Monday, December 29, 2008

"This bloody something"

Κάποιος άφησε στο cd player τα λόγια της Μόνικα να αιωρούνται. Στη μουσική. Του δωματίου μου. Ερήμην μου.

Του χαρτοκιβωτίου μου. Η ακμή. Χέρια ήρθαν από μακριά για να τη συναντήσουν. Με κόπο. Παραπάνω απ' την ευχή.
Κι ευλαβικές τηλεφωνικές φωνές που αναγγέλλουν. Ερήμην μου.

Πορτοκαλιά τριαντάφυλλα ήρθαν από κείνον που δεν μπορούσε να τα στείλει. Κανονικά. Ερήμην μου.

Αγιοβασίληδες στους οποίους πιστεύω. Κι έρχονται σε ανύποπτο χρόνο. Απλόχερα. Γι' αυτούς πετάω τη σκούφια μου. (Ο άλλος δεν υπάρχει απλώς. Το ξέρω από μωρό. Δεν μεγάλωσα με την πάρτη του, την απάτη του. Και με φοβάται. Μην τον αποκαλύψω. Στέκεται μακριά. Κάθε Πρωτοχρονιά. Τον βλέπω και του γελάω, μ' ένα αόρατο δάκρυ. (Και) του χρόνου.)

Δεν έχουν λευκά γένια και μαλλιά. Δεν φορούν καν κόκκινα, αλλά γίνονται τόσο άνθρωποι που κάποτε αγιάζουν τους άλλους. Δεν τους λένε καν Βασίλη. Ξύπνα, Βασίλη!
Η αυλή απέτυχε. Δεν ήσουν του διαλείμματος. Ελλείμματος. Χτυπάει το κουδούνι για μέσα. Θα μετρηθούμε απ' την αρχή. Διαμετρήματος. Μόνο εσύ δίνεις σημασία. Στην πεταλούδα που πετάει στο τζάμι και συντρίβεται από απελπισία.
Έξω. Στους άλλους. Σημασία. Μασημένη απληστία. Μέσα. Μην χάσεις. Σκόνη από τον εαυτούλη σου. Θα γλιστρήσεις στην αδιαφορία σου. Στην αμέτοχη μετοχή σου. Φαλίρισες και σε νοιάζει η σπασμένη σου μύτη. Η μόστρα. Η τζαμαρία σου. Πολύ φασαρία για το τίποτά σου.
Χωρίς στολίδια φέτος. Το δέντρο σου αφύλαχτο. Στραβοπατάει σαν και σένα. Η μικρή έσερνε το ακορντεόν. Άσσος Οντεόν η ζωή. Δεν είναι σινεμά. Ούτε ανταλλαγή. Στη μέση τα χαρτιά μου. Αλλαγή. Άσσος. Τέλειωσε το μελάνι. Γράψε τις λέξεις σου. Απαλλαγή. Τα ρέστα μου. Τα βλέπω. Είναι πιο πολλά απ' όλα σου τα κέρδη. Στα χαρίζω.
"This bloody something". Φωτεινή επιγραφή.
Ανοιχτό. Λόγω διαγραφής. Χρεών.
Ανοιχτό. Λόγω ζημιών.
Το τζάμι που ράγισε, βλέποντας την πεταλούδα να έρχεται πάνω του.
Δάκρυσε κι έσπασε. Διζ μπλάντι σάμθινγκ.
Από γραφή.


*****Καλή Πρωτοχρονιά!
****Να βρείτε χρόνο να πάτε να δείτε στο Εθνικό στη Νέα του Σκηνή, το "Ρομπέρτο Τσούκο". Δυνατό, έντονο κείμενο, καλοκουρδισμένη σκηνοθεσία. Θα σας ταράξει. Κάτι μου έλειπε από ορισμένους από τους νέους ηθοποιούς, που το είχε ξεχειλίζον ο γεροντότερος σε ηλικία -και μόνον- αναμεταξύ τους, Γιάννης Βογιατζής: Πάθος. Διζ μπλάντι σάμθινγκ στο βλέμμα, που κάνει τη διαφορά. Αυτό, αν το είχαν όλοι, θα απογειωνόταν η παράσταση, γιατί της αξίζει.
***Δείτε και την "Ανταλλαγή", με την Αντζελίνα Τζολί. Άλλο έργο για να ταραχτείτε με το αληθινόν της υπόθεσης και μόνον...

Tuesday, December 23, 2008

Καλά Χριστούγεννα

θα έλεγα κανονικά
και θα το εννοούσα.
Ευχές θα έδινα
και θα τις πίστευα.
Κανονικά.
Αλλά η μικρή κουβαλά το ακορντεόν.
Είναι βαρύ και τη λυγίζει.
Κλαράκι στον άνεμο του πλήθους
με δυο χρυσές κοτσίδες.

Ναι, κυρία από τις χαμογελαστές,
φοράει μωβ σκούφο.

Ταιριάζει στις περιγραφές. Κανονικά.
Τελικά είναι πιο μικρή απ' ότι σας έλεγα.
Αυτό μπορεί να μην με κάνει πειστική.
Γίνομαι λίγο γραφική και περιγραφική.
Ας την αφήσουμε τότε να παγώνει έξω
αμόρφωτη και με το χέρι απλωμένο.
Κανονικά. Πιο πάνω ζητιανεύει η μάνα της,
η αδερφή της, δεν ξέρω ποια,
δεν ξέρω πια
μ' ένα μωρό.
Καροτσάκι αδειανό.
Για τις ανάγκες του έργου.
"Μα, χρειάζεται εισαγγελική εντολή.
Δεν μαζεύουμε παιδιά απ' το δρόμο.
Έχουν και γονείς".



Αγγελική εντολή.
Να μείνει ένα παιδάκι στο δρόμο...
Κανονικά.
Καλά Χριστούγεννα.
Κανονικά.


Δώρον
άδωρον.
Κανονικά.

Καλά Χριστούγεννα.



Monday, December 22, 2008

Στο Ζάππειο μια μέρα...

περιπατούσα.

Το Σάββατο που μας πέρασε, δεν πήγα για ψώνια.


Κατέβηκα στο κέντρο, αλλά όχι στο καλά φυλασσόμενο από τα ΜΑΤ χριστουγεννιάτικο δέντρο.


Πήγα στην εκπληκτική έκθεση που διοργανώνεται για τα 70 χρόνια ελληνικού ραδιοφώνου, στο Ζάππειο.










Ο περίπατος ήτο περίφημος, καιρού βοηθούντος και επιτρέποντος.

Δεν στριμώχτηκα στην Ερμού και δεν βλαστήμησα την ώρα και τη στιγμή που βγήκα από το σπίτι μου.


Αντιθέτως.
Απόλαυσα ένα μεσημερο-απόγευμα, κάνοντας ένα ταξίδι ουσιαστικό στο χρόνο και τη σύγχρονη ιστορία αυτής της χώρας, μέσα από το διασωθέν πλούσιο οπτικοακουστικό υλικό του Κρατικού Ραδιοφώνου. Χίλια μπράβο και συγχαρητήρια στους διοργανωτές.

Έφυγα μαγεμένη και συγκινημένη.



