Thursday, January 29, 2009

Βροχή με ήλιο

Βροχή με ήλιο.
Άμα δεν κλάψει ο ουρανός,
το φως θα ψέγω.
Τάχα μου θα έβλεπα
τα χρώματα. Μαζί του.
Του τόξου. Η αψίδα λυγισμένη
δεν έχεις πια ασπίδα
ελπίδα κλεμμένη.

Ήλιος με βροχή. Λειασμένη
αχτίδα
χωρίς στόχο. Θα ζεστάνει.
Μόνο μη χτυπήσει σπασμένο γυαλί
απάνω σε χαρτί
και δίπλα σε ξερόκλαδα.
Κι ανάψει φλόγα.
Και κάψει πυρκαγιά
την άκρη.

Στην ίριδά σου
όλα τα αρώματα
χρωματιστά θα θάλλουν.

Αλλά κρατάς ασπίδα
και λόγχη,
ήλιο και κεραυνό,
γραφίδα
και
για πόρπη
μια τσαλακωμένη σελίδα.
Με σταλαγμένο μελάνι.
Σβήνει απαλά.
Φλαπ.
Λιώνει.
Πάει.
Απ.
Up.
Updike.



*Στη μνήμη του Τζον Απντάικ

Monday, January 26, 2009

Αποδελτίωση

Μια εξαιρετική προσέγγιση


Μια παράξενη είδηση


Ένα ποιητικό ντοκουμέντο


Μια θλιβερή πραγματικότητα


Και μια καταπληκτική, όπως πάντα, Ελένη, απροσποίητη και γνήσια

Η αποκατάσταση του ονόματος της γυναίκας του Σαίξπηρ

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο, 24/1/2009)

«…Εγώ δεν έχω κάνει κακό.
Αλλά, τι λέω- στη γη βρίσκομαι! Εδώ, άμα κάνεις κακό,
σ’ έχουνε περί πολλού, και άμα κάνεις καλό, σε λένε αφελή.
Αχ, τότε, γιατί λέω αυτή τη γυναικεία δικαιολογία,
ότι δεν έχω κάνει κακό; …»

Μάκμπεθ, Πράξη Δ΄, Σκηνή 2,
σε μετάφραση από τον Ερρίκο Μπελιέ



Σε «αιρετικές δοξασίες» βασίζεται, κατά τη δήλωση της ίδιας της συγγραφέως του, Germaine Greer, το βιβλίο που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, σε μετάφραση της Ελεάννας Πανάγου, με τον τίτλο «Η γυναίκα του Σαίξπηρ». Ευτυχώς, που υπάρχουν κι αυτές (οι αιρετικές δοξασίες) και το παρελθόν μπορεί και ξαναζωντανεύει, όχι μόνο ιστορικά –η επίσημη Ιστορία άλλωστε θυσιάζει τις μικρές ανθρώπινες ιστορίες για να διαιωνίσει το κύρος και την ισχύ της- αλλά και με τη δύναμη της φαντασίας και της ισχυρής αμφιβολίας, προκειμένου να οξύνει τα ερωτηματικά και ίσως να αμβλύνει άδικες εντυπώσεις. «…παραμένοντας σιωπηλή και αόρατη, η Ανν Σαίξπηρ άφησε ένα κενό σε σχήμα γυναίκας στη βιογραφία του Ουίλιαμ Σαίξπηρ…».
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αντί για τις κακολογίες θαυμαστών του Σαίξπηρ, του μεγαλύτερου δραματουργού όλων των εποχών, για την ίδια του τη γυναίκα, ακριβώς επειδή δεν ξέρουμε ποια ήταν ή ποια δεν ήταν η Ανν Σαίξπηρ, τι έκανε ή τι δεν έκανε, τι πίστευε ή τι δεν πίστευε, η Germain Greer δίνει με εξαντλητικές λεπτομέρειες το πλέον σαφές πλαίσιο της εποχής και τοποθετεί την Ανν στις γραμμές του, δίκαια και καθαρά, αφήνοντας την αμφισβήτηση να κάνει καλά τη δουλειά της. Η συγγραφέας παρουσιάζει με εξαιρετικά ενδιαφέροντα τρόπο το μωσαϊκό της ελισαβετιανής κοινωνίας, κυρίως αναζητώντας καλούς λόγους αναίρεσης ορισμένων διαβολών για τη γυναικεία αυτή μορφή οι οποίες είναι αδύνατο να αποδειχθούν αν είχαν ή δεν είχαν μια κάποια βάση. Στην πραγματικότητα η φεμινιστική στάση της συγγραφέως είναι εκείνη που την ωθεί σε μια προσπάθεια υπεράσπισης αυτής της προσωπικότητας που παραμένει θολή και ασαφής, ακριβώς επειδή η ανδροκρατούμενη κοινωνία μέχρι και τον 20ο αιώνα βύθιζε στο σκοτάδι τις γυναίκες εκείνες που η σκιά του συζύγου τους διέθετε βαρύτητα ικανή να καλύψει μερικές σελίδες στους τόμους τη επίσημης Ιστορίας. Και η Greer στήνει μερικούς υποθετικούς ιστούς, για τις μικρές καθημερινές ιστορίες αυτής της γυναίκας, της οικογένειάς της και του κοινωνικού της περιβάλλοντος, χρησιμοποιώντας τα ιστορικά στοιχεία ως πυξίδα για την κατάρριψη των αβάσιμων εικασιών που έχουν πλήξει τη φήμη και την υπόληψη της Ανν Σαίξπηρ.

