Thursday, October 30, 2008

ευτυχία


λένε τα ψηφιακά παράθυρα (windows), ότι είναι ένα τοπίο σαν και τούτο περίπου.
Εγώ λέω ότι ευτυχία είναι η προοπτική του, καθώς το ατενίζεις.
Άλλωστε, στα παράθυρα αυτή είναι η ευτυχία:
να ανοίγουν ένα κομμάτι του αθέατου
και να το καδράρουν,
εκ νέου.

Μικρή άνοιξη


Σικλαμέν. Κλεμμένο.
Σαν άγγιγμα.
Στιγμιαίο.
Αιώνιο.
Σαν.
Sun.
U.



*****Είχα, πριν λίγα χρόνια, πάρει συνέντευξη από τη Νένη Ευθυμιάδη. Είχε τόση ησυχία ο χώρος που μιλήσαμε και ήταν τόσο ανοιχτός, που η μαγνητοταινία από ένα σημείο κι ύστερα δεν κατέγραψε σχεδόν τη φωνή της, παρά έμεινε ένας βαθύς απόηχος σαν ψίθυρος. Το ανακάλυψα αργά και ντράπηκα να της τηλεφωνήσω ξανά.
Ανέπλασα από μνήμης τη συνομιλία μας. Η ειρωνεία είναι ότι μου τηλεφώνησε να με ευχαριστήσει για το πόσο πιστά απέδωσα τα λεγόμενά της. Το θυμήθηκα, μόλις έμαθα την απώλειά της. Θυμάμαι ακόμη εκείνον τον βαθύ σβησμένο απόηχο που έχει καταγραφεί τελικά μέσα μου περισσότερο από οποιαδήποτε καλογραμμένη συνομιλία.
Στη μνήμη του φιλόξενου πνεύματός της
που με είχε τόσο εντυπωσιάσει τότε, θέλω να στείλω μπροστά στο χρόνο εκείνον τον απόηχο της μαγνητοταινίας.
Σαν τις πασχαλιές που είχαν ανθίσει φθινοπωριάτικα στο χωριό, αφού τις ξεγέλασε η Μικρή άνοιξη
. Και τις φυσάει ο αέρας. Φου.

Tuesday, October 28, 2008

Περιπλάνηση στην «άγρια δύση» του μίσους και του ρατσισμού

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε το Σάββατο, 18/10/2008, στη Φιλολογική Βραδυνή)

«…Ήταν η συνείδηση ότι η προσπάθεια κάποτε δεν στέφεται με επιτυχία. Ότι κάποτε είναι καλύτερα να χαθείς στο δρόμο ξεκινώντας για ένα ανέφικτο ταξίδι παρά να μην ξεκινήσεις ποτέ. Και ότι κάθε άνθρωπος, ακόμα κι όταν είναι μόνος, έχει συνταξιδιώτη την ψυχή του…».
Τζόρτζιο Φαλέτι