Ο χρόνος μου δεν πήγε χαμένος, ίσα-ίσα ένιωσα όχι απλή νοσταλγία για τις εποχές που δεν έχω ζήσει άλλωστε, αλλά αισθάνθηκα ότι ξαναβρήκα ανθρώπους -άλλους τους θυμήθηκα και άλλους μόλις που τους γνώρισα- από το παρελθόν να με εμπνεύσουν. Ιδίως αυτές οι πρώτες γυναίκες που ασχολήθηκαν με το ραδιόφωνο, την ώρα που οι υπόλοιπες της ηλικίας τους τηγάνιζαν ψάρια και έπλεκαν πουλόβερ -φαντάζομαι ότι και οι ίδιες το έκαναν αυτό σπίτι τους- εκείνες έκαναν ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ.

Ευγενέστατοι οι άνθρωποι της εισόδου μας κατατόπισαν για την έκθεση και μας έδωσαν mp3 με τα ηχητικά ντοκουμέντα και αποσπάσματα που αντιστοιχούσαν στο οπτικό υλικό που ήταν στη διάθεσή μας. Συγκινητικά όμορφη εμπειρία. Μας πήρε περίπου δυόμιση ώρες η περιήγησή μας αυτή στο παρελθόν και τη μουσική και την πολιτική και την ιστορία.

Το πιο όμορφο ξάφνιασμα, το σύνηθες στιγμιότυπο που βιώνω συχνά στη ζωή μου, λες και γίνεται κάτι μόνο για μένα, ήταν ο σεκιουριτάς που εμφανίστηκε από το πουθενά, πλησίασε το πιάνο τη στιγμή που ήμουν μόνον εγώ στο σημείο αυτό της αιθούσης και έπαιξε καταπληκτικά ένα κομμάτι στο πιάνο... Μόνο για μένα.


Αν και με πονεμένο πόδι, έκανα κουράγιο να μη χάσω τίποτα από την έκθεση. Μακάρι να είχε καμία καρεκλίτσα πού και πού στην αίθουσα για να μπορεί να ξαποσταίνει ο κουρασμένος ταξιδιώτης...


Ξεκουράστηκα για λίγο σε μια ξύλινη σκαλίτσα-έκθεμα που τη χρησιμοποιούσαν παλιά για ηχητικά εφέ.


Στην έξοδο πήρα ολόκληρη την έκθεση στο σπίτι μου, μέσα σε ένα λευκώμα και ένα cd με 20 ευρώ. Η είσοδος στην έκθεση είναι δωρεάν.

Ο περίπατος στους κήπους του Ζαππείου όπου κάτι κοτσονάτα παππουδάκια έπαιζαν σκάκι, παρακαλώ σε ειδικά τραπεζάκια, και η ομορφιά των ηχητικών στιγμιοτύπων θα σας ανταμείψουν. Μην χάσετε την έκθεση. Απλώνεται ζωντανά στα αυτιά και στα μάτια σας η τελευταία 70ετία της χώρας και του πλανήτη.

Το ηλιοβασίλεμα στην έξοδο μας ξεπροβόδισε με χάρη.



Στο Σύνταγμα στέκονταν παραταγμένοι μπλε και πράσινοι ένστολοι.

Πιάστηκε η αναπνοή μου και η ψυχή μου από το φόβο και την ασχήμια.

Η άλλη όψη της ίδιας άπολις πόλης.

Το ανεξίτηλο ίχνος της Ιστορίας στην ποιητική δημιουργία

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 20/12/2008)

«Προχώρα με την τέχνη μέσα από τις πιο μύχιες στενωπούς του εαυτού σου. Και άσε τον εαυτό σου ελεύθερο»,
Paul Celan

Το δραματικό αποτύπωμα του Ολοκαυτώματος έχει σφραγίσει την ποίηση του Πάουλ Τσέλαν. Αναπόφευκτα. Και ανεξίτηλα. Η προσωπική του τραγική ιστορία αναδύθηκε μέσα από την Ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η καλλιτεχνική του προσωπικότητα σημαδεύτηκε από την καταγωγή του, το διωγμό, το θάνατο των δικών του, την επιβίωσή του που τον βάραινε ενοχικά πάντα και φυσικά την αυτοχειρία του. Η ποίησή του, οι λέξεις του φέρουν την Ιστορία σε κάθε του φθόγγο. Για τον ίδιο «η γλώσσα δεν γεφυρώνει μόνο την απόσταση με τον κόσμο, αλλά και με τη μοναξιά». Και η δική του μοναξιά ήταν ασήκωτη.
Το βιβλίο του John Felstiner με τον τίτλο «paul celan-ποιητής, επιζών, εβραίος», η βιογραφία του ποιητή που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις εκδόσεις Νεφέλη, σε μετάφραση της Ιωάννας Αβραμίδου –μια πολύ φροντισμένη και τεκμηριωμένη έκδοση- αποκαλύπτει με τρόπο που αρμόζει στο έργο και το βεληνεκές του Πάουλ Τσέλαν τις πτυχές του βίου του που πορεύθηκαν παράλληλα με τη λογοτεχνική του δημιουργία. Πρόκειται για ένα βιβλίο που δεν εξιστορεί ή απαριθμεί απλώς γεγονότα και έργα. Ο συγγραφέας John Felstiner, καθηγητής αγγλικής και εβραϊκής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ, επιχειρεί μια κατάδυση στο βαθύτερο νόημα της ποίησης του Τσέλαν. Μαζί του ο αναγνώστης που τον ακολουθεί σ’ αυτό το ταξίδι, δεν έχει παρά να βγει κερδισμένος –για να μην πω αναβαπτισμένος- από την έμπνευση που του παρέχει η δύναμη της ελπίδας για την Ελπίδα, αλλά και για την Τέχνη, όπως αποπνέεται από την απόφαση του Τσέλαν να δημιουργήσει. Παρά την τραγωδία που βίωσε. Αυτός και η Ευρώπη.

Η σπαρακτική του φωνή «πρέπει να υπάρξουν και πάλι αναγνώστες», ακούγεται σε κάθε περίπτωση που τα λόγια εμφανίζονται λιγοστά μπροστά στην ανθρώπινη τραγωδία και θηριωδία. Ο αφανισμός ανθρώπου από άνθρωπο. Η ανθρωπινότητα για να επιζήσει απευθύνεται στην Τέχνη και τη Δημιουργία. Και η Ποίηση ανταποκρίνεται. Η δική του ποίηση καταφέρνει να διασώσει την ανθρωπιά και την ομορφιά και την αλήθεια, περνώντας μέσα από τα συρματοπλέγματα των στρατοπέδων συγκεντρώσεως. «…Για τον Τσέλαν, το ωραίο είναι δηλητηριώδες…», καταγράφει ο βιογράφος του. Η ομορφιά και η αλήθεια παίρνουν άλλο νόημα. Είναι πια ζήτημα απολύτου επιβίωσης. Για τον ποιητή πρωτίστως, για τους επιζώντες του Ολοκαυτώματος και του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και για το μέλλον που καραδοκεί. «…Ένα αληθινό ποίημα πρέπει να επιλέγει τον πιο δύσβατο δρόμο…», συνεχίζει ο John Felstiner.
Γόνος γερμανόφωνων Εβραίων από το ανατολικό τμήμα της Αυστριακής Αυτοκρατορίας, γεννήθηκε στο Τσέρνοβιτς της Μπουκοβίνα, που λίγο πριν το 1920, χρονιά που ήρθε στη ζωή ο Τσέλαν, περιήλθε στην κατοχή της Ρουμανίας. Πάουλ Άντσελ το πραγματικό του όνομα. Προτίμησε αργότερα τον αναγραμματισμό του. «…αναζητώ την ταυτότητα στην ετερότητα, διατηρώντας την ιδιαίτερη ταυτότητά μου…», ομολογεί ο ίδιος. Έζησε τη σοβιετική και τη γερμανική κατοχή, τα καταναγκαστικά έργα, τον αφανισμό των γονιών του από τους ναζιστές και την επάνοδο των Ρώσων το 1944. Στη συνέχεια βρέθηκε στο Βουκουρέστι και τη Βιέννη, αλλά το 1948 κατέληξε στο Παρίσι, όπου και άργησαν πολύ να αντιληφθούν τον ποιητή που ζούσε και δημιουργούσε εντός των συνόρων τους.

