Η υπέροχη ομορφιά των 80 και κάτι

Ένα μάτσο κοριτσόπουλα. Πάνω από 80 ετών. Στο multiplex. Να ανεβαίνουν πάνω πάνω στις θέσεις, στην τελευταία σειρά, αναζητώντας μαζί με σένα την καλύτερη θέα και θέση και θέαση. Τις χάρηκα. Με τα λευκά ή λουλακί τους μαλλιά. Και το κέφι τους. Για ζωή. Η δική μου γυναικοπαρέα λίγο μετά τα τριάντα σέρνεται απογοητευμένη. Κυρίως από τον εαυτόν της. Και τη ζωή, τάχα μου, δήθεν και άλλα τέτοια συναφή.
*
Οι κοπελιές με τα ανέμελα γέλια των τόσων χρόνων, ανέβαιναν με κόπο τις σκάλες στη σκοτεινή αίθουσα. Φορούσαν γυαλιά ηλίου, γιατί κάτι τα λέιζερ για τον καταρράκτη κάτι ο καιρός, τα μάτια τους είναι πιο ευαίσθητα. Τουλάχιστον έχουν απωλέσει την άχρηστη ευαισθησία των 30 και κάτι. Πολύ σημαντικό. Δεν κολλάνε να πάνε σινεμά. Δεν διαπραγματεύονται ώρες για την πιο απλή έξοδο και στο τέλος να μην την τολμάνε, λες και θα παντρευτείς τον πρωταγωνιστή στο σινεμά και πρέπει να το σκέφτεσαι μια ζωή -για τον Κλάιβ Όουεν άλλωστε δεν χρειάζεται να το σκεφτείς καθόλου, I do με το πρώτο- και τα κορίτσια, που λέτε, με τα αργοκίνητα σώματα και τις παλλόμενες ψυχούλες, σχολίαζαν, σχολίαζαν, σχολίαζαν. Τιτίβιζαν ελεύθερες κι ωραίες. Πολύ ωραίες.
*
"Μα, τι χαριτωμένη, αυτή η κοπελίτσα!", για την Τζούλια Ρόμπερτς έλεγε η μία. "Όχι, και κοπελίτσα ακόμα η pretty woman", σκεφτόμουνα δίπλα τους κι εγώ. "Κι αυτός ο νεαρός μια χαρά είναι", συνέχιζε η άλλη. "Μια χαρά είναι μόνο; Ο Κλάιβ Όουεν;", θα με τρελάνουν τα κορίτσια με τα γούστα τους. Συγκρατήθηκα μιας και ήθελα να τους πω να πάνε να δουν τον Ίστγουντ που πάω στοίχημα θα κόβανε φλέβες για πάρτη του. Και με κάνανε να χαμογελάω μέσα κι έξω μου.
*
Και της Τζούλιας και της Λίζας, τέτοια ονόματα είχαν τα κορίτσια, σας το ορκίζομαι, τους φαινόταν περιπεπλεγμένη πολύ η πλοκή. Τόση βιομηχανική κατασκοπεία πια, το είχαν το δίκιο τους. Και μιλούσαν για την Αθήνα που γεννήθηκαν. Για τα πατρικά τους σπίτια στην Πατησίων που τώρα στεγάζουν καταστήματα ρούχων. Και για τον κόσμο που άλλαξε, αλλά το καινούριο έρχονται να μάθουν στο σινεμά. Αυτό τις απασχολεί. Και μου δίνουν τόση χαρά. Πονάνε τα αρθριτικά τους αλλά δεν τις εμποδίζει να είναι έξω στον κόσμο, στη ζωή.
*
Οι δικοί μου έχουν κλειστεί μέσα με τα ντιβιντί και τις ταινίες και τις μουσικές που κατεβάζουν από το ίντερνετ. Είναι πάντα πολύ κουρασμένοι για βόλτα στον ήλιο, για περίπατο στην εξοχή, για μια επίσκεψη στη θάλασσα. Είναι όλο μπλεγμένοι με το γραφείο, τους διευθυντές και τους συναδέλφους. Παραπονιούνται για τα λεφτά, ενώ τα έχουν και στο κάτω κάτω δεν τα κάνουν και τίποτα που να τους δίνει ευτυχία. Δεν τους νοιάζει τίποτα. Δεν ξέρω πότε θα ταρακουνηθούν ή αν θα τους συμβεί ποτέ αυτό. Ούτε ο διπλανός τους ενδιαφέρει ούτε καν ο φίλος. Δεν πάνε σε κηδείες, σε νοσοκομεία, σε γειτονιές -σαν τη δική μου- δεν θέλουν καλά καλά να περνάνε που μπορεί να δουν και κάποιον να υποφέρει φάτσα φόρα μπροστά τους. Περιφέρουν μια άχρηστη τάχα μου ευαισθησία που μπορώ με δυο μου λέξεις να τη στηλιτεύσω, αλλά δυστυχώς δεν μπορώ να την αναστρέψω.
*
Δεν βρίσκουν να παρκάρουν, δεν βρίσκουν λόγο κι αιτία και χρόνο να δώσουν λίγη χαρά στον άλλον και στον εαυτόν τους. Δεν φτάνουν εκεί που θέλουν. Δεν ξέρω καν αν θέλουν τίποτα. Δεν φεύγουν από το πατρικό τους και την επίδρασή του. Δεν πιάνουν σπίτια δικά τους. Δεν μπορούν τις σκοτούρες και την καθημερινότητα, ενώ η ίδια τους λιώνει, χωρίς να το παίρνουν χαμπάρι. Ζουν μια απαθή εφηβεία σε διάρκεια που με τρομάζει.
*
Αναρωτιέμαι τι γέροι θα γίνουμε, άμα γίνουμε. Τώρα είμαστε χειρότερα από γέροι. Με φαντάζομαι στα 80 μου, παθιασμένη γριά που θα σέρνομαι στα σινεμά της εποχής -τίποτα διαστημικά με ασανσέρ να μην κουράζονται τα τριμμένα μου γόνατα- για να βλέπω τον Κλάιβ Όουεν του 2059. Έτσι, Τζούλια; Να την σκαπουλάρουμε από την άνοια, την παράνοια και την απάθεια.