάση της η γραφή του Σωτήρη Δημητρίου –όχι μελαγχολική ή καταθλιπτική-, γιατί ανακαλύπτει, διαπιστώνει, περιγράφει, σκιαγραφεί, εμπαίζει κάποτε τη δυστυχία, τη δυστυχία της νεοελληνικής καθημερινότητας που βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στην ευτέλεια. Δίνει αξία ο συγγραφέας στην εσωτερική εκείνη ζωή, τη διανοητική, τη συναισθηματική, καθώς και στην καθημερινότητα με τις συνεχείς απογοητεύσεις και απομαγεύσεις της, αποθεώνοντας το μικρό, το απλό, το ατυχές. Φωτίζει το σημαντικό που παραμένει αθέατο, μη ορατό στα μάτια των πολλών. Δίνει βαρύτητα με ελαφράδα και αλαφραίνει το βαρύ. Σαν να ζωγραφίζει αυτό το χρώμα της δικής του ουτοπίας, το θαμποπράσινο της φλούδας του αμύγδαλου. «…αφ’ ης στιγμής ορίσουμε την ευτυχία, και την επιδιώξουμε, ήδη την έχουμε απολέσει…».