Saturday, September 19, 2009

Σεξ, ναρκωτικά, ροκ'ν'ρολ, μυστικά και ψυχανάλυση

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο, 19/9/2009)

...Το νόμισμά μου είναι τα μυστικά: τα χρησιμοποιώ για να βγάζω τα προς το ζην. Μυστικά της επιθυμίας όσων θέλει πραγματικά ο κόσμος και όσων φοβάται περισσότερο. Μυστικά σχετικά με το γιατί η αγάπη είναι δύσκολη, το σεξ περίπλοκο, η ζωή επίπονη και ο θάνατος τόσο κοντά, παρόλο που τοποθετείται πολύ μακριά. Γιατί η ηδονή και η τιμωρία συγγενεύουν τόσο; Με ποιο τρόπο μιλάνε τα σώματά μας; Γιατί αρρωσταίνουμε τους εαυτούς μας; Γιατί να επιθυμεί κανείς την αποτυχία; Γιατί η ηδονή είναι αβάσταχτη;...”



Ένα απολαυστικό μυθιστόρημα για την αναζήτηση της επιθυμίας και την επιτακτική ανάγκη απελευθέρωσή της στη ζωή ενός ανθρώπου. Ο Χανίφ Κιουρέισι (Hanif Kureishi) στο βιβλίο του “Κάτι έχω να σας πω” που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις εκδόσεις Καστανιώτη, σε μετάφραση Αντώνη Καλοκύρη, με υποδειγματική οξυδέρκεια ανατέμνει το συνεχές μαρτύριο των ενοχών, των συμπλεγμάτων και των “συμπτωμάτων” της ενηλικίωσης, παραδίδοντας μια ελκυστική ιστορία έντονα σκιαγραφημένων χαρακτήρων. Στο Λονδίνο και τα προάστιά του. Από τη δεκαετία του '70 μέχρι και σήμερα, παρακολουθώντας τη ζωή ενός ψυχαναλυτή.“...Στο βαθύτερο επίπεδο οι άνθρωποι είναι πολύ πιο τρελοί απ' όσο θέλουν να πιστεύουν. Θα διαπιστώσετε ότι φοβούνται μήπως φαγωθούν και τρομάζουν από την επιθυμία τους να καταβροχθίσουν άλλους...”.

Τι κρύβεται πίσω από την πολυθρόνα του θεραπευτή; Ίσως κι ένας αδιάλειπτα θεραπευόμενος; Κάτω από το κοστούμι του αξιοσέβαστου μοδάτου επιστήμονα ποια ψυχική χλωρίδα και πανίδα παρεπιδημεί; Ένα έγκλημα πώς μπορεί να κρατηθεί κρυφό από εκείνον που αναγκάζεται καθημερινά να “ξεκλειδώνει” με το δικό του υποσυνείδητο τις αφανείς φαντασιώσεις, τις εμμονές, τα μυστικά, τις επιθυμίες των άλλων; ...Η ψυχανάλυση αποτελεί το λιγότερο μία άσκηση στην απώλεια των ψευδαισθήσεων...”. Ο ήρωας-αφηγητής που επιλέγει να πλάσει ο Κιουρέισι στο μυθιστόρημά του, ταυτίζεται με το συγγραφέα στη διαδικασία της ανασκαφής. Βγάζουν και οι δύο στην επιφάνεια αισθήματα, σκέψεις, λέξεις που δύσκολα ομολογούνται χωρίς τη σύμβαση είτε της ψυχανάλυσης είτε της λογοτεχνίας. “...Είμαι ο βοηθός ενός βιογράφου, η μαία των φαντασιώσεων των ασθενών μου, που ξανανοίγουν τις πληγές και ελευθερώνουν τις φωνές τους δημιουργώντας ένα είδος ερωτισμού μέσω της ομιλίας, αποκαλύπτοντας τις αλήθειες τους ως ψευδαισθήσεις. Η ψυχανάλυση καθιστά αλλόκοτο το οικείο και μας κάνει να αναρωτιόμαστε πού σταματούν τα όνειρα και αρχίζει η πραγματικότητα -αν δηλαδή η πραγματικότητα αρχίσει ποτέ...”.

Ωστόσο, ο συγγραφέας επιλέγει μια στέρεη, απολύτως αληθοφανή και γοητευτική, πραγματικότητα για να στήσει τους χαρακτήρες του. Πρόκειται για τη διαδικασία ωρίμανσης του πρωταγωνιστή Τζαμάλ που παλεύει με τα φαντάσματα ενός ματαιωμένου έρωτα (“...Όλοι κάποια στιγμή βρίσκονται με ραγισμένη την καρδιά...”) κι ενός νεκρού ανθρώπου, στο σήμερα, μεγαλώνοντας ταυτόχρονα τον αγαπημένο του έφηβο γιο, ζώντας μαζί με το φίλο του Χένρυ, το χωρισμένο πρωτοποριακό σκηνοθέτη που ερωτεύεται τη Μίριαμ, αδερφή του Τζαμάλ, μια γυναίκα απολύτως ενστικτώδη -στα όρια της παρανομίας και του παραλόγου. Στο πολυπολιτισμικό παζλ του μητροπολιτικού Λονδίνου, όπου η σεξουαλική ελευθερία αποτελεί αυτοσκοπό και εκτόνωση για τους καταπιεσμένους ανθρώπους από τα οικογενειακά, εθνικά, πολιτισμικά, θρησκευτικά, συναισθηματικά και κάθε είδους δεσμά τους, οι παραισθήσεις των ναρκωτικών, όπως παρουσιάζονται από τον Κιουρέισι, είναι απλώς το φόντο μιας ροκ'ν'ρολ κουλτούρας -μπορεί και παρωχημένης- η οποία αγωνίζεται να βρει προσανατολισμό και λόγο ύπαρξης στην κινούμενη άμμο του αδυσώπητου παρόντος.

