Thursday, December 31, 2009

Monday, December 28, 2009

Soul kitchen


Μια ταινία που τα αξίζει τα αστεράκια της. Μην τη χάσετε. Διασκεδαστική, ψυχαγωγική, με τη φοβερή οπτική του τόσο ταλαντούχου σκηνοθέτη Φατίχ Ακίν που θαυμάζω ήδη από το καταιγιστικό δράμα "Μαζί ποτέ". Μια κωμωδία σφριγηλή που στήνει αυτί στην κουζίνα της ψυχής. Εξαιρετικός ο Άνταμ Μπουσδούκος στο ρόλο του Ζήνου Καζαντζάκη.
Ευχάριστη έκπληξη το σάουντρακ της ταινίας.

Wednesday, December 23, 2009

Καλές γιορτές



κι ας ξεφοβηθούμε λιγάκι τον εαυτόν μας,

γιατί όπως λέει κι ο συγγραφέας,

"αγάπη είναι
όταν βάζεις την αγάπη των άλλων
πάνω από τη δική σου".



Monday, December 21, 2009

'Ενα χεράκι που χωράει όλον τον κόσμο


Είναι η πρώτη χρονιά φέτος που μετά τα παιδικά  μου χρόνια, αποφάσισα να νικήσω τη μελαγχολία των εορτών. Το έκανα με σύστημα. Αν και όσο το Jumbo μετρούσε τις μέρες μέχρι τα Χριστούγεννα, εγώ χλεύαζα και ειρωνευόμουν τις γιορτές, ένα βράδυ στόλισα δέντρο. Και το χάρηκα. Από μόνη μου. Χωρίς να μου το επιβάλλουν οι συνθήκες.

*
Ύστερα, βγήκα νωρίς στους δρόμους, πριν φτάσουν οι απαγορευτικές μέρες και αγόρασα δώρα, πρωτα για μένα και μετά για τους άλλους. Το μεγαλύτερο δώρο που μου έκανα, ήταν να συγχωρήσω τον εαυτόν  μου. Σε ό,τι με ενόχλησε. Και μετά συγχώρησα και μερικούς από τους άλλους. Γύρω μου. Αν και όταν φτάνω στο σημείο να συγχωρώ, έχω ήδη αποχωρήσει, είναι ωραία να φεύγω ανάλαφρη σαν πούπουλο.

*
Είναι η ελαφριά καρδιά που ανοίγει ένα λικεράκι βύσσινο και κεράσι σαν και τούτο που συνοδεύει το παρόν ποστ. Με ελαφρά τη καρδία, λοιπόν, κατάφερα να εγκαθιδρύσω ωραίες σχέσεις φέτος στη ζωή μου. Αυτό είναι το δικό μου βασίλειο. Πολύ ωραίους φίλους. Γοητευτικούς ανθρώπους. Κάποιους τους αποχαιρέτησα, με το δέοντα τρόπο, μελό είμαι το παράκανα, άλλους τους χάρηκα να τους βλέπω να ανοίγουν δρόμους καινούριους, ελεύθερους ορίζοντες στη ζωή τους, σαν τη Γ. και τη Χ. που βρήκαν το θάρρος και ξεφοβήθηκαν λίγο τον εαυτόν τους. Είμαι περήφανη γι' αυτές.

*


Κι όσο αλάφραινα εγώ τόσο αγρίευαν οι άλλοι. Στο δρόμο οι ζητιάνοι πλήθυναν ασύλληπτα. Είδα το πρόσωπο της γυναίκας που επαιτούσε με μαύρα ρούχα σκυμμένη στα γόνατα, χωρίς να κοιτάζει ποτέ τους περαστικούς. Σκληρό πρόσωπο. Είδα το πρόσωπο της βρώμικης πόλης. Σκουπίδια παντού. Χωρίς έλεος οι κάτοικοί της ασελγούν εις βάρος τους. Σκισμένες σακούλες που θα έπρεπε να είχαν όλοι κρατήσει στο μπαλκόνι τους, αλλά τελικά τις πέταξαν στα ίδια τους τα μούτρα. Αδίστακτα. Στο δρόμο δυο μεθυσμένοι κατρακυλούν στα βήματα τους. Πιο πέρα ένα παζάρι φρικτό στον Άγιο Νικόλαο, κάθε Σάββατο μεσημέρι που φτάνει μέχρι το βράδυ. Ήθελα να βγουν όλοι από τα γυαλιστέρα τους τζιπ με τα φιμέ τζάμια και να έρθουν μια βόλτα στο παζάρι, με τα άπλυτα μωρά με τα γυμνά πόδια που μπουσουλάνε στη μέση του δρόμου.
 *



Πιο πέρα, από την  τραβηγμένη κουρτίνα-σεντόνι του υπογείου, ξεπροβάλλει ένα σπίτι ντυμένο στα χαλιά, χωρίς έπιπλα, μόνο ό,τι έχει μαζευτεί από τα σκουπίδια κι ένα ψυγείο σκουριασμένο. Ντράπηκα που κοίταξα. Η γύμνια η δική μου απέναντι στους άλλους. Εγώ θα είμαι στο χωριό, στο ζεστό μου σπίτι, αγκαλιά με τους αγαπημένους μου, τρώγοντας γλυκό ψωμί, κι εκείνοι θα είναι μόνοι αφημένοι εδώ. Τα σκουπίδια μου είναι η ζωή τους. Χωρίς μελό εδώ. Σκέτη αλήθεια. Για όποιον θέλει να την αντικρύζει. Για όποιον. Οι άλλοι, ας μείνουν στα γυαλιστερά τους πάρτι, με τα απαστράπτοντα χαμόγελα και τα κενά βλέμμματα. Εγώ θα χαμογελάω με το μικρούλι που συντροφεύει το μπαμπά του στο δρόμο και ξέρει ότι δεν θα ζητήσει τίποτα για δώρο, γιατί αυτό είναι το δώρο του για τον μπαμπά του.
Ενα χεράκι που χωράει όλον τον κόσμο.

*

Εγώ το ήξερα ότι δεν υπάρχει ο Άγιος Βασίλης και το βαθύ προτοκαλί αυτοκινητάκι που θυμάμαι ως πρώτο χριστουγεννιάτικο δώρο μου το έφεραν ο μπαμπάς και ο παππούς από το Ναύπλιο, αλλά κάθε χρόνο τον συναντάω το γέροντα, με τα λευκά μαλλιά, τα μακριά γένια και το πνεύμα του που λάμπει λοξά στα μάτια του. Κάθε χρόνο τον συναντάω. Στο δρόμο. Μου κλείνει το μάτι η στιγμή κι αυτό είναι το πνεύμα των Χριστουγένων. Αυτό. Σκέτο. Και φέτος τον είδα. Μου έκλεισε το μάτι η αλήθεια και το παραμύθι έλαμψε πιο φλογερό κι από τη χρυσόσκονη όλου του κόσμου. Έσερνε ένα σάκο σκουπίδια. Και κοιμόταν έξω τη νύχτα. Δίπλα σε ένα πάρκο. Έξω από μια τράπεζα. Με μια κουβέρτα. Και χαμογελούσε με χαλασμένα δόντια. Και τα μάτια του άστραφταν, λυπημένα, όσο το σαξόφωνο της πόλης έπαιζε το σκοπό του κι έπαιρνε τη θλίψη και την έκανε να αιωρείται ψηλά, μελωδία. Τάχα μου χριστουγέννιατικη μελαγχολία.



Tuesday, December 15, 2009

"πού ΄ναι τα φτερά;"


Μια αφήγηση που θέτει ως καταληκτική ημερομηνία τον Ιανουάριο του 1974. Ας θυμηθεί όποιος έζησε εκείνα τα χρόνια, την ατμόσφαιρά τους κι όποιος δεν υπήρχε, ας ονειρευτεί το παρελθόν με τα δικά του φτερά.
Προσπαθώ να θυμηθώ τον αναβρασμό που κυρίευε τις καρδιές εκείνον τον καιρό και αισθάνομαι ότι η δημιουργός έκλεινε τους λογαριασμούς του παρελθόντος μέσω του λογοτεχνικού κώδικα. Τακτοποιούσε με τη μυθοπλασία έναν κόσμο που περνούσε στο μετά της Μεταπολίτευσης.
Ένας μονόλογος ενός μικρού κοριτσιού που διαθέτει το πείσμα και τα κότσια να περιγράψει τον κόσμο του '50 μέσα από τα μάτια του. Θα μπορούσε να είναι αυτοβιογραφικό το έργο, όπως γράφει η Μάρω Δούκα στο εσώφυλλο της αναθεωρημένης έκδοσης του βιβλίου της "πού 'ναι τα φτερά" που επανακυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη. Ποιο έργο δεν είναι αυτοβιογραφικό για τον εμπνευστή του, από τη στιγμή που ακόμη κι αν δεν περιγράφει τη ζωή του, αποκαλύπτει για κείνον μύχιες πλευρές του εαυτού του; Που ίσως δεν θα ανακάλυπτε και ο ίδιος για τον εαυτό του αν δεν επιχειρούσε να γράψει το εκάστοτε βιβλίο...
Ζωντανή λογοτεχνία, με ειλικρίνεια, ρυθμό και πάθος. Μια νουβέλα που λάμπει με τη γεμάτη χυμούς γλώσσα και την εμμονή αυτού του κοριτσιού να λέει αλήθεια, τη δική του αλήθεια.

*


Θαυμάζω τη λογοτεχνία της Μάρως Δούκα, όπως θαυμάζω τη λογοτεχνία του Σωτήρη Δημητρίου. Απερίφραστα. Όπως γράφουν κι εκείνοι. Και οι δυο τους έχουν έρθει από την επαρχία στην Αθήνα και στα βιβλία τους έχουν ζωντανέψει το δικό τους κόσμο που συγγενεύει με το δικό μου κόσμο. Των ανθρώπων. Και της επαρχίας της δικής μου. Ίσως γι' αυτό να αγαπώ  τα βιβλία τους λίγο παραπάνω. Γιατί καταλαβαίνω λίγα παραπάνω απ' αυτά που  λένε και γι' αυτή την κοφτερή τους ματιά που δεν φοβάται να πει για τον εαυτόν της ότι είναι λοξή.
Στη συλλογή διηγημάτων του Σωτήρη Δημητρίου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη με τον τίτλο "Τα ζύγια του προσώπου", ο αναγνώστης βρίσκει αυτό που περιμένει: τον παιγνιώδη,  άφοβα περιπαικτικό, ευρηματικό διηγηματογράφο. Που δεν φοβάται να τραβάει το χαλάκι κάτω από τα πόδια του αναγνώστη του. "...δεν γίνεται να έχουμε αντανακλαστικά και στην ζωή και στην τέχνη...". Κάποιες ιστορίες του είναι σπαρακτικές. Σε άλλες, "λέει" με τον πιο φυσικό τρόπο τη μεγαλύτερη αγριότητα.
Απόλαυσα το διήγημα με τον τίτλο "Τέσπα", που χρησιμοποιεί την εμπειρία της διόρθωσης  και της επιμέλειας των βιβλίων του για να δώσει λίγη παράταση ζωής ακόμα σε μια λέξη. Ας τη βοηθήσουμε λοιπόν: Τέσπα.
Εκείνο που με εντυπωσιάζει στη γραφή και των δύο δημιουργών είναι τα δικά τους, ολόδικά τους φτερά που παίρνουν τον αναγνώστη επάνω τους και τον ταξιδεύουν μέχρι την ψυχή του. Τον βαραίνουν με αλήθεια και τον αλαφρώνουν πάλι χάρη σ' αυτή. Δαίδαλοι και Ίκαροι. Γιατί τι είναι η λογοτεχνία; Ένα πέταγμα μέχρι τον καυτό ήλιο δεν είναι ή μέχρι ένα σκοτεινό φεγγάρι; Μια τέχνη να ξεγελάσουμε για λίγο τη ματαιότητα, κομψά και με πείσμα.



