Monday, May 11, 2009

«Ζούμε, όπως ονειρευόμαστε…μόνοι»

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 9/5/2009)

"…Η θάλασσα είναι πάντα η ίδια. Οι άγνωστες όχθες, οι άγνωστοι άνθρωποι είναι σαν να γλιστρούν αδιάκοπα στο παρελθόν, όχι τυλιγμένοι από ένα πέπλο μυστηρίου, αλλά από μια ακατάδεχτη απόφαση να τους αγνοήσεις. Γιατί τίποτα δεν κεντρίζει την περιέργεια του ναυτικού, τίποτα δεν του φαίνεται μυστηριώδες εκτός από τη θάλασσα την ίδια, μια που αυτή είναι η Κυρά του, αυτή είναι η Αφέντρα της ύπαρξής του, αυτή είναι η ανεξιχνίαστη Ειμαρμένη του…".

«…Η κατάκτηση των Ηπείρων, που άλλο δεν σημαίνει από το ν’ αρπάξεις τη γη από εκείνους που τυχαίνει να ‘χουν άλλο χρώμα επιδερμίδας ή πιο χοντρές ή πλακουτσωτές μύτες από τη δική σου, δεν είναι και καμιά αγγελική δουλίτσα, αν το καλοσκεφτείς…», έγραφε ο Τζόζεφ Κόνραντ το 1902 που εκδόθηκε το βιβλίο του «Η καρδιά του σκότους» (Heart of Darkness το παρόν κείμενο αναφέρεται στην ελληνική έκδοση –απ’ όπου και τα αποσπάσματα σε μετάφραση Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη από τις εκδόσεις Ερατώ). Διόλου εύκολο να ειπωθούν γραπτώς αυτά εκείνη την εποχή. Ακόμη και σήμερα παραμένει δύσκολο το ξεσκέπασμα των αντίστοιχων ανθρώπινων κτηνωδιών. Ακόμη και σήμερα παραμένει ταμπού το σκοτάδι που καλύπτει πτυχές της ανθρώπινης ψυχής, όσο κι αν ασχολούνται οι επιστήμες μαζί της.
Η Τέχνη έχει έναν πρώτο λόγο σ’ αυτή την προσπάθεια ανακάλυψης, ανάδειξης, ανάπλασης και εν τέλει δημιουργικού εξορκισμού αυτού του σκότους. Η μοντέρνα –για τα τότε δεδομένα, αλλά το λέω ανεπιφύλακτα, και για τα σημερινά- γραφή του
Κόνραντ, αυτής της τόσο περιπετειώδους και τυχοδιωκτικής προσωπικότητας, έχει πετύχει διάνα. Κέντρο. Πλάθει μια ιστορία για και με τη θάλασσα, τους ναυτικούς, τους αποικιοκράτες που κατευθύνονται στα βάθη της Αφρικής και ρημάζουν τους αυτόχθονες. Μια ιστορία που επιδέχεται τόσες πολλαπλές αναγνώσεις, που φέρει τόσες επιστρώσεις αλήθειας σε τόσα διαφορετικά επίπεδα. Είναι μια μαγική ιστορία, άγρια κι ειλικρινής. Ιδίως υπαρξιακά, αφού την περιβάλλει μια πυκνή αχλύ ψυχολογικής αλήθειας που την εισπράττει απλώς ο αναγνώστης ως ατμόσφαιρα του βιβλίου. Ατμόσφαιρα που σε σέρνει στο κέντρο της αλήθειας του συγγραφέα και της νουβέλας του. Γι’ αυτό έχει αντέξει έναν αιώνα και βάλε αναγνώσεων και τη λέμε πια κλασική. «…Το μυαλό του ανθρώπου είναι ικανό για όλα. Γιατί όλα εκεί μέσα είναι, όλο το Παρελθόν και όλο το Μέλλον…».