Το πετυχαίνει αυτό διατυπώνοντας νέες εικασίες που διαθέτουν τη βάση για να στηριχθούν, ωστόσο ούτε αυτές μπορούν να επαληθευθούν. Τουλάχιστον, μπορούν να βρίσκονται κάπου καταγεγραμμένες για το μελετητή του μέλλοντος, αλλά και για τον τωρινό αναγνώστη που το πιο πιθανό είναι να μην γνωρίζει καν την ύπαρξη της Ανν, κατά οκτώ χρόνια μεγαλύτερη από τον Ουίλιαμ. Είναι το επώνυμο του συζύγου της που την καταπίνει. Αδίκως, όπως υποστηρίζει, η Germaine Greer. «…Η Οφηλία, όπως όλες σχεδόν οι ηρωίδες του Σαίξπηρ, ξέρει να διαβάζει, αλλά και να γράφει. Στη γυναίκα του Σαίξπηρ δεν επιτρέπεται ούτε το ένα ούτε το άλλο…». Δεν αξίζει η αφάνεια στην Ανν, όπως δεν αξίζει σε καμία γυναίκα, ανεξαρτήτως με ποιον μοιράστηκε τη ζωή της. Οι βιογράφοι του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, σύμφωνα με τη συγγραφέα, έχουν δείξει υπερβολική προθυμία ανά τους αιώνες να την κακολογήσουν. Λες κι έχει σημασία να θαμπώσουν λίγο την εικόνα μιας γυναίκας («…Η σύζυγος της ελισαβετιανής εποχής ήταν πάνω απ’ όλα μια συμπαραστάτης…») για να αναδειχθεί μια έτσι κι αλλιώς σχεδόν «αρχετυπική» πια για τη λογοτεχνία φιγούρα, αυτή του Σαίξπηρ.
Η Greer ανασύρει από τα κλασικά έργα του μεγάλου δημιουργού κομμάτια που αποκαλύπτουν τις εκφάνσεις των κοινωνικών ηθών των χρόνων του και τολμά –ομολογώντας την αυθαιρεσία της φαντασία της- να πλάσει ορισμένες άλλες πιθανότητες στις πτυχές της ζωής του ζεύγους Σαίξπηρ. Αναδημιουργεί το παρελθόν, λες και θέλει να αποδώσει ενός είδους «δικαιοσύνη» για τις γυναίκες που αποσιωπήθηκαν ή παραγκωνίστηκαν, αλλά και για κείνες που διαβλήθηκαν. Όλα αυτά, στο όνομα της Ανν Σαίξπηρ. Διόλου κακή επιλογή οφείλω να ομολογήσω. «…Όποιος έχει εντρυφήσει στη δυτική λογοτεχνική κουλτούρα θα πρέπει να αναρωτιέται γιατί να θέλει μια πνευματώδης γυναίκα να γίνει σύζυγος. Στην καλύτερη των περιπτώσεων η σύζυγος πρέπει να είναι αόρατη, όπως οι σύζυγοι όλων σχεδόν των μεγάλων συγγραφέων που διδάσκονταν κάποτε οι μαθητές στα σχολεία. Αν ο Όμηρος, ο Πλαύτος, ο Τερέντιος, ο Βιργίλιος, ο Οράτιος και ο Γιουβενάλης είχαν συζύγους, τότε αυτές πρέπει να σβήστηκαν από την ιστορία. Οι σύζυγοι που θυμόμαστε είναι οι σύζυγοι που διασύρονται, όπως η Ξανθίππη του Σωκράτη και η Φυλλίδα του Αριστοτέλη…».

Συγγραφικοί αντικατοπτρισμοί στο σκότος της ψυχής

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο, 24/1/2009).

Σε σκοτεινές πτυχές του ανθρώπινου ψυχισμού διεισδύει με ένα δαιδαλώδες θρίλερ που χρησιμοποιεί ως πιόνια-ήρωές του συγγραφείς, ο Andrew Wilson. Πρόκειται για το μυθιστόρημά του που κυκλοφορεί στα ελληνικά με τον τίτλο «Ψεύτρα γλώσσα» από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, σε μετάφραση της Νίκης Προδρομίδου. Ο συγγραφέας κατορθώνει να κρατήσει μέχρι τέλους την αγωνία του αναγνώστη, με φόντο τη βρετανική ύπαιθρο και το περιβάλλον των σχολείων της Γηραιάς Αλβιώνος, καθώς και τα δύσοσμα κανάλια της Βενετίας.
"…Πάντα να σκαλίζουν, πάντα να θέλουν να μάθουν γιατί έγραψα το πρώτο βιβλίο και μετά σταμάτησα να γράφω. Κυρίως μεταπτυχιακοί φοιτητές- φρικτά πλάσματα. Ψάχνουν για κρυμμένα νοήματα εκεί που δεν υπάρχουν. Ωστόσο, πρέπει να ομολογήσω ότι οι φιλόδοξοι, υπερβολικά περίεργοι βιογράφοι είναι πολύ, μα πολύ χειρότεροι. Σαν όρνια που κάνουν κύκλους από πάνω μου περιμένοντας να πεθάνω, αδημονώντας να φάνε την πρώτη μπουκιά απ’ τη σταφιδιασμένη σάρκα του πτώματός μου. Μου ζητάνε να έρθουν και να δουν τα γραπτά μου, τα σημειωματάριά μου, τα ημερολόγιά μου. Αναρωτιούνται αν, όλον αυτό τον καιρό, συνέχιζα να γράφω κι απλώς αρνιόμουν να εκδώσω τα έργα μου… Βδέλλες και βρικόλακες και λάμιες, τυχάρπαστοι βάρβαροι, σαν αυτούς που μαζεύονται γύρω από ένα ατύχημα στο δρόμο και κάθονται και χάσκουν...».
Είναι μια ιστορία ευκολοδιάβαστη, δεν έχει να προσφέρει κάτι παραπάνω στον αναγνώστη παρά την ευχαρίστηση που εισπράττει από το διαρκές σασπένς, αλλά και την όποια αναγωγή μπορεί να κάνει ο ίδιος στη σκοτεινή πλευρά μιας λογοτεχνικής ψυχής. Αν υπάρχει τέτοια ψυχή ή αν είναι τελικά δημιούργημα των ίδιων των συγγραφέων. Παιδεραστία, ομοφυλοφιλία, βιασμός, βία, αυτοκτονία, θάνατος, δολοφονία και ατελείωτη φιλοδοξία είναι τα συστατικά του καμβά που επιλέγει ο Wilson να υφάνει για να πει αυτό που θέλει, έστω με ψεύτρα γλώσσα. Είναι χαρακτηριστική άλλωστε η προμετωπίδα του μυθιστορήματος, «Δεν είναι αυτό το βιβλίο που ήθελα να γράψω. Δεν έγινε τίποτα όπως είχα φανταστεί».