Δύο βιβλία που αποκαλύπτουν τον πόλεμο που δέχεται η διαφορετικότητα, εν προκειμένω στη σύγχρονη Αμερική. Το ένα γραμμένο από έναν Ιταλό, τον Τζόρτζιο Φαλέτι, που βλέπει τις Ηνωμένες Πολιτείες μέσα από μια ιδιότυπη μεταφυσική που κατοικεί στις ρίζες της* το άλλο από τον Πέρσιβαλ Έβερετ, έναν αμερικανό που βλέπει εκ των έσω πώς διαμορφώνονται οι συνθήκες στην αμερικανική κοινωνία και που είχε εντυπωσιάσει με το μυθιστόρημά του «Το σβήσιμο». Και οι δύο παρουσιάζουν –ο καθένας από τη σκοπιά του και με τα δικά του φίλτρα και αντανακλαστικά- την ίδια όψη της προκατάληψης και του αποκλεισμού που βιώνουν οι άνθρωποι σε τοπικές κοινωνίες κλειστές και εχθρικές, μέσα από τα δικά τους κάτοπτρα.
«Η επιστροφή»
του Τζόρτζιο Φαλέτι που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση από τη Βέρα Δαμόφλη, είναι ένα μυθιστόρημα που ναι μεν φέρει στο μανδύα του και στον τρόπο που ξεδιπλώνεται η πλοκή την «ούγια» του αστυνομικού μυθιστορήματος, ωστόσο πρόκειται για ένα βιβλίο με έντονο το μεταφυσικό και το υπαρξιακό στοιχείο. «…Τον δίδαξε ότι ο θάνατος είναι η μοναδική βεβαιότητα που κατέχουμε, ακουμπισμένη σαν μεγάλο λευκό πουλί στον ώμο κάθε ανθρώπου. Και τώρα πετούσε ψηλά με τα φτερά εκείνης της μοναδικής βεβαιότητας…». Σε αδρές γραμμές η ιστορία αφορά έναν πιλότο ελικοπτέρου, τον Τζιμ Μακένζι ο οποίος κατατρύχεται από τις ξεχασμένες μέσα του καταβολές, τις ρίζες του, την καταγωγή του. Κατακτά όλα εκείνα που επιθυμεί ο σύγχρονος τέλειος καταναλωτικός άνθρωπος, αλλά δεν είναι ευχαριστημένος. Η ευτυχία είναι μακριά του. «…υπάρχουν τόποι και στιγμές όπου το χρήμα δεν χρησιμεύει σε τίποτα…». Για να την αναζητήσει, αναγκάζεται να επιστρέψει στο γενέθλιο τόπο του. Η κατάρα της καταγωγής που έχει ουσιαστικά αρνηθεί, του ινδιάνικου αίματός του, θα χτυπήσει –κυριολεκτικά- όχι μόνο εκείνον αλλά και τους άλλους. Ο χειρότερος εχθρός του θα αποδειχθεί ο ίδιος του ο εαυτός και θα πολεμήσει εναντίον του μέχρις εσχάτων. «…η δυσκολότερη συγγνώμη είναι εκείνη που ζητά κανείς απ’ τον εαυτό του…». Ο πολυπράγμων Φαλέτι που έχει ασχοληθεί και με την ηθοποιία αλλά και το τραγούδι, διαθέτει ένα έξυπνο εύρημα που αφορά τη μεταφυσική θεώρηση του κόσμου και το χρησιμοποιεί αποτελεσματικά στην εξέλιξη της ιστορίας του. Ταυτόχρονα, ανακινεί το ζήτημα της θέσης των Ινδιάνων στην αμερικανική Δύση και της αντιμετώπισής τους από τους πλούσιους λευκούς που βλέπουν τη γη των αυτοχθόνων σαν λεία έτοιμη ανά πάσα στιγμή να την κατασπαράξουν και να τη σκυλέψουν. Ο ρατσισμός είναι τόσο παρών και δραστικός κι ας μοιάζει υφέρπων και εννοούμενος, ώστε μπορεί να χτυπήσει ανεπανόρθωτα στην ίδια του την ταυτότητα το θύμα, στο λόγο της ύπαρξής του. Το μόνο σ’ αυτήν την κοινωνία την ερειπωμένη από ειλικρίνεια και ανθρωπιά, που καταργεί στα σίγουρα τις διακρίσεις και τις προκαταλήψεις και τα τείχη ανάμεσα στους ανθρώπους, δια παντός, είναι ο θάνατος και το αντίδοτό του: η αγάπη* που δεν αφήνει τη μνήμη και την καταγωγή να σβήσει. «…Η περίπτωση του Κάλεμπ ήταν από εκείνες τις ψευδαισθήσεις που κάθε άνθρωπος κουβαλά στην πλάτη του δίχως ν’ αντιλαμβάνεται ότι μεταφέρει έναν τρύπιο σάκο. Ο οποίος, παραδόξως γίνεται βαρύτερος καθώς με τον καιρό το περιεχόμενό του χάνεται στην πορεία. Έπειτα, μια μέρα παίρνει είδηση ότι ο σάκος είναι άδειος και πως η ζωή έχει φύγει…». Το μυθιστόρημα του Φαλέτι που αφορά την ταυτότητα, την αναζήτησή της, τη μνήμη και την καταγωγή, την επιστροφή στον αληθινό εαυτό και όχι στα κοινωνικά κακέκτυπα που προωθεί το χρήμα, ταυτίζει το Κακό με την απάρνηση του παρελθόντος και τη μαγική μυθοποίησή του.