Ο Τσέλαν αγκιστρώθηκε στη μητρική του γλώσσα. Ήταν η σανίδα σωτηρίας του και το τραγικά ειρωνικό πέρασμά του στην αθανασία της λογοτεχνίας. Δεν απαρνήθηκε τη μητρική του γλώσσα, παρόλο που ήταν η ίδια με αυτή των διωκτών του και δολοφόνων της οικογενείας του. Η κουλτούρα του κεντροευρωπαϊκή, ποτισμένη από την αγάπη του για γνώση και γλωσσομάθεια, αλλά και βαθιά ριζωμένη στο γερμανοεβραϊκό πολιτισμό της Μπουκοβίνα. Η εμβληματική «Φούγκα του Θανάτου» είναι η ποιητική αποτύπωση του πιο ζοφερού κεφαλαίου της ευρωπαϊκής ιστορίας. Σε μια εποχή που το νόημα και η ελπίδα έμοιαζαν αδύνατον να βρεθούν για τους βαθιά πληγωμένους επιζήσαντες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, «…Ο Τσέλαν ισχυρίζεται ότι είναι αδύνατον να αποδοθεί με τη λογική το πραγματικό (πρωταρχικό) νόημα των λέξεων». Γι’ αυτό πλάθει ένα ποιητικό έργο που κάποτε μπορεί να χαρακτηρίζεται ερμητικό ή σκοτεινό, αλλά έχει ακριβώς αυτό το στόχο: να κινητοποιήσει το πνεύμα που βρίσκεται μεταξύ του Εγώ και του Εσύ. Απευθύνεται σε κάθε πιθανό αναγνώστη, όπως αναφέρει και ο βιογράφος του, και διαπνέεται ακριβώς από την αίσθηση αυτή του ανθρώπου που αντίκρισε την καταστροφή, τον άγγιξε η καταστροφή, του κατέστρεψε κιόλας μέσα του ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής του, αλλά δεν επέτρεψε ο ίδιος ο ποιητής στην καταστροφή να αφανίσει την Τέχνη του, την αλήθεια του, τη φλόγα της δημιουργίας. Πήρε στα χέρια του τη ζωή του και την ποίηση, τόσο πολύ μάλιστα που αποφάσισε να την αφαιρέσει κιόλας όταν πίστεψε ότι «…είναι καιρός να είναι καιρός…». Η πολυσημία του έργου του για κείνον ήταν απλώς στιγμές ρεαλισμού.
Οι κατηγορίες λογοκλοπής από την Κλαιρ Γκολ και οι φήμες που τις συνόδευσαν, στάθηκαν μαζί με την πικρία που ένιωθε για τη γερμανική λογοτεχνική σκηνή, οι σταγόνες που ξεχείλισαν το ποτήρι της ψυχολογικής του κατάστασης. Η κατάθλιψη είναι εδώ. Και θα στοιχειώσει την τελευταία σχεδόν δεκαετία της ζωής του. Μέχρι το 1970 που θα δώσει εκείνος τέλος στη ζωή του, γύρω στις 20 Απριλίου, κοντά στο Πάσχα, οπότε σε μια ύστατη κίνηση εξαγνισμού από το κακό που σημάδεψε την ύπαρξή του, πήδηξε από τη γέφυρα του Σηκουάνα και αφέθηκε να πνιγεί, παρόλο που ήταν δεινός κολυμβητής. Για την ποίησή του, το τέλος της φυσικής του παρουσίας επεφύλαξε μια καλύτερη τύχη, αφού ο μύθος του Πάουλ Τσέλαν είχε και την πρέπουσα έξοδο, την απόλυτη προσήλωση και αφιέρωση, αφού κι εκείνος θεωρούσε την προσήλωση σε ένα ποίημα ως «τη φυσική προσευχή της ψυχής».

Wednesday, December 17, 2008

"...εγώ, κορίτσι μου, είμαι μια χαρά να κλαις τον άλλονε, λοιπόν, το φουκαρά..." *


Έξω θα βρέξει, μα κοιμήσου εσύ.
Χώσου λίγο πιο βαθιά στο καβούκι.
Λίγο ακόμα. Είναι στεγνά και ζεστά.
Μη βγεις θα κρυώσεις. Το ζακετάκι σου.
Κοίτα μη φτερνιστείς
και πετάξουν οι πεταλούδες στην Κολομβία
και ανθίσουν οι κερασιές στην Ιαπωνία.
Το νου σου. Όχι, εκεί.
Ως εδώ και μη παρέκει.
Ούτε επέκεινα.
Μπροστά στα μάτια σου.
Αλλά εσύ βλέπεις μόνο αγγελάκια κι αστέρια.
Τα άλλα δεν λάμπουν,
δεν είναι χρυσός.

Εκεί, λοιπόν, να μην κοιτάξεις
γιατί θα τυφλωθείς από το μαύρο

κάρβουνο
κοίτα μην πνιγείς από τις αναθυμιάσεις
του εορταστικού σου πνεύματος
πνεύματος, απνεύματος

τον μαύρο
που ξαποσταίνει ξαπλωμένος
στο παγκάκι
σαν να κρατάει την κοιλιά του
κι άμα πονάει;
και τα μάτια του καρφώνονται στην καρδιά
μαχαίρι
τον βλέπεις, δεν τον βλέπεις

αλλά πού να δεις;
θα κρυώσεις, σκεπάσου, μην αλλάξεις πλευρό

σε λίγο θα βρέξει, αλλά δεν είσαι εσύ που κοιμάσαι
στα χαρτόνια
στον Πειραιά, έξω στο λιμάνι,
με τα σκυλιά γι' αγκαλιά
την πιο σίγουρη ανθρωπιά
των σκυλιώνε

γιατί απ' ανθρώπους χορτάσανε.

Πιο φουκαράς από σένανε γίνεται;

Βρέχει, πια.