Wednesday, January 21, 2009

Για τους αγρότες

Για τους αγρότες θα γράψω. Αυτούς της Αργολίδας που γνωρίζω από πρώτο χέρι. Αυτούς, τη γενιά του παππού μου και τα πρώτα χρόνια του μπαμπά μου, που μπορούσαν να ζήσουν από τα κτήματά τους, με τον προσωπικό τους κόπο, αλλά αξιοπρεπώς. Τη θυμάμαι πολύ καλά αυτή την εποχή από τις αρχές της δεκαετίας του '80 και μέχρι τα μέσα του '90.
Ο παππούς έριχνε στη γη, χωρίς να του πει κανείς ότι την καταστρέφει, όλα τα φυτοφάρμακα και τα λιπάσματα που του πούλαγαν οι χωρίς οικολογική συνείδηση μορφωμένοι γεωπόνοι-έμποροι των πολυεθνικών εταιρειών φυτοφαρμάκων. Μακάρι να ήταν μόνον αυτός. Αλλά ήταν και όλοι οι άλλοι καλλιεργητές, ο καθένας ξεχωριστά που πήγαινε στο γεωπόνο του σαν να πήγαινε στο γιατρό του κι εκείνος τους έδινε χημικά. Η φράση "υδροφόρος ορίζοντας" μπήκε στη ζωή τους 15 χρόνια αργότερα, όταν δεν είχαμε πια νερό να πιούμε. Ακατάλληλο. Μολυσμένο με νιτρικά. Οι φήμες λένε ότι μας άφησαν κάμποσα χρόνια να το πίνουμε. Και οι καρκίνοι άρχισαν να θερίζουν. Δεν έχουν σταματήσει ακόμα. Προφανώς δεν θα σταματήσουν. Είμαι και η γενιά που είδε τους γονείς της να τρέχουν στα σούπερ μάρκετ πανικόβλητοι να αγοράσουν γάλατα λόγω Τσέρνομπιλ.

Οι ελιές αποδίδουν ακόμα. Τα καπνά τους προέτρεψαν να τα βγάλουν με κοινοτικές επιδοτήσεις. Δέλεαρ τα δύο τρία χρόνια που τους πλήρωσαν. Οι ανάγκες μεγάλες, υπέκυψαν. Άλλωστε δεν πίστευαν στ' αλήθεια ότι θα τα καταργούσαν, νόμιζαν ότι θα έμεναν φήμες. Δεν έμειναν. Μετά τους είπαν να βάλουν νέες καλλιέργειες. Τα χώματά τους είχαν κορεσθεί, δεν ευδοκιμούσε τίποτα. Τα βιολογικά προϊόντα άγνωστα και ο αγροτουρισμός το ίδιο. Ακόμη ασαφές και πολύ "επιστημονικό" τους ακούγεται. Στην πράξη οι περισσότεροι δεν το έχουν δει ακόμα να συμβαίνει. Λίγες οι εξαιρέσεις.

Τα σεμινάρια που επιδοτούσε η Ε.Ε. μέσω ΟΑΕΔ τα καρπώθηκαν μικρά συμφέροντα τοπικά. Ο κουμπάρος του κουμπάρου. Κάτι νεαρές μέχρι τα τριάντα το πολύ που είχαν σκοπό μόνο να παντρευτούν, ούτε σπουδές ούτε δουλειά ούτε τίποτα, πήγαν πήραν τα λεφτά, παρακολουθώντας και κοροϊδεύοντας όλα εκείνα τα μαθήματα που διδάσκονταν και υποτίθεται αποτελούσαν την κατάρτισή τους να ανοίξουν επιχειρήσεις δικές τους. Τέλειωσαν αυτά. Τέλειωσαν και τα ψέματα. Δουλειά γιοκ, αφού κορόιδευες την ανθοδετική, τη μαγειρική, την κομμωτική και τη ραπτική, καλή μου... Πήγαινες να πάρεις τα λεφτά και να φύγεις. Και σε φύγανε.

Εκεί στο '95 κοντά, πανέξυπνα κάποιοι φαλίρισαν τους Συνεταιρισμούς. Πάνε και τα πορτοκάλια. Σαπίζουν στις χωματερές. Βγάλανε δυο-τρια "στελέχη" λεφτά κι οι άλλοι πεινάγανε. Δεν τους πήγαν στα δικαστήρια, γιατί ήταν όλοι συγγενείς και φίλοι μεταξύ τους. Φιλότιμο σου λέει. Φιλότιμο να πεινάς και να μην το παραδέχεσαι για να μην κακοκαρδίσεις τον ξάδερφο; Α, και η φήμη ότι θα σου τα δώσουν εσένα τα λεφτά. Ε, δεν σου τα έδωσαν τελικά. Κρίμα που δεν πήγες στα δικαστήρια θα δικαιωνόσουν. Όλα τα στοιχεία με το μέρος σου ήταν. Κρίμα το φιλότιμο.
Τώρα δεν ρίχνεις πια φυτοφάρμακα στο χώμα, γιατί προτιμάς να τα βλέπεις να σαπίζουν στο χώμα τα φρούτα σου παρά να ασχοληθείς μαζί τους. Μπαίνεις μέσα κάθε χρόνο σε κόστος, αμά τα φροντίζεις, μόνο και μόνο γιατί είναι ο κόπος μιας ολόκληρης ζωής, της ζωής σου. Η γη είναι η ζωή σου κι εσύ τη φαρμάκωσες και τώρα σε φαρμακώνει με τη σειρά της εκείνη.
Οπως κάθε χρόνο κλαίει η ψυχή σου με τα δέντρα που τα καίει ο πάγος, έτσι κλαις για την κατάντια σου. Που δεν σε νοιάστηκε κανείς, δεν φρόντισε να σε ενημερώσει, να σε εκπαιδεύσει αποτελεσματικά, να σε μάθει τι θα πει οικολογία πριν καταστρέψεις τη γη και την υγεία σου. Που όλοι θέλουν να βγάλουν κέρδος στην πλάτη σου, α, και την καλή κ'αγαθή από "φιλότιμο" ψήφο σου.