Thursday, December 10, 2009

Δρόμοι (updated)


Είναι από τους δρόμους που χαίρεσαι να περπατάς.
Είναι δρόμοι που διασταυρώνεσαι
που συναντάς άλλους ανθρώπους.
Ωραίους ανθρώπους.
Που επιλέγουν τη ζωή.
Και για τους άλλους.
Αν είναι ωραία
στο Μπαζάρ
-που είναι πολύ ωραία-
είναι χάρη στους ανθρώπους του.
Στη ζεστασιά, τη μεγάλη αγκαλιά που ανοίγουν
και κλείνουν μέσα της όσους το χρειάζονται.
Ποιος από μας δεν το χρειάζεται;



*****Προλάβαμε να πάρουμε γλυκό καρυδάκι και μελιτζανάκι, μαρμελάδα φράουλα με πιπέρι  και κανέλλα, λικέρ κεράσι και βύσσινο, ρακόμελο, λικέρ τριαντάφυλλο, πανέμορφα σκουλαρίκια και τέλειο βαζάκι για τα κουμπιά μας με καρφιτσερό, παρακαλώ, στην κορυφή του. Εκείνο που με βασανίζει είναι το ποιος έφτιαξε εκείνα τα θεϊκά μπισκοτάκια  βουτύρου αρωματισμένα με φασκόμηλο... Τα ανοίξαμε στο δρόμο και νομίζω ότι κάπως έτσι είναι η γεύση της ζωής...






Monday, December 07, 2009

Η λογοτεχνία των επιζώντων

Διάβαζα για την πώληση της γραφομηχανής του Cormac McCarthy και σκέφτηκα ότι υπάρχει στην Ελλάδα ένας συγγραφέας που μοιάζει να έχει φτιαχτεί από το ίδιο λογοτεχνικό ορυκτό με κείνον στην άλλη άκρη του Ατλαντικού. Μιλάω για τον Κυριάκο Αθανασιάδη, όπως τον γνωρίζει ο αναγνώστης του μέσα από τις ιστορίες που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις δήγμα με τον τίτλο "Κακορραφίες-Το Έπος". Πρόκειται για μια λογοτεχνία που σημαίνει επιβίωση. Που γράφεται, λες, γι' αυτό. Ο συγγραφέας συλλαμβάνει την πραγματικότητα μέσα από το αρνητικό της. Αρχέγονες σκιές που αναδύονται από το επικίνδυνο μεταίχμιο ασυνείδητου-συνειδητού. Νομίζεις ότι ξυπνάς από έναν εφιάλτη και εκεί στο ανάμεσο του ονείρου -που μαστίζεται από το κακό- και της αφύπνισης, είναι σαν να μετράς τις επικές διαστάσεις του κακού, αφού πια δεν μπορούν να σε καταπιούν, γιατί έχεις σκοπό να ξυπνήσεις.

*
 Όσο σκοτεινά είναι τα κείμενα του Αθανασιάδη, τόσο λάμπει η λογοτεχνία του. "...Ήξερα πως το κλειδί μου δε θ' άνοιγε ποτέ πια αυτή την πόρτα -αυτή την κλειδωμένη πόρτα- κι ατένισα τον ουρανό. Ω, τι μαύρο, τι εβένινο μεγαλείο!...". Απευθύνεται ο συγγραφέας σε ένα αδιερεύνητο ψυχικό σύμπαν που συστέλλεται και διαστέλλεται με έναν και μοναδικό καταλύτη: το κακό. "...Το κακό ξέρει πάντοντε τα πάντα...". Κι εκεί στην απόκοσμη ατμόσφαιρα των ηρώων του, στην παράνοια, το φόβο τους, στην ασφυξία και τον εγκλωβισμό τους που έρχεται και σε πλακώνει στο στήθος, που σου στερεί την ανάσα, που σε καταλαμβάνει η δική τους αγωνία, είναι σαν να πετυχαίνει ο δημιουργός να επανασυγκολλήσει με έναν αλλόκοτο τρόπο τα σκοτεινά νήματα του ίδιου σου του μυαλού. "...χρειάζομαι γιατρό ή μάγο για ν' απαλλαγώ από το πρόσωπό μου;...". Δεν ξέρω πώς μπορεί και αντικρίζει αυτές τις αβύσσους του ανθρωπίνου μυαλού ο Αθανασιάδης και τις κάνει μαζί και μια πυκνή, συνεκτική και περιεκτική λογοτεχνική αφήγηση που ακροβατεί στα ίδια σχοινιά με τους δολοφόνους και τα θύματα των ιστοριών του. Το ενδιαφέρον αυτής της έκδοσης των ιστοριών του είναι ότι, ενώ είναι σκόρπιες και γραμμένες μέσα σε μια εικοσαετία σε διάφορες γραφομηχανές  -νοικιασμένες και δικές του- και στο χέρι και σε υπολογιστή, κάποιες έχουν εκδοθεί πάλι αλλού, συγκροτούν ένα τόσο αρραγές σύνολο. Σπουδαία γραφή που ταράζει κι ας μην έχει αυναίσθηση του τι έχει φτιάξει ο ίδιος της ο δημιουργός, όπως προκύπτει από το σημείωμά του στο βιβλίο.

*
"...Ήθελε στις σελίδες που έγραφε τ' απογεύματα να τρέχει αίμα, και να κυλάνε δάκρυα από απόγνωση, λύτρωση κι αυτό έμοιαζε να είναι παραδοχή...". Στις ιστορίες του τον Αθανασιάδη τον απασχολεί και η γραφή από μόνη της, ως πράξη ελευθερίας θα έλεγα εγώ. Εκείνος αφήνει να υπονοηθεί  ότι πρόκειται για μια δράση υπέρτατης σκλαβιάς και ματαιότητας. Το κείμενό του με τίτλο "Σήματα λυγρά" είναι μία ιστορία που αγάπησα και αισθάνομαι ότι δικαιώνει με την ομορφιά της την ίδια τη λογοτεχνία. "...η ευτυχία θέλει μια ικανή δόση δυστυχίας για να ευδοκιμήσει στην καρδιά σου...".


Thursday, December 03, 2009

Συμβιβασμοί


Έχω ένα μεγάλο κακό, ένα πολύ μεγάλο κακό: μόλις συναντήσω έναν άνθρωπο, αλλά να τον συναντήσω πραγματικά, λέμε, μόλις τον καταλάβω, τον αγαπήσω, τον πιστέψω γι' αυτό που είναι, βλέπω να απλώνονται μπροστά του οι καλύτερες πλευρές, οι μεγάλες δυνατότητες αυτού που είναι και μέχρι ένα σημείο κι εκείνος για να μην με απογοητεύσει με αφήνει να πιστέψω ότι θα τους ακολουθήσει αυτούς τους ορίζοντες. Πρώτος συμβιβασμός.
*
Το να επιδιώξει δηλαδή την καλύτερη εκδοχή του εαυτού του. Δεν με ενδιαφέρει να πετύχει, με ενδιαφέρει να μείνει πιστός στον εαυτόν του. Ποιος είναι όμως ο εαυτός του; Αυτός που ήταν πριν τον δω εγώ με τα δικά μου μάτια ή αυτός που είδα τελικά εγώ; Επιτυχία ή ευτυχία; Γιατί συνδεόνται αυτά τα δύο; Επί και ευ, αποθεμένα στην τύχη.
*
Πολύ μεγάλες απαιτήσεις, όμως. Πολύ μεγάλες. "Δεν είσαι κι εσύ εύκολος άνθρωπος, Σταυρούλα", λέει η φίλη μου η Δ. Κι έρχεται η ώρα που ο άλλος αποφασίζει να γυρίσει πίσω. Γιατί δεν μπορεί άλλο να υπηρετήσει το ψεματάκι που ξεκίνησε για μια στάλα αποδοχή. Λογικό, ανθρώπινο. Μακριά από τις προσδοκίες που με έχει κάνει να πιστέψω ότι ήταν δικές του, γιατί προφανώς δεν ήταν. Δικές μου ήταν και δεν είχα το δικαίωμα, βέβαια. Και τότε κανονικά εγώ θα έπρεπε να κάνω το δικό μου συμβιβασμό, το δεύτερο στη σειρά, για να μείνει ένα συν από τη συνάντησή μας. Αλλά εγώ αρνούμαι να τον κάνω τον συμβιβασμούλη που φαίνεται αρχικά ότι δεν μου κοστίζει και πολύ να τον κάνω, μάλλον μου κοστίζει περισσότερο να μην τον κάνω. Και το συν γίνεται ένα ωραιότατο, μονό και μόνο του, πλην. Από τη συνάντηση αποσύρω το συν, που κανονικά θα έπρεπε να το προσθέσω σε ένα συμβιβασμό.
*
Μα, γιατί ρε παιδάκι μου; Πρέπει να είναι ωραίοι οι συμβιβασμοί, πρέπει να είναι πολύ ωραίο πράγμα. Τόσοι καταφέρνουν και τους κάνουν, τόσοι τους απολαμβάνουν, εσύ γιατί λυσσάς να μην βάλεις το συν στο συμβιβασμό; Και καταλήγεις σε ένα υπό του υποβιβασμού μέσα σου του άλλου;
*
Γιατί δεν μπορώ να ζούμε φοβισμένοι από τον ίδιο μας τον εαυτό, γιατί, όπως γράφει ο Γεώργιος Χοιροβοσκός, κι εγώ το αντιστρέφω, δεν "πρέπει να ζήσουμε αναγκεμένοι". Ανάγκη είναι και η αγάπη και η αναγνώριση και η αποδοχή, αλλά, ρε γαμώτο, είναι αγάπη και αναγνώριση και αποδοχή πραγματική, άμα έχουν γίνει με συμβιβασμούς; Είναι;
Κι είναι τόσο μικρή αυτή η ζωή για να είναι πνιγμένη στους συμβιβασμούς. Είναι τόσο μικρή κι εσύ δεν κάνεις τίποτα άλλο από το να προσθέτεις συν  στους συμβιβασμούς σου κι εγώ λυπάμαι,  σωρεύοντας τα δικά μου πλην που γιγαντώνονται σε συν τεράστια, στρέμματα σταυροί, φτιαγμένοι από άπειρα πλην, μονά και μόνα τους.