*Απόσπασμα από τραγούδι του Λουκιανού Κηλαηδόνη (αν θυμάμαι καλά το στίχο, συνήθως παρακούω και παραποιώ τα λόγια στα τραγούδια, διόλου ηθελημένα)

Tuesday, December 16, 2008

Επαιτεία

Μαζί με τη μικρή με το ακορντεόν
προστέθηκε ο παππούς με το οξυγόνο
πιο κάτω η ισχνή γυναίκα, μια μπουκιά,
πίσω από τη μαντίλα προβάλλουν δυο μάτια
φοβισμένα στο σκοτάδι, αυτή δεν απλώνει το χέρι της

και ακόμη πιο πέρα
ο ανάπηρος στο καροτσάκι
στην ευθεία ενός δρόμου

και στο ενδιάμεσο
μια μαυροφορεμένη
που κουτσαίνει
αλλά σου φαίνεται
δεν

και η γνωστή έξω από το σούπερ μάρκετ
τώρα έγκυος και πάλι
ανυπολόγιστες φορές
τη βλέπεις να μεγαλώνει από ένα παιδί στο δρόμο
με χούφτα προτεταμένη
και φωνή που θέλεις να κλείσεις την ένταση
για να περάσεις από κει

εεεπ!
αιτία

Monday, December 15, 2008

Δεν είναι ποίημα ούτε ρητό

Και η αναμαλλιασμένη μικρή
με το ακορντεόν στα χέρια
και σήμερα. Στη γωνία.
Παίζει μόνο την ίδια νότα. Σου είπε άλλος.
Λες κι αν έπαιζε ολόκληρη συμφωνία
θα ήταν καλά στη γωνία. Άλλως
τε είχε χαθεί την Πέμπτη και την Παρασκευή.
Τηλεφώνησες αδαής εκεί που
λένε ότι χαμογελάνε τα παιδιά
και νόμισες πως λύθηκε το θέμα.
Ηλιθίως.
Περιμένεις αύριο.
Να δεις αν θα 'ναι ακόμη στη γωνία. Τιμωρία.
Δεν είναι ποίημα ούτε ρητό.
Ένα παιδάκι. Μόνο.
Κι έκανες ότι λένε οι καλές κυρίες των ιδρυμάτων και των οργανισμών.
Δεν έδωσες λεφτά παρά τροφή.
Δεν εξέθρεψες το δυνάστη ή γονιό της
παρά σαν καλό παιδί αυτής της κοινωνίας πήρες τηλέφωνο επωνύμως.
Το όνομα μας μάρανε. Α, δίνεις το δικό σου, αλλά δεν σου δίνουν το δικό τους.
Πολιτική του οργανισμού. Καλώς, θα συναινέσεις. Μπας και σωθεί ένα παιδί.
Θα σωθεί;
Για να δούμε αύριο τι θα ξημερώσει η γωνία...
Αγωνία.
Αγονία. Μιας ολόκληρης κοινωνίας απέναντι στα παιδιά της.
Αγάπης αγώνας άγονος.
Πιο άγονος δεν γίνεται.
Και δίπλα στη μικρή τα ΑΤΜ να βγάλουμε χρήμα. Να βάλουμε χρήμα.
Μόνο ανάληψη αγάπης δεν έχει να κάνουμε η κάρτα.
Σκάρτα.
Δεν είναι ποίημα ούτε ρητό.
Πραγματικό. Άμα το αντέχεις.
Αλλιώς πες πως είναι ένα κείμενο σε ένα μπλο(γ)κ και καθάρισες.
Μια ιστορία που φαντάστηκες. Και καλά.
Καλύτερη δεν βρήκες;
Η πλοκή ανύπαρκτη.
Το στυλ κοινότοπο.
Το ύφος μελό.
Άσε στην άκρη το καταγγελτικό.
Και ο χαρακτήρας κενός.
Η μουσικότητα πεζή.
Σου λέω δεν είναι ποίημα ούτε ρητό.
Παρά ένα παιδί.
Μόνο.
Πραγματικό.

Thursday, December 11, 2008

Ζήτω που καήκαμε

Η φουρνάρισσά μου από την Αλβανία είναι. Έφυγε από κει για να έρθει εδώ που ήταν καλύτερα μου λέει. Και χώνει στη ζούλα μελομακάρονα μέσα στη σακούλα με το ψωμί. "Κλαίει η ψυχή μου για τη χώρα κι ας είμαι εδώ μια ξένη εγώ". Ήρθε στα 18 της, πριν ξεσπάσουν εκεί οι ταραχές. Αλλά ακόμα ξένη την κάνουμε να αισθάνεται. Καμιά δεκαριά χρόνια μεγαλύτερή μου, μητέρα η ίδια, βγάζει το μητρικό της φίλτρο και την υπέροχη ευγένειά της σε μένα -και σε πολλούς που αισθάνεται ότι έχουν ανάγκη, ανάγκη ανθρωπιάς-, μια επίσης ξένη σε αυτή την πόλη.
Το πρόβλημα είναι ότι έγινε μια χώρα που κλαίει η ψυχή όλων όσων ζουν στα όριά της. Πλην ίσως τριακοσίων; Πλην Λακεδαιμονίων. Πάνω που πηγαίναμε να πειστούμε να περιμένουμε στις ουρές αγόγγυστα, ωσάν ευρωπαίοι ή αμερικανοί, να πάρουμε κι άλλα δάνεια, να βγάλουμε κι άλλες πιστωτικές, να τρέξουμε να καλύψουμε το απέραντο κενό μέσα μας, την έλλειψή μας, τη φτώχεια του πνεύματός μας, τη μακαριότητά μας, την απαιδεία μας και την απάθειά μας, κάτι έγινε, ΜΙΑ ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗ, βρε αδερφέ, κι εξήγηση δεν δόθηκε. Θα λάμψει η δικαιοσύνη. Και θα κερδίσει η δημοκρατία. Αναμφίβολα.
Καμένα τώρα τα καταστήματα των τραπεζών και των εμπορικών άντε να βρούμε παρηγοριά... Άντε να βρούμε απάγκιο χριστουγεννιάτικα. Μας κάψανε και το δέντρο, ρε παιδιά. Γίναμε και ρεντίκολο στον κόσμο. Μας ξεμπροστιάσανε τα παιδιά έξω στους ξένους. Έτσι, δεν γίνεται πάντα; Στην οικογένεια που πάσχει, που πεθαίνει, τα ζωντανά της μέλη επιχειρούν την ύστατη έξοδο και δείχνουν την παθογένειά της. Μόνο που σε συζητάει μετά ο κόσμος. Και χάνει η μόστρα σου και πάει ο τουρισμός σου. Άσε άμα μπλέξει και το παιδί με κακές παρέες και ναρκωτικά. Ζήτω που καήκαμε.
Κι έχω και το τζιπ σταθμευμένο στη γωνία πάνω στη ράμπα για ανάπηρους, βιάζομαι μη με γράψουνε, αλλά γραμμένους τους έχω όλους. Καλά που ανοίξανε τα καινούρια εμπορικά κέντρα και όλο και κάπου θα χωθούμε να περάσει η ώρα, να μην προλαβαίνουμε τίποτα. Εκτός κι αν απολυθούμε και αύριο βγούμε στην ανεργία. Άς όψεται η κρίση. Και τα χρυσά αυγά που κάνανε τα golden boys. Κάποιος πρέπει να τα σπάσει τα αυγά για να φτιάξει ομελέτα. Αναδυόμενη δυστυχία. Και ανάπτυξη. Βιάζομαι μη χάσω την επένδυση. Ρακένδυτη ψυχή.
Κατά τα άλλα, μάθε παιδί μου γράμματα, αλλά γράμματα αγράμματα. Κείνα που θα σου εξασφαλίσουνε πτυχίο-ευτυχίο, διαβατήριο ευδαιμονίας, κοινωνικής αναγνώρισης και φέρε μου τίτλους να καμαρώνω. Ανάπηρα γράμματα παπαγαλιστά. Να επαναλαμβάνεις μετά από μένα. Μην σκεφτείς ποτέ πριν από μένα. Σκάσε και φέρε βαθμούς. Πληρώνω και φροντιστήριο. Άριστα. Φέρε μου τίτλους. Μόνο η τηλεόραση θα σε σώσει. Μην ανοίξεις βιβλίο. Και τα καλύτερα θα σου 'χω αγορασμένα. Ρουχαλάκια μάρκες. Να φαίνεσαι στον κόσμο πρώτος. Σαν κι εμένα. Κι ας μην είσαι τίποτα. Σαν και μένα. Τον καθένα. Τον κανένα. Μάρκες, αγόρι μου, κορίτσι μου. Μάρκες. Όχι τον Μάρκες. Πού να τον έχω ακουστά; Σε ποιο κανάλι τον δείξανε; Τι ώρα; Α, δούλευα, αγάπη μου. Συγγνώμη, μάνα. Όχι, δεν προλαβαίνω να σε δω. Στην κηδεία σου και σ' αυτή ζήτημα είναι άμα προλάβω. Όχι, ρε μάνα, δεν θα σε βάλω στο γηροκομείο. Βασίλισσα θα σ' έχω στο σπίτι σου με την ξένη γυναίκα που θα πληρώνω μαύρα να σε ξεπροβοδίσει. Κοίτα μην την πολυβλέπει η γειτονιά κι έχουμε φασαρίες με αλλοδαπών και τέτοια. Δεν είμαστε γι' αυτά. Εμείς είμαστε για τα άλλα. Τα μακριά και μεγάλα.
Όχι, ρε παιδί μου. Άσε με. Έχω δουλειά. Κάποιος πρέπει να δουλεύει σ' αυτό το σπίτι για να χαλάς εσύ. Και σε χάλασα, αγάπη μου. Αντί για αγκαλιά κι αγάπη σου προσφέρω χειραψίες, άμα γίνεις μάνατζερ και στέλεχος να ξέρεις να χαιρετάς. Χαιρέτα μου τον Πλάτωνα. Α, και χτυπήματα στον ώμο. Φιλικά. Στο Δημόσιο, αδερφοί μου. Στο Δημόσιο. Μια θεσούλα να χωθείς, αγόρι μου. Εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί. Αλλά πιο φτωχοί γίνεται; Δεν γίνεται.

