Thursday, November 27, 2008

Και του …σαλονιού

Χαρτί τσαλακωμένο. Δέντρα ρημαγμένα για πέντε λέξεις σκαλισμένες. Στην αφή. Απευθύνονται. Με πίεση το στυλό πατάει στο μελάνι του. Η γραμμή συνεχίζεται πάνω στο λευκό καναπέ. Μίνιμαλ. Τραπεζάκι. Στριμωχτό. Να χωράνε κι οι άνθρωποι. Πολλοί. Με το ζόρι. Μάξιμαλ. Φαίνεται. Δεν είναι. Πολλοί. Ίσον. Κανένας. Ακριβές σοκολάτες. Λειώνουν για χάριν γούστου. Άγουστου. Ακριβές παρλάτες. Τελειώνουν για χάριν σιωπής. Δήθεν. Η μυρωδιά ασφυκτική. Καλές κολόνιες. Καλύτερα στο δρόμο. Αέρας. Εδώ λείπει. Μαζί και το φως. Επιδεικτικά. Σαλονάκι. Όχι από τριανταφυλλιά, τρόπαιο ελληνικής ταινίας. Οξιά. Οξύτητας μετρίας. Οι άνθρωποι. Δεν απευθύνονται. Ευθύνονται. Στη θέα. Μόνο γι’ αυτή νοιάζονται. Όχι, δεν έχει θέα. Μόνο θέαση. Τηλεθέαση. Από κοντά. Πληκτικά. Φλιτζάνι αδειασμένο. Με κατακάθι. Χαμόγελα. Αγκάθι. Αποστείρωση μυαλού. Στείρωση πνεύματος. Μάξιμαλ ψέματος. Μίνιμαλ φλέγματος. Α, και τα παπούτσια. Λένε αλήθεια. Από συνήθεια. Τα χέρια μαζεμένα. Καθώς πρέπει. Κατά πού να ρέπει; Το χαρτί παραπαίει. Στο χάσμα. Ανάμεσα. Εν τω μεταξύ. Μένει η γραμμή. Μελάνι. Ποιο καλαμάρι στύφτηκε; Καλαμαράδες. Ο βυθός είναι πολύς και δύσκολος. Στην επιφάνεια με τους φελλούς. Με τους πολλούς. Οξύνους. Σαλονάκι οξιάς. Ουχί τριανταφυλλιάς. Το πάθος κοστίζει. Μέσα. Άχθος. Έξω πλήθος. Ω, τι ήθος! Τζίφος. Το χαρτί παραπαίει. Στο χάσμα. Ανάμεσα. Εν τω μεταξύ. Μένει η γραμμή.

Wednesday, November 26, 2008

Του λιμανιού

Περαστικός στο λιμάνι. Περαστικά. Όλες οι φυλές του κόσμου. Του μέσα κόσμου. Στη γωνία στημένοι οι απέξω απ' όλα. Ζητάνε. Ή πουλάνε. Και σ' αγοράζουν. Ξεπουλάνε. Το χρόνο. Να αποκτήσουν ρευστό. Ο χρόνος δεν ρέει. Σταματά. Διαβάτης σε φανάρι. Τα ταξί σε πατάνε. Στον Πειραιά. Τι να σου πούνε τα τραγούδια του. Φτερωτοί οι πεζοί περνούν. Πάνω στα πατημένα παπούτσια τους. Τα ξεχειλωμένα. Και στις γόβες τις ξεφλουδισμένες στην άκρη. Κάθετες αχτίδες κόβουν φέτες τη στιγμή. Σε μια κλωστή. Βαβούρα. Της ζωής. Σιωπηλά μάτια. Και οσμές. Της φυγής. Λιμάνι για λίγο. Και μετά μπαρκάρισμα. Ξεμπάρκαρα, μπάρμπα. Το αλάτι υπερίπταται. Κολλάει στα μαλλιά. Αρμυραίνει τα μυαλά. Το νερό αιωρείται. Ελπίδα. Σε κάθε δρόμου. Τον ορίζοντα. Στο ανήλιαγο στενό. Ο παπάς διώχνει τη νεαρή ζητιάνα. Με το μωρό. Στην αγκαλιά. Εκμεταλλεύεσαι το παιδί. Λέει. Τη ραπίζει με λέξεις. Στα μαρμάρινα σκαλοπάτια. Μέσα τα κεριά καίνε. Οι φλόγες.Τα κέρματα κυλάνε στο παγκάρι. Και τα δάκρυα στα πρόσωπα. Οι φλόγες. Αρμυρές στάλες. Μετάνοια. Χωρίς. Καλά που δεν άναψες κερί. Καλά που δεν έριξες. Ρευστό. Του λιμανιού. Ο Ποσειδώνας έχει λουφάξει. Ο Άγιος Νικόλας αποστρέφει το βλέμμα. Ριπή οφθαλμού.

Monday, November 24, 2008

Η σκληρή τρυφερότητα της μοναξιάς

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο, 22/11/2008)

"…Όμως οι καρδιές των μικρών παιδιών είναι ευαίσθητα όργανα. Ένα κακό ξεκίνημα σ’ ετούτο τον ντουνιά μπορεί να τις λυγίσει και να τους δώσει σχήματα παράξενα. Η καρδιά ενός πληγωμένου παιδιού μπορεί να ζαρώσει τόσο που να μείνει για πάντα σκληρή και βλογιοκομμένη σαν το κουκούτσι του ροδάκινου. Ή, πάλι, μπορεί ν’ αφορμίσει και να πρηστεί έτσι που καταντά βάρος αβάσταχτο, μυγιάγγιχτη και πονεμένη…"