Monday, January 19, 2009

Παραβολή για το πλάτος της ψυχής

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο, 17/1/2009)

«…πάντα έγραφα, γράφω και θα γράφω παραμυθίες στα χώματα γι’ αυτούς που είναι πλέον κάτω απ’ αυτά και για όσους βαδίζουν ακόμη πάνω τους, ενώνοντας έτσι το θάνατο με τη ζωή, το υποθετικό τέλος με την υποθετική διάρκεια, αυτά τα, φαινομενικά, δύο άκρα αντίθετα που είναι, στην ουσία, το ίδιο ακριβώς πράγμα, δηλαδή ένα όνειρο…»

Ιστορίες που οδηγούν στην απομάγευση, τουλάχιστον στο επιμύθιό τους, ενώ προηγουμένως έχουν ενδυθεί το μανδύα του λαϊκού παραμυθιού για να μαγέψουν τον αναγνώστη τους. Πρόκειται για το πεζογραφικό βιβλίο του Αργύρη Χιόνη που κυκλοφόρησε από τις νεότευκτες εκδόσεις Κίχλη που διευθύνει η Γιώτα Κριτσέλη, φιλόλογος και επιμελήτρια, γνωστή από τη δουλειά της στις εκδόσεις Νεφέλη. Ο τίτλος του είναι «Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες». Μια καλαίσθητη έκδοση που χρωστάει την ευφάνταστη «εικονογράφησή» της –ή οπτική της διακόσμηση τέλος πάντων- στα ενδιαφέροντα κι ευαίσθητα σχέδια της Εύης Τσακνιά.
Τα σύντομα αφηγήματα του Αργύρη Χιόνη θυμίζουν λαϊκά παραμύθια. «…Αν θέλεις βασιλιά, ντε και καλά, γίνε υπήκοος του εαυτού σου…». Διαθέτει και «ηθικόν δίδαγμα» το καθένα ξεχωριστά, μόνο που είναι συνήθως παράδοξο, αλαφροϊσκιωτο και διόλου πολιτικά ορθόν. Όπως και οι ιστορίες. Κινούνται ανάμεσα στην ονειρική διάθεση των μύθων και τη δραματική τους διάσταση. Με ανάλαφρο τόνο και ύφος θίγονται ζητήματα όπως η εξουσία, η ελευθερία, η διαφορετικότητα, η ανθρωπιά, η απουσία, η σκληρότητα, η φιλοδοξία, ο θάνατος και η ίδια η ζωή. «…Η Απουσία είναι το μοναδικό θηρίο που ο άνθρωπος, όχι μονάχα δεν κατάφερε ποτέ να εξημερώσει, αλλ’ ούτε να συλλάβει καν…».

Δεν είναι παραμύθια για να καθησυχάσουν, αλλά μάλλον θέλουν να απομαγεύσουν τον αναγνώστη και να του ανοίξουν τα μάτια της ψυχής. Με αυτή την έννοια είναι παρηγορητικά. Μπορεί το στυλ του Αργύρη Χιόνη σ’ αυτές τις ιστορίες να ακροβατεί ανάμεσα στην ποιητική ουσία και την αμήχανα πεζογραφική έκφραση, ωστόσο κλείνοντας το βιβλίο αισθάνεται κανείς ότι αυτές δρουν υπόγεια στο θυμικό, παίζουν παιχνίδια με τη λογική και τη μνήμη και εν τέλει έχουν κάνει τη δουλειά τους. Με τη μέθοδο του …οριζόντιου ύψους, δηλαδή του πλάτους που καταλαμβάνουν στη σκέψη του αναγνώστη. «…Αν περπατάτε κοιτώντας συνέχεια ψηλά, υπάρχει κίνδυνος να πατήσετε κάποια παπαρούνα που θάλλει στο πεζοδρόμιό σας…».
Ευαίσθητες και απαλές οι ιστορίες –όχι τόσο αφύσικες όσο λέει ο τίτλος του βιβλίου- διασώζουν την ανθρωπιά, μέσα από την προσωπική αλήθεια του Αργύρη Χιόνη. Απευθύνονται στον κάθε αναγνώστη ξεχωριστά. Του ζητούν να γίνει ο βασιλιάς της ύπαρξής του* να καλύψει στην ψυχή του το οριζόντιο ύψος που του αναλογεί απ’ αυτόν τον κόσμο* να διατηρήσει τη μοναδικότητά του και να διεκδικήσει την ίδια την ομορφιά της ζωής και τα δώρα της. «…Καλύτερα ν’ αποχτήσεις κάτι κι ας το χάσεις, παρά να μην αποχτήσεις ποτέ τίποτα…». Μα, πάνω και πέρα απ’ όλα, τον καλούν να κρατήσει ανοιχτά τα μάτια του μπροστά στην ωραιότητα της φύσης, της ύπαρξης, της δημιουργίας, αλλά ακόμη και μπροστά στο αναπόφευκτο τέλος τους. «…Οι άνθρωποι της πολιτείας ήταν κι αυτοί από τσιμέντο κι άσφαλτο και σίδερο και στο μέρος της καρδιάς είχανε μια πλαστική σακούλα…Οι άνθρωποι της πολιτείας κοιτούσαν, μα δε βλέπανε…». Είναι σαν να διαβάζεις μια παραβολή για το πλάτος της ψυχής, μία από τις διαστάσεις που κινούν τα νήματα της ανθρώπινης φύσης.