Οι πληγές της βίας


Πιο άμεσος ο Πέρσιβαλ Έβερετ με λογοτεχνικά μέσα αξιοποιημένα στο έπακρο στο μυθιστόρημά του «Πληγωμένοι» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση από το Λύο Καλοβυρνας, στήνει μια ιστορία που «παγιδεύει» για τα καλά τον αναγνώστη. Στο τέλος χάνεις τη γη κάτω απ’ τα πόδια σου, όσο κι αν προσπάθησες να ιχνηλατήσεις το κλείσιμο που θα έδινε στην πλοκή ο συγγραφέας. Ο Έβερετ αφηγείται μια σχεδόν συνηθισμένη, για τα αμερικανικά δεδομένα, ιστορία φυλετικού μίσους, ωστόσο το πράττει με μαεστρία και καταπληκτική οικονομία. Ο πρωταγωνιστής μαύρος. Το θύμα γκέι. Οι θύτες νεοναζί. Οι γείτονες ινδιάνοι κτηνοτρόφοι. Το περιβάλλον ένα ράντσο στο Ουαϊόμινγκ. Ο αφηγητής και ήρωας είναι εκείνος που έχει εγκαταλείψει την αστική ζωή μετά το θάνατο της πολυαγαπημένης του γυναίκας. Βιώνει την απώλειά της με ένα βουβό και συνεχές πένθος, απέχοντας ουσιαστικά από τη ζωή, από τον έρωτα. Θα τον ξυπνήσει από τον προσωπικό, ιδιότυπο εγκλεισμό του στο παρελθόν η βία. Η βία που εμφανίζεται στη χειρότερη μορφή της, στην περιοχή. Και πληγώνει. Δημιουργεί καινούρια θύματα και θύτες. Πληγωμένοι από όλες τις μεριές οι ήρωες στην ψυχή και το σώμα τους αγωνίζονται να αγγίξουν με τα ακροδάχτυλά τους την αγάπη. Όποτε τους αφήνει η βία να ανασάνουν. Ο θείος Γκας, απομηχανής θείος, δίνει και τη λύση του δράματος. Ο συγγραφέας δεν έχει ούτε μια λέξη που να περιττεύει στην αφήγησή του, με ρυθμό –ίδιο με εκείνον που διασχίζει ο ήρωας την ταραγμένη και χιονισμένη νύχτα στα βουνά της άγριας αμερικανικής Δύσης- ξετυλίγει την ιστορία του, ξεσκεπάζοντας κακοφορμισμένες πληγές του ρατσισμού και τις προκατάληψης. Αλλά ο πόνος και ο θάνατος δεν κάνουν διακρίσεις ούτε με βάση το χρώμα ούτε με βάση τις σεξουαλικές προτιμήσεις* χτυπούν ανεξαιρέτως και πληγώνουν. «…Παντού είναι άγρια δύση…», όπως γράφει και ο Έβερετ.

Thursday, October 16, 2008

Σφαίρες


Είναι κάτι μέρες οργισμένες σφαίρες.
Σπρώχνει η μία την άλλη
σε τραπέζι μπιλιάρδου
τη ζωή σου
για να
ο
καιρός
φύγει μακριά.
Κι αντηχούν οι λέξεις
κούφια δοχεία σε άδειες πισίνες.
Τρυπάει τους ώμους μια σφαίρα ακόμα.
Λαβωμένη έξις. Αίμα στάζει. Η στέκα σπάζει.



Friday, October 10, 2008

"Te quiero Barcelona"




όπως ψιθυρίζει παιχνιδιάρικα και το τραγουδάκι των τίτλων...


Σαν δροσερό αεράκι που σε χαϊδεύει στο πρόσωπο, φρέσκια και αναζωογονητική είναι η ταινία του Woody Allen, "Vicky, Christina, Barcelona".



Μόλις βγήκα από το σινεμά, ήταν λες και μου είχαν προσφέρει ένα ποτήρι με αφρώδη οίνο. Αιχμαλωτίζεσαι στις μαγικές φυσαλίδες του.
..

Tuesday, October 07, 2008

Έλα να ξεblogάρουμε!

Είμαι περήφανη για τα καταπληκτικά παιδιά της Χουακίνα που κέρδισαν το πρώτο βραβείο στο διαγωνισμό "ξεblogαρε".
Είναι φέτος με τους νικητές τα παιδιά, αφού ήδη διαπρέπουν στις σπουδές τους. Χαίρομαι πολύ και για τους τέσσερίς τους, ακόμη κι αν δεν κέρδιζαν κανένα έπαθλο θα χαιρόμουν, ακριβώς επειδή ασχολούνται με δημιουργικά και υγιή πράγματα. Όμορφα πράγματα. Πολύ όμορφα πράγματα. Αγαπούν τη μουσική, τη ζωγραφική, την τέχνη, τη ζωή γενικότερα και απολαμβάνω να περιηγούμαι στο ιστολόγιό τους.
Τους εύχομαι κι από εδώ καλή συνέχεια στη ζωή τους. Χαίρομαι και για έναν λόγο ακόμα: ένιωσα μέλος της παρέας τους, έστω και από μακριά, αρκετές φορές τον καιρό που πέρασε. Αυτό ήταν το δικό μου έπαθλο: τα ερεθίσματα δημιουργικότητας και η ελπίδα που αντλούσα και αντλώ από την καλή τους διάθεση απέναντι στη ζωή.