Ύφος καθαρό και στέρεο. Στιλ που ξεχωρίζει από των υπολοίπων της γενιάς της
στην Αμερική. Τρυφερή σκληρότητα και αιχμηρή απαλότητα αποπνέουν οι ιστορίες της. Θεματολογία που φαίνεται να ψάχνει παντού τις ρίζες της μοναξιάς. Της μοναξιάς με τους άλλους και χωρίς τους άλλους. Ίσως γι’ αυτό είχε πει ότι το γράψιμο για κείνη ήταν η αναζήτηση του Θεού. Σχετικά σύντομο το έργο της, άφησε χώρο σε κάποιον σαν τον Άρθουρ Μίλερ να μη διστάσει να την χαρακτηρίσει ελάσσονα συγγραφέα.
Ύπαρξη ταλαιπωρημένη από τις ασθένειες. Με πληγές. Στις αποσκευές της ζωής της είχε έναν αποτυχημένο -καθώς και οι δυο τους διατηρούσαν ομοφυλοφιλικές σχέσεις- εις διπλούν (παντρεύτηκαν μεταξύ τους δύο φορές) γάμο με τον -επίσης ματαιωμένο- συγγραφέα και τελικά αυτόχειρα Reeves McCullers, από τον οποίο πήρε και το όνομά της. Προσωπικότητα που έκανε τον Μπουκόφσκι να γράψει ένα ποίημα για κείνη. Στενοί της φίλοι ήταν ο Τρούμαν Καπότε και ο Τενεσί Ουίλιαμς. Η Lula Carson Smith. Το κανονικό της όνομα. Γνωστή ως Carson McCullers.
Ταλαντούχα. Καταρχάς στο πιάνο. Πήγε στο φημισμένο Τζούλιαρντ άλλωστε, για να σπουδάσει τη μουσική που αγαπούσε, αλλά αποφάσισε να γίνει συγγραφέας. Και έγινε. Ο Γκράχαμ Γκριν της αναγνώρισε ότι μετά τον Ντ. Χ. Λώρενς, μόνο αυτή και ο Φώκνερ διέθεταν γνήσια ποιητική αισθαντικότητα. Την προτιμούσε ο ίδιος, και από τον Φώκνερ και από τον Λώρενς, γιατί δεν προσπαθούσε να περάσει κάποιο «μήνυμα» με τα κείμενά της. Ο Γκορ Βιντάλ επίσης ξεχωρίζει τον ταλέντο και τη γραφή της.
Οι εκδόσεις Κέδρος μόλις επανεξέδωσαν το βιβλίο της «Η μπαλάντα του λυπημένου καφενείου», που είχε γράψει το 1951 και το οποίο είχε βγει το 1969 και πάλι από τον Κέδρο σε μετάφραση Μένη Κουμανταρέα. Όπως αναφέρει ο ίδιος στον πρόλογό του, άλλαξε ελάχιστα σημεία από την πρώτη μετάφραση, μόνον εκείνα που του φαίνονταν παλιομοδίτικα ή κράτησε ορισμένα απ’ αυτά, ακριβώς για να διακρίνεται η πατίνα του χρόνου. Η πρόζα της McCullers σε οδηγεί να την ακολουθήσεις σε μια εντελώς παράδοξη ιστορία που ωστόσο κρύβει τόση μοναξιά, τρυφερότητα, σκληρότητα και δοκιμασία που σε απορροφά αναγνωστικά.
Κεντρική ηρωίδα της η Δεσποινίς Αμέλια. «…Μόνο με τους ανθρώπους η Δεσποινίς Αμέλια δεν ένιωθε άνετα. Τους ανθρώπους, εκτός κι αν είναι άβουλοι ή άρρωστοι πολύ, δεν μπορείς να τους πάρεις στα χέρια και μέσα σε μια νύχτα να τους αλλάξεις σε κάτι που ν’ αξίζει και ν’ αποδίδει περισσότερο…». Μια αντρογυναίκα που ζει στον αμερικανικό Νότο και ξέρει να επιβάλλεται απολύτως στο μικρόκοσμό της. Φιλοχρήματη και ρωμαλέα. Δεν διστάζει να πιάνεται στα χέρια με άντρες δυνατότερούς της και να τους νικάει. Στο παρελθόν της χάσκει η τρύπα ενός αποτυχημένου γάμου που τον αποσιωπούν άπαντες. Ξαφνικά στη ζωή της μπαίνει ένας καμπούρης νάνος. Και την αλλάζει. Προς το καλύτερο. «…Υπάρχει ένας τύπος ανθρώπου με μια ιδιότητα που τον κάνει να ξεχωρίζει από τ’ άλλα, τα πιο συνηθισμένα ανθρώπινα πλάσματα. Ένας τέτοιος άνθρωπος κατέχει ένα ένστικτο που συνήθως το βρίσκει κανείς μόνο στα μικρά παιδιά* το ένστικτο να επικοινωνεί άμεσα και ζωτικά με τον κόσμο γύρω του…».
Με την παράδοξη σχέση του μαζί της, η ψυχή της μαλακώνει κι αφήνεται. «…καλύτερα να ζεις παρέα με τον χειρότερο εχθρό σου παρά ν’ αντιμετωπίζεις τη ζωή μόνος…». Ένα μέρος του σπιτιού της μετατρέπεται σε καφενείο όπου βρίσκει καταφύγιο η πληγωμένη εξωτερικά μορφή του νάνου και η ακατανόητη από τους υπολοίπους σχέση τους. Το καφενείο στήνεται σχεδόν από μόνο του μπροστά στα μάτια των κατοίκων –με την σιωπηρή τους συναίνεση και συγκατάθεση, με την απρόσμενη συμμετοχή τους- της περιοχής που συχνάζουν στο μαγαζί της Αμέλια και οικοδομείται πάνω στην ανάγκη τους να βρεθούν μαζί. Και ίσως να μοιραστούν σιωπηλά μια λύπη. «…Γιατί η ατμόσφαιρα σ’ ένα καφενείο που σέβεται τ’ όνομά του συνεπάγεται τούτες τις ιδιότητες: σύμπνοια, γαστρονομικές απολαύσεις και μια κάποια ευθυμία και χάρη στη συμπεριφορά…».
Εκείνο όμως που ενώνει την Αμέλια και το νάνο είναι η συμφορά. Η συμφορά που κουβαλούν και οι δυο στη ζωή τους. Όσο κι αν ακουμπά ο ένας τη ζωή του στον άλλον, δεν μπορεί να σβήσει το Κακό που φέρουν κι οι δυο τους από άλλες πλευρές, αλλά το φέρουν και είναι το ίδιο. Στην προκειμένη περίπτωση δεν κερδίζει το καλό και η αγάπη και η συμπόνια και η κατανόηση και η ανθρωπιά, αλλά το κακό. «…Ποτέ άλλοτε οι άνθρωποι δεν αφήνουν τους εαυτούς τους τόσο αδέσμευτους και παράτολμα ευτυχισμένους παρά σαν διαγράφεται στον ορίζοντα κάποια πιθανότητα γι’ αναταραχή ή συμφορά…».
Και ο παράδεισος που έφτιαξαν οι αλλόκοτες τούτες λογοτεχνικές φιγούρες, εκπίπτει. Από μόνος του. Κι όσο κι αν φρόντισαν οι ήρωες ο ένας τον άλλον κι αν νιώσανε αγάπη μεταξύ τους, (γιατί ακόμη και «…Τα πιο αλλόκοτα πλάσματα μπορεί να γίνουν αντικείμενο αγάπης…Ένας καθ’ όλα μέτριος μπορεί να γίνει η αιτία μιας αγάπης άμετρης, άσωτης και ωραίας σαν τα δηλητηριασμένα κρινάκια του βάλτου…η αξία και η ποιότητα του έρωτα ορίζεται μόνο από εκείνον που αγαπά…»), έρχεται το αδηφάγο παρελθόν και τα τινάζει όλα στον αέρα. Έτσι για να επιβεβαιώσει τα στερεότυπα. Για να ειρωνευτεί την τύχη των ανθρώπων. Για να παίξει με την τρωτότητά τους. «…Μα η ανθρώπινη ζωή δεν είναι κοστολογημένη* σου δίνεται τζάμπα και παίρνεται πίσω δίχως να πληρώσεις. Σαν τι ν’ αξίζει άραγε;…». Για να ακονίσει τις διαφορές και τις διαφορετικότητές τους και να τους εγκαταλείψει μόνους και πληγωμένους, σαν και τη λύπη. Που όσα καφενεία κι αν στήσει κανείς, με όσους κι αν τη μοιραστεί, αν θέλει εκείνη, μπορεί να τον νικήσει δια παντός. «…Ενόσω έτρωγε, ένα δάκρυ κατρακύλησε στα λερά του μάγουλα -μα δεν ήταν παρά ένα ρετάλι δάκρυ και που δεν αξίζει να γίνεται λόγος…».
Διαβάζοντας το βιβλίο, χωρίς να ξέρει τίποτα ο αναγνώστης για τη ζωή της συγγραφέως, εισπράττει στο ακέραιο τα ψυχικά τοπία που την ταλάνιζαν και στα οποία περιπλανιόταν. Μαθαίνοντας πέντε εξόφθαλμες πληροφορίες για τη ζωή της, μπορεί να αντιληφθεί τις αντιστοιχίες του έργου της με την ίδια. Για να εκτιμήσει το ταλέντο της, αρκεί να αφεθεί στις λέξεις της, στη μοναξιά που αναδύουν, στην ευθύτητά τους που τρυπάει τον αναγνώστη σαν περίστροφο που βάλλει γυρισμένο προς τον ίδιο με ένα μαξιλάρι ανάμεσά τους.