Tuesday, December 09, 2008

Σήμερα, μια άλλη χώρα

με ρωγμές.
Ορατές. Πια. Σε όλους.
Όχι μόνο στα τζάμια που καθρεφτίζουν την κατάντια μας.
Αυτά έχουν σπάσει. Δεν ξέρω πού θα δούμε τον εαυτόν μας.
Ποιο καθρεφτάκι θα διαλέξει ο καθένας;
Ή μήπως έσπασε κι αυτό και θα πάψει να μας λέει ψέματα;

Δυστυχώς, μόνη βεβαιότητα παραμένει το σπασμένο κλωναράκι με το όνομα Αλέξανδρος.

Όσο καίγεται η Αθήνα, η μικρή παραμένει στη γωνία με το ακορντεόν στα χέρια.
Στο περιθώριο.
Ένα παιδί.
Στην άκρη.

Δεν ξέρω τίποτα.
Μόνον αυτό.



Monday, December 08, 2008

Χαμένα

Το Σάββατο, περάσαμε όλη μας την ημέρα στα Εξάρχεια, με αφορμή το Μπαζάρ των Δρόμων Ζωής. Ήταν ένας μουντός καιρός που τον ράγιζαν μια στάλα τα ατέλειωτα γέλια μας. Επανέλαβα αρκετές φορές τα κλεμμένα από τις γιαγιάδες λόγια "σε καλό να μας βγουν τόσα γέλια". Ε, καμιά ώρα μετά που γυρίσαμε σπίτι, δεν μας βγήκαν. Θα μπορούσαμε να είμαστε εμείς στη γωνία εκείνη, μπορεί να είχαμε περάσει και λίγο πριν από κει. Αλλά δεν είμαστε. Ήταν ένα παιδί.
Τα γέλια πάγωσαν, όπως είχαν παγώσει και το πρωί του Σαββάτου που ανηφορίζαμε στην Τοσίτσα πίσω από το Πολυτεχνείο και βλέπαμε τα παιδιά ξαπλωμένα στο γρασίδι να τρυπιούνται, χαμένα.

Το ηλιοβασίλεμα ενός κυνικού

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 6/12/2008)

«…Το Εδιμβούργο δεν είναι υπεράνω ρατσισμού –οι πολωνοί εργάτες δέχονται επιθέσεις. Η μπλούζα λάθος ποδοσφαιρικής ομάδας μπορεί να θεωρηθεί υπεραρκετή πρόκληση…».



Μια αστυνομική ιστορία. Με ανοιχτό τέλος για την τύχη των πρωταγωνιστών της. Το δολοφόνο τον αναζητά ο αναγνώστης μαζί με τον επιθεωρητή Ρέμπους, μέχρι και τις τελευταίες σελίδες του μυθιστορήματος. Η ατμόσφαιρα αυτή που αρμόζει σε ένα βιβλίο μυστηρίου. Ομιχλώδης ως προς την εξέλιξη της υπόθεσης, προκειμένου να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον μέχρι και την έσχατη λέξη του.

Ακριβώς όπως ταιριάζει στον επιθεωρητή Ρέμπους, με την ιδιαίτερη αγάπη για τη μουσική και το εκλεπτυσμένο γούστο (ακούει Τζόνι Κας και προτιμά τα βινύλια από τα σιντί) και, την οξυδέρκεια, την παρατηρητικότητα, τη δίψα για την ανακάλυψη της αλήθειας, τη συνεχή ανάγκη να κινείται σε ένα ανασφαλές κι επικίνδυνο περιθώριο κοντά στους κανόνες, αλλά συχνά έξω και πέρα απ’ αυτούς, αλλά για την προάσπισή τους τελικά. Η καριέρα του δημοφιλούς ντετέκτιβ δύει φυσικά, ως επακόλουθο μιας γεμάτης σταδιοδρομίας. Δύει, όμως; Μπορεί να είμαστε κοντά στο φθινόπωρό της, αλλά δύσκολο να πούμε, αν όντως ήρθε ο χειμώνας για τον ίδιο τον πρωταγωνιστή. Ο συγγραφέας προτιμά να μας κρατήσει σε αναμμένα κάρβουνα.