Το ραγισμένο πορτραίτο του δημιουργού

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο, 17/1/2009)


Ένα αφήγημα που υπερβαίνει τα εσκαμμένα της φόρμας του και κινείται και στις παρυφές του δοκιμιακού λόγου σε ορισμένα σημεία του. Επικεντρωμένο στην προσωπικότητα της ποιήτριας Laura Riding Jackson, στο περίβλημά του. Στην ουσία του αποπειράται να εισχωρήσει στις πτυχές του ψυχικού τοπίου, του ενδότερου κόσμου του δημιουργού, και δη του λογοτέχνη. Πρόκειται για το τελευταίο βιβλίο του Χρήστου Χρυσόπουλου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη με τον τίτλο «H λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον».
Ο προσδιορισμός στο εξώφυλλο του βιβλίου ως μυθιστορήματος μάλλον άστοχος μοιάζει, όχι μόνο σε ό,τι αφορά τη δομή ή τη μορφή του κειμένου, αλλά και του περιεχομένου του. Το βιβλίο δίνει μια περίκλειστη –σχεδόν ερμητική- ερμηνεία για τη φιγούρα της ποιήτριας που αποποιήθηκε και απαρνήθηκε το ίδιο της το είδωλο στο κάτοπτρο της ποιητικής δημιουργίας. Καταργείται η μυθιστορηματική του βάση –αν και ως όχημα και πρόσχημα διατηρούνται κάποια μυθοπλαστικά στοιχεία-, αφού δεν ξυπνά την αμφιβολία, δεν δημιουργεί νέα ερωτήματα και ερωτηματικά, δεν αναζητά. Μόνο δίνει μια εκδοχή στενή, περιορισμένη και αρκετά αφηρημένη. Θα έχει ασφαλώς τους λόγους του να το κάνει αυτό ο Χρήστος Χρυσόπουλος.

Δεν θα επιχειρήσω να δώσω ερμηνεία, αλλά θα διατυπώσω ορισμένα «γιατί», ίσως παραπάνω απ’ όσα δικαιούμαι. Γιατί ένας συγγραφέας με ταλέντο και διάθεση να ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους, γράφει σαν να μη θέλει να αφορά το έργο του τους άλλους, εκτός σιναφιού; Γιατί μοιάζει να μην τον ενδιαφέρει ο Άλλος; Γιατί να απασχολεί τόσο έντονα τον ίδιο το δημιουργό η ιδιοσυγκρασία του δημιουργού εν γένει και τα συστατικά της, όταν υπάρχει το έργο, η ίδια η δημιουργία και τον περιμένουν; Είναι σαν τις αυτοπροσωπογραφίες των ζωγράφων. Άλλες είναι απλώς ναρκισσιστικές και άλλες απέραντα διεισδυτικές.
Η ιδιότυπη αυτοαναφορικότητα του Χρυσόπουλου νομίζω ότι τον εγκλωβίζει σε μια εγωιστική στη βάση της γραφή που ξαναγυρίζει συχνά κι επίμονα στον εαυτόν της. Εγώ περιμένω μήπως και εξαντλήσει ο συγγραφέας αυτή την εμμονή του –και σπάσει τον καθρέφτη, προτού σπάσει το είδωλο από τις αντανακλάσεις-, γιατί έξω ο κόσμος καίγεται και ο ίδιος φαίνεται να νομίζει ότι έχει την πολυτέλεια να περιεργάζεται το είδωλό του σε κάτοπτρα που θα χρησίμευαν στους Άλλους για να καταλάβουν καλύτερα, να ψάξουν, να αναρωτηθούν, να παρηγορηθούν, να συγκινηθούν, να συναντήσουν τον ίδιο μέσα στη λογοτεχνία του, τέλος πάντων. Γιατί αυτό δεν είναι η λογοτεχνία; Μια συνάντηση και μάλιστα ακριβή και ιδιαίτερη.

Thursday, January 15, 2009

"Ληγμένα αναλγητικά και παραμύθια"


με προμηθεύει παυσίπονα
που δεν καταλαγιάζουν τον πόνο,
αλλά επιδεινώνουν τις φλεγμονές
σε κείνους που έχουν ακόμη την ανθρωπιά
να τους τρώει τις σάρκες

και ταρακουνάνε το μυαλό
όσων διαθέτουν ακόμα μια στάλα από δαύτο.

Οι λέξεις έχουν τελειώσει προ πολλού.

Μαζί με την ελπίδα.

Ληγμένα αναλγητικά
και παραμύθια.

Monday, January 12, 2009

Ο έρωτας κι ο θάνατος στη σκακιέρα του πολέμου

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο, 10/1/2009)

«…Η ελπίδα ήταν που σκότωνε τους ανθρώπους, όχι η απελπισία. Όταν είσαι απελπισμένος, συνεχίζεις της ζωή σου, γιατί τη δέχεσαι όπως είναι. Ενώ η ελπίδα σε κάνει να πιστεύεις πως τα πράγματα θα φτιάξουν, και ό,τι δείχνει το αντίθετο προκαλεί όλο και μεγαλύτερο πόνο…»




«…Ένοχοι είμαστε, πριν απ’ όλους εμείς…»
. Μια συνετή αποστροφή για τον καιρό που διανύουμε. Για την ευθύνη. Και την ενοχή. Μα, πάνω απ’ όλα για την ανθρωπιά και τη δημοκρατικότητα, την ελευθερία που παίζεται κορώνα γράμματα. Με πόλεμο στα νοτιοανατολικά, με πρόσφατες εντάσεις στο εσωτερικό. Η γεωγραφία ενός κόσμου μπαρουτοκαπνισμένου, από το κακό, τη βία, το μίσος. Η κλιμάκωσή τους οδηγεί στο θάνατο ή εκπορεύεται απ’ αυτόν. «…Οι ζωές δεν υπολογίζονται με προσθέσεις* χάνονται ατομικά. Η τελευταία ανάσα δεν μοιράζεται* βγαίνει μέσα στη μοναξιά ενός σώματος…».
Σε μεγεθυσμένη κλίμακα –υπάρχει κλίμακα για το θάνατο;- ο Μaurice Attia (Μωρίς Αττιά), στο μυθιστόρημά του «Το μαύρο Αλγέρι» που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πόλις, σε μετάφραση Μαρίας Μηλολιδάκη και επιμέλεια από την Άννα Μαραγκάκη, κινεί στην ασπρόμαυρη σκακιέρα του Πολέμου στην Αλγερία, στα μέσα του περασμένου αιώνα, τους ανθρώπους-μονάδες που σηκώνουν το ιστορικό βάρος της στιγμής που βιώνουν. Και είτε συντρίβονται είτε επιβιώνουν με απώλειες. Το άτομο και η Ιστορία. Ο εξωτισμός του Αλγερίου στέκει μαυρισμένος κι ανάπηρος από τον καπνό των τρομοκρατικών επιθέσεων της ακροδεξιάς οργάνωσης ΟΑS που αντιδρά στην αναγνώρισης της ανεξαρτησίας της χώρας από την κυβέρνηση του στρατηγού Ντε Γκωλ. «…Από την καρδιά της πόλης σηκώνεται ένα μαύρο σύννεφο καμένο χαρτί, ο καπνός από εξήντα χιλιάδες τόμους της Βιβλιοθήκης του Αλγερίου. Γη καμένη ή καμένα βιβλία, ο πολιτισμός υπήρξε πάντα θύμα της Ακροδεξιάς…».