Wednesday, November 19, 2008

Το κύμα


Ξεπλυμένη πόλη.
Τα σιντί διώκουν
περιστέρια
κι
αστράφτουν κακεντρεχώς.
Πιτσουνάκια να ξεπαστρέψουμε πάση θυσία.

Ανέμελα εκείνα περιπατούν
εις τα μπαλκόνια
όταν εσύ δεν είσαι εκεί.
Η αγάπη ανθεί ερήμην σου.
Α, ναι φερομόνες.
Ας πάψεις να φέρεις.
Μόνες οι τέντες ανεμίζουν, μόνες.

Γαλάζιο φόντο.
Κάποιος ανακατεύει τις νερομπογιές.
Νέφη και ήλιοι.
You and your monkey.
Monk.
Ink.
Ζωγράφος.

Ζω.
Γράφω.

Κάτω πατημένα φύλλα. Φθινοπώρου.
Πάνω στάλες. Σε λίγο κι εκείνες κάτω.
Σπλαπ.
Up.
Το κύμα φλαπ.
Ρίπτει.
Κύβος
όπου δεν πίπτει
ράβδος.


Monday, November 17, 2008

Στη μνήμη του Γιώργου Κοίλιαρη

Όταν σβήνουν οι αυτόπτες μάρτυρες των σφαγών, των πολέμων και των τραγωδιών, ο κόσμος γίνεται χειρότερος κατά μια αλήθεια. Αυτή η αλήθεια του Γιώργου Κοίλιαρη ήδη χάσκει μόνη της χωρίς τη φωνή, την παρουσία του, τη δημοσιογραφική του οντότητα.
Θυμάμαι ότι τον παρακολουθούσα πριν πολύ καιρό στην κρατική τηλεόραση να βρίσκεται στην Εθνική Οδό και να περιγράφει μια έξοδο των Αθηναίων, μια συνηθισμένη έξοδο των Αθηναίων, αυτή την τόσο συνηθισμένα αιματηρή έξοδο. Αυτόν τον άλλο πόλεμο. Τον πόλεμο όχι των άλλων, το δικό μας. Δεν έχω δει μεγαλύτερη σοβαρότητα σε ρεπορτάζ, πληρότητα και δυναμική.

Χάσαμε έναν αυτόπτη μάρτυρα της φρικαλεότητάς μας, της απανθρωπιάς και της μνήμης τη στιγμή που γεννιέται.

