Tuesday, November 24, 2009

Οι χωρίς τέλος πληγές του εμφύλιου πολέμου


(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 21/11/2009)
 

 «…Ο θάνατος, η φτώχεια, η βαναυσότητα είχαν περάσει από μπροστά μου ως ατυχήματα της πραγματικότητας, επεισόδια περαστικά και ξένα προς εμένα, τα οποία έπρεπε να ξεπεράσω το γρηγορότερο δυνατόν. Αντίθετα τώρα έμοιαζαν με ένα αγαθό που μόλις μου είχε αποκαλυφθεί…»






Ένας επιτυχημένος δικηγόρος. Με οικογένεια. Γυναίκα, παιδιά. Μια ευτυχία ερήμην του βασισμένη πάνω στα συντρίμμια της ζωής άλλων πληγωμένων, κατεστραμμένων για πάντα ανθρώπων. Την αταραξία της καθημερινότητάς του υπονομεύει η κρυμμένη αλήθεια των πραγμάτων, η καταχωνιασμένη στα βάθη του παρελθόντος του. Οι αμαρτίες του πατέρα του.
Και ο εμφύλιος πόλεμος που κατέφαγε την πατρίδα του, το Περού, από το 1980 έως το 1992, μετατοπίζεται στην ψυχή του. Ο Αντριάν Ορμάτσε, ο ήρωας του μυθιστορήματος με τίτλο «Η γαλάζια ώρα», που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, στα χέρια του συγγραφέα Αλόνσο Κουέτο γίνεται το εξιλαστήριο θύμα μιας ολόκληρης εποχής. Στο πρόσωπο του Αντριάν και τη δική του ιστορία –αληθινή ιστορία- ο δημιουργός αποτυπώνει όλη εκείνη τη φρίκη του πολέμου στις ζωές των απλών ανθρώπων που επέζησαν καταρρακωμένοι. Ο συγγραφέας ξύνει τις πληγές για να αναθερμάνει τη μνήμη. Να μην ξεχαστεί ο όλεθρος.



Ο Αντριάν, λοιπόν, μόλις πεθαίνει η μητέρα του, η γυναίκα που τον μεγάλωσε και της χρωστάει όλη του την ανατροφή, αφού ο στρατιωτικός πατέρας ήταν απών και χωρισμένος με τη μητέρα του, έρχεται αντιμέτωπος με την αποκάλυψη ενός οδυνηρού μυστικού. Η καλογυαλισμένη ζωή του ραγίζει ξαφνικά. «…Η επιτυχία μου ήταν σαν υπνωτικό χάπι. Θα έπρεπε αυτή η κατάσταση να συνεχιστεί έτσι για πάντα. Τα απαστράπτοντα κουστούμια μού τόνωναν την αυτοεκτίμηση στις συναναστροφές μου με τον κόσμο…». Μένει μετέωρος ανάμεσα στο κακό που έχει μπολιάσει τη ζωή του, χωρίς καν ο ίδιος να το υποψιάζεται. Ένα σημείωμα της νεκρής του πια μητέρας που δεν τακτοποιήθηκε από το θάνατο στη λήθη, συμπαρασύρει για τον ίδιο ένα ορυμαγδό εξελίξεων.
Μαθαίνει ότι ο πατέρας του, όταν ήταν διοικητής στρατοπέδου, υπήρξε κύριος υπεύθυνος για εκτελέσεις ανθρώπων, για βιασμούς γυναικών και κάθε είδους αποτρόπαια βασανιστήρια. Η σχεδόν τριανταφυλλένια ζωή του Ορμάτσε αποκτά τις ρωγμές που δεν είχε τολμήσει ο ίδιος να φανταστεί ότι κρύβονταν πίσω από το χωρισμό των γονιών του, όταν ήταν πολύ μικρός, την αφοσίωση της μητέρας του στους γιους της και τη φυσική απομάκρυνση του πατέρα του. «…Το πρόσωπο του πατέρα μου, έτσι όπως το είχαν αναπλάσει στη μνήμη μου από τις λίγες φορές που τον είχα δει, ήταν ένα πετρώδες έδαφος το οποίο δύσκολα μπορούσε κανείς να φανταστεί ότι το είχαν αγγίξει κάποτε τα λεπτεπίλεπτα δάχτυλα της μαμάς…». Οι γεννήτορές του για ολόκληρη τη ζωή τους θα τον κρατήσουν μακριά από το κακό και τη γνώση του, αλλά όχι για πάντα. Και τότε το οικοδόμημα της τακτοποιημένης του ζωής δεν είναι ικανό να τον συγκρατήσει ως δίχτυ ασφαλείας την ώρα της συντριβής του. Η αγάπη της γυναίκας και των δύο λατρεμένων του κοριτσιών δεν του φτάνει για να εξιλεωθεί από τη δυστυχία που έχει προκαλέσει ο πατέρας του. «άραγε ποιος συνέρχεται από οτιδήποτε στη ζωή;».