Ο τριαντάχρονος αστυνόμος Πάκο Μαρτίνεθ θα βρεθεί εν μέσω των πυρών. Ακριβώς επειδή πεισματικά αρνείται να υποκύψει στους όρους που επιβάλλει ο πόλεμος. Για καλό, εκ πρώτης όψεως, λόγο: το ένδοξο πατρικό παρελθόν. Που κι εκείνο στη συνέχεια θα αποδειχθεί φενάκη. «…Προτιμούσα έναν πατέρα αναρχικό, που πέθανε σαν ήρωας, από ένα φασιστόμουτρο που ζούσε σαν κάθαρμα…». Και για τις τύψεις, για την απώλεια του ποδιού της αγαπημένης του, όταν δεν την συνόδεψε σ’ ένα χορό κι εκείνη τραυματίστηκε, ψυχή τε και σώματι, από έκρηξη βόμβας. «…Με τον καιρό, το μπαστούνι έγινε μέρος του σώματός μου, της ζωής μου. Όταν το άφηνα πού και πού στο σπίτι, είχα την αίσθηση ότι έπαιζα κουτσό, με τη διαφορά ότι δεν ανέβαινα στον ουρανό, αλλά κατέβαινα στην κόλαση. Η περηφάνια μου, με βοήθησε να αποδεχτώ την αναπηρία μου χωρίς να καταθέσω τα όπλα…».
Ο Πάκο θα αποφασίσει να κάνει απλώς τη δουλειά του. Το πιο δύσκολο πράγμα του κόσμου, σε μια αστυνομία διεφθαρμένη και αδιάφορη για τα πολιτικά-πολεμικά εγκλήματα που συντελούνταν. «…Στα τριάντα μου, ήμουν ήδη κυνικός. Ορφανός από πολύ νωρίς, εξόριστος από πολύ νωρίς. Μπάτσος, πολύ αργά. Πάντως, όχι την κατάλληλη στιγμή, ούτε στο κατάλληλο μέρος…». Αφορμή θα σταθεί η ανακάλυψη δύο δολοφονημένων νέων ανθρώπων, του αλγερινού Μουλούντ και της γαλλίδας Εστέλ, σε παραλία του Αλγερίου. Η εξιχνίαση του εγκλήματος θα γίνει αυτοσκοπός για τον Πάκο που ψάχνει την κάθαρση, τη συγχώρεση, τον προσωπικό του εξαγνισμό, από τα φαντάσματα του παρελθόντος: του πρόωρα νεκρού πατέρα, της χαμένης μητέρας και της πιο πρόσφατα τραυματισμένης αγαπημένης. «…Ύστερα από έξι χρόνια σχέσης, τα αλλαντικά είχαν αντικαταστήσει τα λουλούδια, και τα παθιασμένα φιλιά είχαν γίνει πεταχτά αγγίγματα στα χείλη. Ο πόλεμος μας είχε γεράσει πρόωρα…». Στην πορεία οι απώλειες θα μεγαλώσουν, με προεξάρχουσα εκείνη του μόνου ανθρώπου που αγαπά κι εμπιστεύεται στην αστυνομία και το Αλγέρι, του μοναδικού του φίλου και συνεργάτη, Σουκρούν. «…Προσωπικά είχα σιχαθεί τον πόλεμο, τη μυθολογία και τις ιστορίες του…».
O Maurice Attia συνθέτει με μαεστρία μια ιστορία που ξύνει πληγές, κρατάει ζωντανή τη μνήμη –έστω και μέσω της κατακερματισμένης ομιλίας της γιαγιάς του Πάκο που βυθίζεται στη λήθη λόγω της γεροντικής άνοιας, «…Οι λέξεις πέθαναν. Εγώ, όχι…»- και πάνω απ’ όλα προβληματίζει για την απέραντη βλακεία του πολέμου, την καταστροφική του ανοησία που χτυπάει αδιακρίτως, όταν οι άνθρωποι και οι μικρές δικές τους ιστορίες αφεθούν έρμαια στην Ιστορία. «…Όλοι ήθελαν να βγάλουν από τη μέση τους εχθρούς του σήμερα, τους φίλους του χθες ή του αύριο…».