Friday, November 14, 2008

Άνθρωποι ανοιχτά βιβλία

Είναι κάτι άνθρωποι ανοιχτά βιβλία. Μιλάς τρεις ώρες μαζί τους και είναι σαν να έχεις διαβάσει όλο το νόημα της ζωής που δεν χωράει σε κανένα βιβλίο. (Μην το ψάξεις και μην το γράψεις, μόλις το διάβασες. Δεν μπορείς να το αναλύσεις. Ούτε να το εξηγήσεις. Στερέψανε οι λιγοστές σου λέξεις.)
Ξεδιπλώνουν την προσωπική τους αφήγηση και νιώθεις τόσο ανίσχυρος μπροστά στην πραγματικότητά τους, την αλήθεια τους. Δεν σου αφήνουν περιθώρια να κάνεις τις παιδιάστικες αλχημείες σου και να χτίσεις τον προσωπικό τους μύθο. Το έχουν κάνει εκείνοι για τον εαυτό τους. Πολύ καλά. Και κοιτάς τους άλλους γύρω, εκείνους με τις κομματιασμένες φτιαχτές αφηγήσεις και είναι να τους λυπάσαι. Μαραγκιασμένοι μέσα στις φτωχές τους λέξεις. Κι εσύ μαζί σ' αυτούς κάποτε, μπορεί και πάντα.
Οι άνθρωποι ανοιχτά βιβλία με τα φωτεινά μυαλά και τα απροσποίητα λόγια, λοιπόν, γκρεμίζουν τους άλλους από τον καλό τους θρόνο, εκείνο το χάρτινο παραγεμισμένο περίτεχνα από μιζέρια και θλίψη και ψευτιά. Και απεριόριστες συμβάσεις. Πολύ εύκολα. Πολύ απλά. Πολύ καλά. Με μια αλήθεια γραμμένη με άλφα μικρό, γιατί είναι δική τους, ολόδική τους και μαζί όλου του κόσμου, γι' αυτό δεν μπορεί να τους την πάρει κανείς. Ούτε κι εσύ να την πάρεις να την κάνεις βιβλίο. Γιατί είναι ζωή. Κι αλήθεια. Και τρέλλα με δύο λ. Μια ολόκληρη αλφαβήτα. Συγκινητικά σφυρηλατημένη -με ειρωνεία, χιούμορ και πολύ γέλιο, ακόμη και μακάβριο- σε λευκόχρυσο...


*****Για τη χθεσινή βραδιά, στον Τάκη, τον πιο ευφυή μάγκα άνθρωπο που ξέρω. Ανοιχτό βιβλίο. Με ένα χιούμορ που καρφώνεται στην καρδιά σαν μαχαίρι και σε κάνει να γελάς μέχρι δακρύων. Μάλιστα, Κύριε.

Thursday, November 13, 2008

Κοίτα απ' το παράθυρο

την πανσέληνο να βγαίνει μέσα απ' τα στόρια.
Σήκω από την καρέκλα και τρέχα να την προλάβεις.
Δεν είναι τόσο μωβ ο ουρανός
ούτε τόσο χρυσή η σελήνη
σαν και χθες.
Δεν είναι
τόσο
κοντινό
το φεγγάρι.
Μα μια
φωτογραφία.
Με κακή μηχανή τραβηγμένη.
Μόνο για να σε σηκώσει από τη θέση σου.
Μόνο για να αναρτήσει τα μάτια σου στο θόλο.
Και να ξανακοιτάξεις στο μέσα ουρανό με γαλήνη.
Αλαφιασμένη σαν ξεχασμένη ευθύνη η φεγγαράδα
πλανήθηκε στον ορίζοντα τόσο μεγάλη να την δεις ακόμα κι εσύ πίσω απ' τα κενά και τις λέξεις στο χάρτινο story.


Wednesday, November 12, 2008

συναισθηματική αρωγή

Είναι κάτι άνθρωποι κομμένα δέντρα
για κάψιμο στο τζάκι
των άλλων

πυρ

και μανία
να τους ζεστάνουν μέχρι αηδίας
να ψήσουν στη θράκα
από τα μέλη τους, τα συναισθήματα.
Χωρίς συνθήματα.
Τα μέλη τους τα συναισθήματα.

Άμα σε ρωτήσουν τι έκανες,
να πεις μόνο
"συναισθάνθηκα τον κόσμο μέχρι βλακείας"
.
Α, κι άφησες και μια χούφτα στάχτη.
Μην το 'χεις άχτι.

Μούσκεψε το κούτσουρο μπας και γλιτώσεις.
Μπορεί και να βρέξει.
Αν στρέξει.


Monday, November 10, 2008

"Ich bebe"

"Το πρωινό της 3ης Ιανουαρίου του 1889 στην πλατεία του Καρόλου Αλβέρτου στο Τορίνο ένας αμαξάς μαστιγώνει το άλογό του – όπως συνήθως. Ο περαστικός Φρειδερίκος Νίτσε ορμάει κλαίγοντας και αγκαλιάζει τον λαιμό του ζώου· αμέσως μετά σωριάζεται καταγής. Ήταν, λένε, το σημείο μηδέν της διανοητικής κατάρρευσης –ή του ολοκληρωτικού επαναπροσδιορισμού– του Γερμανού φιλοσόφου, έντεκα χρόνια πριν τον βιολογικό του θάνατο, τον Αύγουστο του 1900.
Τρεισήμισι χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1892, ο Νίτσε βρίσκεται παράλυτος στο κρεβάτι του και βυθισμένος (;) στην ασυνειδησία: όταν η μητέρα του τον ρωτάει, κατά τη συνήθειά της, «με αγαπάς;» επιμένει να της απαντάει αντί για Ich liebe (σε αγαπώ) την φράση Ich bebe (που σημαίνει τρέμω). Λανθάνουσα γλώσσα ενός σβησμένου νου – ή κάτι άλλο;". Για την έντυπη έκδοση του βιβλίου του Θανάση Τριαρίδη "Ich bebe* όταν οι αμαξάδες μαστιγώνουν τ' άλογα" που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Τυπωθήτω.