Tuesday, December 01, 2009

Διαγώνια


η πόλη. Αναζητώντας το καλύτερο μοχίτο. Μόλις έχει βραδιάσει. Μετά βίας. Ένα νεαρό ζευγάρι με ρούχα καθημερινά, πολύ όμορφο ζευγάρι, απλώνει κεράκια σε κύκλο γύρω του. Περνάς φευγαλέα, με απορία τους απομονώνει  η άκρη του ματιού σου. Την επόμενη στιγμή, είναι ντυμένοι με μαύρο κοστούμι αυτός, με φλογερό κατακόκκινο φόρεμα με σκίσιμο στο πλάι εκείνη και χορεύουν tango. Παθιασμένο. Μέσα στον κύκλο τους. Οι απέξω θα παραμείνουν απέξω.

 *
Μεσημέρι. Η μικρή επαναλαμβάνει από το χαμηλό της μπαλκόνι, "Oh, my God!" χωρίς σταματημό. Στο φωνάζει, λες, για να γυρίσεις να την κοιτάξεις. Δεν θα γυρίσεις. Δεν γυρίζεις ποτέ, ακόμη κι αν ακούς το όνομά σου στο δρόμο. Κυρίως όταν ακούς το όνομά σου. Στο δρόμο.

Μια γυναίκα-τρόπαιο στα άδυτα της ανδρικής πολεμικής ψυχής


«…Θυμάμαι τα λόγια του Αινεία όπως και τα λόγια του ποιητή. Θυμάμαι την κάθε λέξη, γιατί αυτές είναι το ύφασμα της ζωής μου, το στημόνι με το οποίο έχω υφανθεί. Όλη μου η ζωή μετά τον θάνατο του Αινεία μοιάζει, θαρρείς, με υφαντό που το τράβηξαν βίαια από τον αργαλειό μισοτελειωμένο, ένα άμορφο κουβάρι από κλωστές που δεν έχει καμία χρήση –αλλά δεν είναι έτσι. Γιατί το μυαλό μου επιστρέφει πάντα στην αρχή, όπως η σαΐτα, βρίσκει το σχέδιο, το συνεχίζει. Ήμουν γνέστρα όχι υφάντρα, αλλά έμαθα να υφαίνω…»


Ανάμεσα σε σακατεμένα πρόσωπα, αγριεμένα μυαλά από τον πόλεμο, κορμιά διαμελισμένα, ψυχές διασαλευμένες, η συγγραφέας Ούρσουλα Κρέμπερ Λε Γκεν επιλέγει να τοποθετήσει μια γυναικεία φιγούρα να ξεπροβάλλει, στο ομώνυμο μυθιστόρημά της με τίτλο «Λαβίνια» που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Τόπος σε μετάφραση της Μαρίνας Τουλγαρίδου. Η Λαβίνια είναι μια γυναίκα-τρόπαιο στην κυριολεξία. Κόρη του βασιλιά, την διεκδικούν μνηστήρες που επιβουλεύονται την επικράτεια του βασιλείου του. Η ζωή της συνδέεται άρρηκτα με την εύθραυστη διατήρηση της ειρήνης ή το ξέσπασμα ενός πολέμου με αφορμή την επιλογή συζύγου της. Η ζωή της είναι μια πολιτική πράξη. Σε κάθε της έκφανση.


Η Λαβίνια είναι ο χαρακτήρας εκείνος που κατέχει στο έπος της Αινειάδας του Βιργιλίου μια θέση που σύμφωνα με την Ούρσουλα Κρέμπερ Λε Γκεν δεν της αρκεί, δεν της αρμόζει, δεν καλύπτει το εύρος της προσωπικότητάς της, της εμβέλειάς της στα ιστορικά –ή μυθικά μέχρι ενός σημείου- γεγονότα. Η κόρη του βασιλιά, λοιπόν, έχει το χάρισμα να ακούει τη φωνή του Αινεία μέσα από το ποίημα του Βιργιλίου, ξέρει το μέλλον της, δεν μπορεί να το αποφύγει, αλλά είναι εκεί ως αυτόπτης μάρτυρας να καταγράψει την αλήθεια, όπως τη διακρίνει εκείνη. Μέσα από τα δικά της μάτια δικαιώνονται ή απαξιώνονται άρχοντες. «…δεν είναι ο θάνατος που μας επιτρέπει να καταλαβαινόμαστε, αλλά η ποίηση…».


Ως αγαπημένη κόρη του πατέρα της και αποδιωγμένη από την τρέλα της μάνας της, από νωρίς η Λαβίνια συνειδητοποιεί την κρισιμότητα του ρόλου της, των επιλογών της, ακόμη και στην καθημερινότητά της. Δεν είναι μια πριγκιποπούλα που την απασχολούν μόνο τα πέπλα της, τα τυπικά καθήκοντά της και η λατρεία των θεών. Στο μυαλό της δουλεύεται το πεπρωμένο που αναγκάζεται να πάρει στα χέρια της. Ο χρησμός που τη θέλει να παντρεύεται έναν ξένο, τον Αινεία που καταφθάνει αποδεκατισμένος στη σημερινή ιταλική χερσόνησο, επαληθεύεται. «…"Αυτό που επιφυλάσσει το μέλλον είναι κυρίως πόλεμος λοιπόν", λέω, ψάχνοντας να ξεχωρίσω κάποιες σκηνές που να μην είναι πολεμικές, κάποιον δίχως περικεφαλαία. Βλέπω μαζικούς βιασμούς, γυναίκες να στριγγλίζουν και να αντιστέκονται καθώς τις σέρνουν πολεμιστές. Βλέπω μεγάλα, πανέμορφα πλοία, με σειρές κουπιά στις πλευρές τους, όλα να πολεμούν και μερικά να καίγονται. Φωτιά και καπνός υψώνονται πάνω από το νερό…». Η συγγραφέας με υποδειγματική οικονομία ξεδιπλώνει την ψυχοσύνθεση της ηρωίδας της μέσα από τις πολεμικές ιαχές που σφραγίζουν την πορεία της. «…Δίχως πόλεμο δεν υπάρχουν ήρωες…». Η Λε Γκεν αντιπαραβάλλει την ήρεμη καθημερινή ζωή με τις συγκρούσεις που δεν αποφέρουν τίποτα άλλο παρά μόνο θύματα. «…Από όλους τους θεούς, φοβάμαι περισσότερο εκείνον που ξεπερνά τα όρια, εκείνον που βάζει το κριάρι απέναντι στην προβατίνα, και τον ταύρο απέναντι στη δαμάλα, κι οπλίζει το χέρι του χωρικού με το σπαθί, τον Άρη…».


Φτιάχνει το ψυχογράφημα ενός σπάνια δυνατού ανθρώπου. «…Οι αδύναμοι είναι άσπλαχνοι…». Μιας γυναίκας ώριμης, σοφής, συμπονετικής που ανακαλύπτει όλες τις εκδοχές του εαυτού της μέσα από τις δυσκολίες που συναντά στον κόσμο εκείνο που κυβερνούν άντρες. «…Είμαστε όλοι γεννήματα των περιστάσεων…». Άντρες φτιαγμένοι από το υλικό εκείνο που η ίδια η κοινωνία της εποχής τούς κληροδότησε για να εξασφαλίσει την επιβίωσή της: τη σκληρότητα, τη ροπή προς την σύρραξη ως μοναδική διέξοδο στα προβλήματα. «…Το να θαυμάζεις τον άνδρα που σκότωσες είναι, άραγε, εκδήλωση αυτοθαυμασμού;…».
«…Ήμουν γυναίκα, επομένως δεν έπρεπε ποτέ να με εμπιστευτεί, ποτέ δεν υποτάχθηκα. Ήμουν άξια περιφρόνησης ή καθυπόταξης…». Η Λαβίνια αν και ξέρει ότι ο γάμος ήταν το καθήκον και το πεπρωμένο της, αν και γνωρίζει ότι την «τάζουν ως μέρος συμφωνίας, ως ανταλλάξιμο αντικείμενο, όπως ένα κύπελλο ή ένα κομμάτι ύφασμα», μια μέγιστη προσβολή σε ανθρώπινη ψυχή, εκείνη κατορθώνει να διαφοροποιήσει τον εαυτόν της. Να ερωτευτεί σφοδρά τον Αινεία, εκείνον που οραματιζόταν πριν ακόμα εκείνος εμφανιστεί μπροστά της και να αντιτεθεί στη βούληση των μνηστήρων, της μητέρας της, ακόμη και του ίδιου του χειραγωγημένου λαού της. Λειτουργεί, βέβαια, προς όφελος αυτού του λαού. Αναδεικνύεται σε ένα πολιτικό ον που θα το ζηλεύαμε σήμερα να υπάρχει. «…Ο αγγελιαφόρος δεν παύει να είναι υποχρεωμένος να μιλήσει, ο βασιλιάς να ακούσει, η κόρη του βασιλιά να ακολουθήσει το πεπρωμένο της…». Η Λε Γκεν βρίσκεται σε ένα συνεχή διάλογο με την Αινειάδα, χωρίς να χάνει τη λεπτότητα, την απλότητα και κομψότητα στη γραφή της. Διαλέγεται μέσω της ποίησης, αλλά ακολουθώντας τα μονοπάτια του πεζού λόγου. Είναι τα διλήμματα της πρωταγωνίστριάς της, η αδιάλειπτη αμφιβολία της για όλα, που υπαγορεύουν στο κείμενο να είναι ένα μυθιστόρημα το οποίο κάνει τον αναγνώστη να σκεφτεί για τη διαφορετικότητα ανάμεσα στην ανδρική και τη γυναικεία ψυχολογία που αποτυπώνεται ανάγλυφα στη θεώρηση του κόσμου, όπως προκύπτει στο πέρας της Ιστορίας.





Monday, November 30, 2009

"Τα χρόνια της αθωότητας"

Η ταινία είναι μία από τις αγαπημένες μου, αξεπέραστη.
Με ερμηνείες αξέχαστες και από τη Μισέλ Φάιφερ και το Ντάνιελ Ντέι Λιούις.