Τα οράματα έχουν θρυμματιστεί και έχουν δώσει τη θέση τους σε μια καθημερινότητα που παραγκωνίζει τις πραγματικές, βαθύτερες, ζώσες επιθυμίες, τις κοιμίζει με την υπνωτιστική κατανάλωση και αποξενώνει τον άνθρωπο από τον ίδιο του τον εαυτό, όσο είναι απασχολημένος να κυνηγά τους τεχνητούς του παραδείσους, τους αποστειρωμένους από την επιθυμία της ηδονής. “...Η ηδονή συνεπάγεται ότι θα λερώσεις τα χέρια και το μυαλό σου, και ότι απειλείσαι˙ υπάρχει φόβος, αποστροφή, αυτο-οικτιρμός και ηθική ανεπάρκεια. Η ηδονή δεν είναι εύκολη υπόθεση˙ κάποιοι, ίσως ούτε καν οι περισσότεροι, δεν άντεχαν στην αναζήτησή της...”. Η ιστορία που φτιάχνει ο Κιουρέισι έχει ενδιαφέρον όχι μόνο για τις πτυχές της πλοκής που θέτει σε εγρήγορση των αναγνώστη να παρακολουθήσει με αγωνία, αλλά κυρίως γιατί φέρνει τον αναγνώστη αντιμέτωπο με τον εαυτό του: να αναμετρηθεί με τα δικά του φαντάσματα, τους “σκελετούς στην ντουλάπα” του παρελθόντος του, να αναρωτηθεί για τις δικές του επιθυμίες και κατά πόσο αφέθηκε σ' αυτές, τις επεδίωξε, τις άφησε να ανθίσουν. ...το να αντιμετωπίσεις την πραγματικότητα είναι ολόκληρη τέχνη...”. Όπως έλεγε και ο Ντοστογιέφσκι για την ελευθερία, “ένα και μόνο πράγμα θεωρούν οι άνθρωποι προτιμότερο από την ελευθερία: τη σκλαβιά”.

Το εύρημα του συγγραφέα να “ψυχαναλύει” μέσα από τους ήρωές του την ίδια την εποχή και το σύγχρονο άνθρωπο που παραπαίει συχνά σε μονοπάτια ανηδονισμού, χωρίς να καταφεύγει ο Κιουρέισι σε δοκιμιακά “κηρύγματα” κουραστικά μέσα σε ένα μυθιστόρημα, τον οδηγεί απλώς σε αποφθευγματικές δηλώσεις που αστράφτουν είτε από κυνισμό είτε από ειρωνεία είτε απλώς από ειλικρίνεια.“...Τελικά, τι είναι εκείνο που καθορίζει ποιοι χρήζουν ψυχανάλυσης; Ουσιαστικά πρόκειται για κάτι βαθύτατα ανθρώπινο, η αναγνώριση του ανεξήγητου πόνου και κάποια περιέργεια για τον εσωτερικό τους κόσμο... Πάντως, προς έκπληξη πολλών, η ψυχανάλυση δεν κάνει τους ανθρώπους να φέρονται καλύτερα ούτε τους βελτιώνει ηθικά. Μπορεί κάλλιστα να τους κάνει πιο ενοχλητικούς, πιο εριστικούς, πιο απαιτητικούς, ενισχύοντας την επίγνωση της επιθυμίας τους με αποτέλεσμα να δέχονται λιγότερο την εξουσία των άλλων. Υπό αυτή την έννοια είναι υπονομευτική και απελευθερωτική. Απ' την άλλη υπάρχουν ελάχιστοι άνθρωποι που, όταν γεράσουν, εύχονται να είχαν ζήσει μια πιο ενάρετη ζωή...”.

Ταυτόχρονα, ο συγγραφέας είναι σαν να σκύβει να αφουγκραστεί πάνω από τις ίδιες του τις λέξεις, τον αναγνώστη του.“...Η ακρόαση δεν αποτελεί απλώς ένα είδος έρωτα, είναι έρωτας...”. Κόβει με το νυστέρι του την οικονομική, κοινωνική, πολιτική, πραγματικότητα, μόνο και μόνο για να αφήσει την ψυχή του ιδιότυπου “συνομιλητή” του να ανασάνει, να βγάλει τα συμπεράσματά της, να αφήσει τις επιθυμίες της να κρυφοκοιτάξουν από την άκρη της σελίδας. Οι πληγωμένοι και ηττημένοι από τον εαυτόν τους ήρωές του ζητούν τη συγχώρεση και τη γαλήνη και το απάγκιο μέσα στην ίδια τους την ανθρωπινότητα. Δεν ψάχνουν ούτε θεούς ούτε δαίμονες ούτε σωτήρες ούτε μεσσίες που θα τους λυτρώσουν. Μόνο τον εαυτόν τους ζητούν να δουν στο είδωλο που καθρεφτίζεται στη ματιά του απέναντι ανθρώπου, προσβλέποντας μόνο να παραμείνουν ζωντανοί μέσα από τις επιθυμίες τους.“...ο πλατωνικός έρωτας αποτελεί όπλο που δεν γνωρίζεις ότι είναι γεμάτο...”.