Παραθέτω ένα αγαπημένο απόσπασμα από το βιβλίο, το κεφάλαιο 32:


32

Ο Φραγκίσκος και τα μυρμήγκια


Αγάπαγε πολύ, που λες, τα μυρμήγκια ο Φραγκίσκος

(κι όλα, βέβαια, τα ταπεινά της πλάσης),

που κάποτε αποφάσισε να τα φιλήσει.

Έπεσε μπρούμυτα, λοιπόν, σε μια μυρμηγκοφωλιά

κι άρχισε να τα φιλάει τα μυρμήγκια,

«ευλογημένα να 'σαστε, μυρμήγκια μου» έλεγε και ξανάλεγε,

και δώσ' του να χώνει το πρόσωπό του στη γη.


Και μαζεύτηκε κόσμος γύρω του και τον κοιτούσε

κι όλοι τον θαύμαζαν για την ταπεινότητά του –

και τη φτιάχνανε κιόλας τη νέα ιστορία

που θα έκανε τον γύρo της Τοσκάνης,

τον γύρο ολόκληρου του κόσμου.


Κι όταν τέλειωσε,

σηκώθηκε ο Φραγκίσκος

κι ούτε που το κατάλαβε τι είχε γίνει –

που τα μυρμήγκια ήσανε λιωμένα πάνω στα χείλη του,

λιώμενα πάνω στο πιγούνι του,

λιωμένα από το πάθος της αγάπης του.


Η τέχνη της λογοτεχνικής έκστασης

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο, 8/11/2008)

«…Ονομάζω απόλαυση κάθε αίσθηση που η ψυχή προτιμά να γευθεί μάλλον παρά να μη γευθεί ( Μοπέρτιος). Ονομάζω πόνο κάθε αίσθηση που η ψυχή προτιμά να μη δοκιμάζει παρά να δοκιμάζει. Επιθυμώ να κοιμηθώ καλύτερα παρά να αισθάνομαι αυτό που περνάω; Καμιά αμφιβολία, είναι πόνος. Επομένως, οι επιθυμίες του έρωτα δεν είναι πόνοι, αφού, προκειμένου να ονειροπολήσει με την ησυχία του, ο ερωτευμένος φεύγει από πολύ ευχάριστες συντροφιές. Με το χρόνο οι απολαύσεις του σώματος ελαττώνονται και οι πόνοι αυξάνονται. Για τις απολαύσεις της ψυχής αυτές αυξάνονται ή ελαττώνονται με τον χρόνο, ανάλογα με τα πάθη* για παράδειγμα, κάποιος που μελετά επί έξι μήνες αστρονομία, καταλήγει να του αρέσει περισσότερο η αστρονομία…Οι πόνοι της ψυχής ελαττώνονται με το χρόνο…»
.