Ο συγγραφέας αναλύει έξοχα τα ψυχογραφήματα των ηρώων του, προφανώς βοηθούμενος από την ιδιότητά του ως ψυχιάτρου-ψυχαναλυτή. Χρησιμοποιεί διαφορετικά πρόσωπα-αφηγητές στη διάρθρωση της ιστορίας του, διατηρώντας τη ζωντάνια και την αμεσότητα του ύφους. Μεταχειρίζεται το μανδύα του νουάρ μυθιστορήματος για να καταδείξει σύγχρονα εγκλήματα. Το πολιτικό και το ιστορικό στοιχείο αναδύονται, όχι εις βάρος της πλοκής όμως και της αναγνωστικής απόλαυσης. Ισορροπημένα και με ενορχηστρωμένη αρμονία ξεδιπλώνει ο δημιουργός μια εμφύλια διαμάχη -στην ψυχή των πρωταγωνιστών του που πολεμούν με τον ίδιο τους τον εαυτό, τις επιλογές και το παρελθόν τους, όπως η γιαγιά του Πάκο και η Ιρέν, η αγαπημένη του- η οποία κατά «σατανική» περίπτωση μαίνεται και στους δρόμους του Αλγερίου, με άλλους εχθρούς και άλλα θύματα. «…Αυτές οι δύο γυναίκες με κρατούσαν: η μία με τα γεράματα και την αγάπη της, κι η άλλη με τη γεμάτη συμπόνια ενοχή μου για τον έρωτά της…».
Η βία κινεί τα νήματα στην πολυεπίπεδη ιστορία του Attia. Το άτομο, η οικογένεια, η κοινωνία γίνονται οι αρένες που την εκτρέφουν. «…Όποιο κι αν είναι το πεδίο μάχης, η βαρβαρότητα βρίσκει πάντα το δρόμο για το υποσυνείδητο…». Υποτίθεται στο όνομα της Ιστορίας, η οποία καταπλακώνει στο πέρασμά της εκείνες τις τόσο προσωπικές, άγνωστες ατομικές ιστορίες και τις λιώνει κάτω από τις ερπύστριες του χρόνου. «…Πεθαίνεις στ’ αλήθεια, όταν κανείς δεν σε σκέφτεται…».
Εξαιρετικά βοηθητικά για τον αναγνώστη είναι το χρονολόγιο του Πολέμου της Αλγερίας που παρατίθεται, καθώς και οι σημειώσεις και το επίμετρο της ελληνικής έκδοσης.

Tuesday, January 06, 2009

Μαρτυρία-κραυγή από τη φρίκη της Αφρικής

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο, 3/1/2009)


«…Πού είναι οι άνθρωποι; Ξέρω ότι κάποιος με ακούει. Δεν είναι δυνατόν να μη με ακούει κανείς. Αλλά σκέφτονται ότι δεν είναι δική τους δουλειά. Ανοίξτε την πόρτα και βοηθήστε με να σταθώ και πάλι στα πόδια μου! Μόλις ελευθερώσω τα χέρια μου, θα μπορώ να σταθώ πάλι όρθιος. Και μετά θα βγάλω το φίμωτρο από το στόμα μου και θα σας πω τι συνέβη…»



Ένα σπαρακτικό μυθιστόρημα. Μεστό και δυνατό. Μυθιστόρημα που βασίζεται στις διηγήσεις ενός πραγματικού προσώπου. Του Βαλεντίνο Ατσάκ Ντενγκ, ενός από τα περιβόητα «Χαμένα Παιδιά του Σουδάν». Και συνταράσσει. Τότε, στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ο ήρωας και χιλιάδες ακόμη παιδιά σαν κι αυτόν –και τόσα πολλά που δεν κατάφεραν να επιζήσουν- βρέθηκαν ανυπεράσπιστα στο μένος του εμφύλιου σπαραγμού στο Σουδάν. «…Τελικά όμως όλοι χάνονται, ανεξαρτήτως του ποιος τους αγαπάει…».
Τα χωριά τους καταστράφηκαν. Οι δικοί τους σκοτώθηκαν και έμειναν μόνα με ύπουλο εχθρό τους την πείνα και τη δίψα, τα άγρια θηρία της ζούγκλας, αλλά και τους ίδιους τους ανθρώπους: την πολιτοφυλακή και τους κυβερνητικούς στρατιώτες. Παιδάκια που απώλεσαν την ανήλικη αφέλεια και αθωότητά τους εν ριπή του πρώτου πυροβόλου όπλου που γάζωσε τους δικούς τους μπροστά στα μάτια τους. «…Η παιδική ηλικία τελειώνει οριστικά, όταν βλέπεις το πρόσωπο της μητέρας σου να παγώνει, τα μάτια της να νεκρώνουν. Όταν τη βλέπεις ηττημένη μπροστά στην απειλή που πλησιάζει. Όταν δεν πιστεύει ότι μπορεί να σε σώσει…». Θα περιπλανηθούν για καιρό στην ερημωμένη πατρίδα, μέχρι να κατορθώσουν να περάσουν στην Αιθιοπία και ύστερα την Κένυα. «…Θα υπάρχουν πάντοτε κάστες μέσα στις κάστες, ακόμα και μέσα στις ομάδες των περιπλανώμενων παιδιών υπήρχαν ιεραρχίες…». Περίπου 4.000 από τους επιζήσαντες θα περάσουν μια ακόμη δοκιμασία: τον ξεριζωμό τους από την αφιλόξενη πια πατρίδα και τη μετεγκατάστασή τους σε μια άλλη σκληρή πραγματικότητα με άλλους όρους και άλλα «θηρία», τη ζωή στις Ηνωμένες Πολιτείες των πιστωτικών καρτών, των αυτοκινήτων και των καταναλωτικών αγαθών. «…Η αλήθεια είναι, βέβαια, ότι όλοι προσαρμοζόμαστε στις πιο παράδοξες καταστάσεις…».

Δύο πολιτισμοί συνεχίζουν την εμφύλια σύγκρουση μέσα στην ψυχή πια αυτών των ανθρώπων, των «τυχερών» που σώθηκαν από το θάνατο, αλλά που έχουν να αντιμετωπίσουν την περίπλοκη ζωή τους στην Αμερική. «…Εμείς οι πρόσφυγες, τη μια μέρα μπορεί να είμαστε στο επίκεντρο της προσοχής, να μας βοηθούν και να μας ενθαρρύνουν, και την άλλη να μας αγνοούν οι πάντες, όταν αποδειχτούμε ενόχληση. Όταν έχουμε μπελάδες φταίμε πάντοτε εμείς…». Είναι άνθρωποι ροκανισμένοι από την αγριότητα και το κακό και ενώ έχουν δει στη ζωή τους το πολύ ένα ποδήλατο, βρίσκονται στην αδηφάγα αμερικανική κοινωνία των μητροπόλεων όπου θα «καταναλωθούν» κι εκεί ως προϊόντα προς πώληση εξαιτίας της προσφυγικής τους ιδιότητας. Οι χορηγοί θα τους σώσουν, κυριολεκτικά. «…Είμαι ζωντανός και εσείς είστε ζωντανοί, άρα μπορούμε να γεμίζουμε τον αέρα με τα λόγια μας…». Αλλά για να κρατήσει την ανθρωπιά του ο Βαλεντίνο, θα συνεχίσει να λέει την ιστορία του. Την τραγική του ιστορία. «…Αυτός ο κόσμος είναι άθλιος, το ήξερα πια, αφού επέτρεπε σ’ ένα παιδί όπως εγώ να θάβει ένα παιδί όπως ο Γουίλιαμ Κ…».