Λίγες ημέρες πριν αποστρατευτεί ο επιθεωρητής, στο τελευταίο και πιο πρόσφατο μυθιστόρημα «Τελευταίο τραγούδι για τον Ρέμπους» του Ίαν Ράνκιν που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση της Αλεξάνδρας Κονταξάκη, κι ενώ προσπαθεί να συμμαζέψει τις εκκρεμότητές του και τους παλιούς του λογαριασμούς –ένας απ’ αυτούς ο πιο σημαντικός, δεν λέει να κλείσει με τίποτα, αυτός με τον κακοποιό κι αιώνιο εχθρό του, Κάφερτι- με τη συνάδελφό του Σίβον Κλαρκ και επίδοξη αντικαταστάτριά του, βρίσκεται και πάλι στη μέση του κυκλώνα: όταν ένας ρώσος ποιητής βρίσκεται δολοφονημένος, την ίδια ώρα που βρίσκεται στην πόλη του Εδιμβούργου μια αντιπροσωπεία ρώσων επιχειρηματιών. «…Εδώ που τα λέμε, έχει σχηματιστεί ολόκληρη ουρά απ’ αυτούς που δεν διαβάζουν ποίηση…». Η συγκυρία περιλαμβάνει το θάνατο, πραγματικό γεγονός, προσφάτως από πολώνιο-210 του Λιτβινένκο. Το κύκνειο άσμα του ο Ρέμπους θα αναγκαστεί να το χορέψει «φλερτάροντας» και πάλι με τον αιώνιο εχθρό του Κάφερτι που βρίσκει τρόπο, καταλαμβάνοντας τη μερίδα του λέοντος της εγκληματικότητας στη σκοτσέζικη πρωτεύουσα, να μπερδεύεται στο πόδια του. «…Δεν μπορείς να διαλέξεις την οικογένειά σου, σκέφτηκε από μέσα του, μπορείς όμως να διαλέξεις τους εχθρούς σου…». Τα πράγματα σκουραίνουν κι άλλο για την ομάδα του Ρέμπους, όταν ένας ακόμη άνθρωπος βρίσκεται νεκρός. Κι αυτός συνδέεται με έναν ευρύ κύκλο ατόμων που όλοι στο μυαλό του αναγνώστη, μπορεί να είναι οι δολοφόνοι. Η συσχέτιση των δύο εγκλημάτων περιπλέκει την κατάσταση.


Η Σίβον Κλαρκ έχει τον πρώτο λόγο στις έρευνες, αφού ο Ρέμπους παραμερίζεται ως σύντομα συνταξιοδοτούμενος, αλλά τα νήματα τα κινεί και πάλι εκείνος, μοιραία. «…Είχε πολύ καιρό να φορέσει τη στολή της αρχιφύλακα, αλλά η δουλειά της δεν ήταν απ’ αυτές που τις δηλώνεις πάντα έτσι απλά. Σε παρέες όπου είχε βρεθεί, πάντα κάποιοι ένιωθαν άβολα όταν μάθαιναν τι δουλειά έκανε. Το ίδιο κι όταν έβγαινε ραντεβού…». Τα χρόνια εμπειρίας που κουβαλά στην πλάτη του και η ικανότητά του να κλέβει την παράσταση, ακόμη κι όταν είναι έτοιμος να αποχαιρετίσει τις περιπέτειες, αφήνουν τη στάμπα του. Ο αναγνώστης δεν μπορεί παρά να τον λατρέψει, ακόμη και να ταυτιστεί μαζί του, ενώ δεν έχει κανένα στοιχείο εξωτερική περιγραφής του ήρωά του, όπως άλλωστε συνηθίζει ο Ράνκιν: να μην δίνει στοιχεία εξωτερικών χαρακτηριστικών των πρωταγωνιστών του. Δίνει τόσο πλούσια, όμως, τον ψυχισμό τους και την ιδιοσυγκρασία τους που μαγνητίζει τον αναγνώστη. Ο τρόπος που χειρίζεται το σασπένς, είναι επίσης δεξιοτεχνικός. Αν και είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται αργά και χορταστικά, κρατάει την αγωνία για την έκβαση της υπόθεσης, ακολουθώντας την κλασική συνταγή για το ξεδίπλωμα μια αστυνομικής υπόθεσης.

Η πόλη του Εδιμβούργου κι εδώ πρωταγωνιστεί, αφού αισθάνεται ο αναγνώστης ότι τριγυρνά κι εκείνος στους δρόμους της πόλης, χάρη στις πειστικές περιγραφές του Ράνκιν. Εκείνο το στοιχείο που συναγωνίζεται την αστυνομική πλοκή, είναι η σημασία που κατέχει για τον ήρωα, το Ρέμπους, η εξουσία, η αρχή, η δύναμη. Αν και αυτός εκπροσωπεί την αστυνομική αρχή, απεχθάνεται την ισχύ και την εξουσία και φυσικά τα πρόσωπα από τα οποία αυτή εκπορεύεται ή απλώς χρησιμοποιείται. Δεν έχει σε υπόληψη καμία μορφή εξουσίας. «…Το θέμα με την ανέλιξη, Σιβ, είναι ότι, σε κάθε σκαλί που ανεβαίνεις, περιμένει ένας ακόμα κώλος για φίλημα…», λέει κάποια στιγμή προς τη συνεργάτη του. «…Μερικοί φίλοι στα κατάλληλα πόστα και οι συμφωνίες κλείνονταν, οι μοίρες αποφασίζονταν…». Η διαφθορά είναι αυτό που έχει πολεμήσει σε όλη του τη ζωή. Αλλά δεν στερεύει. Η συνεχής διαπλοκή της με την εξουσία και την πολιτική την κρατά ακμάζουσα και κρυμμένη συχνά από την κοινή θέα, τουλάχιστον για κάποιο διάστημα. Ο Ρέμπους όμως ζητά απαντήσεις. «…Πιστεύω ότι βρισκόμαστε εδώ για κάποιο σκοπό. Και δεν πρόκειται να τον μάθουμε ποτέ αν δεν κάνουμε ερωτήσεις…». Δεν ικανοποιείται με κάτι λιγότερο. Ζητά την αλήθεια, χωρίς να είναι υπέρμαχος της ειλικρίνειας. «…Η ειλικρίνεια είναι το παν- αν μπορείς να προσποιηθείς ότι είσαι ειλικρινής, ποιος σε πιάνει…». Αν και τα μπαρ –οι ναοί της εξομολόγησης ελέω αλκοόλ- είναι το αγαπημένο σκηνικό του Ράνκιν να τοποθετεί τον ήρωά του. Τι σόι ντετέκτιβ θα ήταν αν δεν κινούνταν ευέλικτα ανάμεσα στις γραμμές αυτού του «υπόκοσμου-υπέρκοσμου», όπως λέει κι ο ίδιος; «…Τα μπαρ των ξενοδοχείων είναι ιδανικά. Γνωρίζεις αγνώστους εκεί και τους λες την ιστορία της ζωής σου αυτά τα είκοσι-τριάντα λεπτά που είσαι μαζί τους. Είναι απίστευτο τι λένε οι άνθρωποι σε τελείως αγνώστους…».

Ο κουρασμένος βετεράνος, ο λαβωμένος και μοναχικός αυτός άνθρωπος, ο ευφυής και κυνικός Ρέμπους, δεν έχει και πολλές διεξόδους στη ζωή του. Το φθινόπωρο της ζωής και της σταδιοδρομίας του τον καλεί να ρίξει τα φύλλα, να παραδώσει τα όπλα. Αλλά πώς θα μείνει ζωντανός; Ίσως σώζοντας τον ορκισμένο εχθρό του; Ποιος ξέρει; Ίσως μόνο ο Ίαν Ράνκιν να ξέρει ή ίσως ούτε κι αυτός ακόμα. Το ηλιοβασίλεμα πάντως πλησιάζει και με το «Τελευταίο τραγούδι για τον Ρέμπους», απλώς διακρίναμε τις πρώτες ανταύγειες του στον ορίζοντα.


Friday, December 05, 2008

Μην ξεχνιόμαστε...


Η χαρά που θα πάρετε, όσοι επισκεφθείτε το Μπαζάρ, είναι ανυπολόγιστα μεγαλύτερη απ' αυτή που νομίζετε ότι δίνετε...
Ραντεβού εκεί.