Ολόκληρο, κοτζάμ, Σύνδρομο φέρει το όνομά του. Stendhal. Για την ακρίβεια, όχι το κανονικό του όνομα (Marie-Henri Beyle), μα το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο. Εκείνος που προσβάλλεται από το Σύνδρομο, είναι αυτός που από υπερβολική έκθεση στην ομορφιά της Τέχνης παθαίνει ταχυπαλμία, ζαλίζεται, χάνει τον προσανατολισμό του, βλέπει ακόμη και παραισθήσεις. Αυτή την ψυχοσωματική αντίδραση την περιέγραψε πειστικά ο ίδιος στο ταξιδιωτικό του βιβλίο για τη Ρώμη, τη Νάπολη και τη Φλωρεντία το 1817, γράφοντας για το πώς ένιωσε μπροστά στα φρέσκο του Τζιότο, Έκσταση από την Τέχνη, δηλαδή.
Αν του συνέβησαν όλα αυτά βλέποντας μόνο έργα τέχνης, είναι εύλογο το τι έπαθε όταν ερωτεύτηκε ένα ζωντανό έργο τέχνης. Μια γυναίκα. Και καλά μέχρις εδώ. Πες ότι έζησε την έκστασή του, τον έρωτά του και συνήλθε. Δεν ήταν τόσο απλό όμως το θέμα στις αρχές του 19ου αιώνα, για τον χοντρούλη φιλότεχνο συγγραφέα που δεν μπορεί να χαλιναγωγήσει το πάθος του για την Μετίλντ, Βισκοντίνι (το πατρικό της όνομα) και Ντεμπόβσκι το όνομα του ανδρός της, παντρεμένη γυναίκα με δύο παιδιά, πληγωμένη και απογοητευμένη από το γάμο της. Ο παθιασμένος και αδέξιος Σταντάλ χάνει την εύνοιά της και καταβάλλεται πια από το Πάθος του. Διέξοδο θα βρει στο χαρτί και το μελάνι του. Όπως απέδειξε και ο χρόνος, αυτά δεν τον πρόδωσαν όσο ο ίδιος του ο εαυτός που παρέλυε από θαυμασμό μπροστά στο αντικείμενο του πόθου του, της Μετίλντ, με αποτέλεσμα να το χάσει δια παντός. Η Τέχνη του ήταν η σωτηρία του και το 1822 παραδίδει στην κοινή θέα του αναγνωστικού κοινού ένα έργο εμπνευσμένο από την ερωτική του απελπισία, βουτηγμένο στην προσωπική του ιστορία, αλλά αποκαθαρμένο απολύτως από αυτή. «Περί έρωτος». Μπερδεμένος κι ο ίδιος το ονομάζει πότε μονογραφία, πότε δοκίμιο, πότε βιβλίο ιδεολογίας. Στην ουσία είναι ο έρωτάς του μετενσαρκωμένος σε γραφή. Για να κρύψει από τους άλλους το δικό του θέμα, ως κάλυψη θα χρησιμοποιήσει την εξαγωγή γενικών συμπερασμάτων και αποφθεγμάτων από μια τόσο ειδική και ατομική και ξεχωριστή υπόθεση. Στην επιστήμη αυτό μπορεί να ισοδυναμεί και με θάνατο. Στη λογοτεχνία είναι απλώς αναπόφευκτο της μυθιστορηματικής δημιουργίας.
Φυσικά, ποτέ κανένα βιβλίο δεν έδωσε λύση στο ερωτικό προσωπικό «δράμα» κάποιου. Ούτε και το «Περί έρωτος» δίνει. Αλλά αυτό που εκφράζει το βιβλίο από κάθε του ικμάδα είναι ακριβώς αυτή η αδυναμία του ερωτευμένου να ερμηνεύσει το «δράμα» του, τον πόνο του, τη χαρά του την απόλαυσή του. Γι’ αυτό και πρόκειται περί μυθιστορήματος* μοντέρνου και ασυνήθιστου για την εποχή του. Οι μπερδεμένες προσωπικές αλήθειες του Σταντάλ μπορεί να βρίσκουν καμιάν ακρούλα να αράξουν στην ψυχή κάποιου ερωτευμένου, αλλά δεν είναι αυτές από μόνες τους η δύναμη του κειμένου, αλλά φυσικά ο απαράμιλλος τρόπος που τις παρουσιάζει. Ιδίως αν σκεφτούμε την εποχή που έγραψε έτσι. Όπως σημειώνει και ο ίδιος, δεν κατακρίνει ούτε εγκρίνει, αλλά απλώς παρατηρεί.
Μπορεί το «Περί έρωτος» να μην θεωρείται και να μην είναι τελικά το αριστούργημά του, αλλά βεβαίως είναι ένα κείμενο που διαβάζεται άνετα και ευχάριστα σήμερα. Είναι ανάλαφρο, αν και το θέμα του –και η αρχική πρόθεση του συγγραφέα- ουδεμία σχέση με το ελαφρό έχει. Ακόμη και την οποιαδήποτε διάθεση μελό ο συγγραφέας τη διασκεδάζει, αν και ένας πραγματικά ερωτευμένος και απελπισμένος δεν νομίζω να ενδιαφέρεται για τίποτε άλλο παρά για την παραμυθία που ψάχνει. «…Η ονειροπόληση του έρωτα δεν μπορεί να καταγραφεί…Αν την καταγράψεις, τη σκοτώνεις για κείνη τη στιγμή, επειδή πέφτεις στη φιλοσοφική ανάλυση της απόλαυσης* και τη σκοτώνεις ακόμη πιο σίγουρα για το μέλλον, διότι τίποτα δεν παραλύει τη φαντασία όσο η προσφυγή στη μνήμη…». Από την άλλη, αυτές οι γενικευμένες αλήθειες του ερωτοχτυπημένου Σταντάλ που βύθιζε το πρόβλημά του κάτω από το λογοτεχνικό μανδύα, δεν είναι και πολύ μακρινές από το σήμερα. Οι αντιστοιχίες με τη σύγχρονη εποχή είναι εύκολες και απλές. «…4ον Ο ματαιόδοξος έρωτας. Η τεράστια πλειονότητα των ανδρών, στη Γαλλία κυρίως, επιθυμεί και έχει κάποια γυναίκα της μόδας, όπως έχει ένα ωραίο άλογο, πράγμα απαραίτητο για τη χλιδή ενός νέου. Και όταν η ματαιοδοξία κολακεύεται με κάποιον τρόπο ή θίγεται με κάποιον άλλο, γεννά και συγκινήσεις…».
Το «Περί έρωτος» κυκλοφορεί σε μια νέα μετάφραση της Έφης Κορομηλά (με εισαγωγή πολύ κατατοπιστική και ενδελεχείς σημειώσεις δικές της) από τις εκδόσεις Πατάκη. To είχα διαβάσει στην παλαιότερη έκδοση του Εξάντα και σε μετάφραση του Γιάννη Παλαιολόγου – εκείνος ο κομψός «δερματόδετος» τόμος με τη μικρή γραμματοσειρά που χωράει στη μία παλάμη, με τον κόκκινο υφασμάτινο σελιδοδείκτη, που προσδίδει μια αίσθηση ιεροτελεστίας σχεδόν και μιας άλλης «ερωτικής θρησκευτικότητας» στην ανάγνωση του βιβλίου, ιδίως αν πρόκειται για κάποιον επιρρεπή αναγνώστη στα σύνδρομα και τα πάθη εκείνα του Σταντάλ, παραμένει αισθητικά στην προτίμησή μου, χωρίς αυτό να καταργεί τη δουλειά της νέας μετάφρασης και έκδοσης που μάλλον ενδείκνυται για μελέτη του βιβλίου, λόγω της μεγάλης γραμματοσειράς και του όγκου του τόμου.

Friday, November 07, 2008

"Τα στραγάλια είναι παντοτινά"


που λέει και η Αρλέτα στο τραγουδάκι της...


*****Να 'ναι καλά στο Δεύτερο Πρόγραμμα η Μαργαρίτα Μυτιληναίου και ο Θανάσης Βούτσινος που κάνουν από τις καλύτερες ραδιοφωνικές εκπομπές. Τουλάχιστον του γούστου μου... "Ανατέλλω" μαζί τους τα πρωινά.

Thursday, November 06, 2008

"Μ' αγαπάς;"