Τη γενναιότητα να γράψει ένα όχι απλώς αξιοπρεπές βιβλίο, αλλά ένα έντονο και πυκνό και τόσο πικρό μυθιστόρημα, είχε ο Ντέιβ Έγκερς. Ο τίτλος του πρωτότυπου είναι «What is the what». Το βιβλίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο με τον τίτλο «Τότε που σκοτείνιασε ο ουρανός», σε μετάφραση από τη Χίλντα Παπαδημητρίου που μας έχει συνηθίσει σε φροντισμένες και αξιόπιστες μεταφράσεις. Πρόκειται για ένα κείμενο που σε καθηλώνει η ουσία του αναγκαστικά, αλλά δεν μπορείς να μην παρακολουθήσεις και τη μαεστρία του συγγραφέα να ακροβατεί ανάμεσα στους χρόνους που εκτυλίσσονται οι διηγήσεις από τα διαφορετικά στάδια της ζωής του Ατσάκ Ντενγκ, και να αλλάζει κάθε φορά το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται η ανατριχιαστικά ζωντανή και παραστατική αφήγηση του ήρωά του. Και απευθύνεται σε σένα κάθε φορά, αναγνώστη, δια μέσου του εκάστοτε κατάλληλου δευτερεύοντος προσώπου. «…Γιατί νομίζεις ότι είμαι ζωντανός, μικρέ; Είμαι ζωντανός, επειδή κανείς δεν ξέρει ότι είμαι εδώ. Ζω επειδή δεν υπάρχω…».
Αν ψάχνει κανείς σε ένα τέτοιο βιβλίο για πλοκή, ναι, διαθέτει. Και μάλιστα, φρικτά πλούσια. Ναι, και σασπένς και αγωνία έχει. Αλλά είναι ανθρωποφαγικό και κανιβαλικό να σκέφτεται κανείς τις φιλολογικές αρετές ενός τέτοιου κειμένου. Είναι μια αφήγηση που δεν σου επιτρέπεται να την «ξεπετάξεις» αναγνωστικά για να μάθεις την ιστορία και το τι γίνεται στο τέλος. Δεν ενδιαφέρει, μπορώ να πω αυτό. Καθόλου. Διαβάζεις αργά, γιατί «μπουκώνεις» από τα γεγονότα, τα συγκλονιστικά. Και αναπνέεις όλο και δυσκολότερα, με όσον αέρα σου αφήνει διαθέσιμο ο Dave Eggers, ακολουθώντας τα μετεωριζόμενα από την πείνα, τη δίψα και τις κακουχίες βήματα του Ατσάκ Ντενγκ. «…Αυτοί δεν είναι άνθρωποι. Είναι άνθρωποι-λιοντάρια που αγαπάνε τον πόλεμο και το αίμα…». Αναπόφευκτα συμπάσχεις, όσο μπορείς, με τη φαντασία σου, την ανθρωπιά και την ανάγνωσή σου –γιατί αυτό είναι το σημαντικό: να την μάθεις, να την γνωρίσεις την ιστορία, να μην την αγνοήσεις, να μην την παραβλέψεις, να μην την ξεχάσεις- παρακολουθώντας τον πρωταγωνιστή να ζει μια οδύσσεια στην οποία δεν τον περιμένει καμία Ιθάκη. Η πατρίδα του έχει καεί και σκυλευτεί και ποδοπατηθεί και οι άνθρωποί του αποτελούν μόνο μια παιδική ανάμνηση. «…Μαζί της ένιωθα ότι μπορούσα να ξεφύγω από την παιδική μου ηλικία, τις στερήσεις και τις συμφορές της…». Αλλά εκείνος έχει ανάγκη να ανακτήσει την ελπίδα του, την ανθρωπιά του, την περηφάνια του, να βρει, βρε αδερφέ, έναν καλό λόγο για να ζει. Κι αισθάνεσαι, διαβάζοντας το βιβλίο, ότι συμβάλλεις κι εσύ σ’ αυτό το λόγο ύπαρξης για έναν άνθρωπο που έχει ζήσει το θάνατο. Ναι, έχει ζήσει το θάνατο. Έχει θάψει με τα ίδια του τα χέρια το άψυχο κορμί του συνοδοιπόρου φίλου του. Παιδί κι αυτός. Του έχουν επιτεθεί τα όρνια να τον κατασπαράξουν όσο το πόδι του αιμορραγεί. Του έχουν συμβεί… Του έχουν συμβεί... Παρόλα αυτά, είναι ζωντανός και ζει για να διηγείται. Δεν έχει παρά να αφουγκραστεί κανείς τη φωνή του που βγαίνει ακόμα μέσω του αριστουργηματικού μυθιστορηματικού διαύλου που του προσφέρει ο Dave Eggers. «…Χαμογελάω αντανακλαστικά, είναι μια συνήθεια που πρέπει να κόψω. Προκαλεί στους άλλους τη διάθεση να με τιμωρήσουν…».



*****Το βιβλίο το διάβασα πολύ πριν τη σφαγή στη Γάζα. Με είχε "καταπλακώσει" η αλήθεια του. Για έναν λόγο παραπάνω τώρα βρίσκεται σφηνωμένο στο νου μου.