Thursday, December 04, 2008

Και

η μικρή κάτω.
Στη γωνία.
Και σήμερα.
Με το παιδικό ακορντεόν στα χέρια.
Μποφόρ.
Δένουν, λέει, τα πλοία στα λιμάνια.
Άγκυρα στα μικρά της δάχτυλα
τούτα τα πλήκτρα.
Μην την αρπάξει ο αέρας.



Wednesday, December 03, 2008

Στην αποβάθρα

Χλιαρή ημέρα, ζεστή και υγρή και μια μουντή συννεφιά. Διόλου ακεφιά. Μια μικρούλα με τους γονείς της. Χρυσά μαλλιά σε δυο κοτσίδια. Γαλάζια μάτια. Ροζ μπουφάν. Και γέλια. Ατέλειωτα. Με τον μπαμπά της. Το παντοτινό αντικείμενο της αγάπης της. Εκείνος φορτωμένος με το λάπτοπ, τα βάρη της καθημερινότητας. Η μαμά δίπλα να ενορχηστρώνει τη χαρά τους. Ανάλαφρη. Γαργαλιούνται και είναι σαν να γαργαλάνε με ευτυχία όλο το άγνωστο πλήθος γύρω τους. Στο τρένο.
Στο διπλανό κάθισμα, ένας σοκολατένιος μικρούλης. Με μάτια που σκίζουν την ομίχλη του πρωινού. Λαμπερά όσο κι η τεράστια αγάπη που ακτινοβολούν. Τους κοιτάζει και γελάει κι εκείνος με την ευτυχία τους. Γελάει κι ο μπαμπάς του. Δίπλα η μαμά με μαντίλα χρωματιστή και τζιν παντελόνι τιτιβίζει με τη διπλανή της. Στο χωριό μου φοράνε ακόμα μαντίλες οι γυναίκες, όταν πάνε για τις δουλειές στα χωράφια. Αυτές μου φέραν στο μυαλό, τώρα θα μαζεύουν ελιές.
Στην άλλη νοητή πλευρά της αποβάθρας, σκέφτομαι και το μωρούλι που έζησε δίπλα στους νεκρούς του γονείς στη Βομβάη, θρηνώντας μέσα στα αίματα...

Monday, December 01, 2008

"Ανθισμένες κερασιές"

Πρόκειται για μια ταινία βαθιά συγκινητική. Ποίημα. Για τη ζωή και το θάνατο. Για την ελευθερία να εκφράζουμε την ψυχή μας. Για την ανάγκη του δυτικού κόσμου να βγαίνει λίγο από τα τετράγωνα περιγράμματά του και να κοιτάζει τον εαυτό του στο καθρέφτισμα της παλιάς Ανατολής. Άπω.
Ένα ζευγάρι στη Γερμανία. Εκείνος ένα χρόνο πριν τη σύνταξη. Εκείνη υποταγμένη στην αγάπη τους. Με αφοσίωση. Εκείνη θα μάθει ότι ο άντρας της έχει πολύ λίγο καιρό ζωής. Μόνο που θα πεθάνει πρώτη. Και τότε εκείνος αποφασίζει να την γνωρίσει, κάτι που δεν είχε τολμήσει να κάνει σε όλη τους την κοινή ζωή.
Είχα καιρό να κλάψω στο σινεμά. Είχα καιρό να δω και τους άλλους γύρω μου να κλαίνε. Σε μια γεμάτη αίθουσα.
Μια ταινία γεμάτη συμβολισμούς. Κι ανθρωπιά. Αξίζει έστω και μια φορά στη ζωή μας να σταθούμε ν' αγναντέψουμε τις ανθισμένες κερασιές... Μέσα μας, γύρω μας, απέξω μας, στο πλάι. Εκεί απέναντι.

Η ξανακερδισμένη λογοτεχνία της ανθρωποκεντρικής σκέψης

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 29/11/2008)

«…Οι μελανιασμένες Νύμφες βγαίνουν στην ακροποταμιά – φωνάζουν τα συνθηματικά του ανάποδου ανέμου, φωνάζουν τα συνθηματικά της νοσταλγίας, της παράταιρης θλίψης, της λανθασμένης θάλασσας. Στις μελανιές τους, στο πυρωμένο κάρβουνό τους, στην απελπισία των ρυτίδων τους, στην αντίστροφη κόψη της αγάπης τους θα βρει το στερνό του καταφύγιο ένα χαμένο μωρό Ιρακινών ή Κούρδων, που το πήρε ο ποταμός Έβρος…»