Αξίζει να τα επισκεφτείτε, αν δεν το έχετε ήδη κάνει.

Monday, October 06, 2008

Η …ανοξείδωτη αφήγηση μιας «διαβρωμένης» γενιάς

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο, 4/10/2008)

"...Αυτοαναλύομαι κι αισθάνομαι ότι καταχωρώ επίσημα τους εφιάλτες μου και σαν να τους παγώνω σε μια αβλαβή αφήγηση, άμεσα ελεγχόμενη απ' τον εγκέφαλό μου..."


Ένα σπάνιο μέταλλο λογοτεχνικής φωνής -εκείνο της Μάρως Δούκα που αρθρώνεται μέσα από το χαρακτήρα της Μυρσίνης Παναγιώτου στο βιβλίο «Η αρχαία σκουριά» το οποίο και επανακυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πάτακη, αναθεωρημένο- σχεδόν τριάντα χρόνια μετά από τότε που πρωτοακούστηκε (1979), αντηχεί ξεκάθαρο, με μια δυναμική που συγκινεί σήμερα. Η πρώτη του έκδοση με βρήκε μόλις ενός έτους, οπότε λίγο δύσκολο να το είχα ανακαλύψει εγκαίρως. Η υποδοχή του ήταν θερμή τότε από αναγνωστικό κοινό και κριτικούς, εύλογα. Άλλη εποχή τότε* δεν εκδίδονταν βιβλία χωρίς σοβαρό λόγο. Σήμερα, μπορεί να εκδίδονται, αλλά δεν ζουν βιβλία χωρίς σοβαρό λόγο, αν κατορθώσουν και γεννηθούν ή δεν ανακαλύπτονται, εύκολα, βιβλία που διαθέτουν σοβαρό λόγο. Το μυθιστόρημα αυτό της Μάρως Δούκα με έκανε να σκεφτώ για τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία και τον προσανατολισμό της. Δεν θα κατηγορήσω το σήμερα, αλλά θα δηλώσω μια μεγάλη του έλλειψη: να μαγεύει και να καθηλώνει με το απλό υλικό της ανθρωπιάς* της ευάλωτης, τρωτής ανθρώπινης φύσης που δεν έχει άλλο μέσο αντίδρασης και αντίστασης στους καιρούς και τον καιρό, παρά να δηλώνει, με σθένος, την αδυναμία της να κατανοήσει τον εαυτό της και τον κόσμο γύρω της. Γι’ αυτό είναι Μυθιστόρημα το βιβλίο της Μάρως Δούκα. Η φωνή της ηρωίδας της αυτό πότε το ψιθυρίζει από μέσα της και πότε ουρλιάζει, «…Κι εγώ απέκτησα τη συνήθεια να μιλώ διαρκώς μέσα μου, καθώς οι αποτυχημένοι που δεν το παραδέχονται…». Είναι μυθιστόρημα αυτό το βιβλίο –με τίποτα δεν θα το έλεγα πολιτικό μυθιστόρημα κι ας βιώνει (κριτικά εντούτοις) τόσο έντονα η αφηγήτρια τη μάταιη, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, συνθηματολογία της εποχής , αλλά και τα ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν την πορεία του τόπου στη σύγχρονη εποχή- γιατί κρατά τον αναγνώστη σε μια διαρκή επαγρύπνηση κι αμφιβολία. Αυτό δεν είναι το κέρδος –και της ανάγνωσης- ενός μυθιστορήματος; Αυτό είναι και το μέγιστο πλεονέκτημα του κειμένου: η αμφιβολία* μέσω της συνεχούς αναίρεσης αυτού που συμβαίνει, αυτού που γνωρίζουμε, αυτού που φτιάχνει ως δεδομένου η Μάρω Δούκα κάθε φορά, αν και ο πυρήνας της παραμένει ακραιφνής και σταθερός. «…Ωστόσο ήμουν με τη Δημοκρατία…». Είναι δηλαδή με τον άνθρωπο πάντα η ηρωίδα της, με τον άνθρωπο που έχει ανάγκη ψυχολογική, συναισθηματική, τέλος πάντων συμπόνιας και ενδιαφέροντος. Γι’ αυτό και η οπτική της, αν και προέρχεται από το ίδιο άτομο συνεχώς, αλλάζει αντικείμενο με την κοινή συνισταμένη να βλέπει πέρα από τα προφανή. «…Θυμήθηκα εκείνα τα πληχτικά βράδια, τα κρύα σαν ταφταδένια μεσοφόρια, και την κακιά σιωπή, τη βελούδινη…».