Τα χείλη του σκασμένα. Ξερά. Το στόμα του ανοιχτό για ν' αναπνέει μ' αγωνία. Μπορεί σε λίγο να τον πετάξουν έξω. Μαυριδερούλης για κείνους που τους νοιάζει το χρώμα. Λες και δεν πεινάς και δεν πονάς το ίδιο, ό,τι χρώμα και να 'σαι. Μου φτάνει-δεν μου φτάνει μέχρι το στήθος. Πιτσιρίκος. Κάνει ζέστη, μα φοράει χοντρό μπουφάν. Αν το αφήσει πουθενά, θα το χάσει. Ζητάει κάλυψη. Κρυώνει. Η κυρία που χτυπάει τα πράγματα στο ταμείο ακούω να λέει "πολύ καλό παιδί και να σκεφτείς δεν έχει να φάει". Γυρίζω και βλέπω τα μάτια του να γυαλίζουν. Βάζει ήδη τα ψώνια μου στις σακούλες. Μου δείχνει με το χεράκι του -μια σταλίτσα- ότι τα φροντίζει εκείνος. Μου τα δείχνει ένα-ένα. Όλα μια παντομίμα. Της ψυχής. Συνεννοηθήκαμε. Ακόμη και την παραξενιά μου να μπαίνουν τα απορρυπαντικά χωριστά, την κατάλαβε, πριν του δείξω. Γιατί ούτε εγώ μπορούσα να μιλήσω. Ούτε το παιδί. Δεν έχει να φάει. Και είναι παιδί. Καλό, λέει η κυρία πίσω από το ταμείο. Παιδί, ξαναλέω. Παιδί. Δεν έχει να φάει. Το χέρι του ξαναπάει στην καρδιά του. Ευχαριστώ. Σαν να πήρα την αγάπη όλου του κόσμου. Και σκέφτομαι ότι αν υπάρχουν εκείνοι που σε ρωτούν "μ' αγαπάς;", υπάρχουν κι εκείνοι που λένε "σ' ευχαριστώ που μ' αγαπάς έστω και για ένα λεπτό", μ' ένα χεράκι βρώμικο στην καρδιά. Φτάνει που είναι τα δικά σου καθαρά και άδεια. Συγχώρα με που γίνομαι μικρή.

Tuesday, November 04, 2008

Ανεπαισθήτως


ελαφρύ

Στυγνός ωτακουστής


χρωμάτων.
Όμμα το γλυκύ.

Χρυσός κι ασήμι


Χρυσός βιταμινούχων καρατίων σιωπής



κι ασήμι το κουτάλι με κυδωνιών πελτέ, καλοκαθισμένο σε κρυστάλλινο πιατάκι.

Τρατάρισμα ευγενών μετάλλων.

Και νερό μισό-μισό σε διάφανο δροσερό ποτήρι.
Ο δίσκος του καθενός.

Να στροφάρει κατά πού θέλει.

Αντανακλώντας.
Βλέμματα.

Το πετσετάκι στην άκρη του δίσκου.
Κολλαριστό.
Σαν προξενιό.
Από το σινεμά.


Monday, November 03, 2008

Η μακάβρια λαγνεία της ενταφιασμένης ανθρωπιάς


(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο, 1/11/2008)

«…Εκείνο που έχει σημασία στη ζωή είναι να κρίνει κανείς τα πάντα
a priori. Φαίνεται, πραγματικά, ότι οι μάζες έχουν άδικο και τα άτομα έχουν πάντα δίκιο. Ας μη βιαστούμε ωστόσο να εξάγουμε κανόνες συμπεριφοράς απ’ αυτό το αξίωμα: δεν είναι ανάγκη να διατυπώνουμε τους κανόνες για να τους ακολουθούμε. Δύο πράγματα υπάρχουν μόνο: ο έρωτας, κάθε λογής, με όμορφες κοπέλες κι η μουσική της Νέας Ορλεάνης ή του Ντιουκ Έλινγκτον. Τα υπόλοιπα θα ‘πρεπε να πάψουν να υπάρχουν, γιατί τα υπόλοιπα είναι αντιαισθητικά…» -Απόσπασμα από τον πρόλογο του βιβλίου «Ο αφρός των ημερών» (1947) του Μπορίς Βιάν, εκδόσεις γράμματα (1979), σε μετάφραση από τη Ρένα Χατχούτ.