Είναι ένας σύγχρονός μας συγγραφέας του οποίου το έργο αποτελεί αρραγές «φίλτρο» μπροστά στην ανοησία του κόσμου, τις κούφιες κουβέντες του σιναφιού, τη μικρόψυχη αντιμετώπιση της λογοτεχνίας αποκλειστικά ως βιβλιοπαραγωγής και την αποδέσμευση τόσο συχνά –και εκ του πονηρού φυσικά- της μυθοπλασίας από τη διανόηση και τη σοβαρή φιλοσοφική θεώρηση του κόσμου. Ο Θανάσης Τριαρίδης. Ο λογοτέχνης αυτός, λοιπόν, πέρα από το ότι κατέχει την τέχνη του, αφού από το πρώτο του κιόλας μυθιστόρημα «Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα» (Εκδόσεις Πατάκη, 2000) έδειξε να έχει κατακτήσει ολοκληρωμένα τα μέσα που είχε στη λογοτεχνική του διάθεση, κάνει ένα βήμα παραπέρα.
Ένα σημαντικό βήμα παραπέρα: ενσωματώνει με έναν έντονα βιωμένο τρόπο όλο το λογοτεχνικό παρελθόν του 20ου αιώνα –σίγουρα της ελληνικής δημιουργίας, αλλά και σε ευρύτερο βάθος χρόνου της ευρωπαϊκής αναγέννησης και πολιτισμένης σκέψης- σε μια γραφή που ταιριάζει στις συνθήκες και τους όρους του 21ου αιώνα. Ο Τριαρίδης, την ώρα που ομότεχνοί του ασθμαίνοντας τρέχουν να προλάβουν το τρενάκι της κενής βιβλιοπαραγωγής, αποδεικνύεται κατάφωρα καινός, εισαγάγοντας στη σύγχρονη δημιουργία μια –αυτονόητα ζητούμενη- προβληματική που παραδόξως απουσιάζει: της ανθρωπινότητας. Αλλά άμα είσαι απασχολημένος να γράψεις βιβλία –για το εγώ σου- ξεκομμένα από την ανθρώπινη ολότητα, οικουμενικότητα, πώς να δεις μετά τον άνθρωπο; Και τα βάθη του; Και τα ύψη του; Και τα τάρταρά του;
Ο Θανάσης Τριαρίδης, φτάνει σε χωράφια «επικά» της αναζήτησης της ελευθερίας και των ορίων του ανθρώπου, της ύπαρξής του, μέσα από τη λογοτεχνία, την ίδια ώρα που άλλοι διαγκωνίζονται -να αποδώσουν στον ίδιο τους τον εαυτό την ιδιότητα του συγγραφέα ή του λογοτέχνη ή του ποιητή- διεκδικώντας ένα ξεροκόμματο φαιδρής κι ανάπηρης δημοσιότητας ή μια σαχλή διάκριση αναμεταξύ τους οι λογοτεχνίζουσες περσόνες. Και ο κόσμος έξω καίγεται. Κυριολεκτικά. Και ο Τριαρίδης κάνει το αυτονόητο για ένα λογοτέχνη που δεν ξεχωρίζει τη διάνοιά του από την ποιητική του έκφραση και δημιουργική οντότητα: βλέπει τη φωτιά που καίει τον κόσμο και δεν την μπερδεύει με τα φλας των κοινωνικών σχέσεων. Αυτονόητο; Ρίχνει την -άμετρα κάποτε- ταλαντούχα λογοτεχνική του ματιά σ’ αυτή τη φωτιά και άλλοτε καίγεται και ο ίδιος, άλλοτε σβήνει τη φωτιά –στη ψυχή- των άλλων.
Εκτός συναγωνισμού –μου επιτρέπει, για να μην πω, μου υπαγορεύει την αμετροέπεια το ίδιο του το έργο- από την ηλικιακή γενιά του που ακόμα προσπαθεί να αποδείξει κάτι (Δεν ξέρω τι. Ούτε σε ποιον. Ίσως ότι αξίζει να εκδίδεται και να διαβάζεται), ο Τριαρίδης φέρει στη λογοτεχνική του ταυτότητα κάτι από τη δίψα για ελευθερία και την έντονη υπαρξιακή αγωνία του Καζαντζάκη* κάτι από την κοσμοπολίτικη ψυχαναλυτική ματιά του Εμπειρίκου* κάτι από την απλότητα και την κλασική παιδεία του Καβάφη* κάτι από την ειρωνεία του Καρυωτάκη* κάτι από τη θρησκευτικότητα της ψυχής του Ντοστογιέφσκι* κάτι από το μαγικό ρεαλισμό του Μάρκες –άνετα τον λες Μάρκες των Βαλκανίων για τα πρώτα του έργα (το προαναφερθέν μυθιστόρημα, αλλά και τα αφηγήματα:
«Το τρυφερό μαχαίρι του Πέτρο Μπόλε» (Πατάκης 2002), «Η παγωμένη καρδιά των ευτυχισμένων ανθρώπων» (Πατάκης 2002), «Το χαραγμένο σιτάρι» (Πατάκης 2002), «Η μουγγή καμπάνα» (Πατάκης 2003). Και όλα αυτά χωρίς τυμπανοκρουσίες. Πληθωρική προσωπικότητα ο ίδιος, δεν χωράει σε κανέναν χώρο, κανένα περίγραμμα, κανένα δοσμένο κύκλο. Μόνο που έχει ένα ισχυρό οπλοστάσιο: την παράδοση της ευρωπαϊκής κουλτούρας εμπεδωμένη τόσο καλά μέσα του, στη στάση του ως ανθρώπου και λογοτέχνη, που τον διαχωρίζει σαφέστατα από εκείνους που στρέφουν το βλέμμα τους στην Αμερική και τη λογοτεχνική της ύπαρξη για να δουν τον εαυτό τους και τους άλλους. Εκ τέτοιας αντανακλάσεως δεν καταδέχεται να πει την ιστορία του ο Τριαρίδης, εκτός κι αν πρόκειται για κανένα μεγάλο αναγεννησιακό πίνακα ζωγραφικής που αφήνει εκεί να καθρεφτιστεί η αγωνία του.
Αφορμή για να γραφτεί τούτο το κείμενο είναι η έντυπη έκδοση- γιατί τα βιβλία του υπάρχουν ολόκληρα και ελεύθερα από πνευματικά δικαιώματα στο διαδίκτυο- ενός βιβλίου που αναρτήθηκε το 2007 στην ιστοσελίδα του και κυκλοφορεί τώρα στα βιβλιοπωλεία από τις Εκδόσεις Τυπωθήτω. Πρόκειται για το «Ich bebe* όταν οι αμαξάδες μαστιγώνουν τ’ άλόγα, ανιστόρηση του τρόμου μου», ένα βιβλίο στο οποίο αναμετράται ο συγγραφέας με τη νιτσεϊκή σκέψη που στοίχειωσε τόσο το έργο του Καζαντζάκη. Γραμμένο με κατατετμημένη δομή -πέρα από την πλοκή αλλά όχι πάνω απ’ αυτή, αφού οι επιμέρους ιστορίες διαθέτουν πλοκή και μάλιστα ανεστραμμένη των πραγματικών γεγονότων, λοξή πλοκή-, με ιστορίες-κάτοπτρα του ίδιου κατακερματισμένου καθρέφτη, το εν λόγω έργο ειρωνεύεται τον ίδιο τον Υπεράνθρωπο του Νίτσε. Φωτίζει από παράδοξες, «παρεκκλίνουσες» λογοτεχνικές γωνιές την ανθρώπινη αδυναμία, την ανημπόρια μας να αντέξουμε το τέλος.
Ε
υφυής η σύλληψη της ιδέας από τον Τριαρίδη, άλλωστε αυτό που χαρακτηρίζει τη σκέψη του, είναι η ικανότητά του να είναι αναλυτικός και ταυτόχρονα να ανασυνθέτει λογοτεχνικά την πραγματικότητα με τρόπο πρωτότυπο, διαφορετικό, υποταγμένο στη δική του φιλοσοφική θέαση του κόσμου και των πραγμάτων. Η βιοθεωρία και η κοσμοθεωρία του -που ευτυχώς μέχρι τώρα ταυτίζονται και γι’ αυτό τον κάνουν απόλυτα συνεπή άνθρωπο και λογοτέχνη- καθοδηγούν την τέχνη του και όχι το αντίστροφο. Το κανένα Εγώ που ξεπροβάλλει από το έργο του Τριαρίδη, αναδεικνύει τον άνθρωπο, τα μέσα του προβλήματα που προβάλλονται σε κλίμακα μεγέθυνσης στην κοινωνία, τα στεγανά και τις ανισορροπίες του που έχουν τις ρίζες τους στην προκατάληψη και την εξουσία. Μιλά για τον κάθε ένα συντριμμένο άνθρωπο ξεχωριστά. Σε αντίθεση με τα τόσα συγγραφικά στραμπουληγμένα Εγώ γύρω μας που καταβαραθρώνουν την ανθρωπιά στο βωμό τάχα μου της λογοτεχνίας. Γι’ αυτό και τα βιβλία του Τριαρίδη ξεχωρίζουν από το σωρό, ακτινοβολούν υγιή αμφιβολία, καλοδουλεμένη λογοτεχνία που συνδέει το πρώτο μισό του 20ου αιώνα με τις απαρχές του 21ου στην ελληνική δημιουργία, δομημένα σε ένα προσωπικό πλέγμα ανθρωποκεντρικής φιλοσοφίας και διανόησης. Μιλάμε για μια ξανακερδισμένη λογοτεχνία. «..Να μην το συζητάμε, να μην το καταλάβουμε, να μην το βιώσουμε. Να φωνάξουμε αστυφύλακες και ψυχιάτρους για κάθε ενδεχόμενη παρεκτροπή, φιλοσόφους και ποιητές να μας μιλήσουν για το χαρούμενο μέλλον, για τη χαρούμενη εξέλιξη, για τη μεγάλη Εποχή. Ένα μπιμπερό στο ντορβαδάκι μιας πεθαμένης γυναίκας στον ποταμό Έβρο δεν σημαίνει τίποτε… Αχ, να σκεφτούμε ένα παραμύθι. Ας πούμε, μια κόκκινη κλωστή δεμένη…».