Η κριτική και επικριτική ενίοτε χάριν της αφήγησης ματιά της συγγραφέως είναι εκείνη που δημιουργεί όλη την ένταση του κειμένου. Φυσικά με την απόλυτη προσφορά των υπηρεσιών της γλώσσας σε αυτό το σκοπό. Λέξεις χυμώδεις, κάποιες απ’ αυτές σήμερα ξεχασμένες, ενορχηστρωμένες σε μια ροή αφοπλιστική
. «…Το ‘χα ρίξει και λίγο στην πλάκα, γιατί ξαφνικά αισθανόμουν εκτεθειμένη απ’ όλες τις μπάντες…». Η εκτεθειμένη αυτή νέα γυναίκα στα βλέμματα όλων διαθέτει μιαν ακράδαντη άμυνα: τη δυνατότητα να ξεδιπλώνει μέσα της την προσωπική της αφήγηση, χωρίς ενδοιασμούς και προκαταλήψεις. Γι’ αυτό και η «αφήγηση» της Μυρσίνης γίνεται και η αφήγηση μιας ολόκληρης γενιάς –πολύ περισσότερο τώρα που πέρασε ο καιρός και αποδείχθηκε περίτρανα ότι η αμφιβολία της νίκησε τα στεγανά και τις βεβαιότητες των άλλων- που ταλαιπωρήθηκε, αγωνίστηκε, συμμάχησε, συμβιβάστηκε και τελικά πρόδωσε και προδόθηκε. «…Κάθε μέρα και περισσότερο σιγουρευόμουν ότι θα περπατήσω χωρίς τα δεκανίκια που ο καθένας μου δάνειζε για δική του αποθέωση…».
Λέω στον τίτλο «ανοξείδωτη» την αφήγηση της Μάρως Δούκα, γιατί δεν έπιασε σκουριά.
«…Τελικά εμένα ποιος με φαντάστηκε;…». Είδε τον κόσμο με απέραντη αναρώτηση και αμφιβολία και δεν βγήκε χαμένη. Παραδέχτηκε την αδυναμία της η ηρωίδα για να φτάσει τριάντα χρόνια μετά και η φωνή της να είναι στεντόρεια. Αυτή είναι η δύναμή της: η παραδοχή της αδυναμίας της να είναι αυτό που οι άλλοι προσδοκούν ή που ίσως προσδοκά και η ίδια. «…πάντα με πονούσε η ευκολία μου να καταλαβαίνω τους άλλους κι η δυσκαμψία μου να τους ανέχομαι…». Ο τρόπος που περιδιαβαίνει τα χρόνια η συγγραφέας (από τη Μικρασιατική Καταστροφή, την Κατοχή, τον Εμφύλιο, τη Χούντα και τη Μεταπολίτευση) με τις ιστορίες της για τόσους πολλούς ανθρώπους που εμφανίζονται στο βιβλίο ως στοιχείο της αφήγησης και όχι ως δρώντες χαρακτήρες, αποτελούν ένα ιδιότυπο λογοτεχνικό «σκανάρισμα» της αλήθειας της εποχής και των ανθρώπων της. «…Ήταν κι η εποχή που μας έδενε τότε…».
Είναι το στιλ της και το ύφος της που κάνουν τόσο ελκυστικό το παρελθόν, λες και το έχεις βιώσει ο ίδιος, ακόμη κι αν η ηλικία σου δεν του το επιτρέπει. Η ένταση της γραφής –το επαναλαμβάνω- γίνεται ένταση της ανάγνωσης και «διαβάζεις» από την αρχή το «εσωτερικό» σου βιβλίο, ιδωμένο από τη μεριά την ηρωίδας της «αρχαίας σκουριάς». Συνειδητοποιείς ότι φέρεις ψήγματά της ως κληροδότημα προγονικό* ένας λόγος παραπάνω για να ξαναδείς τη γενιά που διαβρώθηκε μπροστά στα μάτια σου με τον πλέον γλαφυρό τρόπο, με τα μάτια των ανθρώπων που τους «έκανε πέρα η Ιστορία».
«…γενικά ο πόνος ήταν γλυκός σαν να περιδιαβάζαμε σ’ άφατες ομορφιές, αγκαλιαζόμαστε παραδομένοι σ’ εξαίσιες χαμένες νίκες…».
Αυτό το μυθιστόρημα έχει περιεχόμενο σφύζον και σοβαρό –πολιτικό με την έννοια όχι της πολιτικής, αλλά της Πολιτικής στη σκέψη να αμφιβάλλεις για να είσαι ζωντανός, γι’ αυτό μένει και το ίδιο τόσο ζωντανό- και καταφέρνει και κάτι άλλο καίριο για το σήμερα: να σου καθαρίσει το αναγνωστικό πεδίο και την κριτική σκέψη για το τι είναι λογοτεχνία. Σκέφτομαι ότι αν αυτό το βιβλίο κρινόταν με όρους μιας σύγχρονης (και σκουριασμένης κάποτε) κριτικής –που κι αυτή είναι καθρέφτης της λογοτεχνίας που γράφεται- δηλαδή αν έχει πλοκή, χαρακτήρες, δομή και άλλους τέτοιους «τυφλοσούρτες», ε, δεν θα ανταποκρινόταν στις «προδιαγραφές» της. Αλλά έλα όμως που σε καθηλώνει ως αναγνώστη, σε πιάνει από το λαιμό και σε καθίζει στο σκαμνί της σκέψης σου να αναρωτηθείς τι μετράει περισσότερο: η ουσία ή το λογοτεχνίζον περιτύλιγμα μιας έτοιμης σκέψης, το χρυσάφι ή η αρχαία σκουριά που το τυλίγει.
«…Πέρα απ’ την ηθική μου δικαίωση, σε καθαρά προσωπικό επίπεδο, ότι άντεξα στα βασανιστήρια, άλλα στηρίγματα δεν είχα…».