Sunday, November 29, 2009

"Fish tank"


Μια ταινία πραγματικά σκληρή για το πέρασμα από την ήδη σκληρή παιδικότητα -για κείνους που δεν καταφέρνουν να την ζήσουν κανονικά- σε μια ακόμη πιο δύσκολη ενήλικη ζωή. "Fish tank".
Η σκηνοθεσία σε κάνει να ακολουθείς με λαχανιασμένη ανάσα τις αγωνίες της 15χρονης Μία. Η τρυφερότητα κερδισμένη και αναδυόμενη μέσα από τη δυσκολία, το ψέμα, τη φτήνια, την προδοσία, το κακό, εκμαιεύει τη συγκίνηση του θεατή.
Οι αμήχανες στιγμές της ταινίας είναι "ανάσες" από το ήδη συσσωρευμένο δράμα.
Η μουσική του δρόμου βρίσκει την έκφρασή της στην ψυχολογία της κοπελίτσας ηρωίδας, με τη δυνατή ερμηνεία της ηθοποιού. Φεύγεις λυτρωμένος στο τέλος, αν και η οδύσσεια τώρα ξεκινά. Αλλά η ζωή δεν είναι από μόνη της λύτρωση;

Wednesday, November 25, 2009

"Whatever works"

Την Κυριακή, πήγα με παρέα σινεμά. Διάλεξα εγώ ταινία (τι πρωτότυπο!). Είπα κάτι ανάλαφρο, βρε παιδί μου. Είχα δει και το τρέιλερ από τα "Προσεχώς" και ήθελα να δω την τελευταία κωμωδία του Γούντι Άλεν.
Και ξεκίνησε η ταινία. "Βαριέμαι και να βαρεθώ με αυτή την ταινία", ξεστόμισε η παρέα μου. Εγώ ενθάρρυνα ("Κι αν σου κάτσει;"), από δίπλα με καλοσύνες και χαμόγελα ότι είναι ωραία. Δεν έπεσα έξω. Στο διάλειμμα με ευγνωμονούσε που διάλεξα αυτή την ταινία. Μόλις βγήκαμε έξω στο τέλος, γελούσαμε για ώρα μόνοι μας στο δρόμο. Το συμπυκνωμένο χιούμορ του Γούντι μας ταίριαζε γάντι. Τελικά μας έκατσε καλά.


Tuesday, November 24, 2009

Ρετρό




Με τέτοια ποπ πού να είχαν στρες οι άνθρωποι το '60... Μετά από ένα σέικ, τι άγχος να σου έμενε;

Οι χωρίς τέλος πληγές του εμφύλιου πολέμου


(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 21/11/2009)
 

 «…Ο θάνατος, η φτώχεια, η βαναυσότητα είχαν περάσει από μπροστά μου ως ατυχήματα της πραγματικότητας, επεισόδια περαστικά και ξένα προς εμένα, τα οποία έπρεπε να ξεπεράσω το γρηγορότερο δυνατόν. Αντίθετα τώρα έμοιαζαν με ένα αγαθό που μόλις μου είχε αποκαλυφθεί…»






Ένας επιτυχημένος δικηγόρος. Με οικογένεια. Γυναίκα, παιδιά. Μια ευτυχία ερήμην του βασισμένη πάνω στα συντρίμμια της ζωής άλλων πληγωμένων, κατεστραμμένων για πάντα ανθρώπων. Την αταραξία της καθημερινότητάς του υπονομεύει η κρυμμένη αλήθεια των πραγμάτων, η καταχωνιασμένη στα βάθη του παρελθόντος του. Οι αμαρτίες του πατέρα του.
Και ο εμφύλιος πόλεμος που κατέφαγε την πατρίδα του, το Περού, από το 1980 έως το 1992, μετατοπίζεται στην ψυχή του. Ο Αντριάν Ορμάτσε, ο ήρωας του μυθιστορήματος με τίτλο «Η γαλάζια ώρα», που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, στα χέρια του συγγραφέα Αλόνσο Κουέτο γίνεται το εξιλαστήριο θύμα μιας ολόκληρης εποχής. Στο πρόσωπο του Αντριάν και τη δική του ιστορία –αληθινή ιστορία- ο δημιουργός αποτυπώνει όλη εκείνη τη φρίκη του πολέμου στις ζωές των απλών ανθρώπων που επέζησαν καταρρακωμένοι. Ο συγγραφέας ξύνει τις πληγές για να αναθερμάνει τη μνήμη. Να μην ξεχαστεί ο όλεθρος.



Ο Αντριάν, λοιπόν, μόλις πεθαίνει η μητέρα του, η γυναίκα που τον μεγάλωσε και της χρωστάει όλη του την ανατροφή, αφού ο στρατιωτικός πατέρας ήταν απών και χωρισμένος με τη μητέρα του, έρχεται αντιμέτωπος με την αποκάλυψη ενός οδυνηρού μυστικού. Η καλογυαλισμένη ζωή του ραγίζει ξαφνικά. «…Η επιτυχία μου ήταν σαν υπνωτικό χάπι. Θα έπρεπε αυτή η κατάσταση να συνεχιστεί έτσι για πάντα. Τα απαστράπτοντα κουστούμια μού τόνωναν την αυτοεκτίμηση στις συναναστροφές μου με τον κόσμο…». Μένει μετέωρος ανάμεσα στο κακό που έχει μπολιάσει τη ζωή του, χωρίς καν ο ίδιος να το υποψιάζεται. Ένα σημείωμα της νεκρής του πια μητέρας που δεν τακτοποιήθηκε από το θάνατο στη λήθη, συμπαρασύρει για τον ίδιο ένα ορυμαγδό εξελίξεων.
Μαθαίνει ότι ο πατέρας του, όταν ήταν διοικητής στρατοπέδου, υπήρξε κύριος υπεύθυνος για εκτελέσεις ανθρώπων, για βιασμούς γυναικών και κάθε είδους αποτρόπαια βασανιστήρια. Η σχεδόν τριανταφυλλένια ζωή του Ορμάτσε αποκτά τις ρωγμές που δεν είχε τολμήσει ο ίδιος να φανταστεί ότι κρύβονταν πίσω από το χωρισμό των γονιών του, όταν ήταν πολύ μικρός, την αφοσίωση της μητέρας του στους γιους της και τη φυσική απομάκρυνση του πατέρα του. «…Το πρόσωπο του πατέρα μου, έτσι όπως το είχαν αναπλάσει στη μνήμη μου από τις λίγες φορές που τον είχα δει, ήταν ένα πετρώδες έδαφος το οποίο δύσκολα μπορούσε κανείς να φανταστεί ότι το είχαν αγγίξει κάποτε τα λεπτεπίλεπτα δάχτυλα της μαμάς…». Οι γεννήτορές του για ολόκληρη τη ζωή τους θα τον κρατήσουν μακριά από το κακό και τη γνώση του, αλλά όχι για πάντα. Και τότε το οικοδόμημα της τακτοποιημένης του ζωής δεν είναι ικανό να τον συγκρατήσει ως δίχτυ ασφαλείας την ώρα της συντριβής του. Η αγάπη της γυναίκας και των δύο λατρεμένων του κοριτσιών δεν του φτάνει για να εξιλεωθεί από τη δυστυχία που έχει προκαλέσει ο πατέρας του. «άραγε ποιος συνέρχεται από οτιδήποτε στη ζωή;».



Αναπόφευκτα θα βουτήξει και ο ίδιος μέσα στο κακό, ακολουθώντας τα ίχνη του πατέρα του και θα αντικρίσει τη φρίκη και το θάνατο με τα ίδια του τα μάτια. Ερωτεύεται τη γυναίκα που ο ίδιος του ο πατέρας είχε βιάσει, είχε ερωτευτεί και εκείνη το είχε σκάσει από το στρατόπεδο, ξεγελώντας τον. «…Τα μάτια της με κοίταζαν από μέσα μου…». Εκείνο που δεν κατάφερε η ταλαιπωρημένη αυτή γυναίκα, η Μίριαμ, ήταν να δραπετεύσει από το κακό που τη σημάδεψε. Ο λυτρωμός της έρχεται με το θάνατο. Η αυτοχειρία είναι ο μόνος τρόπος να ξεφύγει από τους εφιάλτες του εμφύλιου πολέμου που εξολόθρευσε την οικογένειά της, εξαφάνισε την αθωότητά της και το κουράγιο της να θέλει να ζει.
Ο Αλόνσο Κουέτο έχει γράψει ένα δυνατό μυθιστόρημα, έντονο, με ξεκάθαρο και στέρεο ύφος. «…Το μέτρο έχει κι αυτό τις υπερβολές του…». Τολμάει να αγγίξει ένα τόσο δύσκολο θέμα. Ξετυλίγει την ιστορία του με εξαιρετικό τρόπο, κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη και ποντάροντας στο ισχυρό χαρτί της ίδια της πραγματικότητας: την ανατροπή. Ο συγγραφέας κατορθώνει να μεταδώσει στον αναγνώστη τα ψυχικά φορτία του κεντρικού του ήρωα. Εκείνο που αποθεώνεται στο τέλος, είναι η ανθρωπιά. Είναι το κουράγιο ενός παιδιού να ευχαριστήσει τον Αντριάν για τον τρόπο που του στάθηκε. Είναι το θάρρος του να ζήσει ο ίδιος  κουβαλώντας στην ψυχή του όλη τη θλίψη και την απέραντη απελπισία, αν σκεφτεί κανείς ότι η ζωή του η ίδια έχει ξεκινήσει από ένα βιασμό… Στο βιβλίο του Κουέτο τα άμεσα θύματα της Ιστορίας λυτρώνονται με το θάνατο και εκείνοι που κληρονομούν το κακό, έχουν τη δύναμη να αμυνθούν μόνο απομυζώντας την αγάπη των άλλων. Δεν υπάρχει άλλη γιατρειά από την  ανθρωπιά. «…Ο θάνατος είναι πάντα μια καλή δικαιολογία για να αποκτήσει νόημα η ζωή…».
Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τη σύγχρονη πραγματικότητα της ευημερίας και της λήθης για να αναδείξει, μέσα από την αυτονόητη αντιπαραβολή, τη βαρβαρότητα των μαύρων χρόνων της ιστορίας της χώρας του. Συγκινεί ο τρόπος που επιλέγει να αντιμετωπίσει τους ίδιους τους ήρωές του. Τους φωτίζει από όλες τις πλευρές. Δεν βυθίζεται σε κανένα αφελή μανιχαϊσμό. Στη ζωή δεν είναι όλοι πάντα αθώοι ή πάντα ένοχοι. Ο πατέρας του Αντριάν, μέσα στη αγριότητά του, βρέθηκε μια γυναίκα που τον έκανε να είναι τρυφερός απέναντί της. Και μόνον απέναντί της. Η μητέρα του Αντριάν δεν ήταν τόσο αθώα όσο φαινόταν σε όλη της ζωή, έκρυβε την αλήθεια για να μην αντικρίσει την κατακραυγή του κόσμου. Ο ίδιος ο Αντριάν δεν κληροδότησε απλώς τον απόηχο του κακού, θέλησε να το γευτεί κι ο ίδιος. «…Έχεις καταλάβει την αξία που έχουν τα νούμερα; Σκέφτηκα. Το εφτά τρέφει τόσες ελπίδες για τη ζωή, ορθώνεται με κομψότητα ενάντια στο κενό, την ώρα που το εννιά και το έντεκα είναι τόσο μοχθηρά και το δύο τόσο αφελές, που σου έρχεται να το προστατέψεις…».