Πρόκειται για την περιπέτεια του
Τσάρλι Μάρλοου που κατευθύνεται στην καρδιά της Μαύρης Ηπείρου διαπλέοντας ένα ποτάμι, ως αφηγητής της ίδιας της ιστορίας μέσα στο βιβλίο. Όπως λένε οι μελετητές του Κόνραντ, πρόκειται για τη διατράνωση της υποκειμενικότητας. Και η υποκειμενικότητα στη λογοτεχνία είναι όχι απλώς το ζητούμενο, αλλά το απαραίτητο εκείνο στοιχείο που προϋποτίθεται για ένα συγγραφέα· για να είναι κάποιος συγγραφέας. «…Πάντα στηριζόμουν στα πόδια μου κι έκανα του κεφαλιού μου. Δεν τους άρεσα…». Ο δημιουργός είχε άλλωστε ζήσει ο ίδιος στο πετσί του μια ανάλογη εμπειρία διάρκειας τεσσάρων μηνών περίπου. Αλλά δεν είναι τα ρεαλιστικά στοιχεία της νουβέλας του που εντυπωσιάζουν ακόμη και σήμερα, αλλά τα πολλαπλά υποστρώματα της σκέψης του. Προφανέστατο κατάλοιπο της καταγωγής και της διαπαιδαγώγησής του. Ο Τζόζεφ Κόνραντ (Jósef Teodor Konrad Korzeniowski είναι ολόκληρο το όνομά του) γεννήθηκε το 1857 σε μια επαρχία της Ουκρανίας που ανήκε στην Πολωνία και βρίσκονταν υπό ρωσική κυριαρχία. Ο πατέρας του Apollo ήταν ένας αριστοκράτης χωρίς γη, ποιητής και μεταφραστής του Σαίξπηρ, του Ντίκενς και της γαλλικής λογοτεχνίας. Ο μικρός Τζόζεφ έμαθε πρώτα να διαβάζει στα πολωνικά και τα γαλλικά μεταφρασμένα τα αγγλικά κείμενα. Είναι εξαιρετικά εντυπωσιακό ότι η αγγλική γλώσσα στην οποία και έγραψε λογοτεχνία, δεν είναι ούτε η πρώτη αλλά ούτε καν η δεύτερη γλώσσα του, ήταν η τρίτη στη σειρά γλώσσα που διδάχθηκε.
Κι αυτά τα υποστρώματα δεν φαίνονται στον αναγνώστη. Είναι αόρατα νήματα που κινούν την ομίχλη της ιστορίας του, δεν υπάρχουν ραφές, στριφώματα που να σε αποσπούν από αυτή την καταβύθιση στο σκότος του Κόνραντ, του κόσμου και το δικό σου. «…σκεφτόμουν, πόσο μακριά από την αλήθεια είναι καμιά φορά οι γυναίκες. Ζουν σ’ έναν κόσμο δικό τους, που ούτε υπήρξε, ούτε πρόκειται να υπάρξει ποτέ. Είναι υπερβολικά όμορφος ο κόσμος των γυναικών, αν γινόταν όμως ποτέ πραγματικός δεν θα διαρκούσε ούτε μια μέρα. Κάποιο διαολεμένο πράγμα, που μ’ αυτό εμείς οι άνδρες ζούμε από την πρώτη ημέρα της Δημιουργίας, θα ξέσπαγε και θα τα έκανε όλα κομμάτια…». Εκείνο που νιώθεις είναι ότι γίνεσαι μια μαριονέτα στα χέρια του συγγραφέα που περιμένει εσύ να κινήσεις μέσα σου τις κλωστές της δικής σου ανάγνωσης για να ανακαλύψεις τα νοήματα εκείνα που υπάρχουν εκεί για σένα. Θησαυρός. Σαν εκείνο για τον οποίο η Εταιρεία της ιστορίας του Μάρλοου συνθλίβει ψυχές και σώματα ανθρώπων, δικών της ξένων, προκειμένου να αποκτήσει το ελεφαντόδοντο. «…Θα ‘λεγες πως αν προσεύχονταν σε κάτι, αυτό ήταν το ελεφαντόδοντο. Ο ιός μιας ανόητης απληστίας τους είχε προσβάλει όλους εκεί πέρα. Ποτέ δεν είχα δει ή ακούσει κάτι πιο αδιανόητο στη ζωή μου…». Το βιβλίο έχει εμπνεύσει πολλούς δημιουργούς του 20ου αιώνα, όπως τον Όρσον Γουέλς, με κορυφαία την ταινία του Φράνσις Φορντ Κόπολα, «Αποκάλυψη τώρα» (1979), αλλά και έχει δεχτεί και ισχυρές επικρίσεις, όπως κάθε καλλιτεχνικό έργο που ταράζει τα λιμνάζοντα νερά της δημιουργίας.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η γκάμα των ερμηνειών της γραφής του Κόνραντ: συμβολική, μυθολογική, ψυχολογική, πολιτική και ρεαλιστική. Ακόμα πιο ενδιαφέρουσα είναι η λογοτεχνική επιρροή που έχει ασκήσει προφανώς στους συγγραφείς του 20ου αιώνα. «…Υπάρχει ένα ίχνος θανάτου, μια μυρωδιά θανατίλας στο ψέμα –κι αυτό είναι ό,τι απεχθάνομαι πιο πολύ, αυτό που θέλω να ξεχνάω…».
«Η καρδιά του σκότους», διαπνέεται από έναν ανθρωπισμό αυτονόητο· το 1902 δεν ήταν αυτονόητος, βεβαίως, πολύ περισσότερο όταν ακολούθησαν οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι. «…ο θρίαμβος της υγείας μέσα στο γενικό χάος, είναι ένα είδος ισχύος από μόνος του!…».Μάλλον αυτοί επιβεβαίωσαν με τον πλέον δραματικό τρόπο τις μαύρες τρύπες της ανθρώπινης ιστορίας. «…Κι αυτό που σε τάραζε εκεί, αυτό που σου προκαλούσε ρίγη ήταν ακριβώς η σκέψη του ότι οι άνθρωποι αυτοί ήταν πολύ ανθρώπινοι, ήταν η σκέψη της «ανθρωπινότητάς» τους, που ήταν σαν τη δική σας και τη δική μου –η σκέψη της μακρινής συγγένειας μ’ αυτήν την άγρια και γεμάτη πάθος μαύρη οχλοβοή…». Αν μη τι άλλο, το κέντρο του σκοταδιού βρίσκεται μέσα μας, περιμένει να το ανακαλύψουμε για να αποφασίσουμε άμα θα το απαρνηθούμε ή θα το αφήσουμε να μας καταπιεί, σε κάθε έκφανση της ανθρώπινης υπόστασης και διάστασής μας. Μια δουλειά είναι κι αυτό: να ανακαλύψουμε τον εαυτόν μας. «…Εκείνο που μ’ αρέσει στη δουλειά, είναι η ευκαιρία που σου δίνει ν’ ανακαλύψεις τον εαυτό σου, την ίδια σου την αλήθεια, την πραγματικότητά σου. Να την ανακαλύψεις για σένα, όχι για τους άλλους. Ν’ ανακαλύψεις κάτι που κανείς άλλος δεν μπορεί να ξέρει για σένα…».