Friday, October 03, 2008

Η Φωνή της Ψυχής

Η ψυχή δεν είναι κακομοίρα σαν και το μυαλό. Η ψυχή δεν είναι αδύναμη σαν τη φωνή (των άλλων όχι τη δική του). Δημήτρης Μητροπάνος.
Καμώνονται πως τον ανακαλύπτουν από την αρχή τώρα. Μα, νομίζω είναι ίσως από τους ελάχιστους λαϊκούς (με την έννοια ότι προέρχεται ακέραια απ' τον κόσμο και απευθύνεται ειλικρινά σ' αυτόν) καλλιτέχνες που κατάφερε να επανεφεύρει τον ίδιο του τον τραγουδιστικό εαυτό, χαράζοντας δύο καριέρες.
Έχει τη λεβεντιά που λείπει απ' τους ανθρώπους σήμερα. Έχει την αρχοντιά που δεν συνηθίζει να ανθίζει στα μπουζούκια. Η Φωνή του αρκεί για να ξεκαθαρίζει το φτηνό τοπίο, να σβήνει τους κάλπηδες.
Πριν χρόνια σε ένα κέντρο που τραγουδούσε, μια λουλουδού μπήκε μπροστά του να τον ράνει σαν επιτάφιο την ώρα που έλεγε το "Αλίμονο" και είχε ταράξει όλο το μαγαζί με την ερμηνεία του, υπερβαίνοντας τον ίδιο του τον εαυτό. Ταραγμένος κι ο ίδιος απ' αυτό, παραμέρισε τη λουλουδού κι έφυγε για τα καμαρίνια, κλείνοντας το πρόγραμμά του. Δεν θα την ξεχάσω ποτέ αυτή την κίνηση. Την επιχειρώ συχνά στην καθημερινότητα. Κάνω άκρη τη "λουλουδού", τη μιζέρια και το μερμήγκιασμά της στην ψυχή μας.
Μπορεί τα Κύθηρα να μην τα ξαναβρούμε* μπορεί όσα καλοκαίρια και χειμώνες κι αν περιμένω, εσύ να μην φανείς,* μπορεί να μην βάψω τις κουρτίνες στο χρώμα που μισούσες* μπορεί κάποτε να γίνεται η ανάγκη ιστορία και η ιστορία να γίνεται φωνή, φωνή του Δημήτρη Μητροπάνου πάντως.
Αλίμονο, όμως, η αξία και η αλήθεια δεν χάνονται. Κι αυτό είναι κάτι: μια τρεμοσβήνουσα ελπίδα, τόσο δυνατή όσο και η ψυχή.