Η καπνισμένη μελωδία του Ντιουκ Έλινγκτον θα μπορούσε να είναι το ηχητικό σκηνικό το βιβλίου. Ένα μυθιστόρημα που κάνει τον αναγνωστικό παλμό να κινείται στους ρυθμούς του σουίνγκ, ωστόσο. Γραμμένο πριν ακόμη στεγνώσει το καυτό αίμα που χύθηκε στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τότε, που η Ευρώπη μετρούσε τις αναρίθμητες πληγές της και αποζητούσε μια ψυχολογική διέξοδο, με το καθρέφτισμά της στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, την Αμερική.
Ο συγγραφέας, λάτρης του Ντιουκ Έλινγκτον και με πολλαπλές καλλιτεχνικές αναζητήσεις σε διάφορα επίπεδα στη σύντομη ζωή του (πέθανε μόλις 39 ετών από ανακοπή κατά τη διάρκεια της προβολής της κινηματογραφικής μεταφοράς του εν λόγω έργου του, απέραντα ενοχλημένος με την κακοποίηση που υπέστη το κείμενό του), ενορχηστρώνει ένα αγχώδες μπλουζ* που το χορεύει ο ίδιος, ο Μπορίς Βιάν, με τον εκάστοτε αναγνώστη του ακόμα. Μισόν αιώνα μετά. Και το φλερτ ξεκινά. Μακάβριο και τρομακτικό. «…Είχε ένα κορμί ικανό να ξυπνήσει ένα μέλος του Κογκρέσου που κοιμάται, την ώρα που το σώμα συνεδριάζει…». Το φλερτ με τη βία και το ρατσισμό, με τη λαγνεία και την κοινωνική αδικία. Ο αναγνώστης υποκύπτει αναπόφευκτα στη γοητεία της λογοτεχνικής δημιουργίας του γάλλου συγγραφέα, χωρίς να χρειάζεται την αχλύ του μύθου που τυλίγει το όνομα και την εκκεντρική και τόσο ταλαντούχα προσωπικότητά του. Διαβάζοντας το βιβλίο, μένει κανείς έκπληκτος με τη δυναμική και την ένταση που φέρει η ιστορία και η σύλληψή της, αλλά και ο τόσο σύγχρονος και μοντέρνος τρόπος γραφής του Βιάν.
Στο βιβλίο «Θα φτύσω στους τάφους σας» το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τόπος, σε μετάφραση Γιάννη Καυκιά και με την εισαγωγή του Gilbert Pestureau, ο δημιουργός ανοίγει πολλά μέτωπα που αφορούν σε συνθήκες κοινωνικές, οικονομικές, σε διακρίσεις φυλετικές, χωρίς να παρακάμπτει την υπαρξιακή ανησυχία. Μέσα από μια ιστορία εκδίκησης, που έχει τις ρίζες της βαθιά στην ψυχή. Δαιδαλώδεις ρίζες που περιστρέφονται καταιγιστικά στο μυαλό και το αρρωσταίνουν. Το ρημάζουν. Για να ρημάξει αυτό με τη σειρά του άλλους αθώους. Ο θύτης εγκαταλειμμένος στα μάτια του αναγνώστη μέχρι τα μύχια της βαθύτερης ύπαρξής του. Και το σηκώνει το βάρος ο αναγνώστης χάρη στην αφήγηση του Βιάν, χάρη στο παιγνιώδες κάποτε ύφος του που προβάλλει δηλητηριώδες και ειρωνικό και δεν ξέρεις από πού θα σου έρθει το Κακό. Αυτά τα άνθη του Κακού που μπορούν πολύ εύκολα να ανθίσουν μέσα στον οποιονδήποτε. Αρκεί να υπάρξουν οι κατάλληλες συνθήκες, εν προκειμένω, κοινωνικές συνθήκες. Εν δυνάμει θύμα και θύτης ο αναγνώστης τίθεται στο ακριβές σκόπευτρο του συγγραφέα με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Βιάν να τον σημαδεύει.
«…Όπως στο κλασικό θρίλερ το αίνιγμα εξηγείται ευθύς εξαρχής, από τον πρόλογο ήδη: το γεγονός ότι ο ήρωας είναι «λευκός νέγρος». Το ενδιαφέρον βρίσκεται έτσι, στο σασπένς: προετοιμασία της εκδίκησης, μηχανορραφίες του ήρωα για να επιβάλει την κυριαρχία του, υποψίες του αντιζήλου, παγίδες που στήνονται από τη μια κι από την άλλη πλευρά, δονζουανική κατάκτηση δύο γυναικών ταυτόχρονα, σχεδόν στο ίδιο δωμάτιο, οργάνωση του εγκλήματος, επίθεση από ένα θύμα που μετατρέπεται σε επίδοξο θύτη, αποτρόπαιος διπλός φόνος, αστυνομική καταδίωξη και εκτέλεση με συνοπτικές διαδικασίες…»,
γράφει στον πρόλογό του ο Gilbert Pestureau. Όσο κι αν σε προετοιμάζει η εισαγωγή της έκδοσης και τα πραγματολογικά στοιχεία που αφορούν τη ζωή και το έργο του Μπορίς Βιάν, μόλις διαβάζεις ο ίδιος την ιστορία, μένεις με κομμένη την ανάσα. Η κινηματογραφικότητα της γραφής του δημιουργού μπορεί ακριβώς να εξηγήσει γιατί τον απογοήτευσε τον ίδιο η μεταφορά του «Θα φτύσω στους τάφους σας» στο σελιλόιντ. Τίποτα δεν θα μπορούσε να αποδώσει καλύτερα το κείμενο παρά η φαντασία του κάθε αναγνώστη ξεχωριστά.
Το καταπληκτικό είναι ότι ο γάλλος συγγραφέας στήνει την ιστορία του αποδίδοντας ένα πιστό ή καλύτερα πολύ πειστικό αντίγραφο ή ακόμη και αποκύημα της αμερικανικής κοινωνίας, χωρίς ο ίδιος να έχει ταξιδέψει ποτέ στο Νέο Κόσμο. Η αλήθεια είναι ότι το κείμενο δεν το χρειάζεται αυτό. Όπως δεν έχει ανάγκη πια ούτε τα σχόλια εκείνα περί βλάσφημου περιεχομένου ή και της ευφυούς πλαστοπροσωπίας που σκαρφίστηκε ο Βιάν για την έκδοση του βιβλίου που αποτέλεσε ένα πρώτης γραμμής μεταπολεμικό σκάνδαλο. Τώρα που ο χρόνος έχει δώσει στον αναγνώστη την πολυτέλεια της απόστασης από το ιστορικό εκείνο πλαίσιο, το εξαιρετικό αυτό μυθιστόρημα κερδίζει και την αίγλη που του αξίζει, μακριά από τον κουρνιαχτό και τις τυμπανοκρουσίες του παρελθόντος που υπήρξαν ισοπεδωτικές. «…Τα βιβλία είναι πανάκριβα, κι όλα αυτά παίζουν κάποιον ρόλο* απόδειξη ότι οι άνθρωποι ελάχιστα ενδιαφέρονται για καλή λογοτεχνία* εννοούν να αγοράσουν το βιβλίο που τους συστήνει η λέσχη τους, το βιβλίο για το οποίο μιλάει ο κόσμος, και αδιαφορούν για το τι περιέχει…".
Η καλά κρυμμένη οργή, η συγκεκαλυμμένη καταπίεση που έχει υποστεί ο ήρωας, η εξόφθαλμα τραγική φρικαλεότητα της οποίας έχει γίνει αποδέκτης ο ίδιος και όλη του η οικογένεια, ο διαρκής φόβος μη και ανακαλυφθεί η «αχίλλειος πτέρνα» του γίνονται μια θηλιά που τον πνίγει. «…Αγαλλιούσα μέσα μου και αγαλλιούσε κι ο πιτσιρικάς, πιθανότατα κάτω από τα δυο μέτρα χώμα που τον σκεπάζουν, οπότε του άπλωσα το χέρι. Μεγάλο πράγμα, να σφίγγεις το χέρι του αδερφού σου…». Με τη σειρά του εκείνος διοχετεύει μεθοδικά –έτσι νομίζει το ίδιος- τη βιαιότητά του σε ανυποψίαστα θύματα, προκειμένου να βρει λύση το δράμα του, ακόμη κι αν στη σκηνή του τέλους το άψυχο σαρκίο του μας αλλά και τον περιγελά. Στο όνομα της αδερφικής αγάπης. Το σαξόφωνο βραχνιάζει και φτύνει τις μελωδίες πάνω στους θύτες και τα θύματα* για την ακρίβεια στις αγνές ολόλευκες μαρμάρινες πλάκες της ενταφιασμένης ανθρωπιάς.