Monday, November 16, 2009

Η μυθιστορηματική αποθέωση της πόλης του Εδιμβούργου

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 14/11/2009)


«…Αναρωτήθηκε τι ποσοστό της παγκόσμιας τέχνης φυλασσόταν σε τραπεζικές θυρίδες και τα σχετικά. Σαν αδιάβαστα βιβλία και άπαιχτη μουσική… Έχει σημασία αν η τέχνη δεν εκτίθεται στον κόσμο;…»

Ψάχνοντας πληροφορίες για το Εδιμβούργο, το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύπωση είναι ότι στα «αξιοθέατα» της πόλης, βρίσκεται και ένας –εν ζωή και πλήρη δημιουργία, παρακαλώ, και όχι μουσειακός- συγγραφέας. Ο ταλαντούχος Ίαν Ράνκιν. Να σκεφτείτε, υπάρχει ειδικός τουριστικός γύρος που φέρει το όνομα του διάσημου και αγαπημένου μυθιστορηματικού ήρωά του, του επιθεωρητή Ρέμπους, αυτού του ρομαντικού πρωταγωνιστή που παλεύει με τις εκδοχές του κακού.
Δεν κατέκτησε εύκολα αυτόν τον τίτλο ο σκοτσέζος συγγραφέας. Χρειάστηκε να γράψει πολλά βιβλία, η επιμονή χρόνων – ο ίδιος έχει γεννηθεί το 1960 στο Φάιφ της Σκοτίας- μέχρι να έρθει η καθιέρωση και μάλιστα τόσο σαρωτική. Ως πρωταγωνιστικό φόντο των ιστοριών του διάλεξε το Εδιμβούργο, αυτήν την πόλη με τα κάστρα και με το θεαματικό συγγραφικό προηγούμενο μεγάλων –παγκοσμίως- κλασικών της αστυνομικής λογοτεχνίας. Φυσικά είναι και ο τόπος που ζει με την οικογένειά του ο Ράνκιν, οπότε κάθε γωνιά που αναφέρεται στα βιβλία του απ’ αυτό το μέρος, βρίσκει αντίκρισμα στη ρεαλιστική θέαση του κόσμου. Γι’ αυτό και οι ιστορίες του εκτυλίσσονται σε πραγματικό χρόνο. Ο θρυλικός ήρωάς του, Ρέμπους, αποσύρθηκε, μάλιστα, στα 60 του χρόνια, όπως συνταξιοδοτούνται κανονικά οι αστυνομικοί επιθεωρητές στο Εδιμβούργο, στο εξαιρετικό μυθιστόρημά του «Τελευταίο τραγούδι για τον Ρέμπους». Έχει αφήσει, ωστόσο, ανοιχτό το τέλος του βιβλίου και δεν αποκλείεται να επιστρέψει ο τόσο γοητευτικός νουάρ πρωταγωνιστής του.
Στο τελευταίο του βιβλίου που κυκλοφόρησε μόλις από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση της Αλεξάνδρας Κονταξάκη, με τίτλο «Με τις πόρτες ανοιχτές», ο Ίαν Ράνκιν δεν ακολουθεί καμία έτοιμη συνταγή αστυνομικού μυθιστορήματος. Πλέκει μια ιστορία που έχει να κάνει με την Τέχνη, την έκθεσή της στο κοινό και φυσικά το εμπόριό της. Ο κεντρικός του πρωταγωνιστής Μάικ Μακένζι, ένας προγραμματιστής που βρέθηκε την κατάλληλη εποχή στη θέση που έπρεπε και απολαμβάνει πια έναν άνευ προηγουμένου για τον ίδιο πλούτο, θα βρεθεί πολύ άσχημα μπλεγμένος, μόνο και μόνο επειδή ενέδωσε στο συλλεκτικό του πάθος του για έναν πίνακα ζωγραφικής. «…Είμαστε κάτι σαν Ομάδα Α για τα περιφρονημένα έργα τέχνης…». Η μορφή που απεικονίζεται στο έργο, μοιάζει με τη γυναίκα που εκείνος έχει ερωτευτεί, αλλά δεν έχει καν τολμήσει να κατακτήσει. Ο ανεκπλήρωτος ερωτικός του πόθος μαζί με τη συλλεκτική απληστία δύο ακόμη φίλων του –και συνεργών του πια- θα τον βάλουν σε μπελάδες, καθώς θα χειραγωγηθεί εν αγνοία του σε μια σειρά εγκληματικών πράξεων, υποκινούμενων τάχα μου από ρομαντισμό για την Τέχνη. «…Επαναπατρισμός κάποιων απ’  τα αιχμάλωτα έργα τέχνης…Θα είμαστε μαχητές της ελευθερίας…». Η αλήθεια απέχει μακράν, φυσικά. Θα το μάθει όταν θα είναι πια αργά. «…Έπειτα υπενθύμισε στον Άλαν ότι στο Εδιμβούργο είχε ανατραφεί ο σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, κι ότι το δημιούργημα του Ντόιλ, ο Σέρλοκ Χολμς, είχε μιλήσει πολύ σωστά όταν είπε ότι, αν απαλείψεις όλα τ’ άλλα, αυτό που μένει, όσο απίστευτο κι αν μοιάζει, δεν μπορεί παρά να είναι η αλήθεια…».

Τα ψυχογραφήματα των ηρώων του Ράνκιν είναι υποδειγματικά και σε πλήρη αρμονία με το ξετύλιγμα της πλοκής στην οποία δεν συμβαίνει τίποτα εις βάρος ή ερήμην της στα έργα του σκοτσέζου συγγραφέα. Στην προκειμένη περίπτωση, απωθημένα από την εφηβική ηλικία του Μακένζι υποσκάπτουν τη συνειδησιακή του ακεραιότητα και τον φέρνουν χωρίς ενδοιασμούς να συνεργάζεται με τον υπόκοσμο, ζητώντας κατά κάποιον τρόπο την αποδοχή από τον κύριο εκφραστή του στο κλειστό τοπικό επίπεδο του Εδιμβούργου, τον Τσιμπ Καλογουέι. Τον τυπά εκείνον που στην εφηβεία τους είχε ξεκινήσει από το να είναι ο νταής του σχολείου τα πρώτα του βήματα προς την εγκληματικότητα. Κι όλα αυτά για να γλιτώσει από την πλήξη του ο Μακένζι, νέος και ωραίος και πλούσιος και δυνατός. Για να νιώσει πιο ζωντανός, υποκύπτοντας σε μια νέα πρόκληση, θα θυσιάσει την ήρεμη και γαλήνια και ακύμαντη ζωή του για μερικές γερές ενέσεις δράσης και έστω αίσθησης της περιπέτειας. «…Το αίμα του έβραζε και το στόμα του είχε τη δυνατή γεύση της αδρεναλίνης. Έτσι, σκέφτηκε, αισθάνεσαι όταν είσαι ζωντανός. Ένιωθες λες και το νευρικό του σύστημα ήταν συνδεδεμένο με υπερσυμπιεστή…».
Και σε αυτό το βιβλίο του ο Ράνκιν μιλάει για κάτι που γνωρίζει καλά: το Εδιμβούργο. Πραγματικά πλέκει το μύθο της πόλης του εδώ και μια εικοσαετία και μάλιστα με τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο: τη λογοτεχνία. «…Δύο Εδιμβούργα μοιράζονται ένα κοινό νευρικό σύστημα…». Διαβάζοντας τα μυθιστορήματά του ο αναγνώστης βυθίζεται στην υποβλητική ατμόσφαιρα που μαεστρικά στήνει ο ίδιος. Οι ήρωές του περιβάλλονται από μια αχλύ που ξεπροβάλει από τους δρόμους του Εδιμβούργου, τις σκοτσέζικες παμπ, τις αποβάθρες του λιμανιού, τα πράσινα πάρκα και την εξωτερική αταραξία της πόλης. «…Και πάλι, όλα πολύ ήρεμα και μεθοδικά… Το Εδιμβούργο ήταν τέτοιου είδους πόλη. Μπορούσες να ζήσεις όλη σου τη ζωή και να μην πάρεις είδηση τι άλλο συνέβαινε ακόμα κι αν συνέβαινε στη διπλανή πόρτα…». Εκεί που φαίνεται ότι δεν μπορεί να συμβεί τίποτα, υπάρχει ένα υπόστρωμα της πόλης –αυτό του υποκόσμου- που κινείται παρασκηνιακά, στο περιθώριο και πάντα κάποιος αναλαμβάνει να ξεκαθαρίσει την κατάσταση. Τα εγκλήματα επιζητούν λύση, αλλά στα μυθιστορήματα του Ράνκιν προέχει η απόλαυση της ιστορίας. Το έγκλημα είναι σαν να μπαίνει κατά κάποιον τρόπο σε δεύτερο πλάνο, προκειμένου να φωτίζονται επαρκώς οι γύρω γύρω συνθήκες, οι κοινωνικές και οικονομικές, καθώς και οι ψυχολογικοί παράμετροι που οδηγούν τους ανθρώπους στην παρανομία. «…Το πρόβλημα με την παρακολούθηση ήταν ότι, ακόμα κι αν ήξερες ότι σε παρακολουθούν, δεν ήταν δυνατό να ξέρεις πάντα ποιοι σε παρακολουθούν…».





Saturday, November 14, 2009

Διάφανοι


στη λιακάδα.
Κάτι μέρες τυχερά λαχεία.
Τραβάς το λαχνό
και βγάζει ανθρώπους.
 
 

Monday, November 09, 2009

Ακαδημία Πλάτωνος

Ο Αντώνης Καφετζόπουλος είναι ο αγαπημένος μου ηθοποιός, από την ελληνική πραγματικότητα. Τον παρακολουθούσα πιτσιρίκι -οπότε και έβλεπα μανιωδώς τηλεόραση, εμ τι τζάμπα έχω εφτάμιση βαθμούς μυωπία;- στο "Μινόρε της αυγής" και την "Αστροφεγγιά". Αργότερα στο σίριαλ "Οι τελευταίοι εγγονοί". Έχει ταυτιστεί στο μυαλό μου με τους ρόλους που έχει παίξει. Μυθιστορηματικοί απολύτως.
Χθες βραδάκι, μετά τη δουλειά, κατηφόρισα για το Τριανόν, το αγαπημένο μου σινεμά ever, και είδα την ταινία "Ακαδημία Πλάτωνος".
Σε ένα τρίστρατο, νεοελληνικό πια, η τραγωδία με μια αλαφράδα εξωτερική είναι πιο παρούσα από ποτέ. Μόνο λίγο πιο υπόκωφη, πιο βουβή. Μπορεί να παίζει και κανένα ποδοσφαιράκι να περνάει η ώρα και να σε κάνει να χαμογελάς μαζί της πια. Ζωή είναι και περνάει. Αλλά πώς περνάει; Να πάτε να το δείτε.
Με εντυπωσίασε και πάλι ο Καφετζόπουλος, από τους λίγους που δεν με έχουν απογοητεύσει στο πέρασμα των χρόνων, όπως και όλο το καστ των ηθοποιών που ήταν απολύτως οι κατάλληλοι για το ρόλο.