Αναπόφευκτα θα βουτήξει και ο ίδιος μέσα στο κακό, ακολουθώντας τα ίχνη του πατέρα του και θα αντικρίσει τη φρίκη και το θάνατο με τα ίδια του τα μάτια. Ερωτεύεται τη γυναίκα που ο ίδιος του ο πατέρας είχε βιάσει, είχε ερωτευτεί και εκείνη το είχε σκάσει από το στρατόπεδο, ξεγελώντας τον. «…Τα μάτια της με κοίταζαν από μέσα μου…». Εκείνο που δεν κατάφερε η ταλαιπωρημένη αυτή γυναίκα, η Μίριαμ, ήταν να δραπετεύσει από το κακό που τη σημάδεψε. Ο λυτρωμός της έρχεται με το θάνατο. Η αυτοχειρία είναι ο μόνος τρόπος να ξεφύγει από τους εφιάλτες του εμφύλιου πολέμου που εξολόθρευσε την οικογένειά της, εξαφάνισε την αθωότητά της και το κουράγιο της να θέλει να ζει.
Ο Αλόνσο Κουέτο έχει γράψει ένα δυνατό μυθιστόρημα, έντονο, με ξεκάθαρο και στέρεο ύφος. «…Το μέτρο έχει κι αυτό τις υπερβολές του…». Τολμάει να αγγίξει ένα τόσο δύσκολο θέμα. Ξετυλίγει την ιστορία του με εξαιρετικό τρόπο, κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη και ποντάροντας στο ισχυρό χαρτί της ίδια της πραγματικότητας: την ανατροπή. Ο συγγραφέας κατορθώνει να μεταδώσει στον αναγνώστη τα ψυχικά φορτία του κεντρικού του ήρωα. Εκείνο που αποθεώνεται στο τέλος, είναι η ανθρωπιά. Είναι το κουράγιο ενός παιδιού να ευχαριστήσει τον Αντριάν για τον τρόπο που του στάθηκε. Είναι το θάρρος του να ζήσει ο ίδιος  κουβαλώντας στην ψυχή του όλη τη θλίψη και την απέραντη απελπισία, αν σκεφτεί κανείς ότι η ζωή του η ίδια έχει ξεκινήσει από ένα βιασμό… Στο βιβλίο του Κουέτο τα άμεσα θύματα της Ιστορίας λυτρώνονται με το θάνατο και εκείνοι που κληρονομούν το κακό, έχουν τη δύναμη να αμυνθούν μόνο απομυζώντας την αγάπη των άλλων. Δεν υπάρχει άλλη γιατρειά από την  ανθρωπιά. «…Ο θάνατος είναι πάντα μια καλή δικαιολογία για να αποκτήσει νόημα η ζωή…».
Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τη σύγχρονη πραγματικότητα της ευημερίας και της λήθης για να αναδείξει, μέσα από την αυτονόητη αντιπαραβολή, τη βαρβαρότητα των μαύρων χρόνων της ιστορίας της χώρας του. Συγκινεί ο τρόπος που επιλέγει να αντιμετωπίσει τους ίδιους τους ήρωές του. Τους φωτίζει από όλες τις πλευρές. Δεν βυθίζεται σε κανένα αφελή μανιχαϊσμό. Στη ζωή δεν είναι όλοι πάντα αθώοι ή πάντα ένοχοι. Ο πατέρας του Αντριάν, μέσα στη αγριότητά του, βρέθηκε μια γυναίκα που τον έκανε να είναι τρυφερός απέναντί της. Και μόνον απέναντί της. Η μητέρα του Αντριάν δεν ήταν τόσο αθώα όσο φαινόταν σε όλη της ζωή, έκρυβε την αλήθεια για να μην αντικρίσει την κατακραυγή του κόσμου. Ο ίδιος ο Αντριάν δεν κληροδότησε απλώς τον απόηχο του κακού, θέλησε να το γευτεί κι ο ίδιος. «…Έχεις καταλάβει την αξία που έχουν τα νούμερα; Σκέφτηκα. Το εφτά τρέφει τόσες ελπίδες για τη ζωή, ορθώνεται με κομψότητα ενάντια στο κενό, την ώρα που το εννιά και το έντεκα είναι τόσο μοχθηρά και το δύο τόσο αφελές, που σου έρχεται να το προστατέψεις…».