Sunday, November 08, 2009

«Η ζωή μάς προδίδει και μας εγκαταλείπει»


(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 7/11/2009)

«…Η αφήγηση, παρά την αφέλειά της, γνωρίζει ότι δεν γράφει Ιστορία. Αποτυπώνει ένα ανθρώπινο δράμα στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Ένα στημένο ιστορικό σκηνικό, μια σύμβαση για να ειπωθούν πράγματα πολύ κοντινά σε μας, γύρω μας…»






Το κύκνειο άσμα ενός πολύ σημαντικού έλληνα πεζογράφου. Με τη σφραγίδα της βεβαιότητας του θανάτου. Όχι κάποιου άλλου. Ή γενικώς. Αλλά του δικού του. Θανάτου. Και την ανάγκη να προκληθεί η μνήμη, ακόμη και ελαφρώς να την ειρωνευτεί για τα καπρίτσια της. Ο συγγραφέας. Ο Τάσος Χατζητάτσης στη συλλογή διηγημάτων –γραμμένα ανάμεσα στο 2007 και το 2008- που κυκλοφόρησε μόλις σε μια πολύ φροντισμένη και κομψή έκδοση από τις εκδόσεις Πόλις με το συγκινητικό τίτλο «Ακροτελεύτιοι εσπερινοί», αφήνει το στίγμα ενός λογοτεχνικού αποχαιρετισμού ίσως από μια ολόκληρη γενιά, ιστορικά (τη δική του) και στα σίγουρα από μια πραγματικότητα ειδωμένη με το δικό του οξυδερκές, κοφτερό και τόσο βαθιά ανθρώπινο βλέμμα. 
Αυτό το κείμενο που γράφεται τώρα, δεν είναι αποχαιρετισμός στη γραφή του. Ούτε μνημόσυνο λογοτεχνικό. Ούτε εσπερινός που κλαψουρίζει για την κάθε είδους απώλεια. Αυτό το κείμενο θέλει να στέκεται στο ίδιο ύψος τη γραφής του Χατζητάτση που πιστεύω ότι αφήνει χνάρια δυνατά και στέρεα. Μιας γραφής άξιας που μπορεί να έβαλε νωρίς τελεία πέρυσι τέτοια εποχή, αλλά άφησε ανοιχτό το περιθώριο της λογοτεχνικής μνήμης και ιστορίας να απλώσουν την ισχύ τους. «…Ο θάνατος είναι πάντα στη σκιά μας, μας ακολουθεί, μας αγαπά. Ποτέ δεν μας προδίδει…». Ο Χατζητάτσης με την ιδιαίτερη, ξεχωριστή γραφή του αιχμαλώτισε τη μνήμη μιας ολόκληρης εποχής: την Αριστερά, τη ματαίωση των ελπίδων και των προσδοκιών της, τους άνδρες και τις γυναίκες σε μια εποχή που άρχισαν να επαναδιαπραγματεύονται μεταξύ τούς ρόλου τους και να ανακαλύπτουν τον εαυτόν τους από την αρχή, την Ελλάδα που βγήκε από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και το ζοφερό Εμφύλιο και τη Χούντα, τη μετανάστευση, τα πάθη που δεν ησυχάζουν ό,τι εποχή και να ‘ναι, ό,τι ιστορική συγκυρία και να συντρέχει, την ανθρώπινη φύση που είναι τόσο ευάλωτη και εκτεθειμένη στον καιρό και στον εαυτόν της. «…Οι γυναίκες που κάθονται στη θέση του συνοδηγού. Οι άνδρες, στο τιμόνι, αγέρωχοι. Με ύφος κυνηγού. Στο πορτμπαγκάζ, η θήκη του δίκαννου άδεια, και μια αρμαθιά όνειρα περασμένα στο σύρμα, σκοτωμένα πουλιά. Οι γυναίκες που κάθονται στη θέση του συνοδηγού. Απόμακρες. Κρύβουν το μουσκεμένο μαντίλι στο βάθος της τσάντας σαν απλήρωτο λογαριασμό…». 

Ο συγγραφέας διατρέχει με τις λιγότερες δυνατές λέξεις, τις πιο εύστοχες και ποιητικές λέξεις, το τελευταίο μισό του 20ου αιώνα. «…Όσο παραμερίζω τα φύλλα και τα κλαδιά της αφήγησης, βλέπω πόσο γρήγορα ξεχνάμε, μέσα στην καθημερινότητα που τρέχει, τις ζοφερές σημασίες λέξεων και καταστάσεων. Κάθε πρωί, ένα μεγάλο κομμάτι λήθης εγκαθίσταται στο μυαλό μας, και τα νεόπλαστα κύτταρα, με μια τρελή ορμή, επικαλύπτουν τις παλιές μνήμες. Τι σημαίνουν, σήμερα, οι λέξεις «δωσίλογοι», «συνταγματάρχες»…». Μεστός λόγος, με χυμούς, με γλώσσα που αποκρυσταλλώνει την ομορφιά, την ανθρωπινότητα. Οι εικόνες ψυχικών τοπίων αδιαπέραστων από οτιδήποτε άλλο παρά μονάχα από τη λογοτεχνία, από την αιχμηρή ματιά του δημιουργού, την ευθύτητά του, την κατά μέτωπο «επίθεσή» του -με τις λέξεις- στο θάνατο, τη λήθη, την ίδια τελικά τη ματαιότητα της ζωής, της ύπαρξης, της δημιουργίας. «…Χάνονται οι νεκροί. Σβήνουν. Απόντες, ξεχνιούνται. Η δικιά μας λήθη είναι η κόλαση. Μόνο σκιές μένουν στις αφηγήσεις μας…». 
Δεν διστάζει να «επιτεθεί» και στην ίδια την αφήγηση. Στην πεπερασμένη της δυνατότητα. Αφήνει ως απόσταγμα τη γεύση στα χείλη ότι το τέλος δεν έχεις άλλο δρόμο παρά να το δεχτείς με αξιοπρέπεια, με γενναιότητα, με την ίδια την επίγνωσή του. «…Ξεχνάμε…για να ζήσουμε…». Ο Χατζητάτσης είχε να πει, είχε ουσία στη σκέψη του και τη θεώρηση τη δική του για τον κόσμο και την κατέθεσε. Με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Με αισθητική, με πραγματική αγάπη για την Τέχνη και για τους λόγους της Τέχνης, τις αιτίες της και πάνω απ’ όλα με μια αιματηρή ειλικρίνεια. Με την προσωπική του αλήθεια να γυρίζει το μαχαίρι στην πληγή, χωρίς φόβο, αλλά με κατανόηση για τον πόνο, για τη θλίψη, για τη μελαγχολία. Ο κόσμος του –αυτός ο κόσμος που είδε εκείνος, που έζησε ο ίδιος και αποτύπωσε στο χαρτί του αναπλασμένο- δεν είναι κανένας νοσταλγικός απαστράπτον, λουστραρισμένος με χρυσόσκονη της λήθης. Είναι ένας δύσκολος κόσμος, αληθινός, πραγματικός, με αίμα που χύνεται και οστά που σπάνε. Με αισθήματα που φθείρονται και δεν φτιασιδώνονται. «…Κίτρινες φρέζες τα λουλούδια της αγάπης…». Με το χρόνο να ανοίγει χαρακιές κι αυλάκια και χάη ανάμεσα στους ανθρώπους. «…Ήταν εποχές που οι άνδρες έπρεπε να παίξουν συγχρόνως τους εραστές, τους συντρόφους, τους πατεράδες, για ν’ αποκτήσουν πάλι την αυτοπεποίθησή τους που σάπιζε στα υπόγεια της προσωπικής τους ζωής…». Με σκέψεις-νυστέρια που ανατέμνουν τις συνθήκες και τους ανθρώπους που τις συγκροτούν. 
Γι’ αυτό γοητεύει η γραφή του Χατζητάτση, γιατί δεν υποκρίνεται πως είναι κάτι άλλο. «…Οι απολαύσεις χάνουν την ηδονή τους όταν φανερώνονται στα μάτια των άλλων…». Είναι αυθεντική, σπουδαία. Αποτυπώνει όλη την ενδότερη απελπισία του ανθρώπου, το σπαραγμό του, με θάρρος και πάθος και οξύτητα, υπηρετώντας το προσωπικό του μέτρο. Αυτό που δίνει το ρυθμό σε όλο του το έργο. Και ξεχωρίζει το δικό του ύφος από των άλλων. «…Πόσο εύκολα χάνεις κάτι που τόσο το θέλεις! Ίσως τόσο εύκολα όσο πιο πολύ το θέλεις, σαν το νερό που κυλά ανάμεσα στις παλάμες και δεν θα το πιεις…». Τα τελευταία του διηγήματα που περιλαμβάνονται στην έκδοση «Ακροτελεύτιοι εσπερινοί», ακριβώς επιβεβαιώνουν αυτή την εμμονή του στο απολύτως αναγκαίο της γλώσσας, χωρίς περιττές παρεκβάσεις, με επιμονή στο ουσιώδες και το σημαντικό, στο γεμάτο με μνήμες και μνήμη λόγο. «…τα χείλη αντέχουν περισσότερο στη λήθη. Δεν ξεχνούν, δεν ξεχνιούνται…».








Saturday, November 07, 2009

Στάλες στα πλήκτρα





Λίγες σταγόνες νερό στο πληκτρολόγιο.
Να περάσουν στις λέξεις μέσα μέσα. 
"...Απόψε μας της έχουνε στημένη...".
Πόσο σ' αρέσουν οι άνθρωποι που βραχυκυκλώνουν.
Που τους διαπερνά το νερό.
Που τους διαπερνά ο απέναντι.
Κι από την άλλη, είναι οι αδιάβροχοι.
Δεν περνάνε το ποτάμι.
Απέναντι.
Σε κοιτάνε από την όχθη
από μακριά
τους φαίνεσαι στεγνός
και δεν βλέπουν τα χιλιάδες μαντίλια που στεγνώνουν στις τσέπες σου

κρυφά.

Στάζεις ολόκληρος μετά την καταιγίδα
με τη σπασμένη ομπρέλα στα πόδια σου
εκείνη την κόκκινη την αναποδογυρισμένη
κακή τύχη να μένει ανοιχτή
στον κλειστό μέσα σου τόπο

κι ένας ήλιος σπάει πλάκα
να λιώνει τις σταγόνες
που κυλάνε απαλά
στα μάτια σου.

Ενδιαμέσως στα πλήκτρα

στάλες

βραχύ
κύκλωμα

Monday, November 02, 2009

"Photo diary"





Τα άνθη του αιμάτινου τρόμου

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 31/10/2009)



 O K. Π. Kαβάφης, σε αχρονολόγητο σχέδιο από τον Γιάννη Kεφαλληνό, από τον επίσημο δικτυακό τόπο του αρχείου Καβάφη (http://www.kavafis.gr/)




Ως αφηγήσεις τρόμου χαρακτηρίζει τα 31 ποιήματα του Κ.Π. Καβάφη που βάζει στη σειρά ο Πέτρο Μπόλε (πίσω από το ψευδώνυμο- δάνειο από δολοφόνο του 19ου αιώνα βρίσκεται ο συγγραφέας Θανάσης Τριαρίδης) σε μια ιδιότυπη ανθολογία με τον τίτλο «κ.π. καβάφης*Αυτό το αιματωμένο πράγμα» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις διάπυρον. Πρόκειται για έντεκα κρυμμένα, εννέα ατελή, τρία αποκηρυγμένα και οχτώ από τα αναγνωρισμένα ποιήματα του Καβάφη, τα οποία υπάρχουν και στον επίσημο δικτυακό τόπο του αρχείου του ποιητή.
Ο Τριαρίδης σε παλαιότερο κείμενό του για τα ποιήματα του Καβάφη εντοπίζει ένα σπουδαίο χαρακτηριστικό της γραφής του: το μικροδράμα, όπως το ονομάζει. Με αυτή τη λέξη περιγράφει τη θεατρική δομή των δημιουργημάτων του, αλλά όχι μόνον αυτή. Στην ουσία, αποδίδει στην εντέλεια την τραγικότητα των ιστοριών που στήνει ποιητικά ο Καβάφης, όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Τριαρίδης στο ίδιο κείμενό του για τον ποιητή: «…Ο Καβάφης δεν είναι μια πορεία μέσα στην ποίηση – είναι μια πορεία μέσα στο δράμα…».



Κοινό σημείο όλων των ποιημάτων που παρατίθενται στην εν λόγω ανθολογία είναι η ειρωνεία του ποιητή που καταλήγει σε ένα σχεδόν μειδίαμα που αφήνει στον αναγνώστη μια γεύση του ατελέσφορου. Δεν έχει χαρακτήρα διδακτικό, δεν θέλει να φτάσει σε κάποιο συμπέρασμα βαθύ και σπουδαίο, δεν λέει την ιστορία του ο Καβάφης με προφανή σκοπό. Στα υποστρώματα της σκέψης του ίσως αχνοπροβάλλει –με τη δική μας μετέπειτα ερμηνεία- ο αποκλεισμός του από την εποχή του λόγω της ιδιαίτερης προσωπικότητάς του και ο εγκλωβισμός του σαν έντομο μέσα σε κεχριμπάρι σε ένα παρελθόν που βρίθει από προσωπικά αδιέξοδα ηγετών, στρατηγών, αυτοκρατόρων, μυθικών θεών και μυθικών προσώπων.
Συνδετικός κρίκος αυτών των ιστοριών που αφηγούνται τα 31 «μικροδράματα» του Καβάφη, σύμφωνα με τον αιμοσταγή Πέτρο Μπόλε, είναι η «αιμοφιλία» του δημιουργού τους. Αυτό που καταλαβαίνω εγώ, είναι ότι ο ποιητής κάτω από τις τραγικές ποιητικές του ιστορίες αναδομεί το δικό του υπαρξιακό αδιέξοδο και τη ματαιότητά του –και του κάθε ανθρώπου εντέλει, γι’ αυτό παραμένει τόσο σύγχρονος και τώρα ο Καβάφης- με θραύσματα λέξεων, με ειρωνείες και υπόνοιες, τέλος πάντων με το τακτ της ποίησης που τρέφεται από την αποτυχία, τη ματαίωση, το αίμα που βράζει, το αίμα που έχει χυθεί:
"Αιμιλιανός Μονάη, Αλεξανδρεύς, 628-655 μ.Χ.


Με λόγια, με φυσιογνωμία, και με τρόπους
μια εξαίρετη θα κάμω πανοπλία· 
και θ’ αντικρύζω έτσι τους κακούς ανθρώπους
χωρίς να έχω φόβον ή αδυναμία.

Θα θέλουν να με βλάψουν. Αλλά δεν θα ξέρει
κανείς απ’ όσους θα με πλησιάζουν
πού κείνται η πληγές μου, τα τρωτά μου μέρη,
κάτω από τα ψεύδη που θα με σκεπάζουν.-

Ρήματα της καυχήσεως του Αιμιλιανού Μονάη.
Άραγε να ‘καμε ποτέ την πανοπλία αυτή;
Εν πάση περιπτώσει, δεν την φόρεσε πολύ.
Είκοσι επτά χρονώ, στην Σικελία πέθανε.
 (1898;1918)"



«Κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ»


(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 31/10/2009)


«…Το χιόνι σκεπάζει: τα σκουπίδια, τα παλιοσίδερα, τις ακαθαρσίες, την απειλητική κοίτη του ποταμού, τη μυρωδιά από τα γουρουνάδικα, τη φτώχεια, την εξαθλίωση των δύο χιλιάδων Τσιγγάνων. Σκεπάζει ακόμη και τα σκοτωμένα ποντίκια που τις άλλες μέρες προσπερνάμε περπατώντας ανάμεσα από τις παράγκες. Λένε πως για κάθε ποντίκι που βλέπεις υπάρχουν γύρω σου άλλα εκατό. Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ. Το χιόνι σκεπάζει –τον πόλεμο και τις πληγές μας…»

 Είναι μια ιστορία από κείνες που θα τις λέγαμε τραγικές. Και θα συγκινούμασταν. Μπορεί και να δακρύζαμε. Και θα καθαρίζαμε. Θα αισθανόμασταν άνθρωποι. Για λίγο. Αλλά θα ήταν αρκετό αυτό; Μπορεί να έφτανε στο μονόστηλο μιας εφημερίδας ή στο δραματοποιημένο τρίλεπτο ρεπορτάζ ενός δελτίου ειδήσεων. Μπορεί.
Μια αληθινή ιστορία. Του Δεκεμβρίου του 1999, ξημερώματα του νέου αιώνα. Τόσο αληθινή που την έγραψε σαν πικρό παραμύθι ο Θανάσης Τριαρίδης –είχε δημοσιευτεί μάλιστα στην τελική της μορφή σε χριστουγεννιάτικη έκδοση της Φιλολογικής Βραδυνής στις 21/12/2003- όχι για να την ξορκίσει, αλλά για να μην ξεχαστεί.
Πώς να ξεχαστεί κάτι που συμβαίνει ακόμα; Πρόκειται για την ιστορία με τίτλο «Ονειρεύτηκα τα Λευκά Χριστούγεννα» που κυκλοφορεί σε νέα έκδοση από το «διάπυρον» με την ιδανική προσθήκη: ζωγραφιές από την Έλλη Γρίβα. Η σκληρή και άγρια και συγκινητική μαζί εικονογράφηση ή καλύτερα ζωγραφική αναπαράσταση της ιστορίας από την εικαστικό καλλιτέχνη –που διαθέτει στο ενεργητικό της ατομικές εκθέσεις, αλλά και σημαντικές συμμετοχές σε ομαδικές καλλιτεχνικές προσπάθειες- προσθέτει στη φόρτιση του κειμένου όλα εκείνα τα συναισθήματα που οφείλει να νιώσει ένας άνθρωπος. Συνάμα αποτελεί και ένα κριτικό σχόλιο για την ίδια μας την ανθρωπιά και τις διαστάσεις της. Πού εξαντλείται; Πόσο χρήσιμη κρίνεται εκ του αποτελέσματος τελικά; Πόσο ικανή είναι η ανθρωπιά μας να βοηθήσει εκείνους που έχουν ΑΝΑΓΚΗ, τεράστια ανάγκη; Φτάνει η ανθρωπιά για να γίνει ο κόσμος κατά τι καλύτερος;


Οι δημιουργοί της έκδοσης θέλουν να μην περάσει στη λήθη αυτή η Ανάγκη. Δικαίως. Είναι ο όρκος ενός ρομαντικού συγγραφέα και ακτιβιστή και ανθρώπου αυτό το σκληρό αληθινό παραμύθι. Αρκεί; Μιλάμε για ανθρώπους στον τσιγγάνικο μαχαλά στο Γαλλικό ποταμό που ζουν σε άθλιες συνθήκες. Ξεχασμένοι. Κάτω από το πέπλο του χριστουγεννιάτικου χιονιού που τα σκεπάζει όλα και τα κρύβει και τα τυλίγει στην ψύξη για να μείνουν ζωντανά. Η φωτιά μιας ξυλόσομπας σημαδεύει ανεπανόρθωτα τη ζωή ενός μικρού κοριτσιού που κατέστρεψε το πρόσωπό του. Μαζί με το δέρμα που λιώνει, καταρρέει και η μάσκα της υποκρισίας του κόσμου που κάνει ότι δεν γνωρίζει την ύπαρξή του, το δράμα του, τη θλιβερή του ζωή.
Κάτι ικμάδες ανθρωπιάς από λίγους ανθρώπους που νοιάζονται πραγματικά, θα φροντίσουν να κάνει τον αντιτετανικό ορό για να μην πεθάνει από το ατύχημα το κορίτσι. Ένα κορίτσι σχεδόν χωρίς όνομα. Μια Μαρία, ας πούμε. Μέσα στο εορταστικό πνεύμα των Χριστουγέννων, μια χαίνουσα πληγή. Να θυμίζει την ανάγκη των άλλων. «…Γι’ αυτό, μη ρωτήσεις ποιος σκότωσε τους πεινασμένους στα γκέτο, τους μετανάστες στα βουνά, το κορίτσι που θέλησε να ζεσταθεί με τα σπίρτα. Εσύ είσαι –εγώ είμαι. Ω ναι, ανάγκη. Ένα κορίτσι δίχως όνομα κάηκε στη σκουριασμένη σόμπα, σε μια νάιλον παράγκα, στην κοίτη του Γαλλικού, εκείνα τα Λευκά Χριστούγεννα του περασμένου αιώνα…».



Monday, October 26, 2009

Η ψυχεδελική νοσηρότητα της πραγματικότητας

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο, 24/10/2009)

«…Κλείνει τα μάτια και επιχειρεί αρκετά επιτυχημένα να κάνει άνω κάτω τη μνήμη του και ν’ ανασύρει εικόνες της. Ελπίζει πως κατ’ αυτό τον τρόπο θα την εμποδίσει να εξαφανιστεί εντελώς. Βαθιά μέσα του επιθυμεί να την ξαναζωντανέψει. Θυμάται που πήγαινε να τον πάρει απ’ το σχολείο φορώντας ροζ βελουτέ φόρμα, η ομορφότερη απ’ όλες τις μαμάδες, θυμάται που του φρόντιζε τη ματωμένη μύτη μουρμουρίζοντάς του ένα σωρό παρηγορητικά λόγια και παλιότερα νομίζει ότι τη θυμάται να τον χειροκροτεί ενώ εκείνος έκανε ποδήλατο χωρίς χέρια. Θυμάται που του πήρε δώρο την εγκυκλοπαίδεια για τον μοναδικό λόγο ότι «τον αγαπούσε τρελά» και από ακόμα πιο παλιά έχει μια απόμακρη, ξεθωριασμένη ανάμνηση ότι μπουσουλά στο πάτωμα της κουζίνας και αρπάζεται από το μακρύ, απαλό της πόδι, νιώθοντας μια αναπάντεχη δύναμη καθώς εκείνη τον έσερνε τριγύρω…»


Ένας πλασιέ που πουλά δυστυχία από πόρτα σε πόρτα.
«Ελπίδα…ξέρεις…ένα όνειρο. Πρέπει να τους πουλήσεις ένα όνειρο». Ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου. Ο Μπάνι Μανρό. Πουλά τη δική του δυστυχία (εν είδει καλλυντικών), εκείνη που του κληροδότησε ο πατέρας του και με τη σειρά του την παραδίδει ο ίδιος στο δικό του γιο. Πρόκειται για το μυθιστόρημα του Nick Cave με τίτλο «Ο θάνατος του Μπάνι Μανρό» που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις εκδόσεις Τόπος, σε μετάφραση του Αντώνη Καλοκύρη.
Μια πυκνή και εφιαλτική αφήγηση. Με ανάσα που κάνει τον ίδιο τον αναγνώστη να λαχανιάζει και την καρδιά του να σφίγγεται. Είναι η φιγούρα του πρωταγωνιστή που συγκεντρώνει πάνω του την αποτυχία με τρόπο προκλητικό. Ένας σεξομανής άντρας που υπνοβατεί ανάμεσα στην τραυματική του παιδική ηλικία και την αθεράπευτα τραυματισμένη –μέχρι θανάτου, δικού του, αλλά και θανάτου των γύρω του- ενήλικη ζωή του. Το γυναικείο φύλο αντιπροσωπεύει για κείνον τη μοναδική επιθυμία, τη μόνη κινητήρια δύναμη που τελικά γίνεται βασανιστική εμμονή και τον οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην ολική καταστροφή.
Το βιβλίο του
Cave θα μπορούσε να είναι ένα μακρόσυρτο μελοποιημένο ποίημα σαν εκείνα του αγαπημένου του Leonard Cohen που έχει διασκευάσει κιόλας ο ίδιος, που αφηγείται τη μαύρη ιστορία ενός ανθρώπου που έζησε χωρίς αγάπη. Την αρνήθηκε την αγάπη, γιατί ακριβώς δεν (ανα)γνώρισε ποτέ του σχεδόν την αγάπη. Η γυναίκα του, Λίμπι, δεν είναι σε θέση να παρακολουθήσει τη διαρκή του απιστία απέναντί της και το εύθραυστος χαρακτήρας της κατρακυλά στην κατάθλιψη. Για να ξεφύγει από τη ζωή με ένα σάλτο προς το σκοτάδι της αυτοχειρίας.
Τότε θα είναι αργά και για τον άντρα της.
«…Όμως ο Μπάνι συνειδητοποιεί πως κάτι έχει αλλάξει στον τόνο της φωνής της, τα τρυφερά βιολοντσέλα έχουν χαθεί και έχει προστεθεί ένα οξύτονο βιολί, παιγμένο από έναν δραπέτη πίθηκο ή κάτι τέτοιο…». Το μεγάλο θύμα ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο ανθρώπους που κατασπαράζουν τον εαυτόν τους και σκοτώνει ο ένας τον άλλον, είναι το μικρό τους αγόρι, ο Μπάνι Τζούνιορ. Ένα αγοράκι με πονεμένα μάτια που η πάθησή τού επιτρέπει να διαστρεβλώνει την πραγματικότητα (αν και ο αναγνώστης την αντικρίζει κατάματα και κλείνει με τρόμο, θλίψη και συγκίνηση τα μάτια του μπροστά σ’ αυτό το αξιαγάπητο αγοράκι)· η αγάπη που έχει λάβει από τη μητέρα του είναι καταλυτική και τον κάνει ικανό να περιμαζεύει με τον τρόπο του το διαλυμένο πατέρα του· με τα χεράκια του αρπάζεται από την Εγκυκλοπαίδεια το μόνο μαζί με τις αναμνήσεις που του έχει μείνει από τη μητέρα του και η γνώση γίνεται για κείνον η μόνη διαφυγή από το παρόν, η μόνη συνδετική οδός με το επιλεκτικά όμορφο παρελθόν της πρώτης παιδικής του ηλικίας και φυσικά το μοναδικό του στήριγμα για το μέλλον, εάν αυτό ποτέ προκύψει. «…Ουσιαστικά έτσι έχουν τα πράγματα για τον Μπάνι Τζούνιορ. Αγαπά τον μπαμπά του. Πιστεύει ότι δεν υπάρχει καλύτερος, εξυπνότερος ή ικανότερος μπαμπάς, και στέκεται δίπλα του με μια αίσθηση υπερηφάνειας –είναι ο μπαμπάς μου- κι επίσης, όπως είναι φυσικό, στέκεται δίπλα του γιατί δεν έχει πού αλλού να πάει…».

Η ασύλληπτη αγάπη του Μπάνι Τζούνιορ για τον κατεστραμμένο πατέρα του που βυθίζεται ολοένα και πιο πολύ στο ποτό, τις ωμές ορμές του χωρίς σχεδόν ίχνος συναισθήματος, είναι και το μοναδικό σημείο του βιβλίου που βλέπει κανείς να ξεπροβάλλει μια αχτίδα φωτός, αλλά είναι τόσο έντονη και αθώα και καθαρή και σπουδαία που σε τυφλώνει.
«…Ο Μπάνι έγειρε πάνω απ’ την κούνια. Το παιδί τού έδινε την εντύπωση ότι ήταν τρομακτικό παρόν αλλά και χίλια έτη φωτός μακριά, και τα δύο ταυτόχρονα. Το μωρό είχε κάτι που ο ίδιος δεν μπορούσε να χειριστεί, τόσο γεμάτο απ’ την αγάπη της μητέρας του…».
Ο
Cave παγιδεύει τον αναγνώστη του μέσα στην αφήγησή του, χρησιμοποιώντας τα πιο άγρια υλικά. Τόση βαρβαρότητα που χάνει κανείς τις διαστάσεις γύρω του και βλέπει τον κόσμο να στροβιλίζεται ψυχεδελικά στο μυαλό του. «…Για μια φευγαλέα στιγμή συνειδητοποιεί, κατά τρόπο μυστηριώδη, ότι οι αλλόκοτες φαντασιώσεις και επισκέψεις και εμφανίσεις ήταν τα φαντάσματα της ίδιας του της θλίψης και ότι τον είχαν οδηγήσει στην τρέλα…». Οι εξαντλητικά ακριβείς περιγραφές της νοσηρότητας στις οποίες καταφεύγει, δημιουργούν μια έντονα φορτισμένη ατμόσφαιρα με αποτυχία, θλίψη και έναν ολέθριο κυνισμό για την προσωπική αλήθεια ενός ανθρώπου, όπως είναι ο Μπάνι Μανρό. Ο συγγραφέας νομίζω ότι επιχειρεί και τελικά καταφέρνει να αιχμαλωτίσει το κενό που μπορεί να φωλιάσει στην ψυχή ενός ανθρώπου και ιδίως ενός άνδρα. Ο Cave δεν αφήνει πουθενά καμία υπόνοια. Τα λέει όλα έξω απ’ τα δόντια, χωρίς να διστάζει. Επιτρέπει στον αναγνώστη να δει μια πλευρά του ανδρικού ψυχισμού, σε ακραία κατάσταση και μορφή, πώς είναι δηλαδή κάποιος μακριά από την επήρεια της αγάπης. «…Ουσιαστικά ο μπαμπάς μου με μεγάλωσε μόνος του. Αυτός μου έμαθε όσα ξέρω…».


Sunday, October 25, 2009

Αγαπημένο μου μπλογκ,

αισθάνομαι να σε έχω εγκαταλείψει τον τελευταίο καιρό, αλλά η ζωή σφύζει εκεί έξω κι εγώ όχι ότι τρέχω να προλάβω -αν δεν είναι θέμα επιβίωσης, να σωθώ από κίνδυνο, ας πούμε, όχι δεν τρέχω- αλλά να, είναι που κάτι εποχές συμβαίνουν όλα μαζί και δεν προλαβαίνω να αποκρυσταλλώσω πέντε σκέψεις να σου πω.
Το απογευματάκι, αφού αγόρασα καινούρια καπαρτίνα και μια βροχούλα έβρεξε ο θεός και αφού φόρεσα τις kinky γαλότσες μου που τα παιδιά στο γραφείο λένε ότι όποτε τις φοράω, βγάζει ήλιο, ξεκίνησα για τον καθιερωμένο περίπατο προς το σινεμά, Κυριακή την ώρα που πάει να ξεπροβάλλει η μελαγχολία της εβδομάδας που έμεινε πίσω κι εκείνης που θα έρθει. "Τζούλι και Τζούλια". Χαριτωμένη κομεντί. Την είχα ανάγκη. Να μου θυμίσει τις δικές μου προσπάθειες για όλα και να χαμογελάσω λίγο πιο βαθιά και να αναπνεύσω με ευχαρίστηση, χωρίς να κάνω γιόγκα. Η Μέριλ Στριπ ήταν απολαυστική, όπως πάντα. Τη χάρηκα.
Θυμήθηκα ότι θέλει προσπάθεια να βρίσκεις τον εαυτόν σου, να θέλεις να είσαι αυτός και πάνω απ' όλα να γίνεσαι ο εαυτός σου. Δεν την αλλάζω με τίποτα την αίσθηση του παλεύω για όλα, γιατί γουστάρω τρελά. Γι' αυτό και δεν μπορώ τους βολεμένους με το τίποτα, αυτούς που δηλώνουν βαριεστημένοι κι αξόδευτοι. Δεν μπορώ εκείνους που μιζεριάζουνε για ό,τι δεν έχουν και για ό,τι δεν είναι.
Είμαι με κείνους που φαινομενικά δεν έχουν τα φόντα, τις αντικειμενικές προϋποθέσεις κατά το κοινώς λεγόμενο, για να γίνουν ή να κάνουν κάτι που αγαπούν πολύ, αλλά έχουν το πιο απαραίτητο: τεράστια επιθυμία και τόλμη και μαγκιά και κότσια να αγωνίζονται, χωρίς να τους ενδιαφέρει κανένα αποτέλεσμα. Γιατί αυτή είναι η ζωή. Χωρίς αποτελέσματα. Σωστά ή λάθος. Αρκεί η προσπάθεια για να τη ζήσει κανείς. Όλες οι απαντήσεις είναι δεκτές. Α, όσο για τα φαγητά, το νοστιμότερο δεν κερδίζει πάντα την καρδιά μας, αλλά σίγουρα εκείνο που μαγειρεύτηκε για πάρτη μας με αγάπη.
Στο δρόμο της επιστροφής, τα γιασεμιά μύριζαν βρεγμένα, στάζανε πάνω στα μαλλιά. Η μικρή με το λευκό τσόου τσόου που το είχε βγάλει να κατουρήσει, μην τους βρέξει τα σαλόνια, μου είπε ότι το λέγανε Νέρωνα το ζωντανό. Χαμογέλασα στραβά και συνέχισα για το σπίτι. Με περίμενε η Barbra να φτιάχνει ατμόσφαιρα από το σιντί με την καινούρια deluxe έκδοσή της. "Love is the answer".